ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έταξε στην Ελλάδα, στη Γαλλία και στη Σουηδία προθεσμία έως τις 29 Οκτωβρίου προκειμένου να προχωρήσουν στην απελευθέρωση των αγορών τυχερών παιχνιδιών και να επιτρέψουν τη λειτουργία και ξένων ομίλων σε αυτές. Η Κομισιόν έχει ήδη προειδοποιήσει τη Γαλλία και τη Σουηδία ότι βρίσκονται «ένα βήμα» πριν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ενώ στην περίπτωση της Ελλάδας έχει εκδώσει προειδοποίηση σχετικά με τα κρατικά μονοπώλια τυχερών παιχνιδιών[1].
Το ζήτημα των μονοπωλίων στον τομέα των τυχερών παιχνιδιών
[2] έχει απασχολήσει επανειλημμένως την Ευρωπαϊκή Ένωση και έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια ποικίλες αποφάσεις του ΔΕΚ[3]. Η θέση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έως σήμερα ήταν σαφής : είχε κριθεί ότι είναι επιτρεπτοί οι περιορισμοί στον τομέα των τυχερών παιγνίων εφόσον τίθενται αδιακρίτως σε όλους τους πολίτες, για λόγους προστασίας της κοινωνικής τάξεως ή εν όψει των κοινωνικών και πολιτιστικών ιδιομορφιών κάθε κράτους – μέλους αρκεί οι απαγορεύσεις αυτές να μη θίγουν την ελευθερία παροχής υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, και συνεπώς τα κράτη - μέλη να μη προβαίνουν σε διακρίσεις υπέρ των ημεδαπών τυχερών παιγνίων. Επαφίεται συνεπώς στα κράτη μέλη και στον εθνικό νομοθέτη η αποκλειστική αρμοδιότητα να θέτει περιορισμούς και απαγορεύσεις σε θέματα διοργάνωσης και διεξαγωγής τυχερών παιγνίων. Με τις πιο πρόσφατες όμως αποφάσεις του ΔΕΚ αλλά και την όλη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης η θέση αυτή φαίνεται να αλλάζει. Η κρίση του ΔΕΚ επικεντρώνεται στο νομικό προβληματισμό ότι κατά το κοινοτικό δίκαιο περιορισμοί στον ανταγωνισμό και στην ελεύθερη κυκλοφορία, εγκατάσταση, παροχή υπηρεσιών κλπ επιτρέπονται μόνον κατ΄ εξαίρεση και δη εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 45 και 46 ΕΚ ή επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος[4].
Το ζήτημα φαίνεται να αποκτά ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον ενόψει των διακυβευομένων οικονομικών συμφερόντων τα οποία διευρύνονται σημαντικά με την είσοδο στο χώρο των τυχερών παιγνίων των εταιριών στοιχημάτων που δραστηριοποιούνται μέσω του διαδικτύου. Το ελληνικό κράτος μέσω του μονοπωλίου του ΟΠΑΠ κερδίζει μεγάλα χρηματικά ποσά και έχει συμφέρον να διατηρήσει το μονοπώλιο. Από δηλώσεις άλλωστε των κυβερνητικών εκπροσώπων στον ημερήσιο τύπο φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να διατηρήσει το μονοπώλιο για όσο μπορεί. Οι εξελίξεις στο χώρο απότι φαίνεται θα είναι σημαντικές και η θέση της ΕΕ φαίνεται να είναι κρίσιμη. Δεν αποκλείεται μάλιστα να γίνουν προσπάθειες για την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα των τυχερών παιγνίων
[5]

