ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

υπόθεση Pearson v. Chung


Η υπόθεση Pearson v. Chung γνωστή και ως “pants lawsuit”, η ή δίκη του παντελονιού είναι μια αστική υπόθεση που ξεκίνησε το έτος 2005 από τον Roy L. Pearson, Jr., διοικητικό δικαστή στο District of Columbia στις ΗΠΑ σε συνέχεια διαμάχης με ένα καθαριστήριο και μάλιστα στεγνοκαθαριστήριο για την απώλεια ενός παντελονιού. Ο Pearson ενήγαγε τους Soo Chung, Jin Nam Chung and Ki Y. Chung, ιδιοκτήτες της Custom Cleaners ζητώντας αρχικά $67 εκατομμύρια για τη ζημία, το ψυχικό άλγος και τη δικαστική δαπάνη της εκπροσώπησής του σε σχέση με την απώλεια του παντελονιού που κατά την άποψη του Pearson είχε προσφύγει στις υπηρεσίες του στεγνοκαθαριστηρίου για εγγυημένα αποτελέσματα. Η υπόθεση τράβηξε το διεθνές ενδιαφέρον ιδίως όταν έφθασε στο ακροατήριο το 2007 και έμεινε ως παράδειγμα παράξενης δίκης που οδήγησε στην ανάγκη μιας νομικής μεταρύθμισης στις ΗΠΑ .
Εν τω μεταξύ και πριν φθάσει στο ακροατήριο η υπόθεση το στεγνοκαθαριστήριο προέβη σε τρείς προστάσεις συμβιβασμού ποσά $3000, $4600, and $12000, οι οποίες απορίφθηκαν ως κακόπιστες.
Για την υποστήριξη των στεγνοκαθαριστών ιδρύθηκε ιστοσελίδα για ενίσχυση ενόψει της νομικής του κάλυψης.
Κατά τη διάρκεια της δίκης ο δικαστής Pearson ξέσπασε σε λυγμούς για την απώλεια του παντελονιού του.
Στις 25 Ιουνίου του 2007 εκδόθηκε απόφαση από τη δικαστή Judith Bartnoff υπέρ των στεγνοκαθαριστών
Προφανώς ασκήθηκε έφεση η οποία απορρίφθηκε.
Οι παράδοξη αυτή υπόθεση οδήγησε τον τύπο να ονομάσει την υπόθεση ως την μεγάλη δίκη του αμερικανικού παντελονιού και τράβηξε τη διεθνή προσοχή. Οι δικηγόροι των στεγνοκαθαριστών σε δηλώσεις τους στο BBC αναφέρθηκαν στον αμερικανικό εφιάλτη σε αντιπαράθεση με το αμερικανικό όνειρο και η υπόθεση απέδειξε την ανεπάρκεια του νομικού αμερικανικού συστήματος. Την υπόθεση ανέδειξε και η τηλεοπτική σειρά Law & Order, στο 18 επεισόδιό της.
Διαβάστε σχετικά
Paul Courson “Judge in pants lawsuit sues to get job back”. CNN. 2008-05-02. Retrieved 2011-04-12.
• Lubna Takruri, “Judge Who Lost $54M Suit Not Giving Up Pants Fight”, Associated Press, 2007-07-09
• “Drycleaners win ‘pants’ suit”. World News Australia. Retrieved 2007-07-22.
• American Tort Reform Association, press release, 2007-06-25
• Manning, Christopher. “The Facts of Pearson V. Chung”. Manning Sossamon. Retrieved 2009-04-16.
• Associated Press (21 June 2007). “54 million dollars lawsuit against South Korean dry cleaner over pair of trousers is in full swing”. pravda.ru. Retrieved 10 July 2013.
• “Custom Cleaners Defense Fund”. Retrieved 2007-06-06.
• Fisher, Marc (June 14, 2007). “Wearing Down the Judicial System with a Pair of Pants”. The Washington Post. Retrieved 2007-06-14.
• “Pants Extra: Inside the Courtroom”. The Washington Post. June 14, 2007. Retrieved 2007-06-14.
• Steiner, Emil (June 15, 2007). “Pants Lawsuit”. The Washington Post. Retrieved 2007-06-15. Emil Steiner, keeper of washingtonpost.com’s OFF/Beat blog, has been blogging from the D.C. trial of the century, as Roy Pearson, “a lawyer, judge and dissatisfied customer,” sued his dry cleaners for $54 million over a lost pair of pants.
• Fisher, Marc (June 13, 2007). “Judge Who Seeks Millions for Lost Pants Has His (Emotional) Day in Court”. The Washington Post. Retrieved 2007-06-13. Before trial began yesterday in the case of the D.C. judge who sued his neighborhood dry cleaners after they lost his pants, the most extraordinary fact was Roy Pearson’s demand for $65 million in damages. That was before Pearson, an administrative law judge, broke down while testifying about the emotional pain of having the cleaners give him the wrong pants. It was before an 89-year-old woman in a wheelchair told of being chased out of the cleaners by an angry owner. And it was before she compared the owners of Custom Cleaners in open court to Nazis.
• “Administrative Law Judge Loses $54 Million Pants Lawsuit”. NBC4 (NBC). Retrieved 2007-06-25. A D.C. Superior Court judge has sided with the defendants in a $54 million lawsuit over a pair of pants. According to the judge’s decision, the plaintiff, administrative law Judge Roy Pearson Jr., will take nothing from Soo Chung and Jim Nam Chung, the owners of Custom Cleaners.
• Law.com – Ethics Complaint Filed Against Judge Over His $65M Suit Against Dry Cleaners
• Roy L. Pearson, Jr. v. Rhonda S. Vanlowe
• “Customer pursues $54M lawsuit against dry cleaners”. CBC News (CBC.CA). 2007-07-12. Retrieved 2015-01-08.
• WUSA9.com | Washington, DC | Judge Refuses To Reconsider Ruling In Pants Case
• Fisher, Marc. “First, Pants Man Loses Case. Next, His Job.”. Washington Post. Retrieved 2007-08-03.
• Alexander, Keith L. (October 23, 2007). “Judge Set to Lose Job, Sources Say”. Washington Post. Retrieved May 22, 2010.
• “Judge loses more than pants in lawsuit”. Associated Press. November 14, 2007.
• Emil Steiner (2008-05-06). “Roy Pearson’s Latest Lawsuit”. The Washington Post.
• Wilber, Del Quentin (July 29, 2009). “Ex-Judge’s Lawsuit Thrown Out”. Washington Post. Retrieved July 29, 2009.
• Koppel, Nathan (May 27, 2010). “”Pants Judge” Roy Pearson Strikes Out in Court”. Wall Street Journal Law Blog. Retrieved July 26, 2010.
• Henri E. Cauvin (2007-08-15). “Judge Who Filed Suit Plans to Appeal Defeat”. Washington Post. Retrieved 2007-08-15.
• Alexander, Keith L. (December 18, 2008). “Appeals Court Rejects Request for New Trial in Pants Case”. Washington Post. Retrieved 2008-12-18.
• “Another hearing sought in missing pants case”. Retrieved 2009-01-06.
• “Pants Hearing Rejected”. The Washington Post. March 3, 2009. Retrieved 2009-03-03.
• Rob Anderson (2007-06-26). “Today’s Hot Topics”. The Washington Post. Retrieved 2011-06-25.
• “$67 million pants”. The Wall Street Journal. 2007-06-26. Retrieved 2011-06-25.
• Lubna Takruri (Associated Press) (2007-06-27). “‘Fancy pants’ loses wacky lawsuit”. IOL News (iol.co.za) (Independent News & Media).
• Lubna Takruri (Associated Press) (2007-06-26). “Judge sides with cleaner in pants suit”. Deseret News.
• “US man loses $54m trousers claim”. BBC News. June 25, 2007. Retrieved 2007-07-15.
• “101 Dumbest Moments in Business”. Fortune. December 19, 2007. Retrieved 2007-12-19.
• Luke McKinney (2008-06-12). “9 Insane Cases that Prove the US Legal System Is Screwed”. Cracked.com website. Retrieved 2012-08-15.
• Support the Chungs
• “Dry Cleaner in Pants Suit Closes (Associated Press)”. Action News 6abc.com (WPVI-TV Philadelphia, PA). September 19, 2007. Retrieved 2011-06-25.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
Pearson v. Chung, Joint Pre-trial Statement (Superior Court of the District of Columbia 2007).
Pearson v. Chung, Findings of Fact and Conclusions of Law (Superior Court of the District of Columbia June 25, 2007).
Pearson v. Chung, Plaintiff’s Motion for Reconsideration (Superior Court of the District of Columbia July 10, 2007).
Pearson v. Chung, et al., Opinion of the Court, No. 07-CV-872 (District of Columbia Court of Appeals December 18, 2008).
Pearson v. District of Columbia, et al., Memorandum Opinion, No. 08-758 (United States District Court for the District of Columbia July 23, 2009).
Manning & Sossamon. “The Facts of Pearson v. Chung”. Retrieved 2007-07-20.
“Roy L. Pearson, Jr. Biography”. Archived from the original on 2007-05-02. Retrieved 2007-05-02. From the Office of Administrative Hearings, via the Internet Archive Wayback Machine, as of May 2, 2007.

