ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Περιβάλλον και Δημόσιες συμβάσεις στο Κοινοτικό Δίκαιο Προς ένα δίκαιο των αειφόρων δημοσίων συμβάσεων?




Αφορμή για την ανάπτυξη του συγκεκριμένου ζητήματος δίδεται από τις αναφορές στο προοίμιο της οδηγίας 2004/18 (παρ. 5 και 33) υπάρχουν και ρητές διατάξεις που ρυθμίζουν τη σχέση των δημοσίων συμβάσεων και του περιβάλλοντος[1] οι οποίες θέτουν ευθέως ένα ζήτημα το οποίο η θεωρία έκρινε ως κρίσιμο για το δίκαιο των δημόσιων συμβάσεων εδώ και χρόνια[2]. Άλλο τόσο και η πραγματικότητα που εξυπηρετούσε το δίκαιο των δημόσιων συμβάσεων δηλαδή η συμμετοχή των αναθετουσών αρχών στην οικονομική ζωή με βάση τη διαφάνεια[3] και των ελεύθερο ανταγωνισμό[4] αλλά και σύμφωνα με αρχές όπως αυτή της βιώσιμης ανάπτυξης[5].  Ειδικότερα η παρ. 5 του προϊμίου αναφέρει ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης, οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να εντάσσονται στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 αυτής, ιδίως προκειμένου να προωθείται η αειφόρος ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, η οδηγία διευκρινίζει με ποιο τρόπο οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος και στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, ενώ ταυτόχρονα εγγυάται στις αρχές αυτές τη δυνατότητα να επιτυγχάνουν, για τις συμβάσεις τους, την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής.
Οι οδηγίες 2004/17/ΕΚ (άρθρο 35) και 2004/18/ΕΚ (άρθρο 23)[6] επιτρέπουν στις αναθέτουσες αρχές, σε «ενδεδειγμένες περιπτώσεις», δηλαδή σε συμβάσεις η εκτέλεση των οποίων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το περιβάλλον, να ζητούν από τους υποψηφίους να αποδείξουν την τεχνική τους ικανότητα να εφαρμόσουν ορισμένα μέτρα περιβαλλοντικής διαχείρισης για συμβάσεις δημοσίων έργων και υπηρεσιών[7]. Είναι συνεπώς γεγονός ότι κατά ρητή αναφορά πλέον το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων αναφέρεται στην περιβαλλοντική προστασία.

Ο μελετητής του ευρωπαϊκού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων και των κανόνων προσαρμογής του εθνικού δικαίου, μέχρι πρόσφατα δεν θα προσέγγιζε μεθοδολογικά την ανάλυσή του ενοποιώντας το δίκαιο του περιβάλλοντος και ιδίως το δίκαιο της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων με το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων αυτό καθ' εαυτό[8].  Πράγματι σε κανένα σημείο το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  για τις δημόσιες συμβάσεις δεν ορίζει ως προαπαιτούμενο για τη νομιμότητά τους την περιβαλλοντική τους επάρκεια ή την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (όταν και όποτε αυτή απαιτείται), ούτε και η νομολογία του ΔΕΚ έθεσε ευθέως μέχρι σήμερα τέτοιου είδους αρχή. Η νομολογία του ΔΕΚ ήταν μάλιστα φειδωλή στο θέμα. Λίγες αποφάσεις συνέδεσαν το περιβάλλον με τις δημόσιες συμβάσεις μέχρι πρόσφατα κυρίως λόγω της επίκλησης περιβαλλοντικών αιτίων για την προσφυγή στη διαδικασία του κατεπείγοντος των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις.

Με την απόφαση C-318/94 της 28/3/1996 Επιτροπή κατά Γερμανίας κρίθηκε ότι δεν αποτελεί λόγο επίκλησης κατεπείγοντος κατά την έννοια της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ η απόρριψη σχεδίου κατά τη διαδικασία της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ[9]. Ανάλογη απόφαση ήταν και η ΔΕΚ C-107/92 της 2/8/1993 Eπιτροπή κατά Ιταλίας, και πρόσφατα η απόφασης του ΔΕΚ Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας C- 394/2002 της 2ας Ιουνίου 2005. Όμως σταδιακά οι νομικές αντιλήψεις μεταβάλλονται[10]. Ηδη η νομολογία του ΔΕΚ αποδέχεται περιβαλλοντικά κριτήρια για την εκτίμηση της πλέον συμφέρουσας προσφοράς σε δημόσιο διαγωνισμό[11]
Τούτο αναδεικνύεται τόσο στη νομοθεσία όσο και στη νομολογία.
Σήμερα το περιβάλλον αποτελεί επιτρεπτό κριτήριο ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, η εκτίμηση περιβαλλοντικών όρων είναι υποχρεωτική για την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων αλλά και η τελευταία οδηγία που αφορά στις δημόσιες συμβάσεις και πρόσφατα ενσωματώθηκαν στο εθνικό δίκαιο κάνουν ρητή αναφορά στο περιβάλλον. 
Αναφορά συγκεκριμένη για τη σχέση του περιβάλλοντος και των δημοσίων συμβάσεων τόσο των πηγών δικαίου όσο και των διαδικασιών έγινε αρχικά στο Πράσινο Βιβλίο - Οι Δημόσιες Συμβάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση της 27/11/1996 (Com (96) 583 τελικό) και τούτο για να γίνει μνεία σε Σύσταση του ΟΟΣΑ. Ακόμη όμως και αυτό αποτέλεσε μία έμμεση αναφορά, χωρίς να συνδεθούν ευθέως οι οδηγίες  για τις δημόσιες συμβάσεις με εκείνες που ρυθμίζουν την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Και η θεωρία δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι είχε μια κατασταλαγμένη θέση στο ζήτημα[12].
Στη συνέχεια το 2001 εκδόθηκε μια σημαντική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις[13]. Η ανακοίνωση ερμηνεύει την ισχύουσα νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την Εσωτερική Αγορά και των οδηγιών σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις[14]. Ως εκ τούτου, αναφέρεται τόσο στις δημόσιες συμβάσεις που καλύπτονται από τις οδηγίες της ΕΚ περί δημοσίων συμβάσεων όσο και εκείνες που δεν καλύπτονται από τις οδηγίες αυτές αλλά, εν τούτοις, υπόκεινται στους κανόνες της συνθήκης. Έτσι, επιζητεί να συνδυάσει τους αντίστοιχους στόχους προστασίας του περιβάλλοντος και τις αποτελεσματικές και δίκαιες δημόσιες συμβάσεις στην Εσωτερική Αγορά. Η ανακοίνωση εξετάζει τα διάφορα στάδια σε μια διαδικασία δημόσιας σύμβασης και εξηγεί πώς σε κάθε στάδιο, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη η προστασία του περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, όταν ορίζεται το αντικείμενο μιας σύμβασης, οι δημόσιες αναθέτουσες αρχές μπορούν, όπως και οι ιδιωτικές, να αποφασίζουν την αγορά φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων ή υπηρεσιών, που ορίζονται σύμφωνα με την περιβαλλοντική επίδοσή τους και τη διαδικασία παραγωγής τους. Παρομοίως, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ορίσει τις πρώτες ύλες και τις διαδικασίες παραγωγής που θα χρησιμοποιηθούν στη σύμβαση. Οι δημόσιες αρχές θα μπορούσαν, π.χ., να απαιτήσουν η ενέργεια που χρησιμοποιείται στα δημόσια κτίρια να παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, ή τα τρόφιμα στις σχολικές καντίνες να προέρχονται από οργανικές καλλιέργειες. Από την αρχή της διαδικασίας των δημοσίων συμβάσεων, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να κατευθύνουν τις πολιτικές τους προς προϊόντα και υπηρεσίες που προστατεύουν καλύτερα το περιβάλλον. Η Επιτροπή εξηγεί πώς οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να ορίζουν τεχνικές προδιαγραφές σχετικές με την περιβαλλοντική επίδοση ενός προϊόντος σύμφωνα με τα κριτήρια του «οικολογικού σήματος». Επίσης ορίζει υπό ποίους όρους μπορεί να χρησιμοποιηθεί η καταχώριση μιας περιβαλλοντικής διαχείρισης για την επίδειξη των πτυχών των προμηθευτών και της τεχνικής επάρκειας των αναδόχων.
Η πρόταση της Επιτροπής για 6ο Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα Δράσης (βλ. IP/01/102) προσδιόρισε τη δημόσια σύμβαση ως τομέα με σημαντικές δυνατότητες εξασφάλισης μιας οικολογικής αγοράς μέσω αναθετουσών αρχών που θα χρησιμοποιούν την περιβαλλοντική επίδοση ως ένα από τα βασικά κριτήρια των αγορών τους. Η ανακοίνωση αυτή θα βοηθήσει την υλοποίηση μιας τέτοιας δράσης προσδιορίζοντας σαφώς τις νομικές επιλογές που θα έχουν στη διάθεσή τους οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση.
Παράλληλα εφαρμόζεται το γενικό πλαίσιο των οδηγιών για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και δημοσιεύεται σειρά σχετικών εγγράφων[15]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόσφατο έγγραφο της Επιτροπής «Αγοράστε Οικολογικά - Ένα εγχειρίδιο για τις δημόσιες συμβάσεις και οικολογικά θέματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2005[16]».
Το σύνολο των πολιτικών αυτών θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης σύμφωνα με το οποίο: Οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων ιδίως προκειμένουνα προωθηθεί η αειρόφος ανάπτυξη.
Υπό τις παρούσες συνθήκες μπορεί συνεπώς κανείς να διαπιστώσει μια συνεκτική ανάπτυξη των ευρωπαϊκών πολιτικών και της νομολογίας με τρόπο που ο διάλογος για πράσινες δημόσιες συμβάσεις να μπορεί να θεωρηθεί ότι προοδεύει συνδιάζοντας δημιουργικά την ανάπτυξη και την οικολογία, τουλάχιστον σε επίπεδο επιστημονικού λόγου.