[1] Ενδεικτικά βλ. http://news.pathfinder.gr/world/eu/423781.html, www.euro2day.gr
[2] Στην Ελληνική νομοθεσία το μονοπώλιο στον τομέα των τυχερών παιγνίων συναντάται το πρώτον Tο 1888 με το νόμο AXΛ της 30/12/1887-20/1/1888 «Περί Λαχείων» ρύθμισε καταρχήν τη γενική απαγόρευση σύστασης λαχείων και τις κρατικά ελεγχόμενες εξαιρέσεις της υπέρ κοινωφελών σκοπών. Έκτοτε ακολούθησε σειρά από σχετικά νομοθετήματα. Βλ. ενδεικτικά Β.Δ> από 20.12. 1958 «περί συστάσεως Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ)», Ν.1904/90 περί λειτουργίας αριθμολαχείου ΛΟΤΤΟ και λαχείου ΠΡΟΤΟ κλπ
[3] Ενδεικτικά βλ. C 275/92, C 124/97, C-65/05, Επιτροπή κατά Ελλάδος, για την αντίθετη στο κοινοτικό δίκαιο απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων επ’ απειλή ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων. Στις νεότερες αποφάσεις όπως είναι οι συνεκδικασθείσες C-338/04,C-359/04 και C-360/04 (για εταιρείες στοιχημάτων μέσω διαδικτύου), C-191/06, C-397/05, C-466/05κρίθηκε ότι «Εθνική κανονιστική ρύθμιση απαγορεύουσα την άσκηση δραστηριοτήτων συγκεντρώσεως, αποδοχής, καταχωρίσεως και διαβιβάσεως προτάσεων στοιχημάτων, ιδίως επί αθλητικών εκδηλώσεων, ελλείψει παραχωρήσεως αδείας από τις αρμόδιες αρχές ή χορηγήσεως αδείας από την αστυνομία του οικείου κράτους μέλους συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που προβλέπουν, αντιστοίχως, τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ.
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει αν η εθνική κανονιστική ρύθμιση, καθόσον περιορίζει τον αριθμό των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των τυχερών παιγνίων, συμβάλλει πράγματι στην επίτευξη του σκοπού της αποτροπής της εκμεταλλεύσεως των δραστηριοτήτων στον τομέα αυτό για εγκληματικούς σκοπούς ή για απάτες.
Τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η οποία απέκλειε και εξακολουθεί να αποκλείει από τον τομέα των τυχερών παιγνίων τις επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί υπό τη μορφή κεφαλαιουχικής εταιρίας, της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο.
Τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η οποία επιβάλλει ποινικές κυρώσεις σε πρόσωπα, όπως οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης, για την άσκηση οργανωμένης δραστηριότητας συγκεντρώσεως στοιχημάτων ελλείψει της απαιτούμενης από την εθνική νομοθεσία παραχωρήσεως αδείας από τις αρμόδιες αρχές ή χορηγήσεως αδείας από την αστυνομία, στις περιπτώσεις που τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν δυνατό να λάβουν τις σχετικές άδειες λόγω της κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου αρνήσεως του οικείου κράτους μέλους να τους τις παράσχει».
[4] C-338/04,C-359/04 και C-360/04 «Κατά συνέπεια, με την απόφαση έγινε δεκτό ότι το άρθρο 4 του νόμου 401/89 συνιστά περιορισμό των δικαιωμάτων της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (σκέψη 59) και ότι επιβάλλεται να εξεταστεί αν μπορούν να επιτραπούν τέτοιοι περιορισμοί λόγω μιας των εξαιρέσεων που προβλέπουν τα άρθρα 45 ΕΚ και 46 ΕΚ ή για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος (σκέψη 60).» Αναφέρεται δε στις προτάσεις του εισαγγελέα στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-338/04,C-359/04 και C-360/04 ότι στις εξαιρέσεις αυτές 33. Σε καμία από αυτές τις δύο εξαιρέσεις δεν περιλαμβάνεται η μείωση των φορολογικών εσόδων (σκέψη 61) ή η χρηματοδότηση κοινωνικών δράσεων από το προϊόν των εσόδων που πρέπει «να συνιστά [...] παρεπόμενη ευεργετική συνέπεια» (σκέψη 62).
[5] Στις προτάσεις του εισαγγελέα στις συνεκδικασθείσες C-338/04,C-359/04 και C-360/04 διατυπώνεται ρητά η άποψη ότι υπάρχει ανάγκη για εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα των τυχερών παιγνίων (σκέψεις 144-149) :
«Η έλλειψη εφαρμοστέων στα τυχερά παίγνια διατάξεων παραγώγου δικαίου καθιστά αναγκαίο να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα με σημείο αφετηρίας το πρωτογενές δίκαιο, μολονότι, λαμβανομένων υπόψη των οικείων τομέων, θα ήταν σκόπιμη μια εν προκειμένω εναρμόνιση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, ως προς την οποία δεν έλειψαν οι ευκαιρίες….».
Στη συνέχεια δε αναλύονται οι ευκαιρίες αυτές.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2007

Ο πιο πικρός καφές του κ. Βενιζέλου και τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα

Μείζων θέμα έχει δημιουργηθεί από χθες με τον γνωστό ταραξία κ. Ρέλο και την ενέργεια του να εκτοξεύσει ένα πλαστικό ποτήρι με καφέ πάνω στο ακριβό κοστούμι του κ. Βενιζέλου. Η εικόνα της "επίθεσης" 'εκανε αστραπιαία τον γύρο όλων των καναλιών και θα μπορούσε να πει κανείς ότι επεσκίασε ακόμη και την ίδια τη συνεδρίαση του πολιτικού συμβουλίου του πασοκ. Τον γύρο όμως έκανε και η μεγαλόθυμη στάση του κ. Βενιζέλου, ο οποίος διατήρησε την ψυχραιμία του και δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί του. Προσωπικά βέβαια διαφωνώ με τις εν συνεχεία δηλώσεις του στην κάμερα περί εγκαθέτων και τραμπούκων. Θα προτιμούσα μια χιουμοριστική αντιμετώπιση της κατάστασης.

Όπως διαβάζω σήμερα στις εφημερίδες ο εν λόγω κύριος δικάζεται σήμερα στο Αυτόφωρο με την κατηγορία της "απρόκλητης έργω εξύβρισης" (βλ. http://www.e-tipos.com/newsitem?id=10349#ekloges_F).

Η απορία που μου γεννήθηκε άμα τη αναγνώσει της είδησης αυτής ήταν η εξής: Πώς είναι δυνατόν να δικάζεται ο δράστης στο αυτόφωρο από τη στιγμή που το έγκλημα της εξύβρισης είναι κατ' έγκληση διωκόμενο; Και ποιος υπέβαλε την έγκληση από τη στιγμή που ο ίδιος ο παθών δεν θέλησε να δώσει καμιά συνέχεια στο όλο θέμα; Εν συνεχεία άκουσα ότι ο εγκαλών είναι το κόμμα του πασοκ και όχι ο κ. Βενιζέλος, οπότε εκεί περιήλθα σε πλήρες αδιέξοδο. Από τη στιγμή που το έννομο αγαθό είναι ατομικό και ο κ. Βενιζέλος δεν άσκησε έγκληση, μπορεί φορέας της τιμής του κ. Βενιζέλου να είναι ολόκληρο το κόμμα του; Δηλαδή ο κ. Βενιζέλος είναι το πασόκ και τανάπαλιν;;

Επειδή λοιπόν το παραπάνω συμπέρασμα δεν ήταν δυνατόν να είναι λογικό, έριξα μια προσεκτικότερη ματιά στον ποινικό κώδικα. Όντως σύμφωνα με το άρθρο 368 η έργω εξύβριση διώκεται κατ' έγκληση. Πουθενά όμως στο άρθρο 368 δεν αναφέρεται το άρθρο 361Α που αφορά την απρόκλητη έργω εξυβριση. Συνεπώς, αφού το έγκλημα δεν αναφέρεται ρητώς στον κώδικα ως κατ' έγκληση διωκόμενο τότε είναι αυτεπαγγέλτως (άρθρο 36 ΚΠΔ) και μπορεί να το μηνύσει και οποιοσδήποτε τρίτος. Δεν ξέρω τώρα αν η μήνυση του πασοκ έγινε για λόγους εντυπωσιασμού ή αν είχε ήδη ασκηθεί αυτεπαγγέλτωςη δίωξη, αλλά αυτό θεωρώ ότι λίγη σημασία έχει.