ζήτημα κοινής λογικής


πριν από λίγες μόνον ημέρες ο τύπος και η κοινωνία χαιρέτισε την ανακοίνωση με το ακόλουθο περιεχόμενο του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κατά τη συνεδρίαση της 6ης -2 -2016 στην πόλη της Θεσσαλονίκης
To Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, κατά τη συνεδρίασή του στην πόλη της Θεσσαλονίκης, την 6-2-2016, μετά από ομόφωνη απόφαση, εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:
Το καθεστώς των μνημονίων, που έχει επιβληθεί στη Χώρα μας οδηγεί, πλέον, σε αδιέξοδο. Μετά από έξι χρόνια παρατεινόμενης οικονομικής κρίσης, που ανέδειξε συγχρόνως θεσμική και αξιακή κρίση και διασάλευσης των αρχών του Κράτους Δικαίου και του Κράτους Πρόνοιας, από τις οποίες διαπνέεται η δημοκρατική έννομη τάξη μας, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία, ως θεσμικός φορέας, έχει υποχρέωση να παρεμβαίνει όχι μόνον επί ζητημάτων, που άπτονται της απονομής της Δικαιοσύνης αλλά και επί μείζονος και ευρύτερης δικαιοπολιτικής σημασίας θεμάτων, επισημαίνει τα ακόλουθα:
Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών έχει ξεπεράσει τα όρια της αυτοθυσίας προς τον σκοπό της οικονομικής διάσωσης της χώρας. Ωστόσο, συνεχίζεται η επιβολή νέων μέτρων (ασφαλιστικό – φορολογικό), που πλέον πλήττουν τον πυρήνα της αξιοπρεπούς διαβίωσης των πολιτών.
Η λογιστική αντιμετώπιση όλων των κρίσιμων τομέων της χώρας και ο προσανατολισμός μόνο στην κάλυψη δημοσιονομικών στόχων δεν αφήνει περιθώρια ανάπτυξης.
Η οικονομική διάσωση της χώρας δεν θα επέλθει με συρρίκνωση των δικαιωμάτων των πολιτών (δικαίωμα στην υγεία, στην παιδεία κλπ.), δεν θα επέλθει με τη θέσπιση ενός ασφαλιστικού συστήματος εισπρακτικού και μόνο χαρακτήρα, όπως αυτό που προωθείται, ούτε με την υπερφορολόγηση των πολιτών, με τον εξαναγκασμό σε μετανάστευση των νέων επιστημόνων, με το μαρασμό της ελληνικής επαρχίας και του αγροτικού τομέα και την φτωχοποίηση των πόλεων αλλά με τη σύνταξη ενός μακροπρόθεσμου προγράμματος ανάπτυξης της χώρας, με τη καθιέρωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, που θα προσφέρει ασφάλεια σε πολίτες και επενδυτές, με τη σύνταξη ενός ανθρωποκεντρικού ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος, με μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, που θα πληρεί τις βασικές αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας εισφορών-παροχών και της αλληλεγγύης των γενεών, που πρέπει να διέπουν κάθε ασφαλιστικό σύστημα
Ειδικότερα ως προς το θεσμό της Δικαιοσύνης επισημαίνει τα ακόλουθα:
Η συνταγματικά κατοχυρωμένη παροχή έννομης προστασίας περιορίζεται συνεχώς, αφενός ως προς τις πλέον ευάλωτες κατηγορίες πολιτών με τη θέσπιση μέτρων εισπρακτικού χαρακτήρα (υψηλά παράβολα, ένσημα κλπ.), με συνέπεια να αμφισβητείται εάν το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στη χώρα μας υπηρετεί τις γενικές αρχές του Κράτους δικαίου διασφαλίζοντας όλα τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και αφετέρου με τη μη συμμόρφωση της Πολιτείας σε αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.
Η νομοθέτηση καθ’ υπόδειξη των θεσμών και με έξωθεν παρεμβάσεις υποβαθμίζει την ποιότητα απονομής της Δικαιοσύνης.
Η συνεχιζόμενη άσκηση πολιτικής, κατά τρόπο που επιφέρει την υποβάθμιση του δικηγορικού λειτουργήματος και έχει ως συνέπεια την εξαθλίωση, οικονομική εξόντωση και εν τέλει την αναξιοπρεπή διαβίωση του συνόλου των δικηγόρων πλήττει τον ίδιο το θεσμό της Δικαιοσύνης, δεδομένου ότι οι δικηγόροι ως συλλειτουργοί στην απονομή αυτής συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία του Κράτους Δικαίου και στην προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών.
Η Ελλάδα πρέπει να παύσει να αποτελεί το «οικονομικό πειραματόζωο της Ευρώπης», όπως πολλές φορές μέχρι σήμερα έχουν επισημάνει μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ζητεί την άμεση απόσυρση διατάξεων που μειώνουν σε οποιονδήποτε βαθμό, είτε άμεσα είτε έμμεσα, τις κύριες και τις επικουρικές συντάξεις, επαυξάνοντας τις ασφαλιστικές εισφορές και είναι αλληλέγγυα στους αγώνες των Δικηγορικών Συλλόγων και όλων των Κοινωνικών Ομάδων, που πλήττονται από το προσχέδιο για τη μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού Δικαίου.
Η συγκεκριμένη ανακοίνωση φυσικά δεν εμπίπτει στα καθήκοντα των δικαστικών λειτουργών αλλά δεν απαγορεύεται να λαμβάνει χώρα. Αφελώς διερωτάται η γράφουσα γιατί η συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν προβλημάτισε τη νομική θεωρία όσο η αλληλογραφία της Προέδρου του Αρείου Πάγου, ή οι τοποθετήσεις άλλων δικαστών σε ζητήματα γενικοτέρου ενδιαφέροντος ιδίως όταν το ζήτημα των μνημονίων και η νομιμότητά τους έχει κριθεί δικαστικά οπότε με την άνω ανακοίνωση θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αμφισβήτησης προγηούμενης νομολογίας του ΣτΕ (και του ΕΔΔΔΑ!).
Δεν είναι βέβαιο αν επιτρέπεται τάχα σε κάποιο δικαστή να έχει άποψη δια των ενώσεων και συνδικαλιστικών φορέων του για ζητήματα ευρύτερα ή μη. Οι εποχές δίνουν στους δικαστές ελευθερίες ανάλογες με την ωριμότητά τους και τις αντοχές τους στο αλάθητο. Αλλο τόσο όμως όταν οι εποχές προσφέρουν τέτοιες ελευθερίες, οι δικαστές, οφείλουν να “αντέχουν” σε κριτική και αμφισβήτηση όχι μόνον της νομολογίας αλλά και των ευρύτερων απόψεών τους.
Δεν αμφισβητεί κανείς το δικαίωμα του νομικού, του δικαστή, να έχει ψυχή και γνώμη, θέσεις και διαφωνίες, ευαισθησίες ή προτιμήσεις. Αλλο τόσο όμως οφείλει να δέχεται και κριτική για τις θέσεις του αυτές αντιλαμβανόμενος ότι το πρόβλημα με τη γνώμη είναι ότι δέχεται αντίλογο και κριτική.
Τούτο θα είχε ως συνέπεια αν οι δικαστικές ενώσεις παραδείγματος χάριν τοποθετηθούν για ενδυματολογικά ζητήματα να δεχθούν τον αντίλογο της κοινωνίας, των εμπόρων παπουτσιών και ενδυμάτων ή να θεωρηθεί ότι προβαίνουν σε διαφήμιση κάποιου στιλ ή προϊόντος.
Ανάμεσα στην απόλυτη σιωπή, την τυπικότητα, την απομόνωση του δικαστή, ανάμεσα στην αυτιστική ενδοσκόπιση του δικαστικού κόσμου μιας εποχής και στην παρούσα νομική αγορά υπάρχει η κοινή λογική και το ήθος που θέτουν όρια.
Οι δικαστές έχουν ψυχή, τηρούν ιστοσελίδες, κάνουν ανακοινώσεις για τα πιστεύω τους και όπως κάποια τυγχάνουν αποδοχής άλλα θα τύχουν και αποδοκιμασίας. Είναι καλύτερος πιστεύω ένας κόσμος που ρισκάρει από έναν κόσμο που σιωπά έστω και για την διατήρηση  κύρους και  απόστασης. Ο εκδημοκρατισμός του δικαστικού λειτουργήματος παράλληλα με την έλλειψη ταξικής ομοιογένειας των δικαστικών λειτουργών προκαλεί κραδασμούς που θα πρέπει και εκείνοι να αφομοιώσουν δημιουργικά.