1. Η προστασία του περιβάλλοντος ως κριτήριο ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων


Ηδη από το 1996 στην Πράσινη Βίβλο η Επιτροπή είχε προτείνει να λαμβάνονται υπόψη περιβαλλοντικά κριτήρια κατά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων. Ανάλογα επαναλήφθηκε και στην ανακοίνωση 143/1998 που αφοούσε στις κατευθύνσεις και τους προβληματισμούς για το μέλλον του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων.  Εκδοτε και μέχρι το 2002 όπου με την απόφαση Concordia Bus κρίθηκε οριστικά το ζήτημα υπήρξαν πολλές συζητήσεις[17].
Στην υπόθεση της C-513/99 17ης Σεπτεμβρίου 2002, Concordia Bus Finland Oy Ab, το ΔΕΚ έκρινε ότι το άρθρο 36, παράγραφος 1, στοιχείο α´, της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, έχει την έννοια ότι οσάκις, στο πλαίσιο δημοσίας συμβάσεως με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών αστικών συγκοινωνιών με λεωφορεία, η αναθέτουσα αρχή αποφασίζει να συνάψει σύμβαση με τον διαγωνιζόμενο ο οποίος υπέβαλε την πλέον συμφέρουσα οικονομικά προσφορά, μπορεί να λαμβάνει υπόψη οικολογικά κριτήρια, όπως είναι το επίπεδο εκπομπών μονοξειδίου του αζώτου ή το επίπεδο θορύβου των λεωφορείων, εφόσον τα κριτήρια αυτά συνδέονται με το αντικείμενο της συμβάσεως, δεν παρέχουν στην εν λόγω αναθέτουσα αρχή απεριόριστη ελευθερία επιλογής, μνημονεύονται ρητώς στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού και τηρούν όλες τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, ιδίως την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Εκρινε επίσης ότι  ξ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν απαγορεύει τη συνεκτίμηση κριτηρίων συνδεομένων με την προστασία του περιβάλλοντος, όπως είναι τα επίμαχα στο πλαίσιο της κύριας δίκης, για τον λόγο και μόνον ότι η ανήκουσα στον αναθέτοντα φορέα επιχείρηση μεταφορών συγκαταλέγεται μεταξύ των ελαχίστων επιχειρήσεων που έχουν τη δυνατότητα να προτείνουν υλικό που να πληροί τα εν λόγω κριτήρια.
Με την απόφαση αυτή το ΔΕΚ ανέδειξε ως επιτρεπτό το οικολογικό  κριτήριο ως πλέον συμφέρον για την αναθέτουσα αρχή[18]. Η απόφαση αυτή θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντική καθώς εισήγαγε στην έννοια της πλέον συμφέρουσας προσφοράς την περιβαλλοντική εκτίμηση, τη στάθμιση δηλαδή της αναθέτουσας αρχής υπέρ του περιβάλλοντος ενόψει της επιλογής του αντισυμβαλλομένου της.
Η επίκληση του κριτηρίου αυτού πάντως δεν μπορεί όμως να φθάνει μέχρι του σημείου να αναιρείται ο ελεύθερος ανταγωνισμός

Με την (τις συνεκδικαζόμενες) απόφαση της 10ης Απριλίου 2003  Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας C-20/01 και C-28/01[19], κρίθηκε ότι οι αναθέτουσες αρχές μπορούν πράγματι να λαμβάνουν υπόψη κριτήρια σχετικά με τη διατήρηση του περιβάλλοντος στα διάφορα στάδια μιας διαδικασίας συνάψεως δημοσίων συμβάσεων[20] σύμφωνα και με την προαναφερθείσα νομολογία . Δεν αποκλείεται συνεπώς  κάποιος τεχνικός λόγος σχετικός με την προστασία του περιβάλλοντος να μπορεί να ληφθεί υπόψη προς εκτίμηση του αν η οικεία σύμβαση μπορεί να συναφθεί μόνο με συγκεκριμένη επιχείρηση.  Εντούτοις, η ακολουθούμενη λόγω της υπάρξεως ενός τέτοιου τεχνικού λόγου διαδικασία πρέπει να τηρεί όλες τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου και, ιδίως, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως αυτή απορρέει από τις διατάξεις της Συνθήκης περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών[21].
Ομως, ο κίνδυνος προσβολής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων είναι ιδιαίτερα έντονος όταν μια αναθέτουσα αρχή αποφασίζει να μη συνάψει μια συγκεκριμένη σύμβαση στο πλαίσιο διαδικασίας διεξαγομένης στο πλαίσιο ανταγωνισμού[22]. Σύμφωνα με την απόφαση που καταδίκασε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας:
«Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι, ελλείψει οποιουδήποτε σχετικού αποδεικτικού στοιχείου, η επιλογή της καύσεως των απορριμμάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά τεχνικό λόγο ικανό να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι η σύμβαση δεν μπορούσε να συναφθεί παρά μόνο με συγκεκριμένη επιχείρηση.
Δεύτερον, κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η εγγύτητα των εγκαταστάσεων διαθέσεως απορριμμάτων αποτελεί αναγκαίο αποτέλεσμα της αποφάσεως του δήμου του Braunschweig να προβεί σε καύση των απορριμμάτων, οπότε το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεμελιώνει έναν τεχνικό λόγο. Ειδικότερα, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η μεταφορά των απορριμμάτων σε μεγαλύτερη απόσταση συνιστούσε οπωσδήποτε κίνδυνο για το περιβάλλον ή τη δημόσια υγεία. 
Τρίτον, η εγγύτητα των εγκαταστάσεων μιας συγκεκριμένης επιχειρήσεως προς τον ως άνω δήμο δεν μπορεί να αποτελέσει, μόνη της, τεχνικό λόγο υπό την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο β´, της οδηγίας 92/50.
Επομένως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν απέδειξε ότι η επίκληση του άρθρου 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/50 ήταν εν προκειμένω δικαιολογημένη. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής στην υπόθεση C-28/01».

2. Η σχέση του κοινοτικού δικαίου ως προς τα οικολογικά κριτήρα ανάθεσης με τους κανόνες του ΠΟΕ


3. Η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων


Δεν υπάρχει κοινή αποδοχή στη θεωρία για το κατά πόσον η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί μέρος του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων. Η άποψή μας βασίζεται στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη διαδικασία απαιτείται για μια νόμιμη δημοπράτηση και μπορεί να οδηγήσει σε περίπτωση έλλειψης νομιμότητάς της σε ακύρωση διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης. Εστω και έμμεση η σχέση είναι πάντως ουσιαστική και ήδη η ρύθμιση της κοινοτικής οδηγίας 2004/17 επιτρέπει να θεμελιωθεί η αμεσότητα του συσχετισμού[24].
Ένα από τα πέντε κομβικά σημεία της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το 5ο κοινοτικό πρόγραμμα, είναι η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η οδηγία 85/337/ΕΟΚ και η μεταγενέστερη πρόσφατη τροποποίησή της με την οδηγία 97/11/ΕΕ αποτελεί την απτή απόδειξη του συνεχώς αυξανόμενου ενδιαφέροντος της ΕΕ για το ζήτημα της αειφόρου ανάπτυξης[25]. Το 1985 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα προχώρησε στη θέσπιση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27/6/1985 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων [26]δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, στοχεύοντας στην πρόληψη των περιβαλλοντικών προβλημάτων και τη δυνατότητα να προηγείται της δημιουργίας νέων έργων, η πλήρης μελέτη και στάθμιση των συνεπειών τους[27].

4. Η εξέλιξη της νομολογίας


Το ΔΕΚ είχε συγκεκριμένες ευκαιρίες να ασχοληθεί με την οδηγία αυτή σε σχέση με έργα και η νομολογία του είναι  περιορισμένη.
Με την απόφαση της 2ας Μαιου 1996, C-133/94, Επιτροπή κατά Βελγίου, ερμήνευσε το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας. Κατά το ΔΕΚ, το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεν απονέμει στα κράτη μέλη την εξουσία να εξαιρούν συνολικώς και οριστικώς μία ή περισσότερες κατηγορίες του παραρτήματος ΙΙ από τη δυνατότητα εκτιμήσεως. Με την απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας της 22ας Οκτωβρίου 1998, C-301/95, το ΔΕΚ έκρινε, στο πλαίσιο αυτό, ότι ο όρος «κατηγορία» δεν αφορά τις δώδεκα (κύριες) κατηγορίες σχεδίων του παραρτήματος, αλλά υποδιαιρέσεις όλων αυτών των κατηγοριών, καθεμιάς από τις οποίες προηγείται ένα γράμμα της αλφαβήτου. Το ΔΕΚ έκρινε, με την πιο πάνω απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, ότι ο ίδιος ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θεωρήσει ότι όλες οι κατηγορίες σχεδίων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ μπορούν ενδεχομένως, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που εμφανίζουν τα σχέδια κατά την κατάρτισή τους, να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
Το περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών περιορίζεται στη δυνατότητά τους να υποβάλλουν ορισμένα «είδη σχεδίων» σε υποχρεωτική εκτίμηση. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να καθορίζουν τα κριτήρια και/ή τα κατώτατα όρια βάσει των οποίων εξακριβώνεται ποια σχέδια πρέπει να τύχουν εκτιμήσεως.

Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώθηκε και διευκρινίστηκε με την απόφαση Kraaijeveld κ.λπ. της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-72/95 σε μια υπόθεση που αφορούσε κατασκευαστικά έργα, και συγκεκριμένα την ενίσχυση προχώματος κατά μήκος πλωτής οδού. Το ΔΕΚ θεωρεί ότι η χρήση της εξουσίας καθορισμού των προϋποθέσεων, κριτηρίων και κατώτατων ορίων δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση κατ' ιδίαν εξετάσεως κάθε σχεδίου προκειμένου να εξακριβώνεται αν το σχέδιο πληροί τα κριτήρια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας.

Το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτουν τα κράτη μέλη περιορίζεται από την προβλεπόμενη από το άρθρο 2, παράγραφος 1, υποχρέωση υποβολής των σχεδίων που μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον σε εκτίμηση των επιπτώσεων αυτών, ιδίως λόγω της φύσεώς τους, των διαστάσεών τους ή του τόπου στον οποίο πρόκειται να πραγματοποιηθούν. .τσι, ένα κράτος μέλος που καθορίζει τα κριτήρια και/ή τα κατώτατα όρια με τέτοιον τρόπο ώστε, στην πράξη, το σύνολο των σχεδίων (ορισμένης κατηγορίας) να εξαιρείται εκ προοιμίου από την υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεων υπερβαίνει το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει δυνάμει των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, εκτός εάν το σύνολο των εξαιρουμένων σχεδίων μπορεί να θεωρηθεί, βάσει συνολικής εκτιμήσεως, ότι δεν είναι ικανό να επηρεάσει σημαντικά το περιβάλλον.