Το πρακτικό ερώτημα λοιπόν σχετικά με τις διαδικασίες απαντήθηκε. Το θεωρητικό όμως μένει: Γιατί η διάταξη του άρθρου 368 δεν αναφέρει και την απρόκλητη έργω εξύβριση στα κατ' έγκληση διωκόμενα; Κατ' εμέ δεν δικαιολογείται κάτι τέτοιο από τη στιγμή που μιλάμε για ένα αμιγώς ατομικό έννομο αγαθό, όπως αυτό της τιμής. Δηλαδή η απαξία του συγκεκριμένου εγκλήματος είναι τόσο μεγάλη, μεγαλύτερη ακόμη και από αυτή της συκοφαντικής δυσφήμησης, που δικαιολογεί αυτόν τον διαχωρισμό και επιτρέπει την αυτεπάγγελτη δίωξη;;

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2007

Σκέψεις πριν από την κάλπη



Ο ελληνικός λαός προσέρχεται σήμερα στις κάλπες προκειμένου να ασκήσει το ύψιστο δικαίωμα (κατά πολλούς καθήκον) που παρέχεται σε μία δημοκρατία. Σε μερικές θα γνωρίζουμε και το αποτέλεσμα. Ωστόσο η ολοκλήρωση μιας ιδιαίτερης προεκλογικής περιόδου όπως αυτή γεννά μία σειρά από ερωτήματα και προβληματισμούς.

Το Σύνταγμά μας ήδη στο άρθρο 1 ορίζει ότι το θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία και ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα (άρθρο 1 παρ. 2 και 3). Ο λαός καλείται λοιπόν σε τακτά χρονικά διαστήματα να επιλέξει τους εκπροσώπους του στην κεντρική πολιτική σκηνή, το Κοινοβούλιο, το οποίο με τη σειρά αναδεικνύει την κυβέρνηση της χώρας. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν ήταν ποτέ δυνατό να εφαρμοστεί ένα σύστημα άμεσης δημοκρατίας το λεγόμενο αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι η μοναδική βιώσιμη λύση.

Παρακολουθώντας ωστόσο την εξέλιξη της πολιτικής ζωής της χώρας γεννώνται έντονα ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο αυτό που προκύπτει από την εκλογική διαδικασία είναι πραγματική η έκφραση της λαϊκής βούλησης και πόσες ευκαιρίες έχει αυτή να εκφραστεί πραγματικά. Το σύγχρονο πολιτικό λόγο πολλοί τον αποκαλούν ξύλινο στην πραγματικότητα είναι όμως ανύπαρκτος. Στην πολιτική αντιπαράθεση που διεξάγεται με αφορμή τις επερχόμενες εκλογές δε γίνεται λόγος για προγράμματα και επιλογή πολιτικών. Τα μεγάλα κόμματα που στοχεύουν στην εξουσία φαίνεται να διεξάγουν έναν πλειοδοτικό διαγωνισμό για το ποιος θα δώσει τα πιο πολλά. Τα μικρότερα κόμματα διαγωνίζονται για το ποιος μπορεί να εκφράσει καλύτερα την αντίδραση του κόσμου στο δικομματισμό, η οποία ωστόσο δε θα επιφέρει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Διότι είτε θα συνεχίσουν να αρνούνται οποιαδήποτε συμμετοχή είτε θα αποπειραθούν και αυτά να ασκήσουν εξουσία.

Οι υποψήφιοι αναλώνονται σε διαξιφισμούς με αφορμή ζητήματα, τα οποία δεν έχουν και πολύ μεγάλη σημασία. Για παράδειγμα κανείς δεν αναζητά την ευθιξία ενός υπουργού, ο οποίος θα πρέπει να αναλάβει τις πολιτικές του ευθύνες και να παραιτηθεί εφόσον δημιουργεί προβλήματα στη χώρα, αλλά και στην κυβέρνηση, στην οποία συμμετέχει. Ούτε βέβαια και την αποφασιστικότητα ενός Πρωθυπουργού που θα απαιτήσει την παραίτηση αυτή. Το μόνο που μας λέγεται, από όλες τις κυβερνήσεις, είναι ότι εφόσον προκύψει η ποινική ευθύνη του οποιουδήποτε, τούτος θα καταδικαστεί. Δηλαδή ότι η κυβέρνηση θα σεβαστεί τη διάκριση των λειτουργιών και δε θα εμπλακεί στο έργο της δικαστικής εξουσίας. Είναι τραγικό πάντως μία αυτονόητη κατάκτηση της δημοκρατίας να καταλήγει στη σημερινή εποχή σε κυβερνητική εξαγγελία. Τούτο σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον ότι οι κυβερνήσεις σαφώς παρεμβαίνουν στο έργο της δικαιοσύνης, οπότε νιώθουν την ανάγκη να μας διαβεβαιώνουν για το αντίθετο, και δεύτερον ότι στο χώρο της ευθύνης της που συνδέεται με την απόδοση πολιτικών ευθυνών δε γίνεται τίποτε. Θα τα λύσει όλα η ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Το πιο λυπηρό πάντως είναι ότι οι εξαγγελίες αυτές που συνδέονται με γνώσεις που λαμβάνουμε στο μάθημα του συνταγματικού δικαίου ήδη από το πρώτο εξάμηνο της φοίτησής μας στις νομικές σχολές τις κάνουν εκπρόσωποι κομμάτων που είναι συνάδελφοι (εν ευρεία ή στενή εννοία).