το παντελόνι του δικαστή


Η παρούσα συγκυρία δεν μπορεί εύκολα να μας κάνει να λησμονήσουμε τη δίκη για το παντελόνι του δικαστή στις ΗΠΑ.
Η υπόθεση Pearson v. Chun gγνωστή και ως “pants lawsuit”, η ή δίκη του παντελονιού είναι μια αστική υπόθεση που ξεκίνησε το έτος 2005 από τον Roy L. Pearson, Jr., διοικητικό δικαστή στο District of Columbia στις ΗΠΑ σε συνέχεια διαμάχης με ένα καθαριστήριο και μάλιστα στεγνοκαθαριστήριο για την απώλεια ενός παντελονιού. Ο Pearson ενήγαγε τους Soo Chung, Jin Nam Chung and Ki Y. Chung, ιδιοκτήτες της Custom Cleaners ζητώντας αρχικά $67 εκατομμύρια για τη ζημία, το ψυχικό άλγος και τη δικαστική δαπάνη της εκπροσώπησής του σε σχέση με την απώλεια του παντελονιού που κατά την άποψη του Pearson είχε προσφύγει στις υπηρεσίες του στεγνοκαθαριστηρίου για εγγυημένα αποτελέσματα. Η υπόθεση τράβηξε το διεθνές ενδιαφέρον ιδίως όταν έφθασε στο ακροατήριο το 2007 και έμεινε ως παράδειγμα παράξενης δίκης που οδήγησε στην ανάγκη μιας νομικής μεταρρύθμισης στις ΗΠΑ .
Εν τω μεταξύ και πριν φθάσει στο ακροατήριο η υπόθεση το στεγνοκαθαριστήριο προέβη σε τρείς προστάσεις συμβιβασμού ποσά $3000, $4600, and $12000, οι οποίες απορρίφθηκαν ως κακόπιστες.
Για την υποστήριξη των στεγνοκαθαριστών ιδρύθηκε ιστοσελίδα για ενίσχυση ενόψει της νομικής του κάλυψης.[
Κατά τη διάρκεια της δίκης ο δικαστής Pearson ξέσπασε σε λυγμούς για την απώλεια του παντελονιού του.
Στις 25 Ιουνίου του 2007 εκδόθηκε απόφαση από τη δικαστή Judith Bartnoff υπέρ των στεγνοκαθαριστών
Προφανώς ασκήθηκε έφεση η οποία απορρίφθηκε.
Οι παράδοξη αυτή υπόθεση οδήγησε τον τύπο να ονομάσει την υπόθεση ως την μεγάλη δίκη του αμερικανικού παντελονιού και τράβηξε τη διεθνή προσοχή. Οι δικηγόροι των στεγνοκαθαριστών σε δηλώσεις τους στο BBC αναφέρθηκαν στον αμερικανικό εφιάλτη σε αντιπαράθεση με το αμερικανικό όνειρο και η υπόθεση απέδειξε την ανεπάρκεια του νομικού αμερικανικού συστήματος. Την υπόθεση ανέδειξε και η τηλεοπτική σειρά Law & Order, στο 18 επεισόδιό της.
Η υπόθεση Θάνου Τσακυράκη θα οδηγήσει σύντομα σε αναθεώρηση σημαντικών δομών του νομικού συστήματος στη χώρα μας, σε αναδιάρθρωση αξιών και θεσμών. Είναι πλέον ορατό στον καθένα ότι η σύγκρουση αυτή δεν είναι για το “αφελές και πολιτικάντικο” σκέλος της υπόθεσης. Οποιος και αν είναι ο νικητής στο τέλος, η αναθεώρηση των δομών θα είναι ιδιαίτερα δυναμική. Τούτο θα το οφείλουμε στην έγκληση Θάνου, η οποία με ταπεινοσύνη και εξοικείωση με το χώρο προσέφυγε στους ομολόγους της για απόδοση δικαιοσύνης.
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Αφελής και ατελής- υπερήρωας και μάρτυς





 Αξιότιμη κ. Πρόεδρε του Αρείου Πάγου,

Με ιδιαίτερο (και αποδεδειγμένο) ενδιαφέρον παρακολουθώ τον διάλογο στον οποίο ο καθηγητής Τσακυράκης σας προκαλεί, πετώντας σας το γάντι εδώ και μήνες, ίσως επειδή ταυτίζομαι μαζί σας ως γυναίκα, ίσως επειδή έχω αντιληφθεί προσωπικά την αξία σας και σας τιμώ.

Ο καθηγητής Τσακυράκης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να προκαλέσει ένα «πείραμα» στην ελευθερία του λόγου στην πράξη στην Ελλάδα, λόγω του επιστημονικού πάθους του με το συγκεκριμένο ζήτημα όντας ο ίδιος υποστηρικτής της απόλυτης ελευθερίας του λόγου με επιστημονική συνέπεια και ζήλο.

Στο «πείραμα» που σας προσκάλεσε ως συνομιλήτρια απαντήσατε με έγκληση και δώσατε συνέχεια σε μία μονομαχία με έντονο επιστημονικό διακύβευμα , που θέτει τη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων σε δοκιμασία. Τούτο ιδίως διότι,  όπως ξέρετε, η νομολογία μας με ελάχιστες ή μόνον μία ίσως εξαίρεση -και τούτη σε σχέση με την υποβόσκουσα βλασφημία- υποστηρίζει την ελευθερία του λόγου τόσο  σε επίπεδο ποινικού όσο και αστικού δικαίου. Αλλά δεν θα σας διδάξω εγώ τα πορίσματα της νομολογίας που άριστα γνωρίζετε.

Αντιλαμβάνομαι την προσβολή που έγινε στο θεσμό του Προέδρου του Αρείου Πάγου μέσω του προσώπου σας και θεωρώ ότι θα άξιζε την μέγιστη καταδίκη, αυτή της περιφρόνησης και της ιστορικής λησμονιάς του γράφοντος, ο οποίος άλλωστε  δεν έχει και τόσο μεγάλο επιστημονικό έργο ώστε να μείνει αλησμόνητος στην ιστορία της σκέψης όπως πλείστοι εξ ημών των ελληνοφώνων μοναχικών συγγραφέων. Όμως του δίδετε μία μοναδική ευκαιρία να γίνει επώνυμος ήρωας σε επίπεδο μάλιστα διεθνές και είμαι βέβαιη ότι γνωρίζετε καλύτερα από εμέ τους λόγους των κινήσεών σας. 