Mε την απόφαση της 21ης Σπτεμβρίου 1999, C-392/96, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, το ΔΕΚ διασαφήνισε τη νομολογία του. Ενα κράτος μέλος που περιορίζεται στον καθορισμό των κριτηρίων και/ή των κατώτατων ορίων λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις διαστάσεις των σχεδίων και όχι τη φύση ή τον τόπο στον οποίο πρόκειται να πραγματοποιηθούν, υπερβαίνει το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει δυνάμει των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 2, της οδηγίας. Συγκεκριμένα, ένα σχέδιο, περιορισμένων έστω διαστάσεων, μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον όταν αφορά μια τοποθεσία όπου οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που περιγράφονται στο άρθρο 3 της οδηγίας, όπως η πανίδα και η χλωρίδα, το έδαφος, το κλίμα ή η πολιτιστική κληρονομιά, επηρεάζονται από οποιαδήποτε μεταβολή  Επιπλέον, ένα κράτος μέλος πρέπει να εξασφαλίζει ότι ο σκοπός της ρυθμίσεως δεν θα καταστρατηγηθεί με κατάτμηση των σχεδίων.

Ακόμη στην απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-435/97,WWF κ.λπ., με την οποία το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την προηγούμενη νομολογία του και εξέτασε επίσης το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της επίμαχης οδηγίας στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος υπερβαίνει το περιθώριο εκτιμήσεως που του αναγνωρίσθηκε.

5. Εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και κατεπείγον της ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων

Τα κράτη μέλη κάνουν συχνά επίκληση του κατεπείγοντος για να προβούν σε απευθείας αναθέσεις λόγω περιβαλλοντικών κριτηρίων που προκύπτουν από την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η νομολογία του ΔΕΚ εξαρτά την εφαρμογή της συγκεκριμένης παρέκκλισης από τη συνδρομή τριών σωρευτικών προϋποθέσεων, ήτοι της υπάρξεως απρόβλεπτου γεγονότος, της υπάρξεως κατεπείγουσας ανάγκης μη συμβιβαζόμενης με τις προθεσμίες που επιβάλλει η προκήρυξη διαγωνισμού και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του απρόβλεπτου γεγονότος και της εξ αυτού ανακύψασας κατεπείγουσας ανάγκης[28]
Οι προθεσμίες που επιβάλλει η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων που πρέπει να εγκρίνει το συγκεκριμένο σχέδιο ενδεχόμενη επιβολή προθεσμιών αποτελεί προβλέψιμο στοιχείο της διαδικασίας εγκρίσεως του εν λόγω σχεδίου σύμφωνα με τη νομολογία[29]
 Με την απόφαση του ΔΕΚ της 2ας Ιουνίου 2005 Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας C-394/02 κρίθηκε μάλιστα ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε ότι κατεπείγουσα ανάγκη, οφειλόμενη σε απρόβλεπτα για τη ΔΕΗ γεγονότα, δεν επέτρεπε την τήρηση των προθεσμιών που απαιτούνται σε περίπτωση προκηρύξεως διαγωνισμού[30].
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή αναγνωρίσθηκε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, λόγω της εκ μέρους της ΔΕΗ αναθέσεως της συμβάσεως για την κατασκευή συστήματος ταινιοδρόμων στον ατμοηλεκτρικό σταθμό Μεγαλόπολης με διαδικασία διαπραγμάτευσηχωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως διαγωνισμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 93/38 και, ειδικότερα, από τα άρθρα 20, παράγραφος 1, και 21 της οδηγίας αυτής.
Το σημείο αυτό της νομολογιακής επεξεργασίας καθιστά πρόδηλη τη σχέση του δικαίου της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και του δικαίου της ανάθεσης και προδικάζει την εξέλιξή της στο μέλλον δυναμικά.

6. Οι πολίτες και το κοινό για την περιβαλλοντική εκτίμηση και την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων

a. Το δικαίωμα πληροφόρησης των πολιτών


Βασικό σημείο που χαρακτηρίζει την οδηγία 85/337/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αλλά και την ερμηνευτική προσέγγισή της, είναι η κρισιμότητα της παροχής πληροφοριών και της ενημέρωσης τόσο των αρχών, όσο και των πολιτών[31]. Με βάση τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις και σε συνδυασμό με μια σειρά άλλων προβλέψεων, είναι δυνατό να μιλά κάποιος σήμερα με σαφήνεια για την κατοχύρωση ενός πλήρους δικαιώματος στην περιβαλλοντική πληροφόρηση. Το δικαίωμα αυτό καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικό λόγω της γραφειοκρατικής οργάνωσης των διοικητικών μηχανισμών, που καθιστά απρόσιτη στον ιδιώτη την κάθε είδους πληροφορία για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα. Η έλλειψη της σχετικής πληροφόρησης μάλιστα θα οδηγούσε εύλογα σε αδυναμία κάθε είδους προστασίας διοικητικής ή δικαστικής. Η δέσμευση των κρατών μελών για πληροφόρηση των πολιτών τονίζεται από το ΔΕΚ μεταξύ άλλων και με την απόφασή του της 16ης Σεπτεμβρίου 1999 C - 435/97 World Wildelife Fund (WWF) κλπ και Autonome Provinz Bozen κλπ. Είναι πολλαπλή συνεπώς η σημασία της περιβαλλοντικής πληροφόρησης. Για το σκοπό αυτό ήδη η εξειδικευμενη Οδηγία 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 7ης Ιουνίου 1990 σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος[32] ρυθμίζει ένα ευρύτερο δικαίωμα [33]. Εξάλλου με την Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1997 σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (97/C 282/04)[34] επιβλήθηκε η πρόσβαση και στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος. Εν γένει η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί ένα πλήρες δίκτυο περιβαλλοντικών πληροφοριών και αναπτύσσει προγράμματα, όπως το πρόγραμμα Πηνελόπη ( για το οποίο γίνεται αναφορά στο σχολιασμό των οδηγιών) ώστε να είναι εφικτή η ενημέρωση εκάστου. Η πληροφόρηση καθίσταται κατά συνέπεια αυτόνομο προστατευόμενο αγαθό[35] και δικαίωμα του κάθε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δικαίωμα αυτό αποτελεί κατ'ουσίαν και τη βάση της δυνατότητας επίτευξης της πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων, καθώς και της προστασίας των συμφερόντων της Επιτροπής ή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων καθώς και κάθε άλλου χρηματοδοτικού οργανισμού των "σχεδίων" που χρηματοδοτεί η Κοινότητα. Κατά τούτο το σχετικό δικαίωμα θα μπορούσε να έχει ως βάση τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 130 Ρ της Συνθήκης και 6 και 8 της ΕΣΔΑ.
Με στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης στα θέματα περιβάλλοντος τις οποίες διαθέτουν οι δημόσιες αρχές, καθώς και η ελεύθερη διάδοση των πληροφοριών αυτών αλλά και να οριστούν οι βασικοί όροι και προϋποθέσεις παροχής των πληροφοριών αυτών εκδόθηκε η Οδηγία 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 7ης Ιουνίου 1990 σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος. Η οδηγία αυτή αποτελεί εξειδικευμένη εφαρμογή της γενικής υποχρέωσης πρόσβασης στα έγγραφα[36].
Μετά την ισχύ της οδηγίας αυτής ο προβληματισμός για το δικαίωμα πληροφόρησης σε θέματα περιβάλλοντος στη θεωρία υπήρξε εκτενής και η νομολογιακή εξέλιξη εντυπωσιακή. Τόσο σε επίπεδο εθνικού όσο και σε επίπεδο κοινοτικού δικαίου το δικαίωμα πληροφόρησης σε θέματα περιβάλλοντος αποτελεί εξειδίκευση της αρχής της διαφάνειας στον ευαίσθητο τομέα του περιβάλλοντος όπου συχνά η τεχνολογία και η οικονομική ανάπτυξη επιβάλλουν μυστικότητα και απόρρητο.
Σκοπός της οδηγίας αυτής «είναι, αφενός, να εξασφαλισθεί η ελεύθερη πρόσβαση σε πληροφορίες για το περιβάλλον τις οποίες διαθέτουν οι δημόσιες αρχές, καθώς και η ελεύθερη διάδοση των πληροφοριών αυτών και, αφετέρου, να οριστούν οι βασικοί όροι και προϋποθέσεις παροχής των πληροφοριών αυτών». Το ΔΕΚ μάλιστα προσέθεσε ότι: «Επιβάλλεται η διαπίστωση, αφετέρου, ότι ο σκοπός της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στο να διασφαλίζεται η ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφόρηση σχετικά με το περιβάλλον και να αποφεύγεται οποιοσδήποτε περιορισμός σ' αυτήν την ελευθερία προσβάσεως, έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείεται κάθε ερμηνεία δυναμένη να έχει ως συνέπεια την αποθάρρυνση των επιδιωκόντων να λάβουν πληροφορίες με την υποβολή σχετικής αιτήσεως»[37].

b. Η συμμετοχή του κοινού


Η Οδηγία 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 2003 σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου έρχεται με τη σειρά της να οριοθετήσει την κοινωνική ευθύνη σύμφωνα και με τη σύμβαση του Ααρχους[38] για έργα που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και να τροποποιήσει την οδηγία 85/337/ΕΟΚ θέτοντας ένα σημαντικό πρόσθετο κριτήριο.
Ενόψει αυτού αποδέχεται ότι η κοινοτική νομοθεσία στον τομέα του περιβάλλοντος στοχεύει να συμβάλει στη διατήρηση, την προστασία και τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος και στην προστασία της υγείας του ανθρώπου ενώ  περιλαμβάνει διατάξεις που εξουσιοδοτούν τις δημόσιες αρχές και άλλους φορείς να λαμβάνουν αποφάσεις οι οποίες μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, καθώς και στην προσωπική υγεία και ευημερία. Ετσι φρονεί ότι αρμόζει το κοινό στην ΜΚΟ, και τις ενώσεις προσώπων  να συμμετέχει ενεργά στη λήψη αποφάσεων.