Εδώ λοιπόν τίθεται το πρώτο ερώτημα:
-Τι να κάνει η κυρίαρχη λαϊκή βούληση όταν οι επιλογές που της προσφέρονται είναι τόσο χαμηλό επιπέδου και κανείς από όσους έχουν τη δύναμη να λαμβάνουν αποφάσεις δεν ευαισθητοποιείται;

Μέσα σε όλα αυτά μάλιστα όλοι δηλώνουν άμεσα ή έμμεσα ότι δεν επιθυμούν να συνεργαστούν για τη διακυβέρνηση της χώρας με κανέναν. Ωστόσο ο εκλογικός νόμος που ισχύει είναι αναλογικότερος από τον προηγούμενο και ως εκ τούτου είναι αρκετά πιθανό να μην μπορέσει ένα κόμμα να κυβερνήσει μόνο του και να απαιτηθεί να υπάρξει συνεργασία μεταξύ δύο ή και περισσοτέρων κομμάτων. Όλες οι προεκλογικές εξαγγελίες κατατείνουν πάντως στο ότι δεν πρόκειται να αναζητηθεί αυτό το ενδεχόμενο και θα γίνονται εκλογές μέχρι να προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Εδώ τίθεται το δεύτερο ερώτημα:
-Εάν η λαϊκή κυρίαρχη κατά το Σύνταγμά μας βούληση επιθυμεί να μην υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση θα τη σέρνουμε σε εκλογές μέχρι να αποφασίσει το ορθό, δηλαδή το σχηματισμό αυτοδυναμίας από ένα κόμμα; Πώς μπορεί να είναι δηλαδή να είναι κυρίαρχη, όταν αμφισβητείται η ορθότητα της επιλογής της;

Αναφέρθηκε ήδη ότι το επίπεδο του πολιτικού λόγου είναι χαμηλό και πολλές φορές απογοητεύει. Μετά την πρόσφατη αναθεώρηση αποφασίστηκε να είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του βουλευτή η άσκηση κάθε μορφής εργασίας (άρθρο 57 του Συντάγματος). Τούτο προφανώς αποσκοπούσε στο να σταματήσουν ορισμένοι βουλευτές-κατά κανόνα ελεύθεροι επαγγελματίες- να εκμεταλεύονται την ιδιότητά τους, ώστε να προσελκύσουν πελατεία. Το συγκεκριμένο ασυμβίβαστο πάντως τελικά οδήγησε τους περισσότερους βουλευτές αυτής της κατηγορίας στο να βρουν διεξόδους, προκειμένου να διατηρήσουν και την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Η πιο συνηθισμένη μορφή είναι η άσκηση ης δραστηριότητας μέσω κάποιου άλλου. Υπήρξαν βεβαίως και ορισμένοι που δε διανοήθηκαν να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους, πράγμα που αποστέρησε την πολιτική ζωή από ορισμένους πανάξιους πρωταγωνιστές της. Πάντα ο επιτυχημένος επαγγελματίας ήταν ένα ζητούμενο στην πολιτική.

Εδώ τίθεται το επόμενο ερώτημα:

Δε θα έπρεπε να έχουμε ή να φτιάξουμε ένα πολιτικό σύστημα ώριμο, όπου εφόσον κάποιος αποφάσιζε να εισέλθει στην κεντρική πολιτική θα σταματούσε από μόνος του την επαγελατική δραστηριότητα,ώστε να μην εκμετελλεύεται την ιδιότητά του προς προσέλκυση πελατείας; Επίσης δεν είναι υποκριτικό να έχουμε μία απαγόρευση, η οποία είναι εύκολο να παρακαμφθεί;

Κλείνοντας θα θέλαμε να ευχηθούμε καλή επιτυχία σε όλους τους συναδέλφους, οι οποίοι επέλεξαν να μπουν στην εκλογική μάχη, διατηρώντας έτσι μία παράδοση που θέλει τους δικηγόρους στην πρώτη γραμμή της πολιτικής σκηνής. Δε θα πρέπει να ξεχνούμε ότι πολλοί πρωθυπουργοί (συμπεριλαμανομένου και του σημερινού) υπουργοί, αρχηγοί κομμάτων είναι συνάδελφοί μας. Ελπίζουμε και ευχόμαστε λοιπόν η παρουσία τους στη νέα Βουλή να είναι έντονη όσον αφορά τόσο στον αριθμό όσο και στις παρεμβάσεις τους.

Καλή ψήφο και καλά αποτελέσματα.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

Φώφη Γεννηματά to be continued....Παραμονή εθνικών εκλογών η αντικατάστασή της;;

Φαίνεται πως το θέμα που έχει προκύψει με την κ. Φώφη Γεννηματά και έχει πυροδοτήσει σχόλια επί σχολίων στο σύνολο των ΜΜΕ της χώρας, δεν σταματάει στο γεγονός πως τελικά δεν δικαιούται να είναι υποψήφια στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του Πασόκ μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου.

Πιο συγκεκριμένα, το νέο νομικό πρόβλημα που δύναται προκύψει είναι το τι θα γίνει με την αντικατάστασή της στην υπερνομαρχία Αθηνών - Πειραιώς. Σύμφωνα με τα νομίμως οριζόμενα πρέπει εντός 15 ημερών από τη στιγμή που ο υπερνομάρχης παραιτείται να συγκληθεί η πλειψηφούσα παράταξη των 46 νομαρχιακών συμβούλων και στη συνεδρίαση αυτή, υπό την προεδρία του πρώτου σε σταυρούς νομαρχιακού συμβούλου, θα εκελεγεί με μυστική ψηφοφορία ο νέος υπερνομάρχης.

Ακολουθώντας τα πραγματικά γεγονότα και την ημερομηνία παραίτησης της κ Γεννηματά προκύπτει ότι η προθεσμία λήγει το Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου!Τι είναι το Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου;Μα φυσικά...η παραμονή των εθνικών εκλογών!