Ο κύριος Τσακυράκης «καταδικάσθηκε» ήδη στη νομική αθανασία και θα γίνει ένα παράδειγμα στη διδασκαλία του Συνταγματικού Δικαίου με ήρωα έναν καθηγητή της νομικής σχολής της Αθήνας: Είτε καταδικασθεί, είτε αθωωθεί.

Ο λόγος της επιστολής μου, και αυτό που με εξέπληξε ιδιαίτερα στην έγκλησή σας που διάβασα με προσοχή ήταν η επιλογή της μάρτυρος στην οποία προβήκατε: της άξιας δικαστού κ. Στενιώτη με μεγάλη συνδικαλιστική δράση.

Έτυχε να γνωρίσω την κ. Στενιώτη ως μάρτυς σε υπόθεση οικογενειακής φύσεως και να θαυμάσω το ζήλο της ως προς την ελευθερία του λόγου ( ΜονΠρωτΑθ 8834/2014), αλλά και των «εγκεκριμένων» όπως ατυχώς ονόμασε τους «εγκρίτους καθηγητές των νομικών σχολών» στην απόφαση που συνέταξε υποδειγματικά. Στην υπόθεση αυτή ασφαλιστικών μέτρων που αφορούσε προσβολή προσωπικότητας δια λόγου από καθηγητή ιδιαίτερα σεβαστό, ενώπιον της Ακαδημίας Αθηνών, κατονομάζοντας ως ατελή την μονογονεϊκή αλλά και τη θετή οικογένεια- η κ. Στενιώτη εξέφρασε την άποψη αφενός της απόλυτης ελευθερίας του λόγου ερμηνεύοντας το Σύνταγμα κατά τη νομολογία, αφετέρου προέβη σε σύμφωνη με την προσωπικότητα του γράφοντος συντακτική ερμηνεία του κειμένου ώστε να καταλήξει ότι δεν συντρέχει η παραμικρή προσβολή προσωπικότητας όταν χαρακτηρίζεται ως «ατελής» η μονογονεϊκή και η θετή οικογένεια.

Στην προκείμενη περίπτωση ο ποινικός χαρακτήρας των εγκλημάτων τιμής καθιστά το διακύβευμα περισσότερο ενδιαφέρον. 

Διερωτώμαι σοβαρά πώς η κ. Στενιώτη, ως μάρτυς θα καταθέσει κατά «εγκεκριμένου» ετέρου καθηγητή νομικής ο οποίος αγωνίζεται για το ζήτημα της ελευθερίας του λόγου επί έτη προσφέροντάς της άφθονες παραπομπές στη θεωρία, όταν υποστηρίζει την ελευθερία αυτή σε αποφάσεις της, ο οποίος (καθηγτής)  μάλιστα προσβάλει πρόσωπο και θεσμό που η νομολογία θεωρεί ανεκτό να υφίσταται προσβολές και όχι ένα μικρό παιδί και την οικογένειά του…

Δεν θα βρεθεί σε δύσκολη θέση όταν η απόφαση αυτή όπως και τόσες άλλες στις οποίες πρωτοστάτησε σε επιστημονική συμφωνία με τον κ. Τσακυράκη τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου που θα κρίνει το ζήτημα? Ο δικηγόρος του κ. Τσακυράκη δεν θα υποδείξει το θέμα και τη νομολογία των δικαστηρίων μας στη μάρτυρα που την συντάσσει. 

Κα Πρόεδρε, 

Με την εκτίμηση που τρέφω στο πρόσωπό σας φοβάμαι ότι εκτός από έναν νομικό υπερήρωα, θα δημιουργήσει η έγκλησή σας και μία μάρτυρα – μάρτυρα της δικαστικής και επιστημονικής συνέπειας. Η κ. Στενιώτη για να μαρτυρήσει καταθέτοντας στην έγκλησή σας, θα μαρτυρήσει και για την επιστημονική της συνέπεια. 

Διότι ο κ. Τσακυράκης στις απόψεις του είναι συνεπής.

Η κ.Στενιώτη όμως πώς θα τον αντιμετωπίσει? Επιστημονική άποψη δεν εκφράζει   ο συγκεκριμένος συγγραφέας για τους θεσμούς? Και πόσο άραγε απέχει ως εξύβριση η «αφελής Πρόεδρος του Αρείου Πάγου», από την «ατελή οικογένεια» ενός τέκνου μονογονεϊκής ή θετής οικογένειας?