7. Η στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση


Η Οδηγία 2001/42/EK για την αξιολόγηση των επιδράσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων στο περιβάλλον(ΣΠΕ) υιοθετήθηκε τον Ιούλιο του 2001[39] εισάγοντας την έννοια της στρατηγικής περβαλλοντικής εκτίμησης[40][41]. Η οδηγία για την ΣΠΕ εκδόθηκε το 2001 και συμπληρώνει την κοινοτική οδηγία του 1985 για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ενώ η παλαιότερη οδηγία αφορά την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σχεδίων έργων, η τελευταία επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι γίνεται εκ των προτέρων εκτίμηση και των περισσότερο στρατηγικών αποφάσεων για σχέδια και προγράμματα. Η οδηγία καλύπτει τη χρήση γης καθώς και τομεακά σχέδια και προγράμματα, όπως αυτά που αφορούν τις μεταφορές[42].
Σκοπός της Οδηγίας είναι ‘να παρέχει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και να συμβάλει στην ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών εκτιμήσεων στην προετοιμασία και υιοθέτηση των σχεδίων και των προγραμμάτων με σκοπό την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης’. Αυτό γίνεται μέσω της απαίτησης από τα κράτη μέλη να προσδιορίσουν και να αξιολογήσουν τις σημαντικές πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των προγραμμάτων κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας και προτού υιοθετηθούν.
Με την οδηγία αυτή που αποτελεί τη συνέχεια της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ καθιερώνεται η υποχρέωση των κρατών μελών να εκτιμούν τις επιπτώσεις στο περιβάλλον από σχέδια και προγράμματα που αποτελούν το «πλαίσιο» πραγματοποίησης επιμέρους έργων και δραστηριοτήτων.
Πριν τη σύνταξη της έκθεσης, οι περιβαλλοντικές αρχές πρέπει να ερωτηθούν για να καθορίσουν το φάσμα και το επίπεδο λεπτομέρειας των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην έκθεση. Όσον αφορά στα προγράμματα των Διαρθρωτικών Ταμείων Συνοχής, το παραπάνω είναι ευθύνη εκείνων που συντάσσουν το πρόγραμμα. Εάν αποφασιστεί να αναληφθούν μερικές ή το σύνολο της εργασίας της περιβαλλοντικής εκτίμησης από την εκ των προτέρων αξιολόγηση, οι προδιαγραφές της εκ των προτέρων αξιολόγησης θα πρέπει να αναπτυχθούν ώστε αν ενσωματώνουν αυτές τις λεπτομέρειες.
Το περιεχόμενο της έκθεσης περιγράφεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας. Για τα κράτη μέλη μπορεί να είναι χρήσιμο το να συντάξουν περιβαλλοντική έκθεση και το επιχειρησιακό πρόγραμμα προγραμμάτων παράλληλα. Αυτό θα οδηγήσει στην αποφυγή καθυστερήσεων  και θα βοηθήσει να παραχθεί ένα καλύτερο σχέδιο ή πρόγραμμα στο οποίο η περιβαλλοντική διάσταση  είναι καλύτερα ενσωματωμένη. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι περιβαλλοντικές εκθέσεις είναι ικανοποιητικής ποιότητας για να καλύπτουν τις απαιτήσεις της οδηγίας (άρθρο 12 παράγραφος (2)).
Με την οδηγία αυτή συγκροτείται το σώμα των διατάξεων που διέπουν την περιβαλλοντική εκτίμηση των έργων η οποία πρέπει να προηγείται των διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, διαδικασία η οποία ελεγχεται πλήρως ως προς την εφαρμογή της τόσο από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων κατά το δανεισμό των κρατών μελών όσο και από τα δικαστήρια.

8. Η υποχρέωση τήρησης των επιμέρους περιβαλλοντικών κανόνων του κοινοτικού δικαίου κατά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων


Η προκήρυξη και εκτέλεση σχεδίων οφείλει πάντως να είναι σύμφωνη και με το γενικό πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος. Ειδικότερα με την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006 C-239/04 Επιτροπή κατά Πορτογαλικής Δημοκρατίας κρίθηκε ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, υλοποιώντας σχέδιο αυτοκινητοδρόμου η χάραξη του οποίου διέρχεται από τη ζώνη ειδικής προστασίας Castro Verde, παρά τα αρνητικά πορίσματα της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και χωρίς να έχει αποδείξει την απουσία εναλλακτικών λύσεων πέραν της εν λόγω χαράξεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/62/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1997[43].

Εξάλλου με την απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006C-209/04, Επιτροπή κατά δημοκρατίας της Αυστρίας κρίθηκε ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, παραλείποντας να περιλάβει στη ζώνη ειδικής προστασίας του εθνικού φυσικού πάρκου του Lauteracher Ried τους τόπους Soren και Gleggen-Köblern, οι οποίοι βάσει επιστημονικών κριτηρίων καταλέγονται, μαζί με την εν λόγω ζώνη ειδικής προστασίας, στα καταλληλότερα από απόψεως αριθμού και επιφάνειας εδάφη κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ L 103, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 97/49/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1997, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Ενώ με την απόφαση C‑186/06,της 18ης Δεκεμβρίου 2007 Επιροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας κρίθηκε ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, εγκρίνοντας σχέδιο αρδεύσεως της αρδεύσιμης ζώνης του καναλιού Segarra-Garrigues, στην επαρχία Lérida (Καταλονία), παρέβη την υποχρέωση που υπείχε από το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των άγριων πτηνών, ήτοι να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προς αποτροπή των απαγορευόμενων διαταράξεων στις επηρεαζόμενες από το σχέδιο αυτό ζώνες οι οποίες θα έπρεπε να έχουν χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ.
Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν επιμέρους μόνον παραδείγματα όπου η εφαρμογή κανόνων του κοινοτικού δικαίου για την εκτέλεση έργων συνδέεται άμεσα με περιβαλλοντικά κριτήρια.

9. Οι Οικολογικές Δημόσιες Συμβάσεις

Οικολογικές ή Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις  σημαίνει τη συμπερίληψη περιβαλλοντικών παραμέτρων κατά τη σύναψη (δημοσίων) συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών και έργων από τις αναθέτουσες αρχές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των νόμων περί του συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η συνεχής πρόοδος στην περιβαλλοντική επίδοση, μειώνοντας τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και διατηρώντας την οικονομική βιωσιμότητα.
Τον Οκτώβριο του 2005, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε συνεργασία με τη Βρετανική Προεδρία, οργάνωσε ένα συνέδριο στο Λονδίνο, προκειμένου να αξιολογηθεί η πρόοδος των Κρατών Μελών στην εφαρμογή της πολιτικής της ΕΕ για την αγορά οικολογικών αγαθών και υπηρεσιών.
Στα πλαίσια των οικολογικών δημόσιων συμβάσεωn, οι δημόσιες αρχές όλων των επιπέδων στην Ευρώπη προβλέπεται να δίνουν μεγαλύτερη προτεραιότητα σε περιβαλλοντικά κριτήρια όταν λαμβάνουν αγοραστικές αποφάσεις. Ένα πακέτο κανόνων της ΕΕ για τις συμβάσεις, που υιοθετήθηκε το 2004, διευκρινίζει ότι οι δημόσιες αρχές μπορούν να συνυπολογίζουν μια σειρά από οικολογικούς παράγοντες όταν αγοράζουν αγαθά και υπηρεσίες ή κατακυρώνουν συμβάσεις.
 
Ωστόσο, μια έρευνα που παρουσιάστηκε στο συνέδριο του Λονδίνου αποκάλυψε ότι η ΕΕ έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της πριν να γίνουν πάγια πρακτική οι οικολογικές συμβάσεις. Ως τώρα, μόνο επτά χώρες – η Αυστρία, η Δανία, η Φιλανδία, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο – έχουν εφαρμόσει τους νέους κανόνες περί δημόσιων συμβάσεων, οι οποίοι σαφώς επιτρέπουν τη χρήση περιβαλλοντικών κριτηρίων σε σημαντικό βαθμό. Ερευνητές ανέλυσαν περισσότερες από 1000 διακηρύξεις που δημοσιεύτηκαν τον τελευταίο χρόνο στα 25 Κράτη Μέλη, και ανακάλυψαν ότι αυτή η ομάδα των «Green-7» λάμβανε υπόψη τα περιβαλλοντικά θέματα στο 40-70% των διακηρύξεων. Στις υπόλοιπες 18 χώρες, το ποσοστό ήταν μικρότερο από 30%.

Το ερευνητικό κονσόρτιουμ έστειλε 860 ερωτηματολόγια, προκειμένου να εντοπίσει τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την αγορά διαφορετικών ομάδων προϊόντων. Το συμπέρασμα ήταν ότι η ευαισθητοποίηση για τις Οικολογικές Δημόσιες Συμβάσεις είναι μεγάλη, στο 67% των ερωτηθέντων, αλλά ότι μόνο το 37% τις εφαρμόζει. Η έλλειψη κατάρτισης είναι ένα από τα εμπόδια, καθώς το 25΄% δε γνωρίζει πώς να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που διαθέτει.


Άλλα εμπόδια στις Οικολογικές Δημόσιες Συμβάσεις ήταν η διαδεδομένη αντίληψη ότι τα οικολογικά προϊόντα είναι ακριβότερα – ακόμη και αν αυτό ίσως δεν ισχύει – και η έλλειψη διαχειριστικής υποστήριξης. Από την άλλη, κάποιοι από τους θετικούς παράγοντες που επηρεάζουν τους «Green-7» είναι η ουσιατική πολιτική υποστήριξη, οι πηγές πληροφοριών όπως ιστοσελίδες, και μια προσέγγιση ‘κύκλου ζωής’ στα προϊόντα, η οποία συνυπολογίζει τη συντήρηση και τη διάθεση εκτός από το κόστος αγοράς. Ορισμένες διακηρύξεις καλούσαν επίσης τους υποψήφιους να υποβάλλουν εναλλακτικές προσφορές, με συμβατικά και οικολογικά κριτήρια, οι οποίες να τονίζουν τα πλεονεκτήματα κόστους των οικολογικών επιλογών.

Η μελέτη εντόπισε αρκετούς χώρους όπου μπορούν ευκολότερα να εφαρμοστούν οικολογικά κριτήρια, όπως η αποχέτευση, η υγιεινή και η ανακύκλωση, τα έπιπλα, ο εξοπλισμός γραφείου και εκτύπωσης, η εστίαση και τα τρόφιμα, οι μεταφορές και οι κατασκευές.