Το θέμα λοιπόν που προκύπτει πηγάζει από το γεγονός ότι πολλοί από τους υποψηφίους που εποφθαλμιούν τη θέση της κ. Γεννηματά είναι ταυτόχρονα και υποψήφιοι βουλευτές με το Πασόκ. Οι τελευταίοι λοιπόν αξιώνουν παράταση της διαδικασίας για την εκλογή νέου υπερνομάρχη, αφού στο ενδεχόμενο να εκλεγούν βουλευτές δεν μπορούν να είναι υποψήφιοι και για τη θέση του υπερνομάρχη. Υπάρχει μια λογική!Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και διεκδικητές της θέσης του υπερνομάρχη που δεν είναι υποψήφιοι βουλευτές και ζητούν να μην υπάρξει καμιά απόκλιση από το γράμμα του νόμου. Εδώ κι αν υπάρχει λογική!

Αν γίνουν τελικά οι αρχαιρεσίες το ερχόμενο Σάββατο, τότε θεωρώ πως το θέμα δεν θα συζητηθεί εκτενώς, ειδικά στην περίπτωση που οι υποψήφιοι βουλευτές, που είναι ταυτόχρονα και "δελφίνοι" της θέσης του υπερνομάρχη, τελικά εκλεγούν στο κοινοβούλιο. Στην αντίθετη όμως περίπτωση που δεν εκλεγεί ο νέος υπερνομάρχης το Σάββατο αφενός είμαι πολύ περίεργος να δω ποιο νομικό τέχνασμα θα προβληθεί για την αναβολή της διαδικασίας, αφετέρου προβλέπω και πάλι συζητήσεις επι συζητήσεων ...

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Το νομικό και πολιτικό πρόβλημα της κυρίας Φώφης Γεννηματά