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

23 Feb η μουσική των ελεύθερων ανθρώπων: το μέγαρο!


Όλοι ακούμε αυτές τις μέρες για την ανάληψη καθηκόντων από τον κ. Θεοχάρη στην προεδρεία του Μεγάρου Μουσικής μετά την κατάληξη της «υπόθεσης Μέγαρο» η οποία ξεκίνησε πριν από λίγες μέρες με την ψήφιση του νομοσχεδίου που «οδήγησε» το Μέγαρο στην… αγκαλιά και την πλήρη ευθύνη του Δημοσίου.
Σήμερα αφού ευχηθώ στον κ. Θεοχάρη καλή επιτυχία στο έργο του, και στον γείτονα Υπουργό Πολιτισμού δύναμη στον σκοπό του, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ την παράξενη μέρα που ο Χρήστος Λαμπράκης με κάλεσε να τον βοηθήσω στην υπόθεση Μέγαρο Μουσικής λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Μια υπόθεση στην οποία συνεργάσθηκα στενά με τον Χριστόφορο Αργυρόπουλο και έδωσε λαβή να γνωρίσω όλο το τότε ΔΣ του Μεγάρου, τους παρεπιδημούντες δικηγόρους, να ξαναδώ τον ΤΥΕ (για τους γνώστες της υπόθεσης Τεχνικό Σύμβουλο του Έργου), να μιλήσω με τους κατασκευαστές, να μετρήσω τα χρέη, το Ταμείο, να δουλέψω με τον κ. Μανωλόπουλο τότε διευθυντή του Μεγάρου και να υποχρεωθώ κάποια στιγμή να κλείσω με δύναμη την πόρτα του ΔΣ αποχωρώντας διότι ήταν ολοφάνερο ότι παρά τη βούληση του εν ζωή ακόμη Χρήστου Λαμπράκη να δώσει λύση στο όλο θέμα και να κρατήσει το Μέγαρο, το σκοπό του, τους εργαζόμενους και το όνειρο ζωντανό οι «άλλοι» είχαν γνώμη ασαφή, υποκειμενική και πάντως διαφορετική από τη γνώμη του Χρήστου Λαμπράκη που έφευγε από τη ζωή.
Ο Χρήστος Λαμπράκης που κυκλοφορούσε απλά και με τα πόδια, αγαπούσε τις γάτες και τη μουσική και βίωνε την αγάπη του με πάθος αλλά και προσωπικό δόσιμο, ήθελε να αφήσει στη Χώρα μία εστία τέχνης, μια φωλιά όπως την καταλάβαινε εκείνος για τις νότες που είχε στο νου του. Το αστικό όνειρο των Φίλων της Μουσικής έγινε σύντομα πολιτικό διακύβευμα έμπλεο πάθους και συμφερόντων τόσων και τόσων κυβερνήσεων. Το Μέγαρο έγινε νομολογία, αρθρογραφία, έγινε σκάνδαλο και τρέλα μιας ολόκληρης εποχής που δούλεψε και προσπάθησε με την παράλληλη ισχύ της τότε παντοδυναμίας του ΔΟΛ. Ο Χρήστος Λαμπράκης είχε ένα όνειρο για το οποίο κατηγορήθηκε αλλά και σπιλώθηκε όσο ζούσε, ένα όνειρο για το οποίο δεν υμνήθηκε αναλόγως μετά το θάνατό του.
Η αλήθεια είναι ότι κάτι κουνήθηκε στη Χώρα μας με το Μέγαρο (Αθηνών και Θεσσαλονίκης). Ήδη η Αθήνα έχει τη Στέγη, ο Νιάρχος χτίζει στον Ιππόδρομο, η Λυρική συνεχίζει να ανεβάζει σπουδαίες παραστάσεις και το Μέγαρο λειτουργεί παρά τα όσα έχει βιώσει. Η τέχνη δεν κατοίκησε στην Αθήνα ούτε στη Θεσσαλονίκη με το δυναμισμό που θα ήλπιζε κανείς. Όμως κτίρια, θεσμοί πολιτιστικά κτίρια όπως το Μουσείο Ακρόπολης δημιουργήθηκαν και πλέον φέρουν αρχιτεκτονικές υπογραφές. Μαζί με τη μουσική και η ζωγραφική διεκδικεί το μουσείο της η Πινακοθήκη εκσυγχρονίζεται, η μοντέρνα τέχνη αναζητά τη φωλιά της. Δειλά δειλά αλλά, Χρήστο Λαμπράκη, μέσα από τον ορυμαγδό κάτι κουνήθηκε παρά την κρίση χρήματος και αξιών.
Αυτά για το όνειρο και το όραμα.
Για τη νομοθεσία και το κράτος, το Μέγαρο είναι μια περιπέτεια σχέσης της νέας τάξης με την παλαιά αστική τάξη των Αθηνών όπως κανείς την βλέπει στη νομοθεσία φωτογραφικά. Ορμή του νέου (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ κλπ) αδράνεια του παλαιού και αφανισμός του μαζί με τις αξίες του. Το νέο πάλι άγαρμπα και πιεστικά κατέστησε ανορθολογικό ένα αστικό όραμα με ήχους λαϊκού ρεπερτορίου, που γρήγορα εγκαταστάθηκε στο Μέγαρο Μουσικής και αυτό. Η νέα αστική τάξη δεν δημιουργήθηκε ποτέ καθώς την πρόλαβε η οικονομική έκπτωση στη Μύκονο και τώρα πουλάει το νέο χρήμα για να αποφύγει τον ΕΝΦΙΑ και να βρει λιμάνι σε ασφαλή ύδατα χωρίς πόθεν έσχες.
Και για τη νομολογία πολλά έχει κανείς να πει καθώς επέτυχε συμβιβασμούς και δεν επέλυσε τίποτε κατ’ουσία εκτός από την αποζημίωση των κατοίκων της πολυκατοικίας του Πάρκου.
Η σχέση της τέχνης και του τύπου, της δημοκρατίας και του τύπου δοκιμάσθηκε επίσης και συνεχίζει να διατηρεί άλυτους γρίφους.
Ο Χρήστος Λαμπράκης λίγο πριν φύγει για κάπου που ελπίζω να ακούει όση μουσική χρειάζεται, ζήτησε τη λύση στη μουσική του εδώ κόσμου και δεν την επέτυχε. Το θυμάμαι, το καταθέτω και το υποστηρίζω. Η λύση ήταν ανεπιθύμητη και η έκβαση του Μεγάρου Μουσικής, η κατάληξή του, τα χρέη του ήταν διακαώς επιθυμητά από πολλούς όσο ακόμη ζούσε. Αποχωρώντας από το ΔΣ εκείνο το μεσημέρι ήξερα ότι τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν όπως ζητούσε και ήθελε με την τόλμη του ετοιμοθάνατου ανθρώπου που δικαιούται να είναι όσο αλτρουιστής πιστεύει. Ομολογώ ότι τόσα χρόνια μετά κανείς δεν αναζήτησε το γιατί. Και κανείς δεν επέβαλε κυρώσεις σε όσους προκάλεσαν αυτή την κατάληξη.
Ελπίζω το όνειρο του Χρήστου Λαμπράκη να εκπληρωθεί κάποτε ανεξάρτητα από το ποιός θα το πράξει και η μουσική να αφορά όλο τον τόπο, η ομορφιά να κερδίσει την ασχήμια, η τέχνη να έχει μια θέση στη Λεωφόρο Β. Σοφίας και σε κάθε γωνιά της χώρας μας. Ελπίζω οι άνθρωποι να χαϊδεύουν τις γάτες που τόσο αγαπούσε και να ντρέπονται να αντιμιλούν όπως εκείνος. Να είναι ευγενείς με τους υβριστές. Αλλά επειδή το κείμενο φέρνει πλέον σε σχολική έκθεση περιορίζομαι στην κατάθεση της εμπειρίας μου και φυσικά είμαι στη διάθεση όποιου θέλει να την μοιραστούμε. Η πόρτα του ΔΣ που δεν βρόντηξε λόγω μόνωσης ακόμη παίζει μουσική στα δικά μου αυτάκια άλλωστε. Τη βροντερή ηρωϊκή heroika ενός ασήμαντου που του υποσχέθηκαν να κάνει τον παλαβό προς 9.000 ευρώ το μήνα και αρνήθηκε.
κ. Πρόεδρε καλή επιτυχία στο έργο σας. Σας εύχομαι μουσική, μουσική, μουσική…

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

είναι τα hot spots τα νέα στρατόπεδα συγκεντρώσεως?


Tι είναι λοιπόν αυτή η νέα λέξη και πόσο επηρεάζει την ιστορία της Ευρώπης? Ηοt spot μοιάζει να είναι η νέα λέξη εκτόνωσης μιας τεράστιας κρίσης για την Ευρώπη, οικονομικής, ανθρωπιστικής, μιας κρίσης αξιών που όμοιά της δεν υπήρξε για να δοκιμάσει τις αξιακές της αντοχές. Μιας Ευρώπης που ενώθηκε σε συνέχεια των στρατόπεδων συγκεντρώσεως της Γερμανίας, της Πολωνίας, των πάσης φύσεως γκέτο που υιοθέτησε ιστορικά για να απομονώσει τον ξένο, τον άλλο, τον ανεπιθύμητο. Η ιστορία της Ευρώπης, αυτής που ίδρυσε το τραπεζικό φαινόμενο και λύγισε από αυτό είναι ιστορία γκέτο. Νέα γκέτο έρχονται να προστεθούν στα εδάφη της ελληνικής επικράτειας, της χώρας που κάποτε ονομάτισε τη δημοκρατία και που δεν έχει εθιστεί στο φαινόμενο των στρατοπέδων πάσης φύσεως πλην εξαιρέσεων.
Τα τέσσερα από τα πέντε κέντρα καταγραφής προσφύγων hot spots στα νησιά και το ένα κέντρο επαναπροώθησης είναι έτοιμα. Το κέντρο καταγραφής στην Κω θα είναι έτοιμο σε 5 ημέρες. Στη Σάμο, που λειτουργεί το κέντρο καταγραφής θα είναι έτοιμο στις 23 του μηνός, λόγω επέκτασης των εγκαταστάσεων, ενώ το κέντρο επαναπροώθησης των προσφύγων δεν θα αντικατασταθεί, αλλά θα υπάρξει προσθήκη σε αποθήκη του ΟΛΘ.
Αυτά ανακοίνωσαν, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Πάνος Καμμένος και ο αναπληρωτής υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννης Μουζάλας κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου για το θέμα των σχετικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η Ελλάδα έναντι της ΕΕ.
Όπως διευκρίνισε ο κ. Μουζάλας, το κέντρο επαναπροώθησης των προσφύγων στα Διαβατά δεν θα αντικατασταθεί, αλλά θα επεκταθεί με κατάλληλη διαμόρφωση του χώρου του ΟΛΘ.
Έτοιμα τα 4 από τα 5 hotspots – Πώς θα μετακινούνται οι πρόσφυγες
Ο κ. Καμμένος ανακοίνωσε μάλιστα την υπογραφή συμφωνίας με το Χαμόγελο του Παιδιού και την Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία για την καταλληλότερη διαχείριση του θέματος των παιδιών προσφύγων που καταφθάνουν στα κέντρα καταγραφής προσφύγων/μεταναστών.
Hot spots
Λέσβος
Σάμος
Λέρος
Κως
Κέντρα μετεγκατάστασης
Διαβατά
Σχιστό
Στους πρώτους πρόσφυγες που κατεύθασαν στα ζεστά σημεία δόθηκαν βραχιολάκια με αριθμό που φορούν υποχρεωτικά στο χέρι.
“ζεστά σημεία” στο χάρτη της ενωμένης Ευρώπης αποτελούν μέρος της λύσης και οχι τη λύση του προσφυγικού σύμφωνα με τον Μ. Ρέντσι “Hotspots are a part of the solution, not the solution itself.” Οπως ήταν και τα γκέτο, και τα camp και όλα τα σημεία του χάρτη με φράχτη που είχε μέση ανθρώπους και δεν ήταν φυλακή. Ελπίζουμε κ. Ρέντσι, η λύση που διαλέγετε να μην είναι η τελική λύση ή άλλως λεχθείσα και “final solution“.

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

ΥΠΌΘΕΣΗ ΡΑΛΦ ΠΟΛΕ


Η υπόθεση Πολε είναι  γνωστή σε πολλούς και έδωσε έναυσμα για την οριοθέτηση του πολιτικού εγκλήματος στην Ελλάδα.

Τον Ιούλιο του 1976 συνελήφθη στην Αθήνα ο Ρολφ Πόλε, τον οποίο καταζητούσαν ως τρομοκράτη οι γερμανικές διωκτικές αρχές. Το αρμόδιο 5μελές Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το βούλευμα 12/1976 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απέρριψε το γερμανικό αίτημα για έκδοση του Πόλε, κρίνοντας ότι η δράση του (δηλαδή και τα αδικήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί στη χώρα του) είχε πολιτικό χαρακτήρα.
Οπως αναφέρει η απόφαση «(ο Πόλε) ήτο κατά το 1971 μέλος μιας επαναστατικής εξτρεμιστικής οργανώσεως, ήτις είχε πολιτικούς σκοπούς και απέβλεπεν εις ενεργόν δράσιν προς ανατροπήν του κρατούντος εις την Δυτικήν Γερμανίαν πολιτικού καθεστώτος και εις αγώνα από κοινού μετά των καταπιεζομένων εις όλον τον κόσμον κατά του Ιμπεριαλισμού και του μονοπωλιακού Καπιταλισμού και εστρέφετο εν γένει κατά του πολιτικού κατεστημένου της Δυτικής Κοινωνίας».
Η πλειοψηφία του δικαστηρίου (τρεις στους πέντε) έκρινε ότι τα εγκλήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί ο Πόλε στη Γερμανία (πλαστογραφία εγγράφων, απάτη, ληστεία, εκβίαση, ένοπλη αντίσταση κατά αστυνομικών οργάνων και εγκλήματα σχετικά με εκρηκτικές ύλες) συνάπτονται ευθέως προς τους πολιτικούς σκοπούς της οργάνωσης, κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται η έκδοσή του.
Η απόφαση αυτή συμβάδιζε απολύτως με την τοποθέτηση σημαντικών εκπροσώπων του νομικού και πολιτικού κόσμου.
Ο καθηγητής Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, επικρότησε τη νομική της ορθότητα:
«Το θέμα είναι καθαρά νομικό. Οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε στη Γερμανία έγκυρα έχουν αποδοθεί από την απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή διεπίστωσε πολιτικό κίνητρο στον Πόλε. Αυτό σημαίνει ότι οι πράξεις του συνιστούσαν μεικτό πολιτικό αδίκημα. Τα μεικτά πολιτικά αδικήματα υπάγονται στην απαγόρευση εκδόσεως. (…) Πρέπει να κατανοηθεί ότι η απόφαση περί μη εκδόσεως του Πόλε δεν σημαίνει πολιτική ταύτιση μαζί του, αλλά σεβασμό στις δικονομικές αρχές του κράτους δικαίου».
Ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ ήταν πιο κατηγορηματικός: «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τα αδικήματα του Πόλε είναι πολιτικά. Ο Πόλε αγωνίσθηκε και αγωνίζεται για την επικράτηση των ιδεών του. Η απόφαση του Εφετείου δεν επιδέχεται παρερμηνείες ως προς το σημείο αυτό. Και ήταν μια απόφαση που τιμά τους Ελληνες δικαστές που την εξέδωσαν. Καμιά σκοπιμότητα δεν δικαιολογεί την έκδοση του Πόλε».
Ο Ανδρέας Παπανδρέου λίγες μέρες αργότερα και ενόψει της εκδίκασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό από τον Αρειο Πάγο προειδοποίησε: «Αναμένεται από ολόκληρο τον ελληνικό λαό ν’ αποδείξει η Ελληνική Δικαιοσύνη την ανεξαρτησία της, τόσο απέναντι στην εκτελεστική εξουσία, όσο και απέναντι στις αφόρητες και απαράδεκτες επεμβάσεις της γερμανικής κυβερνήσεως. Ο λαός αναμένει και θα κρίνει».
Ανάλογες τοποθετήσεις είχαν οι εκπρόσωποι όλου του φάσματος της αριστεράς, διαχωρίζοντας βέβαια τη θέση τους από τις απόψεις και τη δράση του εκζητούμενου γερμανού πολίτη. Ο τότε γενικός γραμματέας της Κ.Ε. του ΚΚΕ Χαρίλαος Φλωράκης δήλωσε: «Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε εκτιμήσεις σχετικά με την ορθότητα των κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων και την αποτελεσματικότητα της τακτικής του, η δράση του Ρολφ Πόλε είναι καθαρά πολιτική. Οι Ελληνες έχουν πλούσια και πικρή πείρα για το πώς μετατρέπονται τα πολιτικά αδικήματα σε ποινικά».
Ανάλογη ήταν η δήλωση και του γραμματέα της Κ.Ε. του ΚΚΕ εσωτερικού Μπάμπη Δρακόπουλου: «Διαφωνούμε με το σύστημα των ιδεών και τη δραστηριότητα του Πόλε. Είμαστε όμως ριζικά αντίθετοι με την έκδοσή του στις γερμανικές αρχές».
Ο Μανόλης Γλέζος, μέλος τότε της Ε.Ε. της ΕΔΑ, πρόσθεσε και τη δική του φωνή: «Διαφωνούμε με τις ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις του Ρολφ Πόλε. Διαφωνούμε ακόμη και με τις μεθόδους που χρησιμοποιεί για την πραγμάτωσή τους. Αλλά οι διαφωνίες αυτές σε καμιά απολύτως περίπτωση δεν είναι δυνατόν να μας οδηγήσουν στην άρνηση της παραδοχής της πολιτικής προσωπικότητας του Πόλε. Το πρόβλημα καθίσταται ακόμη πιο επικίνδυνο από την πίεση που ασκεί η κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας για την έκδοση του Πόλε».
Σαφής υπήρξε και ο Στάθης Παναγούλης: «Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Πόλε είναι μία μορφή αγώνα και δράσης, που είτε εγκρίνονται είτε όχι από όλους μας, στρέφονται ενάντια στην αντίδραση και τον ιμπεριαλισμό και εντάσσονται καθαρά σε πολιτικά πλαίσια. Γι’ αυτό ο Πόλε δεν πρέπει να εκδοθεί. Η ελληνική κυβέρνηση ας του δώσει πολιτικό άσυλο, αν το ζητήσει, ή ας τον αφήσει να φύγει σε χώρα που θέλει».
Με εξαίρεση την «Εστία» και τον «Ελεύθερο Κόσμο» ο τύπος συντάχθηκε υπέρ του πολιτικού χαρακτήρα των αδικημάτων και συνεπώς υπέρ της απόφασης του Εφετείου. Σύλλογοι, σωματεία και πολιτικές ομάδες κινητοποιήθηκαν για να αποτρέψουν τη διαφαινόμενη ανατροπή της απόφασης.
Ο πρόεδρος της ΕΦΕΕ Στέφανος Τζουμάκας διατύπωσε την άρνηση του φοιτητικού κινήματος να δεχτεί μια τέτοια εξέλιξη: «Η σπουδάζουσα νεολαία της Ελλάδος, η γενιά του Πολυτεχνείου, μέσα από τα βασανιστήρια της ασφάλειας και της ΕΣΑ, ξέρει τι περιμένει τον Ρολφ Πόλε αν εκδοθεί. Ολόκληρη η ελληνική νεολαία είναι σίγουρη για τον πολιτικό χαρακτήρα της δίκης και γνωρίζει -απ’ τη νεοελληνική ιστορία τουλάχιστον- εκτελέσεις αγωνιστών εν ψυχρώ από δουλικές και υποτελείς ελληνικές κυβερνήσεις. Σ’ αυτή την υπόθεση οι δικαστές του Αρείου Πάγου δεν είναι “εύκολο” για το θεσμό να αποφασίσουν όπως επί δικτατορίας. Λευτεριά στον αγωνιστή Ρολφ Πόλε».
Ακόμα και ο Ζαν Πολ Σαρτρ, που βρέθηκε εκείνες τις μέρες στην Ελλάδα, έσπευσε να πάρει θέση: «Μαθαίνω πως ο Ρολφ Πόλε κινδυνεύει να εκδοθεί από την Ελλάδα στη Γερμανία. Καταλαβαίνω την έκδοση ενός κρατουμένου που κατηγορείται για αδίκημα του ποινικού δικαίου, όμως τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Πόλε είναι πολιτικά. Για τα πολιτικά αδικήματα η έκδοση είναι παράνομη. Εύχομαι ο Αρειος Πάγος να μην παραβιάσει τούτο το έθιμο, ξαναστέλνοντας τον Ρολφ Πόλε στις γερμανικές αρχές».
Η γενική κινητοποίηση δεν απέτρεψε την έκδοση του Πόλε. Η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε.
Ο Αρειος Πάγος με την απόφαση 890 της 1ης Οκτωβρίου 1976 «εξαφάνισε»την απόφαση του Εφετείου, κρίνοντας ότι τα εγκλήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί ο εκζητούμενος δεν μπορεί να θεωρηθούν πολιτικά.
Ο Πόλε μεταφέρθηκε στη Γερμανία και παραδόθηκε στους διώκτες του. Η τότε αντιπολίτευση κατηγόρησε τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή ότι μ’ αυτό τον τρόπο προσέφερε ένα πολιτικό δώρο στο φίλο του Χέλμουτ Σμιτ ενόψει των γερμανικών εκλογών που διεξάγονταν την επομένη. Ο σάλος κράτησε λίγες μέρες ακόμη, αλλά η υπόθεση δεν είχε κλείσει.
Ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευστάθιος Μπλέτσας δεν έμεινε ικανοποιημένος με την τελική λύση που δόθηκε στο θέμα. Οπως έγινε γνωστό πολλές μέρες αργότερα, ο Μπλέτσας εισηγήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1976 προς το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου την πειθαρχική δίωξη σε βάρος των τριών δικαστών που πλειοψήφησαν στο Εφετείο (Κ. Αλεξόπουλος, Σ. Βάλλας, Χ. Σαρτζετάκης).
Το σκεπτικό της εισαγγελικής πρότασης (που κι αυτό έγινε γνωστό δύο μήνες αργότερα) αφορούσε αποκλειστικά τον χαρακτηρισμό ως πολιτικών των εγκλημάτων που σχετίζονται με τις ένοπλες οργανώσεις που συνήθως ονομάζονται «τρομοκρατικές».
«Η εγκληματική ένωσις της οποίας μετείχεν ο εκζητούμενος δεν στρέφεται κατά του εν Γερμανία κρατούντος πολιτικού καθεστώτος μόνον, αλλά κατά του εν τη χώρα ταύτη και πάση άλλη του Δυτικού κόσμου ισχύοντος οικονομικού και κοινωνικού καθεστώτος. (…) Η τοιαύτη εγκληματική ένωσις και τα υπό των μελών αυτής διαπραττόμενα εγκλήματα σχεδόν ουδέποτε εθεωρήθησαν πολιτικά εγκλήματα, αλλά εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου. Εις δε την εποχήν μας, καθ’ ην αι αναρχικαί και τρομοκρατικαί οργανώσεις επληθύνθησαν, καταστάσαι κοινός κίνδυνος διά τους πολίτας παντός κράτους, δεν γίνεται καν λόγος περί πολιτικών εγκλημάτων ως προς τα εγκλήματα της τρομοκρατίας, αλλά της ανάγκης αυστηροτέρου του προβλεπομένου υπό των ποινικών νόμων κολασμού αυτών, συντελουμένης προς τούτο διεθνούς κινήσεως των πεπολιτισμένων κρατών. (…)
» Οι γνωμοδοτήσαντες υπέρ της μη εκδόσεως εφέται κατέληξαν εις στην κρίσιν περί της συμμετοχής του Ρ. Πόλε εις την προαναφερθείσαν εγκληματικήν ένωσιν ως πολιτικού εγκλήματος. Η κρίσις όμως αυτή ευρίσκεται εις οξείαν αντίθεσιν προς το συμπέρασμα εις το οποίον ώφειλον να καταλήξουν κατά τους μάλλον στοιχειώδεις κανόνας της λογικής. (…) Αποτελεί αυτόχρημα ασυγχώρητον νομικόν σφάλμα διά τη σύγχρονον κοινήν περί Δικαίου αντίληψιν ο χαρακτηρισμός ως πολιτικού εγκλήματος της εγκληματικής ενώσεως. (…) Επειδή η ως άνω γνωμάτευσις καταδεικνύει παράβασιν καθήκοντος, αυθαιρεσίαν και άκραν επιπολαιότητα, ασκούμε πειθαρχικήν αγωγήν κατά των τριών εφετών…».
Η άσκηση πειθαρχικής δίωξης εις βάρος των τριών δικαστών προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Θεωρήθηκε ως ευθεία παραβίαση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και καταγγέλθηκε από τα κόμματα και τον τύπο. Ο Γεώργιος Μαύρος ζήτησε από τον υπουργό Δικαιοσύνης Κωνσταντίνο Στεφανάκη να κινήσει πειθαρχική διαδικασία εις βάρος του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ο Ανδρέας Παπανδρέου συνέκρινε την υπόθεση με την επέμβαση του Κόλλια στην υπόθεση Λαμπράκη. Ολοι οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί της αντιπολίτευσης πήραν παρόμοιες θέσεις.
Την κίνηση Μπλέτσα στιγμάτισαν και γνωστοί νομικοί, όπως ο επίτιμος πρόεδρος του Αρείου Πάγου Αντώνιος Φλώρος, οι καθηγητές Μαγκάκης, Ανδρουλάκης και Βεγλερής, ο πρόεδρος του ΔΣΑ Ευάγγελος Γιαννόπουλος και πολλοί δικηγόροι (Στ. Αλεξανδρής, Αρ. Οικονομίδης, Ν. Γαλεάδης, Σ. Στεφανάκης, Αλ. Λυκουρέζος).
Με ομόφωνο ψήφισμά του το δ.σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών αποδοκίμασε την πειθαρχική δίωξη και ζήτησε την παραίτηση του εισαγγελέα: «Η παραμονή του κ. Μπλέτσα στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κλονίζει το κύρος του θεσμού και ζημιώνει τη Δικαιοσύνη και γι’ αυτό επιβάλλεται η παραίτησή του». Ανάλογη θέση πήραν και οι καθηγητές της Νομικής Σχολής Αθηνών που συνεδρίασαν στις 8 Δεκεμβρίου: «Η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών θεωρεί ότι το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος αποκλείουν την πειθαρχική δίωξη των δικαστών διά κρίσιν ή γνώμην εν τη εκτελέσει των καθηκόντων των».
Ο δικηγόρος Ραλφ Πόλε πέθανε στην Αθήνα το 2004 και ήταν παντρεμένος με την δικηγόρο Κατερίνα Ιατροπούλου.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

η αποχαλινωμένη ελευθερία της έκφρασης: περίπτωση Λαζόπουλου και λοιπών ανοήτων

17 Feb

Η ελευθερία του λόγου ή η ελευθερία της έκφρασης μας απασχολεί ιδιαίτερα ως νομικούς αλλά και ως πολίτες. Θιγόμενοι από τα λόγια του Λαζόπουλου αντιδρούμε στο ρατσιστικό του λόγο που προβάλεται τηλεοπτικά, υποστηρίζοντας παράλληλα τον γερμανό καθηγητή που διώχθηκε ποινικά πρόσφατα στην Κρήτη για τις απόψεις του και αθωώθηκε. Ομάδες θυμωμένων πολιτικών υπερασπίζονται τον δεύτερο και μαίνονται κατά του πρώτου.  Γενικό φαινόμενο σε σχέση με την ελευθερία του λόγου είναι η αποδοχή δύο μέτρων και δύο σταθμών. Η ελευθερία του λόγου απαγορεύει την αμφισβήτηση του Ολοκαυτώματος αλλά επιτρέπει την αμφισβήτηση της γενοκτονίας των Αρμενίων. Η ουσία στο βάθος είναι ξεκάθαρη: κανείς δεν επιτρέπει να τον βρίζουν ή να βρίζουν το λαό του, την ιστορία του, το θεό του, το σώμα του. Καθένας επιθυμεί να δώσει μια γροθιά στον απέναντι που τον θίγει και να τον κάνει να σωπάσει για πάντα. Η ελευθερία του λόγου όμως επιτρέπει δηλώσεις που οφείλουν να γίνουν ανεκτές.Οσο πιό απόλυτη είναι αυτή η ελευθερία τόσο πιό ανεκτική και ώριμη η κοινωνία που την αποδέχεται.
Πρόσφατα είδα τη νομολογία των ασφαλιστικών μέτρων για το θέμα και έντρομη διαπίστωσα ότι μπορεί κανείς να λέει ότι του κατέβει ενόψει του γεγονότος ότι η ελευθερία του λόγου επιτρέπει πολλά και διάφορα απίστευτα. Η νομολογία των δικαστηρίων είναι πραγματικά απελευθερωτική ακόμη και για το λόγο μίσους hate speach όπως ονομάζεται. Και όμως, όταν ο Λαζόπουλος βρίζοντας το Σόιμπλε (που ως δημόσιο πρόσωπο πρέπει να ανέχεται το δημόσιο βρίσιμο κατά τη νομολογία), προσβάλει τους ανθρώπους που ζουν σε καροτσάκι θυμώνουμε και αγριεύουμε. Τι θα έλεγε για την περίπτωση κάποιος υπερασπιστής της απόλυτης αυτής ελευθερίας? Λάθος κρίνει ο δικαστής?
Συνδέεται τάχα η ελευθερία του λόγου με την εξουσία? Θεωρώ ότι το δίχως άλλο ναι. Η νομολογία για την άρνηση και τους αρνητές του Ολοκαυτώματος δεν θα άντεχε το αντίπαλον δέος της Μοσσάντ ή των εβραίων που είναι αποφασισμένοι να φθάσουν στα άκρα. Ας μην βλέπει όμως κανείς ιστορικά τα γεγονότα σε συγκεκριμένη στιγμή μονάχα. Ο Εβραικός λαός βρίστηκε δημόσια με πάθος για αιώνες μέχρι να φθάσει στο σημείο να επιβάλει μια ιστορική θέση και αυτή μόνον για το Ολοκαύτωμα.
Ο Αριστείδης Χατζής αναφέρει ενδεικτικά για τη σχέση της Αμερικανικής και της ευρωπαϊκής σχολής:
Στις 4 Οκτωβρίου 1976 ο Frank Collin, ηγέτης μιας μικρής ομάδας νεοναζί στο Σικάγο ζήτησε άδεια για να παρελάσει με την ομάδα του στο προάστιο Σκόκι. Οι δημοτικές αρχές έθεσαν κάποιες προϋποθέσεις που καθιστούσαν αδύνατη την παρέλαση και οι νεοναζί κατέφυγαν στα δικαστήρια. 
Στις 28 Απριλίου 1977 το τοπικό δικαστήριο δικαίωσε τον δήμο καθώς στο Σκόκι οι 40.000 από τους 70.000 κατοίκους του ήταν εβραϊκής καταγωγής, οι 5.000 μάλιστα από αυτούς ήταν επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. Γι’ αυτό άλλωστε οι νεοναζί επέλεξαν το Σκόκι για την παρέλασή τους. Στην παρέλαση αυτή σχεδίαζαν να φορέσουν στολές του γερμανικού ναζιστικού κόμματος και να φέρουν σημαίες με σβάστικες.
Ο στόχος των ναζί ήταν προφανής: η παρέλαση μπροστά από τα σπίτια ανθρώπων που επέζησαν από το ολοκαύτωμα ή έστω ανθρώπων που έχασαν αγαπημένα πρόσωπα σ’ αυτό θα προκαλούσε ισχυρή ψυχική οδύνη στον εβραϊκής καταγωγής πληθυσμό του Σκόκι. 
Αυτό ισχυρίστηκαν οι δικηγόροι της κοινότητας του Σκόκι στα δικαστήρια, τονίζοντας ακόμα ότι ο λόγος μίσους, ο ρατσιστικός και μισαλλόδοξος λόγος, δεν θα πρέπει να προστατεύεται καθώς ισοδυναμεί με φυσική βία (και ορισμένες φορές είναι πολύ πιο οδυνηρός). Επιπλέον η παρουσία των Ναζί στο Σκόκι θα οδηγούσε οπωσδήποτε σε βίαιες συγκρούσεις που δεν θα μπορούσαν να ελεγχθούν από τις αρχές.
Όμως οι νεοναζί βρήκαν έναν ανεπιθύμητο γι’ αυτούς σύμμαχο. Την American Civil Liberties Union (ACLU), τη μεγαλύτερη φιλελεύθερη οργάνωση προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων στις Η.Π.Α. Η ACLU κατέφυγε στα ομοσπονδιακά δικαστήρια και κέρδισε εκ μέρους των νεοναζί όλες τις δικαστικές διαμάχες με αποκορύφωμα τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολιτείας του Ιλλινόι και του 7ου Περιφερειακού Εφετείου.
Τα αμερικάνικα δικαστήρια δικαίωσαν ουσιαστικά όχι τους Ναζί (που τελικά δεν παρέλασαν στο Σκόκι) αλλά την ACLU που έδωσε και συνεχίζει να δίνει αγώνες για την μεγαλύτερη δυνατή προστασία της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης που την έχει κατοχυρώσει η περίφημη πρώτη τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος:
«Το Κογκρέσο δεν θα θεσπίσει κανένα νόμο που να περιορίζει την ελευθερία του λόγου ή του τύπου.» Και «όταν λέμε κανέναν, εννοούμε κανένα νόμο» έλεγε ο ανώτατος αμερικανός δικαστής Hugo Black. Αν και η ACLU έχασε 30.000 μέλη και $500.000 σε εισφορές δεν υποχώρησε, ενώ πολλοί από τους δικηγόρους της που υπερασπίστηκαν με πάθος το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης των ναζί ήταν εβραϊκής καταγωγής.
Αντίθετα στην Ευρώπη η προστασία είναι όχι μόνο ελλιπής αλλά πολλές φορές και ανύπαρκτη. Τιμωρούνται πολλά είδη λόγου, η άρνηση του Ολοκαυτώματος, η άρνηση της γενοκτονίας των Αρμενίων, σε πολλές περιπτώσεις απαγορεύεται ακόμα και η στράτευση σε ακραίες οργανώσεις της Αριστεράς ή της Δεξιάς. Στην Ελλάδα (και αλλού) φτάσαμε στο τραγελαφικό σημείο να ποινικοποιούμε και την κουκούλα στις διαδηλώσεις.”
Το ζήτημα δεν είναι ακόμη κοντά στο να βρει τη λύση του. Και τούτο διότι με την αύξηση της ελευθερίας αυξάνεται και το θράσος και η επιθετικότητα των ανόητων. Διότι ανόητος και εξυπνάκιας ήταν ο Λαζόπουλος ο οποίος ηρωοποίησε τον Σόιμπλε λες και όλοι οι ΑΜΕΑ είναι σοφοί και σπουδαίοι.  Το δίχως άλλο θα υπάρχουν και ΑΜΕΑ με πάθη και ανοησία. Η ελευθερία του λόγου θα όφειλε να στηρίζει την ανοησία του Λαζόπουλου και να μην προκαλεί οργή, όπως συμβαίνει στη νομολογία συχνά. Ποιός όμως μας λέει ότι η νομολογία και η δικαιοσύνη παρακολουθούν το κοινό αίσθημα? διότι μια μπουνιά στο Λαζόπουλο θα του την όφειλε ο κάθε παραπληγικός ώσπου να γίνει τόσο μαύρος ώστε να τον υπερασπισθούν οι μαύροι.