Οι οικολογικές αγορές βοηθούν στην υποστήριξη των εταιριών που ενδιαφέρονται για το περιβάλλον, και στην προώθηση της οικολογικής καινοτομίας. Αυτά με τη σειρά τους συμβάλλουν στην αειφόρο ανάπτυξη. Εξάλλου, ενισχύοντας τη ζήτηση για προϊόντα και τεχνολογίες που κάνουν βέλτιστη χρήση της ενέργειας και των πόρων, μειώνοντας ταυτόχρονα τα απόβλητα, η πολιτική συμβάλλει επίσης στην εξοικονόμηση χρημάτων για τους Ευρωπαίους φορολογούμενους. Κάθε χρόνο, οι δημόσιες αρχές στα Κράτη Μέλη δαπανούν περίπου €1.500 δισεκατομμύρια – ή το 16% του ΑΕΠ της ΕΕ – σε αγαθά, υπηρεσίες και έργα.

«Η ενίσχυση της ζήτησης θα οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές, και συνεπώς θα βοηθήσει τις οικολογικές καινοτομίες να ανταγωνιστούν τα συμβατικά προϊόντα και τις διαδικασίες», εξηγεί ο Timo Mäkelä, Διευθυντής Αειφόρου Ανάπτυξης στη ΓΔ Περιβάλλοντος της Επιτροπής. «Αυτό με τη σειρά του θα δώσει στις ευρωπαϊκές εταιρίες ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην παγκόσμια αγορά οικολογικών τεχνολογιών.»

Για να έχουν πραγματικό αντίκτυπο, οι οικολογικές αγορές δε θα πρέπει να περιοριστούν στο δημόσιο τομέα, αλλά να επεκταθούν στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και οργανισμούς. Το Αγοράστε οικολογικά! (Buying green!), το εγχειρίδιο της Επιτροπής σχετικά με τις περιβαλλοντικές συμβάσεις που δημοσιεύτηκε το 2004, έχει μεταφραστεί σε όλες τις γλώσσες της ΕΕ και διατίθεται στο Διαδίκτυο.

Υπάρχουν επίσης σχέδια για την επέκταση της ιστοσελίδας των Οικολογικών Δημοσίων Συμβάσεων, με μια Ευρωπαϊκή βάση δεδομένων με οικολογικές αγοραστικές στρατηγικές, που θα βοηθά τους αγοραστές να αναγνωρίζουν τις καινοτόμες τεχνολογίες. Επίσης, η Επιτροπή θα ενθαρρύνει τις οργανώσεις να περιλαμβάνουν πρακτικές αξιολόγησης περιβαλλοντικού κόστους και συμβάσεων στα προγράμματα κατάρτισής τους. Η τελική ερευνητική έκθεση θα παρουσιαστεί σε ένα συνέδριο στο Graz της Αυστρίας τον Απρίλιο του 2006.

10. «Αγοράστε Οικολογικά - Ένα εγχειρίδιο για τις δημόσιες συμβάσεις και οικολογικά θέματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2005»


Σε συνέχεια της ερμηνευτικής ανακοίνωσης του 2001[44], η Επιτροπή εξέδωσε ένα πρακτικό εγχειρίδιο σχετικά με τις οικολογικές δημόσιες συμβάσεις. Το εγχειρίδιο αυτό απευθύνεται κυρίως στις τοπικές αρχές και θα περιέχει παραδείγματα βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά τις οικολογικές δημόσιες συμβάσεις σε ολόκληρη της ΕΕ, καθώς και πρακτική καθοδήγηση για το πώς μπορεί να ενσωματωθεί το περιβάλλον στις καθημερινές αγορές χωρίς να παραβαίνονται οι κανόνες της Εσωτερικής Αγοράς[45].
Το συγκεκριμένο εγχειρίδιο απευθύνεται πρωτίστως στους δημόσιους φορείς, οι οποίοι ως μεγάλοι καταναλωτές στην Ευρώπη μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην αειφόρο ανάπτυξη. Παράλληλα όμως στοχεύει και στη σχετική ενημέρωση των ιδιωτών. Το σύνολο των δημοσίων φορέων στα κράτη μέλη καλούνται να εισαγάγουν γενικές απαιτήσεις για την ενεργειακή απόδοση ή τη δυνατότητα ανακύκλωσης.

Οι δημόσιες συμβάσεις εν γένει βασίζονται στη σχέση προσφοράς και ζήτησης, με έμφαση στην καλύτερη αξιοποίηση των χρημάτων και στην αμερόληπτη δράση, δηλαδή την αξιολόγηση των ανταγωνιστών με σεβασμό στις αρχές της ισότιμης μεταχείρισης και της διαφάνειας. Στο πλαίσιο αυτό όπως προαναφέραμε δεν αποκλείεται να λαμβάνονται υπόψη και περιβαλλοντικές παράμετροι, ιδίως κατά την εξέταση της τεχνικής καταλληλότητας των διαγωνιζόμενων.

Η επιλογή του «αντικειμένου» της σύμβασης τελεί υπό ορισμένες εγγυήσεις. Χρήσιμη είναι πάντως,  όπως αναφέρεται στο εγχειρίδιο η επιλογή οικολογικού τίτλου για τη σύμβαση και η ανάλυση της αγοράς για την ανίχνευση των περιβαλλοντικά φιλικών εναλλακτικών λύσεων. Η υποχρέωση σύνταξης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) για ορισμένες κατηγορίες έργων επισημαίνεται ρητά.

Το εγχειρίδιο σημειώνει ότι οι οδηγίες 2004/17/ΕΚ (άρθρο 35) και 2004/18/ΕΚ (άρθρο 23) επιτρέπουν ρητά στις αναθέτουσες αρχές να επιλέγουν μεταξύ προδιαγραφών που βασίζονται σε τεχνικά πρότυπα ή σε απαιτήσεις που βασίζονται στην απόδοση.

Αν προδιαγραφές που καλύπτουν περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά προϊόντων ή υπηρεσιών  χρησιμοποιούνται σε δημόσιες συμβάσεις, οι εταιρίες πρέπει να παρέχουν αποδείξεις είτε ότι μπορούν να συμμορφωθούν με τα πρότυπα αυτά. Σε περίπτωση που δεν ακολουθούν τις ίδιες μεθόδους, ότι πληρούν τα οριζόμενα επίπεδα απόδοσης. Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να απορρίπτονται οι προσφορές τους. Ενίοτε είναι πάντως δυνατός ο ορισμός υψηλότερου επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας υπό τον όρο της μη διάκρισης.

Ως προς τα οικολογικά σήματα, που βασίζονται σε ανάλυση όλου του κύκλου ζωής του προϊόντος, οι οδηγίες 2004/17/ΕΚ (άρθρο 35) και 2004/18/ΕΚ (άρθρο 23) επιτρέπουν ρητά τη χρησιμοποίηση των βασικών προδιαγραφών τους. Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που φέρουν οικολογικό σήμα θεωρείται ότι πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές. Ωστόσο δεν επιτρέπεται να τεθούν απαιτήσεις για εταιρίες ώστε να κατέχουν ή να συμμορφώνονται (πλήρως) με κάποιο οικολογικό σήμα, ενώ θα πρέπει να δίνονται και άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να ζητήσουν την κατασκευή ενός προϊόντος από ένα συγκεκριμένο υλικό, τηρουμένων των διατάξεων της Συνθήκης (μη διακριτική μεταχείριση, ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και υπηρεσιών). Ομοίως, μπορούν να συμπεριλάβουν απαιτήσεις για τις μεθόδους παραγωγής στις προδιαγραφές για οικολογικές συμβάσεις (π.χ. ΑΠΕ, τρόφιμα από βιολογική καλλιέργεια).

Ως προς τα στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε αποκλεισμό διαγωνιζόμενου, δύο είναι τα στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά εταιριών εις βάρος του περιβάλλοντος. Οι περιπτώσεις, όπου ο οικονομικός φορέας έχει καταδικασθεί τελεσίδικα με απόφαση που επηρεάζει την επαγγελματική του δεοντολογία ή έχει αποδειχθεί ένοχος για σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα.

Σχετικά με τα κριτήρια επιλογής, μεταξύ άλλων, σημαντικό ρόλο δύναται να παίζει η περιβαλλοντική τεχνική ικανότητα (π.χ. ελαχιστοποίηση αποβλήτων, αποφυγή διαρροής ουσιών που μολύνουν, μείωση του κόστους καυσίμων κ.ά.). Πρακτικά, αυτή αφορά ερωτήματα, όπως το αν η υποψήφια εταιρία απασχολεί ή έχει πρόσβαση σε τεχνικούς με την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία για να χειρισθούν τα περιβαλλοντικά ζητήματα της σύμβασης, αν κατέχει ή έχει πρόσβαση στον απαραίτητο τεχνικό εξοπλισμό για την προστασία του περιβάλλοντος ή αν διαθέτει τα σχετικά ερευνητικά και τεχνικά μέσα που διατίθενται για την κάλυψη των περιβαλλοντικών πτυχών. Χρήσιμο εν προκειμένω εργαλείο για την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών κριτηρίων είναι ο φάκελος με τις υλοποιηθείσες συμβάσεις που καταδεικνύουν την προηγούμενη εμπειρία των συμμετεχουσών εταιριών.

Για την αξιολόγηση της ποιότητας των προσφορών είναι δυνατή η χρήση προκαθορισμένων κριτηρίων ανάθεσης, που έχουν δημοσιευθεί εκ των προτέρων. Βάσει των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων υπάρχουν δύο επιλογές για τις αναθέτουσες αρχές. Έχουν τη δυνατότητα είτε να συγκρίνουν προσφορές βάσει μόνο της χαμηλότερης τιμής είτε να επιλέξουν την ανάθεση στην «πλέον συμφέρουσα οικονομικά» προσφορά. Η δεύτερη αυτή επιλογή υποδηλώνει ότι και άλλα κριτήρια ανάθεσης θα ληφθούν υπόψη, συμπεριλαμβανομένων και περιβαλλοντικών. Οπωσδήποτε πάντως θα πρέπει να πληρούνται τέσσερις προϋποθέσεις: α) τα κριτήρια ανάθεσης πρέπει να συνδέονται με το αντικείμενο της σύμβασης· β) τα κριτήρια ανάθεσης πρέπει να είναι συγκεκριμένα και να ποσοτικοποιούνται αντικειμενικά· γ) τα κριτήρια ανάθεσης πρέπει να έχουν κοινοποιηθεί προηγουμένως· δ) τα κριτήρια ανάθεσης πρέπει να σέβονται το κοινοτικό δίκαιο[46].