H περιπέτεια [1]της κυρίας Γεννηματά [2] έχει απασχολήσει την τελευταία εβδομάδα τα ΜΜΕ και τον ιστοχώρο έντονα για λόγους τόσο νομικούς όσο και πολιτικούς. Κάποιοι[3] έθεσαν εναργώς και ηθικό θέμα το οποίο όμως, όπως και αυτό της ποιότητας του πολιτικού λόγου[4] θα αποφύγω να προσεγγίσω.
Και εξηγούμαι:
Υπάρχει κώλυμα για την κυρία Γεννηματά επιτέλους?
Έκανε πράγματι κάποιου είδους νομική υπέρβαση των ειωθώτων ο Άρειος Πάγος και γιατί?
Ποιος από τους συνταγματολόγους έχει τάχα δίκαιο?
Αυτά νομίζω συνοψίζουν τα νομικά ερωτήματα. Τα ερωτήματα αυτά βέβαια δεδομένου του πολιτικού ρόλου των συνταγματολόγων στα σύγχρονα κόμματα στην Ελλάδα αποκτούν και πολιτική διάσταση. Διότι: Δεν ήξερες Δεν ρώταγες?
Διατυπώθηκαν πολλές νομικές απόψεις συνταγματολόγων και μη
[5]. Ενδιαφέρουσες θέσεις φιλοξένησε και ο ιστοχώρος[6] επώνυμα και ανώνυμα. Βροντερή σιγή εξάλλου ακούσθηκε από τους απέχοντες να προβούν σε δηλώσεις γνωστούς στα ΜΜΕ νομικούς/συνταγματολόγους και δεν αναφέρομαι στους εξ αυτών πολιτευόμενους που ήταν απασχολημένοι ή στον υπηρεσιακό υπουργό που ομοίως δεν του ήταν δυνατό να ομιλήσει αυτή τη στιγμή. Για τον καθένα εξ αυτών μπορεί έκαστος να υποθέσει κάποια αιτία, δεδομένου ότι όλοι μα όλοι δεν δυστάζουν να προβαίνουν σε δηλώσεις ιδίως αν το θέμα είναι ζουμερό.
Είναι λοιπόν δυνατό να έγινε ένα τόσο μεγάλο πολιτικό λάθος και γιατί? Ποιος είναι επιτέλους ο ρόλος του επαϊοντος σε μια δημοκρατική πολιτεία?
Ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά:
Μετά την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε ειδική και νέα παράγραφος στο άρθρο 56. 1 του Συντάγματος κατά την οποία:
Τα ανώτερα αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεύτερου βαθμού δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές κατά τη διάρκεια της θητείας για την οποία εξελέγησαν, ακόμη και αν παραιτηθούν.
Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή οι νομάρχες
[7] δεν μπορούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να ανακηρυχθούν βουλευτές ακόμη και αν παραιτηθούν. Η μεταβολή του καθεστώτων των νομαρχών από μετακλητούς δημοσίους υπαλλήλους σε αιρετά όργανα δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης απαίτησε τη ρύθμιση του κωλύματος εύλογα. Η αναφορά όμως στη διατύπωση «ακόμη και αν παραιτηθούν» είναι ιδιαίτερα καινοτόμος. Για το λόγο αυτό άλλωστε δεν υπήρξε μέχρι σήμερα και νομολογία του ΑΕΔ ως προς το ζήτημα ή ανάλογό του.
Τούτο σημαίνει ότι μέχρι σήμερα πράγματι η συνταγματική διατύπωση όριζε τυποποιημένα «δεν μπορούν να ανακηρυχθούν ούτε να εκλεγούν εκτός αν παραιτηθούν» για άλλους κωλυόμενους οπότε όλοι grosso modo ανακηρύσσοντο και εναπόκειτο στο ΑΕΔ να κρίνει τη νομιμότητα της διαδικασίας τον τρόπο και χρόνο της παραίτησης κλπ. Από τη στιγμή όμως που δεν μπορεί ούτε να παραιτηθεί ο κωλυόμενος ο Άρειος Πάγος δεν έχει τρόπο να ανακηρύξει κάποιον που εμφανίζεται ως υποψήφιος. Ούτε φυσικά θέμα να επιλύσει το ΑΕΔ. Εννοείται εξάλλου ότι το Σύνταγμα στην παράγραφο 1 του άρθ. 56 δεν συμπεριέλαβε εξαίρεση για τους βουλευτές επικρατείας όπως έκανε σε άλλη παράγραφο του ίδιου άρθρου ειδικά, ανεξάρτητα της ορθότητας ή μη αυτής της ρύθμισης.
Η απάντηση συνεπώς στο νομικό ζήτημα προκύπτει αβίαστα από το γράμμα της αναθεωρηθείσας διάταξης. Ομοίως από την ίδια την αναθεωρηθείσα διάταξη
[8] προκύπτει ως συνέπεια το τίμημα της καινοτομίας: δεν μπορεί να έχει παρελθόν και προηγούμενο.
Με αυτά τα λίγα λόγια νομίζω ότι συνοψίζεται το συνταγματικό θέμα από τη στιγμή που το κώλυμα ισχύει και αν ακόμη παραιτηθεί ο κωλυόμενος.
Πολλά θα μπορούσε να αναλύσει κανείς για τη φύση της ανακήρυξης και το άρθρο 33 της εκλογικής νομοθεσίας, τη δυνατότητα να ασκηθούν ένδικα μέσα κατά της ανακήρυξης κλπ. Διότι είναι σαφές ότι το νομικό ζήτημα επικεντρώνεται όχι στο αν υφίσταται ή όχι κώλυμα αλλά στο ερώτημα αν ήταν επιτρεπτή η μη η ανακήρυξη από τον Άρειο Πάγο στην παρούσα φάση. Ιδίως στο μέτρο που η κυρία Γεννηματά παραμένει προς το παρόν απροστάτευτη δικαστικά. Είναι δηλαδή και αυτό ένα μείζον νομικό θέμα το κατά πόσον είναι θεμιτή ή μη η παροχή δικαστικής προστασίας στο στάδιο της ανακήρυξης και πότε αυτή παρέχεται στον θιγόμενο. Δεν ανήκει όμως στο εύρος του σχολίου αυτού η τεχνική αυτή ανάλυση.
Πολλά επίσης θα μπορούσε να συζητήσει κανείς με αφορμή το ζήλο πολλών νομικών στην παραπομπή στο ΑΕΔ του θέματος όταν σε θεωρητικό επίπεδο αναφέρεται συνήθως ότι δεν είναι ότι το πλέον εύλογο να ανατρέπεται το προϊόν της λαϊκής βούλησης από το ΑΕΔ όταν ο ανακηρυχθείς κωλυόμενος εκλέγεται και μετά η εκλογή του ακυρώνεται. Δεν είναι λίγο άκομψος ο «τζόγος» όταν πρόκειται για τη λαϊκή βούληση?
Παραμένει εναργές το πολιτικό ζήτημα δεδομένου ότι μου είναι παντελώς αδύνατο να πιστέψω ότι κανείς δεν αντιλήφθηκε τι έπραξε θέτοντας την κυρία Γεννηματά αρχηγό του ψηφοδελτίου επικρατείας του ΠΑΣΟΚ. Ιδίως μου είναι αδύνατο να εξεύρω τα κίνητρα. Το επαγγελματικό ασυμβίβαστο στο βουλευτή το κατανοώ ως έκφραση της κακοδαιμονίας των κομματικών υπαλλήλων έναντι των επαγγελματιών αλλά και της υποκρισίας που επιτρέπει στη σύζυγο ή τέκνο ή αδελφό να κρατούν το γραφείο όταν ο μπαμπάς εκπροσωπεί το έθνος. Το 14.9 Σ. και τις σπαραχτικές του συνέπειες τις καταλαβαίνω ως έκφραση οργής του πολιτικού που αναζητά στήριγμα στα Μέσα όταν αυτά ζητούν μεγάλα ανταλλάγματα για το ζητούμενο από εκείνον. Υπερίσχυσαν τα συναισθήματα αυτά της καλής γνώσης του κοινοτικού δικαίου και της ΕΣΔΑ με τα γνωστά αποτελέσματα.
Το «κάψιμο» όμως της κυρίας Γεννηματά από τόσο σοβαρούς νομικούς ή/ και πολιτικούς δεν το αντιλαμβάνομαι.
Και διάδοχος πολιτικού πατρός είναι.
Και βαρύ όνομα, αναγκαίο ως φαίνεται στον πολιτικό στίβο, φέρει.
Και έχει εκλεγεί υπερνομάρχης σε καιρούς δύσκολους.
Και την κομματική νομιμότητα τηρεί.
Και γυναίκα είναι και παιδιά έχει. Και στην Ηλεία πρώτη έσπευσε.
Δεν την χρειάζεται το κόμμα?
Και καλά την κυρία Γεννηματά… Με τόσους νομικούς που το απαρτίζουν το ΠΑΣΟΚ και το κοσμούν κάποιους να ειδικεύονται μάλιστα και στα κωλύματα, δεν το σκέφθηκαν το ΠΑΣΟΚ και τη φήμη τους?
Τούτο είναι που με θλίβει περισσότερο.
Γιατί ελπίζω η κυρία Γεννηματά να μην πάει χαμένη. Ο τόπος μας όμως από τότε που ενηλικιώθηκα διαπιστώνω ότι χρειάζεται συχνά για τον πολιτικό του βίο συνταγματολόγους.
Πότε τα «ομοιόχρωμα», πότε η «αναπλήρωση του πρωθυπουργού», πότε η «διαφάνεια», πότε τα Ειδικά Δικαστήρια, τόσα θέματα αλήθεια που πλέον ούτε που τα θυμάμαι…επιλύθηκαν από συνταγματολόγους.
Και πόσες σπουδαίες αναθεωρήσεις κάναμε στο μεταξύ!
Και ιδού:
Ακόμη και για τις φωτιές φταίει το άρθρο 24 του Συντάγματος του οποίου προτάθηκε η αναθεώρηση. Συνταγματικό ζήτημα δηλαδή και οι φωτιές.
Γι’ αυτό συμπάσχω με την κυρία Γεννηματά.
Γιατί το πρόβλημά της είναι εν ταυτώ το πρόβλημα της Ελλάδας.




[1] Mε απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως του Α' Τμήματος του Αρείου Πάγου, που ελήφθη ομόφωνα, υπό την προεδρία του Δημ. Λοβέρδου (αντιπροέδρου του ανωτάτου δικαστηρίου), από τους Βασ. Ρήγα, Δημ. Δαλιάνη, Ιωάνη-Σπύρο Τέντε (εισηγητή) και Δημ. Πατινίδη, κρίθηκε ότι η Φώφη Γεννηματά δεν έχει το δικαίωμα να θέσει σχετική υποψηφιότητα στις επικείμενες εκλογές, βάσει του άρθρου 56 του Συντάγματος, παράγραφος. 1. Και τούτο διότι η πρόεδρος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιώς δεν μπορεί να ανακηρυχθεί, σύμφωνα με τη σχετική διάταξη του άρθρου 56, αφού είναι ανώτερο αιρετό μονοπρόσωπο όργανο των Οργανισμών Αυτοδιοίκησης δεύτερου βαθμού και δεν έχει λήξει ακόμα η θητεία της. Η δε παραίτησή της από το ανωτέρω αξίωμα «δεν έχει έννομη επιρροή σύμφωνα με την ίδια συνταγματική διάταξη».[2] http://www.fofigennimata.gr/ypernomarxia.asp[3] Αντί πολλών βλ. http://htsoukas.blogspot.com/2007/09/blog-post_8462.html
[4] Σχετικά οι δηλώσεις της κ. Γεννηματά στην ιστοσελίδα του ΠΑΣΟΚ ¨έχουμε να κάνουμε με μια παλιά, παλιά αδίστακτη δεξιά….[5] Οι πιο κάτω αναφορές προέρχονται όλες από τα δημοσιεύματα στον τύπο και δεν είναι υποθέτω εξαντλητικές. Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιάννης Σπυριδάκης, λέει:«Κατά τη γνώμη ορισμένων καθηγητών του Συνταγματικού Δικαίου, αρμοδιότητα για το ζήτημα αυτό δεν έχει ο Αρειος Πάγος αλλά μόνο το Εκλογοδικείο, δηλαδή το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο που λειτουργεί ως Εκλογοδικείο. Ομως η γνώμη αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση και με το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 56 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι δεν ανακηρύσσονται υποψήφιοι βουλευτές οι νομάρχες. Αρμόδιος για την ανακήρυξη είναι ο Αρειος Πάγος. Αν προέβαινε σε ανακήρυξη της κυρίας Γεννηματά θα παραβίαζε το Σύνταγμα και τότε θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για δικαστικό πραξικόπημα. Ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να απαντήσει στις διάφορες κριτικές, ενώ από την πλευρά της κυρίας Γεννηματά τού γίνεται δριμύτατη επίθεση. Θα μπορούσε κανένας να πει στην περίπτωση αυτή, χρησιμοποιώντας τη φράση του συρμού, ότι “ο Αρειος Πάγος βρίσκεται μπροστά σε μια ασύμμετρη επίθεση”».Για «λάθος» που έγινε κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 έκανε λόγο στον ΕΤ ο συνταγματολόγος Ανδρέας Δημητρόπουλος. Και εξήγησε: «Η απαγόρευση που αφορά στους νομάρχες αντί να τεθεί στην παράγραφο 3 του άρθρου 56 του Συντάγματος -που περιέχει το τοπικό κώλυμα- τέθηκε στην παράγραφο 1 που προβλέπει το γενικό κώλυμα. Αν ακολουθήσουμε τη γεωγραφία του Συντάγματος, δηλαδή σε ποια παράγραφο έχει τεθεί αυτή η απαγόρευση, τότε υπάρχει γενικό κώλυμα και για τους νομάρχες. Στην περίπτωση του τοπικού κωλύματος ένας νομάρχης δεν μπορεί να βάλει υποψηφιότητα στην περιφέρεια που έχει εκλεγεί. Ο Άρειος Πάγος τοποθετήθηκε υπέρ της λύσης του γενικού κωλύματος. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε δεν είναι ορθή. Θα έπρεπε να το είχε ξεκαθαρίσει αυτό το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπονται αιτιάσεις εναντίον της Δικαιοσύνης, όταν μάλιστα στρέφονται και εις βάρος ενός ολόκληρου τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Από την άλλη, ο συνταγματολόγος Γιάννης Δρόσος παραδέχεται ότι «υπάρχει κώλυμα», αλλά εκτιμά ως «πρωτοφανές» το γεγονός ότι «αυτό κρίνεται στη συγκεκριμένη φάση από τον Άρειο Πάγο».Ο ποινικολόγος Αλέξανδρος Λυκουρέζος λέει ότι «αποτελεί βαρύτατο ολίσθημα ο εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ χαρακτηρισμός της απόφασης ως “δικαστικό πραξικόπημα”». Η Αλληλεγγύη Δικηγόρων θεωρεί την απόφαση του Αρείου Πάγου «πολιτικά ύποπτη, νομικά απαράδεκτη και θεσμικά επικίνδυνη».Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αντώνης Μανιτάκης είναι κατηγορηματικός, ότι υπάρχει κώλυμα σύμφωνα με το άρθρο 56 του Συντάγματος. Σύμφωνα με τον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέα Δημητρόπουλο, η ορθότητα ή μη της απόφασης είναι θέμα ερμηνείας. Όπως είπε χαρακτηριστικά στον ALPHA «σύμφωνα με τη γεωγραφία της διάταξης και με μια περισσότερο τυπική ερμηνεία, είναι ορθή η πρώτη άποψη, δηλαδή του γενικού κωλύματος. Σύμφωνα με μια λογική ερμηνεία, θα μπορούσε να ενταχθεί η απαγόρευση στο τοπικό κώλυμα». Ο κ. Μανιτάκης από την πλευρά του είναι ότι «από το άρθρο 56 του Συντάγματος προκύπτει απόλυτο κώλυμα της κ. Γεννηματά. Η υποψηφιότητα της εμπίπτει στο ρητό και ειδικό κώλυμα του άρθρου αυτού, κατά συνέπεια όχι μόνο δεν μπορεί να εκλεγεί βουλευτής, αλλά ούτε και να ανακηρυχθεί υποψήφια, ακόμη και αν παραιτηθεί». Υπάρχει όμως και η άποψη, ότι η υπόθεση έπρεπε να κριθεί στο Εκλογοδικείο. Αυτό υποστηρίζει ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κώστας Χρυσόγονος, ο οποίος μιλώντας στον ALPHA είπε ότι «στο πρόσωπο της κ. Γεννηματά συντρέχει κώλυμα, λόγω της ιδιότητας της ως Υπερνομάρχη, το οποίο δεν αίρεται με την παραίτηση της, αλλά μόνος αρμόδιος να το διαπιστώσει, είναι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο μετά την διεξαγωγή των εκλογών και ύστερα από υποβολή ενστάσεως».Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, υπεύθυνος Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης του Κοινοβουλευτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, υπονόησε ότι πίσω από την απόφαση του Αρείου Πάγου κρύβεται πολιτική σκοπιμότητα:«Κατά παράδοση τα πολιτικά δικαστήρια, δηλαδή τα Πρωτοδικεία, ως προς τους υποψηφίους των εκλογικών περιφερειών και ο Αρειος Πάγος, ως προς τους υποψηφίους βουλευτές Επικρατείας, δεν ελέγχουν κατά την φάση της ανακήρυξης την συνδρομή τυχόν κωλύματος, αλλά εστιάζονται στον έλεγχο των λεγομένων θετικών προσόντων εκλογιμότητας».Η ανατροπή της πρακτικής αυτής την ύστατη στιγμή, χωρίς περιθώριο δικονομικής επανόρθωσης, έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει από το ΠΑΣΟΚ την επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας, που όπως συμβαίνει σε όλα τα κόμματα, επωμίζεται έναν πολύ κρίσιμο ρόλο για το σύνολο της προεκλογικής εκστρατείας», δήλωσε ο Ευ.Βενιζέλος. Και κατέληξε: «Ο καθένας συνεπώς μπορεί να βγάλει εύκολα τα συμπεράσματά του, βλέποντας ποιο είναι το επιδιωκόμενο πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της δικαστικής κρίσης». Την απόφαση του Α΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου υπερασπίστηκε και ο πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Β. Κόκκινος, ο οποίος δήλωσε ότι το τμήμα ήταν αρμόδιο να ελέγξει το κώλυμα και με βάση το άρθρο 56, «ορθώς έκρινε ότι δεν μπορεί να ανακηρυχθεί υποψήφια η κ. Γεννηματά». Στο ίδιο μήκος κύματος…(με τον κ. Χρυσόγονο) κινείται ο συνταγματολόγος και υποψήφιος Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ Γ.Παπαδημητρίου, ο οποίος θεωρεί ότι το ανώτατο δικαστήριο ενήργησε καθ΄' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του. Ο Α.Λοβέρδος σχολίασε ότι «για πρώτη φορά στα 33 αυτά χρόνια, ο Αρειος Πάγος εξετάζει προ των εκλογών τα κωλύματα εκλογιμότητας. Πρόκειται για απόλυτο αιφνιδιασμό τον οποίο επιχειρεί η δικαιοσύνη στο πολιτικό σύστημα της χώρας».[6] Ηδη από τις 17 Ιουλίου του 2007 ! http://press-gr.blogspot.com/2007/06/blog-post_581.html
Και ενδεικτικάhttp://policritos.blogspot.com/2007/09/blog-post.html, http://klearchosguidetothegalaxy.blogspot.com/
http://arkoudos.com/blog/?p=991 , http://xasodikis.blogspot.com/2007/09/go-home.html
http://sandbox.cs.uchicago.edu/blog_el/?p=338
http://beatrikn.spaces.live.com/Blog/cns!DB0283FF0E23F3B2!596.entry
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=1747
http://giaskepsou.blogspot.com/ με πλήρες κείμενο της απόφασης ανακήρυξης συνδυασμών 4/2007 καθώς και επιχειρηματολογία και νομικές παραθέσεις