Σε ό,τι αφορά στην προσφερόμενη τιμή, χρήσιμος είναι ο «υπολογισμός κόστους καθ’ όλο τον κύκλο ζωής», στον οποίο, πέρα από την τιμή αγοράς, συμπεριλαμβάνονται όλες οι δαπάνες που θα προκύψουν κατά τη διάρκεια ζωής του προϊόντος ή υπηρεσίας.

Εκτιμάται επίσης  ότι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να συμπεριληφθούν στους όρους εκτέλεσης των συμβάσεων, εφόσον έχουν δημοσιευθεί και είναι σύμφωνοι με το κοινοτικό δίκαιο (π.χ. μεταφορά προϊόντων και εργαλείων στο χώρο δραστηριοτήτων, παράδοση αγαθών εκτός ωρών κυκλοφοριακής αιχμής, ανακύκλωση συσκευασιών κ.ά.). Πάντως, οι όροι των συμβάσεων δεν πρέπει να παίζουν ρόλο στον καθορισμό του υποψηφίου που θα αναλάβει τη σύμβαση, γεγονός που σημαίνει ότι οποιοσδήποτε υποψήφιος πρέπει, καταρχήν, να μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτούς. Δεν πρέπει να αποτελούν καλυμμένες τεχνικές προδιαγραφές, κριτήρια επιλογής ή ανάθεσης.

Μπορεί συνεπώς κανείς να διαπιστώσει τη σταδιακή συστηματική ρύθμιση των ζητημάτων προστασίας περιβάλλοντος και να τη θεωρήσει ως συνεκτικό μέρος του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων.

Επίμετρο

Η πρόσφατη ενσωμάτωση της οδηγίας 2004/18  στο εθνικό δίκαιο η οποία θα προάγει κατά το σκοπό της τον ανταγωνισμό για την προώθηση της ανάπτυξης  ανοίγει μια καινούργια μικρή έστω οδό πρόσβασης στο δίκαιο του περιβάλλοντος. Είναι αμφίβολο σε ποιο βαθμό θα προβάλει τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Είναι όμως γεγονός ότι τουλάχιστον στα κείμενα έχει συντελεσθεί κατά κάποιο τρόπο μέσω της κοινοτικής πολιτικής  η προσδοκία πολλών θεωρητικών. Είναι προφανές ότι η όψη αυτή του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων διαφοροποιεί αισθητά τις προσδοκίες της διεθνούς αγοράς ενόψει της οποίας αναπτύχθηκε αυτός ο τομέας των κανόνων και ο οποίος αφορούσε στο άνοιγμα των αγορών χωρίς ιδιαίτερες περιβαλλοντικές ευαισθησίες, όπως θα διαπίστωνε κανείς από τους κανόνες του ΠΟΕ. Εδώ όμως έγκειται και η διαφορά του κοινοτικού δικαίου το οποίο ως συνεκτικό σύστημα κανόνων επιθυμεί να ρυθμίσει το πλαίσιο της ευρωπαϊκής αγοράς σύμφωνα με τις αξίες που αυτή δημιούργησε.
Η αειφόρος διαδικασία ανάθεσης είναι πλέον γεγονός στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο[47]. Τα κείμενα είναι πάντα μια καλή αρχή.


[2] Βλ. για το θέμα αυτό και Κουτούπα Ρεγκάκου Ε., Οι νέες κοινοτικές οδηγίες- περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια ανάθεσης, ΔηΣΚΕ 3/2005, σ. 288 επ.

[3] Γιαννακόπουλου Κ., Η αδιαφάνεια που απαιτεί ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός στο κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, Βιβλιοθήκη Νομικής Θεωρίας και Πράξεως 36, Αντ. Ν. Σάκκουλας 2003,  όπου και βιβλιογραφία, Σκουρή Π. Τροβά Ε., Το Κοινοτικό Δίκαιο των Συμβάσεων Παραχώρησης και των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα Ι. Κείμενα εργασίας Ελληνικά Γράμματα, 2005, Συνοδινού Χ., Δημόσιες Συμβάσεις και Κοινοτικό Δίκαιο, Δ 1999, Τροβά Ε.,  Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων και το δίκαιο της απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου, Αντ. Σάκκουλας, 2000, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Γιαννακόπουλου Κ., Η προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού κατά την εκτέλεση των διοικητικών συμβάσεων, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2006.

[5] Δελή Γ., Κοινοτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος, Οι διαστάσεις της προστασίας του περιβάλλοντος στην κοινοτική έννομη τάξη, Αντ. Σάκκουλας 1998, Καράκωστα Γ.- Σιούτη Γλ. (επ), Εισαγωγή στο κοινοτικό δίκαιο περιβάλλοντος, Αντ. Σάκκουλας 1993.


[7] Σήμερα η οδηγία 2004/18 ειδικά αναφέρει στο προϊμιό της ότι:
Σύμφωνα με το άρθρο 6 της συνθήκης, οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να εντάσσονται στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 αυτής, ιδίως προκειμένου να προωθείται η αειφόρος ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία διευκρινίζει με ποιο τρόπο οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος και στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, ενώ ταυτόχρονα εγγυάται στις αρχές αυτές τη δυνατότητα να επιτυγχάνουν, για τις συμβάσεις τους, την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής.

[8] Από την ελληνική θεωρία βλ. εξαιρετικά Γέροντα Α., Δίκαιο Δημοσίων Έργων, Η διοικητική σύμβαση δημοσίου έργου, Αντ. Σάκκουλας 2000, Τροβά Ε.,  Το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων και το δίκαιο της απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου, Αντ. Σάκκουλας, 2000,  Σκουρή Π., Ανάπτυξη των περιφερειών και ανατροπή των συνόρων, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα Θεσσαλονίκη 2004.

[9] Η απόφαση αυτή ενδιαφέρει διότι αποτελεί μια από τις ελάχιστες που αναφέρονται στην σύνδεση του καθεστώτος των οδηγιών αυτών και μάλιστα ρητά αναφέρει ότι η υπηρεσία έπρεπε να ξέρει σαφώς ότι θα ήταν δυνατό να προβληθούν αντιρρήσεις για λόγους οικολογικούς στην κατασκευή του έργου. Σχετικά βλ. και τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Elmer. Η απόφαση αυτή έμελε να βρεί συνέχεια πρόσφατα με αφορμή μια υπόθεση που αφορούσε στην Ελλάδα.
[10] Ενδιαφέρον παρουσιάζει η έλλειψη νομολογιακής περιπτωσιολογίας. Οι μοναδικές περιπτώσεις αποφάσεων που αφορούν δημόσιες συμβάσεις και που κάνουν αναφορά στην οδηγία για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι για να καταλήξουν σε επίκληση των διατάξεων του κατεπείγοντος. Ειδικότερα με την απόφαση C-318/94 της 28/3/1996 Επιτροπή κατά Γερμανίας κρίθηκε ότι δεν αποτελεί λόγο επίκλησης κατεπείγοντος κατά την έννοια της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ η απόρριψη σχεδίου κατά τη διαδικασία της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ. Η απόφαση αυτή ενδιαφέρει διότι αποτελεί μια από τις ελάχιστες που αναφέρονται στην σύνδεση του καθεστώτος των οδηγιών αυτών και μάλιστα ρητά αναφέρει ότι η υπηρεσία έπρεπε να ξέρει σαφώς ότι θα ήταν δυνατό να προβληθούν αντιρρήσεις για λόγους οικολογικούς στην κατασκευή του έργου. Σχετικά βλ. και τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Elmer. Ανάλογη απόφαση είναι και η απόφαση του ΔΕΚ C-107/92 της 2/8/1993 Eπιτροπή κατά Ιταλίας (βλ. υποσημείωση αρ.20).

[11] Απόφαση το ΔΕΚ Concordia bus C- 513/99 της  17.9.2002.

[12] ………………

[13] Ερμηνευτική Ανακοίνωσητης Επιτροπής όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και τις δυνατότητες ενσωμάτωσης περιβαλλοντικών παραγόντων στις δημόσιες συμβάσεις (EEC 333/28.11.2001 σ. 13)

[14] Σκουρή Β. (επ.): Ερμηνεία Συνθηκών, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 2003.

[15] Γενικά για το θέμα βλ. Καράκωστα Ι., Περιβάλλον και Δίκαιο, 2η έκδ., 2006. Ρέμελη Κ, Η προστασία του περιβάλλοντος από τις βιομηχανικές και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις, 1989, Κουτούπα-Ρεγκάκου Ε., Η διοικητική διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, Αθήνα 1995, Τάχος Α., Δίκαιο προστασίας περιβάλλοντος, Θεσσαλονίκη, 1998, Χαϊνταρλή Μ., Το νομικό καθεστώς των οχλουσών εγκαταστάσεων. Όψεις του Δικαίου του περιβάλλοντος, Αθήνα-Κομοτηνή 1999, Παπαπετρόπουλου Α.,, Οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων στην ευρωπαϊκή και την ελληνική έννομη τάξη, Αθήνα 2003, Σιούτη Γλ., Εγχειρίδιο δικαίου περιβάλλοντος, Αθήνα, 2003, Μέλισσα Δ., Νομολογιακές και νομοθετικές εξελίξεις στο δίκαιο του περιβάλλοντος. Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 2 του ν. 3010/2002, Αρμενόπουλος, τ. 12 2004, σ. 1653-1660, Κουτούπα-Ρεγκάκου Ε., Δίκαιο του Περιβάλλοντος, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005.
[16] Λουξεμβούργο, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 2005- 39σ.- 21Χ 29.7 cm.

[17] Βλ. αναλυτικά για το θέμα Making the Market Work for the Environment: Acceptance of (Some) ‘Green’ Contract...J Environmental Law.2003; 15: 175-201 1. Απόφαση της 17.9.2002 (Concordia Bus Finland Oy Ab και Helsingin kaupunki, HKL-Bussiliikenne, C-513/99), Παρατηρήσεις Ε. Αδαμαντίδου δημόσιες συμβάσεις στον τομέα των μεταφορών - οδηγίες 92/50/ΕΟΚ και 92/38/ΕΟΚ - προστασία περιβάλλοντος, ΕΕΕΔ 2003/2, σ. 411 επ,  Γιαννακόπουλο Κ., Η προστασία του περιβάλλοντος ως κριτήριο ανάθεσης των συμβάσεων δημοσίων έργων, ΠερΔικ 1/2003, σ. 36 επ. όπου και βιβλιογραφία, Κουτούπα Ρεγκάκου Ε., Οι νέες κοινοτικές οδηγίες – περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια ανάθεσης, ΔηΣΚΕ 3/2005, σ. 288 επ όπου και βιβλιογραφία, Αδαμαντίδου Ε., Νομολογιακές Εξελίξεις στις κοινοτικές δημόσιες συμβάσεις, ΝοΒ 50, σ. 920 επ,

[18] Βλ. Αδαμαντίδου Ε., Νομολογιακές Εξελίξεις στις κοινοτικές δημόσιες συμβάσεις, ΝοΒ 50, σ. 920 επ, Κουτούπα Ρεγάκου Ε., Δίκαιο του Περιβάλλοντος, Σάκκουλας 2005, σ. 86 επ., Πρεβεδούρου Ε., Σχόλιο σε ΠερΔικ 1/2003, σ. 203 επ.
[19] Η Γερμανική Κυβέρνηση δικαιολόγησε την παράλειψή της να προβεί σε πρόσκληση προς υποβολή προσφορών με τον ισχυρισμό ότι, ενόψει των περιστάσεων της υποθέσεως, η σύμβαση για τη διάθεση των απορριμμάτων δεν μπορούσε να συναφθεί παρά μόνο με την BKB, η οποία ήταν ήδη εγκατεστημένη στο Braunschweig. Ο δήμος του Braunschweig είχε επιλέξει την επιτόπια διάθεση των απορριμμάτων, η οποία καθιστούσε δυνατή την αποφυγή της μεταφοράς τους σε μεγάλη απόσταση. Επομένως, η εγγύτητα των εγκαταστάσεων διαθέσεως απορριμμάτων αποτελούσε ουσιώδη απαίτηση για την εκτέλεση του έργου που αποτελούσε το αντικείμενο της συμβάσεως. Το κριτήριο της γεωγραφικής εγγύτητας των εγκαταστάσεων διαθέσεως και οι μειωμένες αποστάσεις μεταφοράς των απορριμμάτων είναι επιπλέον σύμφωνες, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, με την αρχή της επανορθώσεως, κατά προτεραιότητα στην πηγή, των καταστροφών του περιβάλλοντος. Η αρχή αυτή περιλαμβάνεται στο άρθρο 174, παράγραφος 2, ΕΚ (πρώην άρθρο 130 Ρ, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ), έχει δε διευκρινιστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Ενόψει των εγκαταστάσεων που διαθέτει, η BKB ήταν η μόνη επιχείρηση η οποία ήταν σε θέση να προβεί στη διάθεση των απορριμμάτων με καύση τους, όπως ήταν επιθυμητό. Καμία άλλη επιχείρηση δεν διέθετε την περίοδο της συνάψεως της συμβάσεως την απαραίτητη υποδομή για τη διάθεση απορριμμάτων στην περιοχή του Braunschweig, τούτο δε αποδείχθηκε με έρευνα αγοράς την οποία πραγματοποίησε ο δήμος του Braunschweig. Αν έπρεπε να κατασκευαστούν νέες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, δεν θα ήταν δυνατή η τήρηση των προθεσμιών που είχαν καθοριστεί για την πλήρη διάθεση των απορριμμάτων.
[20] βλ. όσον αφορά τη χρησιμοποίηση τέτοιων κριτηρίων ως αποφασιστικών κριτηρίων για τη σύναψη συμβάσεων σχετικά με τη διαχείριση συγκοινωνιακών γραμμών αστικών λεωφορείων, την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-513/99, Concordia Bus Finland, Συλλογή 2002, σ. I-7213, σκέψη 57.

[21] βλ., κατ' αναλογία, την προπαρατεθείσα απόφαση Concordia Bus Finland, σκέψη 63.

[22] Ειδικά ο Γενικός Εισαγγελέας L. A. Geelhoed τόνισε με τις Προτάσεις του της 28ης Νοεμβρίου 2002 ότι «Με την απόφαση Concordia Bus Finland το Δικαστήριο δέχθηκε πρόσφατα ότι τα κριτήρια περί διατηρήσεως του περιβάλλοντος περιλαμβάνονται επίσης μεταξύ των κριτηρίων συνάψεως δημοσίων συμβάσεων τα οποία οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 36, παράγραφος 1, στοιχείο α´, της οδηγίας 92/50 Ενόψει της νομολογίας αυτής πιστεύω ότι μπορούν κάλλιστα να λαμβάνονται υπόψη και κριτήρια περιβαλλοντικής φύσεως στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/50, προκειμένου να καθορισθεί αν το οικείο έργο μπορεί να εκτελεστεί από μία μόνο επιχείρηση. Ωστόσο, από την ίδια απόφαση Concordia Bus Finland προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση κριτηρίων περιβαλλοντικής φύσεως στις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο κριτικής εξετάσεως και δεν εξουσιοδοτεί εν λευκώ τις αναθέτουσες αρχές να παρακάμπτουν τον θεμελιώδη σκοπό των κοινοτικών οδηγιών στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, ο οποίος είναι η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και η εξάλειψη των περιπτώσεων άνισης μεταχειρίσεως»
[23] Αθανασοπούλου Χ., Οικονομική ελευθερία και προστασία περιβάλλοντος, Σύγχρονες προοπτικές σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο (από την GATT στον ΠΟΕ), Σάκκουλας Θεσσαλονίκη, 2002.

[24] Ευστρατίου Π.Μ., Η ενσωμάτωση της οδηγίας για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (85/337/ΕΟΚ) στο ελληνικό δίκαιο, ΔιΔικ, 1998, σ. 561 και επ.

[25] The European Unions’s Environmetal Policy, http://europa.eu.int/en/eupol/envpol.html.

[26] Είναι χαρακτηριστική η μετάφραση σχέδιο με την οποία αποδόθηκε ο όρος project. Στην  έννοια αυτή εμπίπτει τόσο η υλοποίηση κατασκευαστικών εργασιών ή άλλων εγκαταστάσεων ή έργων όσο και άλλες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή το τοπίο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επεμβάσεις που αφορούν την εκμετάλλευση των πόρων του εδάφους.

[27] Με το ν. 3010/2002 «Εναρμόνιση του N. 1650/1986 με τις Οδηγίες 97/11 Ε. Ε. και 96/61 Ε.Ε., διαδικασία οριοθέτησης και ρυθμίσεις θεμάτων για τα υδατορέματα και άλλες διατάξεις» τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ν. 1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος». Ο νόμος αυτός είχε εισαγάγει -με τις ΚΥΑ που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή του-  το θεσμικό πλαίσιο για την (εκ των προτέρων) περι­βαλλοντική αξιολόγηση έργων και δραστηριοτή­των και την επιβολή περιβαλλοντικών όρων σε συμμόρφωση προς τις επιταγές του άρθρου 24 παρ. 1 Συντ. και τις δεσμεύσεις που απέρρεαν από την κοινοτική νομοθεσία (Οδηγία 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημόσιων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον). Οι νέες ρυθμίσεις (άρθρα 1-3 του ν. 3010/2002) αποβλέπουν αφενός στην αντιμετώπιση των αδυναμιών που εντοπίσθηκαν κατά την δεκαπενταετή εφαρμογή του «συστήματος» του ν. 1650/1986 και αφετέρου στην εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας προς τις νεώτερες Οδηγίες: α) 97/11/ΕΕ για την εκτίμηση των επι­πτώσεων ορισμένων σχεδίων δημόσιων και ι­διωτικών έργων στο περιβάλλον (τροποποίηση της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ), και β) 96/61/ΕΕ για την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης. Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 4 του εξεταζόμενου νόμου  αναπροσαρμόζονται τα διοικητικά πρόστιμα που προβλέπονται από το άρθρο 30 του ν. 1650/1986 για τις περιπτώσεις ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος.
Με βάση τις εξουσιοδοτικές διατάξεις που προπαρατέθηκαν εκδόθηκαν:
Η κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων «Κατάταξη δημοσίων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3010/2002 “Εναρμόνιση του Ν. 1650/86 με τις οδηγίες 97/11/ΕΕ κ.ά (Α΄ 91)”» (ΕτΚ, Β΄, τ. 1022/5.8.2002).  Η κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων «Διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (Π.Π.Ε.Α.) και ΄Εγκρισης Περιβαλλοντικών ΄Ορων (Ε.Π.Ο.) σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1650/1986 (Α΄ 160) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3010/2002 “Εναρμόνιση του Ν. 1650/1986 με τις οδηγίες 97/11/ΕΕ και 96/61/ΕΕ… και άλλες διατάξεις” (Α΄ 91)» (ΕτΚ Β΄ τ. 332/20.3.2003). Η κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων «Καθορισμός τρόπου ενημέρωσης και συμμετοχής του κοινού κατά τη διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων των έργων και δραστηριοτήτων σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του Ν. 1650/1986 όπως αντικαταστάθηκε με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 3 του Ν. 3010/2002» (ΕτΚ Β΄ τ. 1391/29.9.2003).

[28] βλ.στο πλαίσιο της οδηγίας 71/305, αποφάσεις της 2ας Αυγούστου 1993, C-107/92, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1993, σ. I-4655, σκέψη 12, και της 28ης Μαρτίου 1996, C-318/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1996, σ. I-1949, σκέψη 14).

[29] βλ., στο πλαίσιο της οδηγίας 71/305, απόφαση της 28ης Μαρτίου 1996, C-318/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 18.