[7] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ΑΕΔ είχε υπαγάγει τους νομάρχες στην ρύθμιση του άρθ. 56 για τα κωλύματα ήδη από το 1995 με την απόφαση 42/1995 (ΔιΔικ 1995 σ, 947 και 949 και ΑΕΔ 59/1997 ΔιΔικ 1998, σ. 432- 435) διευρύνοντας τη ρύθμιση. Για το ζήτημα αυτό έχει διεξαχθεί έντονη επιστημονική συζήτηση ήδη από την περίοδο της αναθεώρησης και αμέσως μετά. Η συλλογιστική αυτή που εστιάζεται ειδικά στους νομάρχες και πολλώ μάλλον στους υπερνομάρχες συνδέεται με το γεγονός ότι μέχρι πρόσφατα οι νομάρχες διορίζονταν και ήταν μετακλητοί δημόσιοι υπάλληλοι ενώ από το 1994 είναι αιρετά όργανα του β βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης(ν. 2218/1994 "ίδρυση νομαρχιακής αυτοδιοίκησης κλπ." (ΦΕΚ 153) καθώς και τους μεταγενέστερους νόμους 2273/94 (ΦΕΚ 233), 2284/95 (ΦΕΚ 14), 2297/95 (ΦΕΚ 50), 2307/95 (ΦΕΚ 113) κλπ., οι διατάξεις δε των νόμων αυτών κωδικοποιήθηκαν με το πρ.διάταγμα 30/1996 (ΦΕΚ 21) . Αυτό απαίτησε και την ιδιαίτερη μεταχείριση από τη νομοθεσία (ΑΕΔ 2/2000 ΔιΔικ 2001 σ. 540.
[8] Η οποία πάντως έχει τύχει σοβαρού θεωρητικού σχολιασμού σε συνέδρια και νομικά περιοδικά από πολλούς συνταγματολόγους όπως τον κ. Κώστα Μποτόπουλο, τον κ. Θανάση Ξηρό, την κ. Χρύσα Χατζή και την κ. Π. Φουντεδάκη