[30] Σύμφωνα με την απόφαση αυτή:
«Η Ελληνική Δημοκρατία, λόγω της εκ μέρους της Δημόσιας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού αναθέσεως της συμβάσεως για την κατασκευή συστήματος ταινιοδρόμων στον ατμοηλεκτρικό σταθμό Μεγαλόπολης με διαδικασία διαπραγματεύσεως χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως διαγωνισμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, και, ειδικότερα, από τα άρθρα 20, παράγραφος 1, και 21 της οδηγίας αυτής».
[31] Schikhof S., (1977) Access to environmental information, Maastricht Journal of European and Conparative law, no l4, 386- 399, Maastricht
[33]  Σχετική με την οδηγία αυτή και η απόφαση ΔΕΚ της 17ης Ιουνίου 1998 C-321/96 Wilhelm Mecklenburg κατά Kreis Pinneberg- Der Landrat, σε σχέση με την οποία και οι Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα A. La Pergola της 15/1/1998.

[35] Για το ζήτημα του δικαιώματος στην πληροφόρηση στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου βλ . τη νομολογία του Πρωτοδικείου Βασίλειο Κάτω Χωρών C-174/98 P , G. van Wal C-189/98 P, της 19. 3.1998 κλπ.
Βλ. ακόμη και πρόσφατες ανακοινώσεις μεταξύ των οποίων Roy W. Davis
Public access to community documents: a fundamental human right? Σε http://olymp.u-wien.ac.at/eiop/.
[36] Από την ελληνική βιβλιογραφία για το θέμα βλ. ενδεικτικά Γέροντα Α., Το δικαίωμα πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα, ανωτέρω, σ. 577 4π., Κεφαλογιάννη Α. - Παλαιολόγου Ν., Το δικαίωμα πληροφόρησης των πολιτών σε θέματα περιβάλλοντος, ΝοΒ 1991, σ. 1000 επ., Μήτρου Λ., Προστασία του Περιβάλλοντος εναντίως της προστασίας των πληροφοριών?, Νόμος και Φύση 1996, σ. 9 επ., Παπαδημητρίου Γ., Το περιβαλλοντικό Σύνταγμα, Θεμελίωση, Περιεχόμενο και Λειτουργία, Νόμος και Φύση 1994, σ. 395 επ.,  Σιούτη Γλ., Το δικαίωμα πληροφόρησης των πολιτών σε θέματα περιβάλλοντος, σε Η διείσδυση του κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος στην Ελλάδα, 1994, σ. 193 επ.

[37] C-217/97, 9 Σεπτεμβρίου 1999 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

[38] Στις 25 Ιουνίου 1998, η Κοινότητα υπέγραψε τη σύμβαση της ΟΕΕ των Ηνωμένων Εθνών για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα σχετικά με το περιβάλλον ("σύμβαση του Aarhus"). Το κοινοτικό δίκαιο θα πρέπει να ευθυγραμμισθεί καταλλήλως με την εν λόγω Σύμβαση ενόψει την επικύρωσής της από την Κοινότητα. Μεταξύ των στόχων της σύμβασης Aarhus περιλαμβάνεται η κατοχύρωση των δικαιωμάτων συμμετοχής του κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για περιβαλλοντικά θέματα, προκειμένου να συμβάλλει στην προστασία του δικαιώματος διαβίωσης σε περιβάλλον κατάλληλο για την προσωπική υγεία και ευημερία. Το άρθρο 6 της σύμβασης του Aarhus προβλέπει τη συμμετοχή του κοινού σε αποφάσεις που αφορούν τις ειδικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι και δραστηριότητες που δεν αναφέρονται σε αυτό, ενδέχεται όμως να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Το άρθρο 7 της σύμβασης του Aarhus προβλέπει τη συμμετοχή του κοινού σε σχέδια και προγράμματα που σχετίζονται με το περιβάλλον. Το άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 4 της σύμβασης του Aarhus προβλέπει την πρόσβαση σε δικαστικές ή άλλες διαδικασίες με σκοπό την αμφισβήτηση της ουσιαστικής ή διαδικαστικής νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 6 της σύμβασης, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού. Θα πρέπει ως εκ τούτου να ληφθεί μέριμνα, σε σχέση με ορισμένες οδηγίες στον τομέα του περιβάλλοντος, οι οποίες απαιτούν από τα κράτη μέλη την κατάρτιση περιβαλλοντικών σχεδίων και προγραμμάτων, τα οποία όμως δεν περιέχουν επαρκείς διατάξεις όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συμμετοχή του κοινού σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης του Aarhus, ιδίως με το άρθρο 7 αυτής. 

[39] Βλ. αντί πολλών Κ. ΜΕΝΟΥΔΑΚΟΣ/Μ. ΜΟΔΙΝΟΣ/Ε. ΤΟΛΕΡΗΣ/Σ. ΡΙΖΟΣ/Η. ΜΠΕΡΙΑΤΟΣ/Π.Μ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ/Β. ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΟΥ/Μ. ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ: ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ, τ. 17, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 2005.
Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (2007), Η Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση ως εργαλείο άσκησης περιβαλλοντικής πολιτικής, Πρακτικά Ημερίδας, διαθέσιμο στο :  https://webmail.uth.gr/horde/services/go.php?url=http%3A%2F%2Fportal.tee.gr%2Fportal%2Fpage%2Fportal%2FSCIENTIFIC_WORK%2FEKDILOSEIS_P%2FEPISTHMONIKES_EVENTS%2FPERIVALONTIKH%2520EKTIMHSH
 Γιαννακούρου Γ., η οδηγία για τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση και η ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα, Εισήγηση στον ΣΕΠΟΧ 17/2/2007 http://www.sepox.gr/profess/imerides_erg/007_tz_giannak.pdf

[40] Η ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο έγινε τελικώς εκπρόθεσμα με την ΚΥΑ  υπ. Αρ. ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ.107017/28.08.2006 (ΦΕΚ 1225 Β/5.9.2006)
[41] Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε σε δώδεκα κράτη μέλη τελική γραπτή προειδοποίηση – τελευταίο βήμα πριν από την παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο – για παράλειψη ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο μιας κοινοτικής νομοθετικής πράξης που αποβλέπει στην εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός ευρέος φάσματος σχεδίων και προγραμμάτων. Σε αυτά περιλαμβάνονται, π.χ., σχέδια για τις χρήσεις γης, την κατασκευή οδικών αξόνων ή τη διαχείριση των αποβλήτων. Η εθνική νομοθεσία έπρεπε να είχε θεσπιστεί έως τις 21 Ιουλίου 2004. Τα ενεχόμενα κράτη μέλη είναι η Αυστρία, το Βέλγιο, η Κύπρος, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Φινλανδία (μόνο για την επαρχία Åland), η Ιταλία, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα, οι Κάτω Χώρες, η Πορτογαλία και η Σλοβακία. 
[42] Για την Στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση βλ. και την ημερίδα του Νόμος και Φύση καθώς και τις βασικές θέσεις των εισηγητών Μ. Μοδινού και Κ. Μενουδάκου http://www.nomosphysis.org.gr/articles.php?artid=348&lang=1&catpid=6
[43] Ο χαρακτηρισμός της ειδικής ζώνης διατηρήσεως Castro Verde έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1999. Στη ζώνη αυτή, εκτάσεως 79 066 εκταρίων, απαντούν τακτικά τουλάχιστον δεκαεπτά είδη πτηνών από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα I της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, μεταξύ αυτών το κιρκινέζι (Falco naumanni), ο λιβαδόκιρκος (Circus pygargus), ο αγριόγαλος (Otis tarda), η χαμωτίδα (Tetrax tetrax), η πετροτριλίδα (Burhinus oedicnemus), η χαλκοκουρούνα (Coriacias garrulus), η βουνογαλάντρα (Melanocorypha calandra) και η μικρογαλιάντρα (Calandrella brachydactyla).
Το επίμαχο τμήμα του αυτοκινητοδρόμου, μεταξύ Aljustrel προς βορρά και Castro Verde προς νότο, είναι σχετικά ευθύ, έχει μήκος περίπου εννέα έως δέκα χιλιομέτρων και διέρχεται από το δυτικό άκρο της ειδικής ζώνης διατηρήσεως Castro Verde. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ειδικής ζώνης διατηρήσεως, εκτάσεως περίπου 77 000 εκταρίων, κείται ανατολικώς του αυτοκινητοδρόμου, ενώ τμήμα αυτής, εκτάσεως περίπου 1 700 εκταρίων, δυτικώς αυτού, έχοντας τη μορφή, ουσιαστικά, λωρίδας πλάτους ενός έως δύο χιλιομέτρων δίπλα στον αυτοκινητόδρομο.
Δυτικώς του αυτοκινητοδρόμου και εντός της ειδικής ζώνης διατηρήσεως ή στα όριά της υπάρχουν πέντε οικισμοί: ο Messejana βρίσκεται στη βορειοδυτική άκρη της εδαφικής λωρίδας και ο Estação de Ourique στη νοτιοδυτική, όπως και ο γειτονικός του οικισμός Aivados που κείται περίπου ενάμισι χιλιόμετρο ανατολικότερα, στη μέση της λωρίδας βρίσκεται ο Conceição και περίπου ενάμισι χιλιόμετρο ανατολικότερα ο Alcarias. Ο αυτοκινητόδρομος περνάει σε απόσταση 700 μέτρων από τους οικισμούς Messejana, Alcarias και Aivados, ενώ οι άλλοι δύο οικισμοί βρίσκονται δυτικότερα. Εκτός της ειδικής ζώνης διατηρήσεως, περίπου ενάμισι χιλιόμετρο νοτιοδυτικώς του Estação de Ourique, βρίσκονται τα εξωτερικά όρια ζώνης γύρω από ταμιευτήρα ύδατος, η οποία καθορίζεται με το «Plano de Ordenamento da Albufeira do Monte da Rocha» του 2003. Εντούτοις, η λεκάνη απορροής του ταμιευτήρα είναι σαφώς μεγαλύτερη και διασχίζεται από όλες τις εξετασθείσες χαράξεις του αυτοκινητοδρόμου.

[45] Marron, Donald B. (1997), “Buying Green: Government Procurement as an Instrument of Environmental Policy”, Public Finance Review, 25(3), May, 285-305.

[46] Βλ. και ΔΕΚ Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-513/99, Concordia Bus, ΔΕΚ Απόφαση της  4ης Δεκεμβρίου 2003, C-448/01, Wienstrom.
[47] "Sustainable procurement aims to integrate environmental considerations into all stages of the purchasing process with the goal of reducing the impact on human health and the environment."
Walker, H, Sustainable procurement in the United Kingdom public sector, Brammer, S 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: