ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια, Ευρωπαϊκή Ταυτότητα Μετανάστες και Πρόσφυγες



Παναγιώτη Σκουρή


Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια,
Ευρωπαϊκή Ταυτότητα

Μετανάστες και Πρόσφυγες




MONEY SHOW 2008




-       Eυρωπαϊκή Εκφραση –




FORUM ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ







Αθήνα, 2 Φεβρουαρίου 2008

 

Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια, Ευρωπαϊκή Ταυτότητα, Μετανάστες και Πρόσφυγες


 






Εισαγωγή


Κινητήρια δύναμη της Ευρώπης ήταν εξαρχής η ελευθερία κίνησης. Τη διαπίστωση αυτή μπορεί να κάνει κανείς τόσο μέσω των κειμένων όσο και μέσω της ιστορικής πραγματικότητας. Για το λόγο αυτό και η θεμελιακή ελευθερία των πολιτών της Ενωσης είναι μια ελευθερία που δεν συναντάται στους καταστατικούς χάρτες των χωρών μελών: η ελευθερία κίνησης, η ελευθερία εγκατάστασης! Η στατικότητα του πολίτη μέσα στα σύνορά του, βασικό χαρακτηριστικό των εθνικών κρατών και των κανόνων που τα διέπουν είναι αδιανόητη για την Ενωση. Η Ενωση όμως αποζητά να είναι κάτι που να θυμίζει την κρατική οντότητα αλλά και να την υπερβαίνει. Γι’αυτό υιοθετεί μνήμες της κρατικής υπόστασης (λέξεις, κανόνες, πρακτικές, συγγένειες) αλλά και διαφοροποιείται δυναμικά.
Μια διαδρομή προς την ευρωπαϊκή ιθαγένεια δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει την δυναμική αυτή. Και μια επιστημονική προσέγγιση χωρίς προκαταλήψεις και προϊδεασμούς δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη της την ιστορική πραγματικότητα ως έχει και όχι ως ένα διανόημα. Η Ευρώπη σήμερα κατοικείται και δημιουργεί με το σύνολο των ανθρώπων που διαμένουν σε αυτή. Ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι νομικό καθεστώς, ανεξάρτητα από το αν υπάγονται σε κάποια γνώριμη έννοια, η Ευρώπη υφίσταται ως οικονομία, ως κοινωνία και ως πολιτεία με το σύνολο των ανθρώπων, νόμιμων ή παράνομων πουν την κατοικού. Και το γνωρίζει και το επιθυμεί.
Όμως το φοβάται. Τους φόβους αυτούς και τους δυσταγμούς τους διαπιστώνει κανείς στα κείμενα και στις αντιλήψεις. Με την ανάλυση αυτή δεν θα ανατρέψουμε τα κείμενα. Θα αναζητήσουμε τη δυναμική τους και θα διαπιστώσουμε τις τάσεις τους. Ούτως ή άλλως οι έννοιες που αφορούν στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση δεν έχουν οριστικό χαρακτήρα.


 Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια

Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια[1] είναι ένα νομικό κατασκεύασμα που προωθεί την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν είναι όμως ταυτότημη με την ιθαγένεια των κρατών όπως είναι γνωστή στη νομική επιστήμη[2]. Τούτο ιδίως καθώς η Ευρώπη δεν είναι κράτος συνεπώς η ευρωπαϊκή ιθαγένεια δεν είναι νοητό να είναι η ιθαγένεια  του προσώπου το οποίο συνιστά μέρος του λαού ενός κράτους. Ο όρος ιθαγένεια διατηρεί μια μνήμη από την νομική πραγματικότητα που εκφράζει στην αυθεντική του σημασία, ενέχει ένα συμβολισμό και παράλληλα εκφράζει μια βούληση. Τη βούληση της Ευρώπης κάποτε να αποτελέσει πραγματικό νομικό δεσμό με τους κατοίκους της.  Αναφερόμενοι συνεπώς στην ευρωπαϊκή ιθαγένεια θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι αναφερόμαστε σε μια ειδική νομοθετική ρύθμιση της Ενωσης η οποία την διέπει και πως η ονομασία της ρύθμισης αυτής δεν ακριβολογεί κατά τον τρόπο που κανείς γνωρίζει την έννοια της ιθαγένειας εν γένει[3]. Για το λόγο αυτό και στις άλλες γλώσσες της Ενωσης δεν γίνεται λόγος για ιθαγένεια αλλά για ιδιότητα του πολίτη (citizenship, cotoyannete κλπ).
Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια έχει τη ρίζα της στην ελευθερία κυκλοφορίας που εισήγαγε δυναμικά το κοινοτικό δίκαιο[4]. Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει, με τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ένωσης[5], σε όλους τους πολίτες της Ένωσης το θεμελιώδες και προσωπικό δικαίωμα της κυκλοφορίας και της διαμονής, χωρίς αναφορά στην οικονομική δραστηριότητα. Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές στο κράτος μέλος όπου κατοικεί ο πολίτης, καθώς και το δικαίωμα της διπλωματικής και προξενικής προστασίας στο έδαφος τρίτων χωρών ενίσχυσαν το συναίσθημα της ύπαρξης μιας κοινής ιθαγένειας. Οι οδηγίες που θεσπίστηκαν το 1993 και το 1994 καθόρισαν τις διατάξεις εφαρμογής αυτών των δικαιωμάτων. Εξάλλου, η ίδια αυτή συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα εξέλιξης των δικαιωμάτων αυτών έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η συμπλήρωσή τους.
Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια[6] ή η ιθαγένεια της Ένωσης αποτελεί σημαντική καινοτομία της εξέλιξης των ευρωπαϊκών θεσμών[7]. Η έννοια της ευρωπαϊκής ταυτότητας από τη μεριά της εκτείνεται πέρα από μια τυπική νομική έννοια και διευρύνεται σημαντικά αποκτώντας  με πολιτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα. Οι έννοιες είναι προδήλως διακριτές.
Το 1992, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε την ευρωπαϊκή ιθαγένεια στο πλαίσιο της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρο 17, πρώην άρθρο 8). Μετά την υπογραφή αυτής της Συνθήκης, η δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μπέρμινχαμ διευκρίνισε τον Οκτώβριο του 1992 τα όρια αυτής της ιθαγένειας: "... η ιθαγένεια της Ένωσης προσφέρει στους πολίτες μας περισσότερα δικαιώματα και μεγαλύτερη προστασία, και δεν αντικαθιστά σε καμία περίπτωση την εθνική τους ιθαγένεια". Εξάλλου, η επισυναπτόμενη δήλωση στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπενθυμίζει ότι "το θέμα του εάν ένα άτομο έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους ρυθμίζεται αποκλειστικά και μόνο από τη νομοθεσία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους".
Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει, με τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ένωσης, σε όλους τους πολίτες της Ένωσης το θεμελιώδες και προσωπικό δικαίωμα της κυκλοφορίας και της διαμονής, χωρίς αναφορά στην οικονομική δραστηριότητα. Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές στο κράτος μέλος όπου κατοικεί ο πολίτης, καθώς και το δικαίωμα της διπλωματικής και προξενικής προστασίας στο έδαφος τρίτων χωρών ενίσχυσαν το συναίσθημα της ύπαρξης μιας κοινής ιθαγένειας. Οι οδηγίες που θεσπίστηκαν το 1993 και το 1994 καθόρισαν τις διατάξεις εφαρμογής αυτών των δικαιωμάτων. Εξάλλου, η ίδια αυτή συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα εξέλιξης των δικαιωμάτων αυτών έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η συμπλήρωσή τους.
Τροποποιήσεις πραγματοποιήθηκαν στα άρθρα 17 και 21 (πρώην άρθρα 8 και 8Δ) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που καθορίζουν την ευρωπαϊκή ιθαγένεια.
Η συνθήκη του Άμστερνταμ διευκρινίζει τη σχέση μεταξύ της ευρωπαϊκής ιθαγένειας και της εθνικής. Αναφέρει δε με σαφήνεια ότι η "ιθαγένεια της Ένωσης συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια". Από την προσθήκη αυτή προκύπτουν δύο πρακτκά συμπεράσματα. Αφενός ότι είναι αναγκαίο για ένα πρόσωπο να έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους πριν αποκτήσει την ιθαγένεια της Ένωσηςκαι αφετέρου ότι η ευρωπαϊκή ιθαγένεια επιτρέπει την απόκτηση δικαιωμάτων τα οποία συμπληρώνουν και προστίθενται στην εθνική ιθαγένεια. 
Η σημασία της ιθαγένειας της Ένωσης[8] έγκειται στο γεγονός ότι οι πολίτες της Ένωσης έχουν γνήσια δικαιώματα στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας[9] τα οποία είναι τα εξής:
·         ελεύθερη κυκλοφορία και δικαίωμα διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών [10]
·         δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στις δημοτικές εκλογές στο κράτος μέλος διαμονής
·         δικαίωμα διπλωματικής και προξενικής προστασίας
·         δικαίωμα αναφοράς προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και
·         δικαίωμα προσφυγής στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή
Δεν μπορεί στα στοιχεία αυτά να μην παρατηρήσει κανείς τη συγγένεια με αυτά που συνδέονται με την υποκοότητα και τα δικαιώματα, με τα οποία τούτη είναι άμεσα συνδεδεμένη.
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ προβλέπει επιπλέον ένα νέο δικαίωμα για τους ευρωπαίους πολίτες[11]. Κάθε πολίτης της Ένωσης μπορεί να απευθύνεται γραπτώς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Δικαστήριο, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, στην Επιτροπή των Περιφερειών ή στο διαμεσολαβητή σε μία από τις 12 γλώσσες που αναφέρονται στις συνθήκες και να παίρνει απάντηση στην ίδια γλώσσα. Πρόκειται για κοινοτικοποίηση του δικαιώματος αναφοράς που συναντάται στα περισσότερα ευρωπαϊκά συντάγματα και αποτελεί κατάκτηση του κράτους δικαίου.
Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986 πρόσθεσε στη Συνθήκη της Ρώμης τη βούληση να δημιουργηθεί ένας χώρος χωρίς σύνορα με την παράλληλη κατάργηση των ελέγχων που υφίσταντο τα πρόσωπα σε αυτά. Ο χώρος αυτός δεν υλοποιήθηκε πριν την τελική προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 1992 όπως είχε προβλεφθεί. Η δυναμική της ενιαίας πράξης παρακίνησε ωστόσο το Συμβούλιο το 1990 να επεκτείνει το δικαίωμα διαμονής στα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους και κοινωνική κάλυψη. Το γενικευμένο αυτό δικαίωμα κυκλοφορίας και διαμονής των προσώπων επιβεβαιώθηκε με τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ένωσης στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (1992). Το 1997, η Συνθήκη του Άμστερνταμ έδωσε πολιτική λύση που επέτρεψε να προωθηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μέσω της ενσωμάτωσης της συμφωνίας του Σένγκεν στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ορισμένα κράτη μέλη επέλεξαν ωστόσο να έχουν ιδιαίτερο καθεστώς και να διατηρήσουν τους ελέγχους στα σύνορά τους με τα άλλα κράτη μέλη).
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι πριν από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (1992) και τη Δήλωση του Μπέρμινχαμ ήδη από το 1974, κατά τη διάσκεψη του Παρισιού, είχε εξεταστεί η παροχή "ειδικών δικαιωμάτων" στους υπηκόους της Οικονομικής Κοινότητας την εποχή εκείνη.
Σε συνέχεια και συνέπεια όλων αυτών το σχέδιο Συντάγματος αναδέχθηκε όλα αυτά τα κεκτημένα και τα εμπλούτισε περισσότερο, ιδίως ενσωματώνοντας στη Συνθήκη το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων - μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα για καλή διοίκηση - και διακηρύσσοντας, ήδη από το άρθρο 1, ότι η Ένωση έχει ως "βάση τη βούληση των πολιτών και των κρατών της Ευρώπης να οικοδομήσουν το κοινό τους μέλλον".
Θα μπορούσε συνεπώς κανείς να διαβλέψει μέσα από το πλέγμα αυτών των ρυθμίσεων αλλά  και μέσα από τον ίδιο τον όρο που χαρακτηρίζει τις συγκεκριμένες νομικές σχέσεις – ιθαγένεια- ότι αν και παραδεχθήκαμε στην αρχή ότι η χρήση του δεν γίνεται κατ’ακριβολογία, στην ουσία εκφράζει μία βούληση για την σταδιακή προώθηση μίας συλλογικής ταυτότητας, μιας ουσιαστικής σχέσης του πολίτης της Ενωσης με το χώρο της Ευρώπης, ο οποίος αν και δεν είναι χώρος κράτους με σύνορα συγκεκριμένα και νομική υπόσταση κράτους, συνιστά μια κατάσταση που διαμορφώνεται σε νομικό και πραγματικό επίπεδο χρόνο με το χρόνο. Η αναζήτηση συνεπώς του αληθινού νοήματος της έννοιας ευρωπαϊκή ιθαγένεια περνά μέσα από την αναζήτηση του ευρωπαίου πολίτη και του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου. Ακόμη περισσότερο περνά μέσα από το ουσιαστικό στοιχείο της σχέσης του πολίτη με το χώρο που είναι η ταυτότητα. Σε αναζήτηση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας θα πρέπει συνεπώς κανείς να μην μείνει στις λέξεις αλλά να προχωρήσει στην ουσία τους.

Η καταπολέμιση των διακρίσεων του άρθ. 13 ΕΚ


Η κοινότητα σύμφωνα με την ειδική ρύθμιση του άρθ. 13 και τους κατ΄ ιδίαν κανόνες και προϋποθέσεις που τίθενται μπορεί να αναλάβει κατάλληλη δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας, ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.
Δεν είναι λίγοι οι θεωρητικοί που στο άρθρο αυτό βασίζουν τη διεύρυνση της έννοιας της ευρωπαϊκής ιθαγένειας και τα μέτρα κατά της ξενοφοβίας[12], [13].[14]
Σε εφαρμογή του άρθ. Αυτού ψηφίσθηκε ήδη η Οδηγία 2000/43/ΕΚ[15] το Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000 περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής Επίσημη Εφημερίδα L 180 της 19/7/2000. Το προίμιο της οδηγίας αυτής κάνει ρητή αναφορά στους λόγους που οδήγησαν στη θέσπιση της οδηγίας αυτής αναφερόμενο σε ένα πλέγμα συνταγματικής φύσεως διατάξεων οι οποίες και δίδουν το έρεισμα για την θέσπιση του μέτρου. Ειδικότερα
Κατά το άρθρο 6, η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές για όλα τα κράτη μέλη, και σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
Η ισότητα ενώπιον του νόμου και η προστασία όλων των ατόμων έναντι των διακρίσεων αποτελεί οικουμενικό δικαίωμα αναγνωρισθέν από την οικουμενική διακήρυξη των ανθρώπινων δικαιωμάτων, τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης εις βάρος των γυναικών, τη διεθνή σύμβαση για την εξάλειψη κάθε μορφής φυλετικής διάκρισης, τα σύμφωνα των Ηνωμένων Εθνών για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα και από την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, συμβαλλόμενα μέρη των οποίων είναι όλα τα κράτη μέλη.
Είναι σημαντικό να γίνονται σεβαστά αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι. Είναι επίσης σημαντικό, όσον αφορά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών, να προστατευθεί η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και οι συναλλαγές που γίνονται στο πλαίσιό της.
Στην παρ. 6 του προϊμίου μάλιστα ειδικά αναφέρεται ότι:
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση απορρίπτει τις θεωρίες που προσπαθούν να καθορίσουν την ύπαρξη χωριστών ανθρώπινων φυλών η χρησιμοποίηση του όρου "φυλετική καταγωγή" στην παρούσα οδηγία δεν συνεπάγεται την αποδοχή τέτοιων θεωριών.»
Στη ίδια βάση   η παρ. 9 του προϊμίου της οδηγίας αναφέρει ότι :
»Οι διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής μπορούν να υπονομεύσουν την επίτευξη των στόχων της συνθήκης ΕΚ, ειδικότερα δε την επίτευξη υψηλού επιπέδου απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής, την οικονομική και κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη. Μπορούν επίσης να υπονομεύσουν το στόχο ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης».

Η καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας


Το 1986 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και εκπρόσωποι των κρατών μελών συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου και υιοθέτησαν κοινή διακήρυξη κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Με αυτή καταδικάζονται όλες οι εκδηλώσεις μη ανοχής, εχθρότητας και χρησιμοποίησης βίας απέναντι σε ένα πρόσωπο ή μια ομάδα προσώπων για λόγους διαφορετικής φυλής, θρησκείας, πολιτισμού, κοινωνικής θέσης ή εθνότητας.
Η πολιτική κατά του ρατσισμού συνδέθηκε με την πολιτική αύξησης του ενεργού πληθυσμού και με την πολιτική κατά των αποκλεισμών. Το 1989 το Κοινοβούλιο απαίτησε σε ένα ψήφισμά του κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας να υιοθετηθεί μια κοινοτική νομοθεσία κατά των διακρίσεων. Η πρόταση τότε απορρίφθηκε ελλείψει νομικής βάσης. Η Επιτροπή αντί για δεσμευτικούς κανόνες παρουσίασε μια ανακοίνωση που καλούσε τα κράτη μέλη να πάρουν τα αναγκαία μέτρα. Παρόλα αυτά χρειάστηκαν δύο χρόνια για να συμφωνήσει το Συμβούλιο των Υπουργών στην πρόταση (27.06.1990). Με βάση την απόφαση αυτή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1991 συνέστησε νέα Επιτροπή Έρευνας επιφορτισμένη να εξετάσει σε βάθος την άνοδο των ρατσιστικών και ξενόφοβων πεποιθήσεων. Η έκθεση που καταρτίστηκε, γνωστή ως έκθεση Φορντ, περιείχε 17 προτάσεις από μέτρα και αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις για την καταπολέμηση όλων των μορφών των διακρίσεων. Αλλά ούτε και αυτή η εισήγηση είχε καλύτερη τύχη.
Το Κοινοβούλιο επέμενε στη μάχη κατά του ρατσισμού και εκφράστηκε στη δεκαετία του 1990 πάνω στο θέμα αυτό με δύο ψηφίσματα για το ρατσισμό και τη ξενοφοβία της 20.11.1993 και 23.12.1994. Με αυτά καλεί την Επιτροπή το συντομότερο δυνατό να επεξεργαστεί οδηγία που θα προέβλεπε τρόπους ενίσχυσης νομικών μέτρων εφαρμοστέων στα κράτη μέλη που θα κάλυπταν ευρύτατους τομείς κοινωνικής δράσης. Αλλά και η τύχη αυτής της πρότασης όπως και άλλων αποφάσεων που ακολούθησαν συνόδους κορυφής δεν υπήρξε καλύτερη. Η πολιτική βούληση για λήψη δεσμευτικών κανόνων δεν υπήρχε. Ακόμη πρέπει να μνημονεύσουμε τη συμβουλευτική επιτροπή με τον τίτλο "Ρατσισμός και ξενοφοβία" γνωστή ως επιτροπή Kahn που το ενδιαφέρον της βρίσκεται στο ότι προτείνει ευθέως τροποποίηση των συνθηκών προκειμένου να υλοποιηθεί η πολιτική κατά των διακρίσεων που στηρίζεται σε φυλετικούς και εθνοτικούς λόγους. Η Επιτροπή αποδέχτηκε την πρόταση της Επιτροπής Kahn και σε ανακοίνωση της εκφράζει την πεποίθηση της την αναγκαιότητα το να δημιουργηθεί μια κοινοτική αρμοδιότητα με τη Διακυβερνητική του 1996.
Το πιο ουσιώδης μέτρο που ελήφθη εντωμεταξύ ήταν η ανακήρυξη του έτους 1997 ως ευρωπαϊκό έτος κατά του ρατσισμού και η ίδρυση του ιδίου έτους με τον κανονισμό 1035/97 ευρωπαϊκού παρατηρητηρίου για τη μελέτη του ρατσισμού και της ξενοφοβίας . Σκοπός του παρατηρητηρίου ήταν να προσφέρει στην Κοινότητα και στα κράτη μέλη τις αναγκαίες πληροφορίες, αντικειμενικές και συγκρίσιμες για τα φαινόμενα του ρατσισμού, τις ξενοφοβίας και του αντισημιτισμού να μελετήσει το εύρος και την εξέλιξή τους να αναλύσει τα αίτια, συνέπειες και αποτελέσματα και να εξετάσει τα παραδείγματα καλών πρακτικών των διαφόρων χωρών. Το Παρατηρητήριο εγκαινιάστηκε στις 7 Απριλίου του 2000. Στο πλαίσιο της δράσης του δημιουργήθηκε το ευρωπαϊκό δίκτυο πληροφοριών σχετικά με το ρατσισμό και τη ξενοφοβία (RAXEN), το οποίο με τη συλλογή και μεταφορά σε μια κεντρική μονάδα εθνικών και στατιστικών στοιχείων θα δημιουργήσει μια βάση δεδομένων για τη διάδοση των πληροφοριών. Το παρατηρητήριο συντάσσει ετήσια έκθεση, λεπτομερή για την κατάσταση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ευρώπη.
Επισημαίνεται ακόμη η ανάγκη να αποτραπεί ή να καταπολεμηθεί κάθε πράξη αυθαίρετης διάκρισης.Είναι γνωστό ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν προτάσεις για την εφαρμογή του άρθρου 13 της συνθήκης ΕΚ όσον αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Το Συμβούλιο ενέκρινε επίσης, στις 15 Ιουλίου 1996, κοινή δράση (96/443/ΔΕΥ) σχετικά με την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας[16], δια της οποίας τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν να εξασφαλίσουν αποτελεσματική δικαστική συνεργασία όσον αφορά τα αδικήματα που στηρίζονται σε ρατσιστική ή ξενοφοβική συμπεριφορά.
Εξάλλοι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2000 για την απασχόληση, οι οποίες εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι στις 10 και 11 Δεκεμβρίου 1999, τονίζουν ότι πρέπει να προωθηθεί η δημιουργία προϋποθέσεων για μια αγορά εργασίας που θα εννοεί την κοινωνική ένταξη, με τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού συνόλου πολιτικών που θα στοχεύουν στην καταπολέμηση των διακρίσεων εις βάρος ομάδων όπως είναι οι εθνοτικές μειονότητες.

Η νομολογία του ΔΕΚ για την ευρωπαϊκή ιθαγένεια


Η νομολογία του ΔΕΚ ως προς το ζήτημα της ιθαγένειας της Ενωσης είναι πλούσια και σαφής[17].
Ενδιαφέρον ειδικό παρουσάζει η νομολογία που αναφέρεται στο δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι
Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 8 Β της Συνθήκης ΕΚ,
«Κάθε πολίτης της Ένωσης που κατοικεί σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοος έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές στο κράτος μέλος της κατοικίας του, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του ενλόγω κράτους. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με την επιφύλαξη των λεπτομερέστερων διατάξεων που θα θεσπίσει, πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1994, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα προτάσεις της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι διατάξεις αυτές μπορούν να προβλέπουν παρεκκλίσεις όταν αυτό δικαιολογείται λόγω ειδικών προβλημάτων σε ένα κράτος μέλος.»
Σε εφαρμογή του άρθρου αυτού εκδόθηκε η οδηγία 94/80/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, περί λεπτομερών κανόνων άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές από τους πολίτες της Ένωσης που κατοικούν σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι (ΕΕ L 368, σ. 38). Σχετική είναι  και η απόφαση του ΔΕΚ C-323/97, της 9ης Ιουλίου 1998 Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου με την οποία κρίθηκε ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θέτοντας σε ισχύ εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/80/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, περί λεπτομερών κανόνων άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές από τους πολίτες της Ένωσης που κατοικούν σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής.

 Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η νομολογία που αναφέρεται στο δικαίωμα κυκλοφορίας του άρθρου 8 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης  το οποίο προβλέπει ότι:
«Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της.»
Σχετικά εκδόθηκε η απόφαση ΔΕΚ της 7ης Ιουλίου 1992, C-369/90, Micheletti κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I-4239), σύμφωνα με την οποία ένα κράτος μέλος μπορεί να ορίσει την έννοια «υπήκοος» μόνο τηρώντας το κοινοτικό δίκαιο και, επομένως, σεβόμενο τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού δικαίου.  Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η απόφαση του ΔΕΚ της 20ής Φεβρουαρίου 2001 The Queen και Secretary of State for the Home Department,ex parte: Manjit Kaur, C-192/99. Ειδικότερα σύμφωνα με την απόφαση αυτή:
 «Για να καθοριστεί αν ένα πρόσωπο έχει την ιδιότητα του υπηκόου του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να γίνει αναφορά στη δήλωση του 1982 της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας σχετικά μετην έννοια του όρου «υπήκοοι», η οποία αντικατέστησε τη δήλωση του 1972 της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας σχετικά με την έννοια του όρου «υπήκοοι», που είναι συνημμένη στην τελική πράξη της Συνθήκης για την Προσχώρηση στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας.».
Στην απόφαση Martínez Sala[18], το Δικαστήριο εξέτασε την ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 18 ΕΚ, παρά τη λεπτομερή ανάπτυξη που έγινε σχετικά στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα. Στην απόφαση Kaba[19], το Δικαστήριο εξέτασε τον χαρακτήρα του άρθρου 18 ΕΚ, χωρίς να εκφέρει ρητώς κρίση επί της δυνατότητας να αναγνωριστεί στο άρθρο 18 EK άμεσο αποτέλεσμα. Βέβαια, το Δικαστήριο ανέφερε σαφώς ότι στο παρόν στάδιο εξέλιξης του κοινοτικού δικαίου δεν υφίσταται ανεπιφύλακτο δικαίωμα διαμονής των υπηκόων ενός κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Τούτο απορρέει μεταξύ άλλων από το άρθρο 18 ΕΚ, το οποίο ναι μεν αναγνωρίζει ότι οι πολίτες της Ενώσεως έχουν το δικαίωμα να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, πλην όμως αναφέρει ρητώς τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη Συνθήκη και από τις διατάξεις οι οποίες θεσπίζονται για την εφαρμογή της.[20]
Στις προτάσεις του στην υπόθεση Martínez Sala, ο γενικός εισαγγελέας A. La Pergola ανέφερε:
«Σήμερα όμως υπάρχει το άρθρο 8 A της Συνθήκης. Το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε ολόκληρη την Ενωση προβλέπεται ως γενικό δικαίωμα από μια διάταξη πρωτογενούς δικαίου [...]. Οι περιορισμοί που προβλέπονται στο ίδιο το άρθρο 8 A αφορούν τη συγκεκριμένη άσκηση και όχι την υπόσταση του δικαιώματος. Η οδηγία 90/364 εξακολουθεί ενδεχομένως να ρυθμίζει τις προϋποθέσεις ασκήσεως της ελευθερίας που προβλέφθηκε με τη Συνθήκη» .
Ο γενικός εισαγγελέας αναφέρθηκε στη λογική του συστήματος, στο οποίο οι συμφωνίες του Μάαστριχτ εντάσσουν το δικαίωμα που έχει ως βάθρο το άρθρο 18 ΣυνθΕΚ[21]. Ειδικά είπε τα εξής:
«Το άρθρο 8 A, επομένως, αφαίρεσε από τις άλλες μορφές της ελεύθερης κυκλοφορίας την ελευθερία αυτή, η οποία, όπως βλέπουμε, έχει διαμορφωθεί ως δικαίωμα όχι μόνο κυκλοφορίας αλλά και διαμονής σε κάθε κράτος μέλος: δηλαδή ως πρωτογενές δικαίωμα, καθόσον αναφέρεται ως το πρώτο από τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ενώσεως. [...] Πρόκειται για δικαίωμα που όχι μόνον απορρέει αλλά και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιθαγένεια της Ενώσεως [...]. Κατόπιν της θεσπίσεως του κανόνα του πρωτογενούς δικαίου, η ιθαγένεια της Ενώσεως απονέμεται άμεσα στο άτομο, το οποίο αναγνωρίζεται πλέον ρητά ως υποκείμενο δικαίου και το οποίο την αποκτά και τη χάνει μαζί με την εθνική ιθαγένειά του και με κανέναν άλλο τρόπο. Πρόκειται για τη βασική, θα έλεγα, νομική κατάσταση που εγγυάται στον πολίτη κάθε κράτους μέλους η Ευρωπαϊκή Ενωση και που εγγυάτο προηγουμένως η έννομη τάξη της Κοινότητας».
Και ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς έχει λάβει θέση επί του αποτελέσματος του άρθρου 18 ΕΚ. Στις προτάσεις του στην υπόθεση Wijsenbeek[22], αποδεικνύεται υποστηρικτής του αμέσου αποτελέσματος του πιο πάνω άρθρου.  
 Το Δικαστήριο, με την απόφασή του στην υπόθεση Κωνσταντινίδης[23], έκρινε ότι αντέβαινε στην αρχή της απαγόρευσης κάθε διάκρισης λόγω ιθαγένειας μια εθνική ρύθμιση η οποία υποχρέωνε Έλληνα υπήκοο να χρησιμοποιεί, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του σε άλλο κράτος μέλος, γραφή του ονοματεπωνύμου του προκύπτουσα από μεταγραμματισμό στα ληξιαρχικά βιβλία, η οποία προκαλούσε αλλοίωση της προφοράς με συνέπεια να δημιουργείται στους ενδεχόμενους πελάτες του κίνδυνος σύγχυσης περί τα πρόσωπα.
 Στην υπόθεση Garcia Avellο[24], το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα άρθρα 12 ΕΚ και 17 EΚ απαγόρευαν στις βελγικές διοικητικές αρχές να απορρίψουν, στο πλαίσιο συνήθους πρακτικής τους, αίτημα περί μεταβολής του επωνύμου, υποβληθέντος εξ ονόματος ανήλικων τέκνων που διέμεναν στο Βέλγιο, πλην όμως είχαν τόσο τη βελγική όσο και την ισπανική ιθαγένεια, προκειμένου τα εν λόγω τέκνα να αποκτήσουν το επώνυμο που δικαιούνταν σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία και παράδοση.   Το ΔΕΚ, και στις δύο αυτές  υποθέσεις, εξέτασε, κατ’ αρχάς, το κατά πόσον οι υπό κρίση καταστάσεις ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου –και αποφάνθηκε ότι όντως ενέπιπταν– πριν προχωρήσει στην ανάλυση των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης, ο σύνδεσμος με το κοινοτικό δίκαιο συνίστατο στο ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης προέβαλε ως λόγο προσφυγής παραβίαση της αρχής της οικονομικής ελευθερίας, ειδικότερα δε προσβολή του δικαιώματός του ελεύθερης εγκατάστασης. Το Δικαστήριο, με την απόφασή του Garcia Avello –η οποία εκδόθηκε μετά τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ενώσεως, με όλα τα συνακόλουθα δικαιώματά της– έκρινε ότι ο σύνδεσμος με το κοινοτικό δίκαιο μπορούσε να θεμελιωθεί απλώς και μόνο λόγω του ότι τα ενδιαφερόμενα τέκνα ήταν «υπήκοοι κράτους μέλους νομίμως διαμένοντες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους» [25].

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το ζήτημα της λεγόμενης ευρωπαϊκής ιθαγένειας προφανώς έχει απασχολήσει το ΔΕΚ και έχει ερμηνευθεί από την άποψη του κοινοτικού δικαίου προσδίδοντας στον όρο ιθαγένεια μια απόλυτη κοινοτική χρειά. Στο μέτρο μάλιστα που όπως όλοι γνωρίζουμε η νομολογία είναι αυτή που διαμορφώνει και ερμηνεύει της γενικές αρχές του κοινοτικού δικάιου είναι εύλογο να διπιστώσουμε τη συνεισφορά της στη συνειδητοποίηση του ίδιου του όρου της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Η ελεύθερη εγκατάσταση και διαμονή σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η από εκεί πέρα ανενόχλητη άσκηση των κάθε μορφής δραστηριοτήτων, αλλά και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του κάθε ατόμου, είναι βασική επιδίωξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήδη από την ίδρυσή της. Η έννοια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας είναι λοιπόν, στο μέτρο που τα εμπερικελείει όλα αυτά, ομοίως ένα καίριο ζητούμενο.



Ο ενιαίος ευρωπαϊκός Χώρος  και ο ευρωπαίος πολίτης


O ενιαίος ευρωπαϊκός χώρος

Η έννοια του ευρωπαϊκού χώρου[26] προκύπτει από τη νομοθεσία της ΕΕ και φυσικά διαμορφώνεται με την ιστορική συγκυρία[27].
Η έννοια αυτή απαιτεί αρχικά την προσέγγιση της ένοιας του χώρου Σένγκεν. Στις 14 Ιουνίου 1985 υπογράφηκε η πρώτη συμφωνία μεταξύ των πέντε ιδρυτικών μελών της ΕΕ.  Εκπονήθηκε στη συνέχεια σύμβαση που υπογράφηκε στις 19 Ιανουαρίου 1990.  Η σύμβαση αυτή άρχισε να ισχύει το 1995 και επέτρεψε την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα μεταξύ των χωρών που την είχαν υπογράψει, ενώ δημιούργησε ενιαία εξωτερικά σύνορα, όπου πραγματοποιούνται έλεγχοι εισόδου στο χώρο Σένγκεν σύμφωνα με τις ίδιες διαδικασίες. Καθιερώθηκαν κοινοί κανόνες όσον αφορά την έκδοση θεώρησης, το δικαίωμα ασύλου και τον έλεγχο στα εξωτερικά σύνορα. Απώτερος στόχος ήταν να επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στο εσωτερικό των χωρών που έχουν υπογράψει τη σύμβαση χωρίς να διαταράσσεται η δημόσια τάξη.

Ο χώρος Σένγκεν

Ο χώρος Σένγκεν επεκτάθηκε σιγά σιγά σε όλα τα κράτη μέλη. Η Ιταλία υπέγραψε τις συμφωνίες στις 27 Νοεμβρίου 1990, η Ισπανία και η Πορτογαλία στις 25 Ιουνίου 1991, η Ελλάδα στις 6 Νοεμβρίου 1992, η Αυστρία στις 28 Απριλίου 1995 και η Δανία, η Φινλανδία και η Σουηδία στις 19 Δεκεμβρίου 1996
Μεταξύ των κύριων μέτρων μπορούν να αναφερθούν:
·                     η κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα και η μεταφορά των ελέγχων αυτών στα εξωτερικά σύνορα·
·                     ο κοινός καθορισμός των όρων διέλευσης των εξωτερικών συνόρων, καθώς και ομοιόμορφων κανόνων και λεπτομερειών ελέγχου των προσώπων στα σύνορα αυτά·
·                     ο διαχωρισμός στα αεροδρόμια και στους λιμένες μεταξύ των ταξιδιωτών που κυκλοφορούν στο εσωτερικό του χώρου Σένγκεν και σε εκείνους που έρχονται από το εξωτερικό της ζώνης·
·                     η εναρμόνιση των όρων εισόδου και θεώρησης για τις σύντομες διαμονές·
·                     η καθιέρωση συντονισμού μεταξύ των διοικήσεων για τον έλεγχο των συνόρων (υπάλληλοι σύνδεσης, εναρμόνιση των οδηγιών και της επιμόρφωσης που παρέχεται στο προσωπικό)·
·                     ο καθορισμός του ρόλου των μεταφορέων στην καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης·
·                     η υποχρεωτική συμπλήρωση δήλωσης για κάθε υπήκοο τρίτης χώρας που κυκλοφορεί από τη μια χώρα στην άλλη·
·                     ο καθορισμός κανόνων σχετικά με το ποιο κράτος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου που προβλέπει η σύμβαση του Δουβλίνου που αντικαταστάθηκε το 2003 από κανονισμό
·                     η καθιέρωση δικαιώματος παρακολούθησης και διασυνοριακής δίωξης για τους αστυνομικούς των κρατών που ανήκουν στο χώρο του Σένγκεν·
·                     η ενίσχυση της δικαστικής συνεργασίας μέσω ενός ταχύτερου συστήματος έκδοσης και καλύτερης μεταβίβασης της εκτέλεσης των κατασταλτικών δικαστικών αποφάσεων·
·                     η δημιουργία ενός συστήματος πληροφόρησης Σένγκεν για την ανταλλαγή δεδομένων (SIS).
Όλα τα μέτρα αυτά, όπως και οι αποφάσεις και οι δηλώσεις που εκδόθηκαν από την εκτελεστική επιτροπή που συστάθηκε από τη σύμβαση εφαρμογής του 1990, οι πράξεις που υιοθετήθηκαν για την εφαρμογή της σύμβασης από τα όργανα στα οποία η εκτελεστική επιτροπή παρείχε εξουσίες απόφασης, η συμφωνία που υπογράφηκε στις 14 Ιουνίου 1985, η σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας αυτής, που υπογράφηκε στις 19 Ιουνίου 1990 καθώς και τα πρωτόκολλα και οι συμφωνίες προσχώρησης που ακολούθησαν αποτελούν το «κεκτημένο Σένγκεν»[28].
Ένα πρωτόκολλο προσαρτημένο στη συνθήκη του Αμστερνταμ επέτρεψε την ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων που επέφερε το Σένγκεν στην ΕΕ. Ο χώρος Σένγκεν, που αποτελεί ένα πρώτο συγκεκριμένο παράδειγμα ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ δεκατριών κρατών μελών, συναντά το νομικό και θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ εντός του οποίου έχει κοινοβουλευτικό και δικαιοδοτικό έλεγχο. Ο στόχος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, που εγγράφεται ήδη στην ενιαία ευρωπαϊκή πράξη του 1986, έχει επιτευχθεί και εγγυάται έναν δημοκρατικό κοινοβουλευτικό έλεγχο θέτοντας στη διάθεση των πολιτών δικαστικές προσφυγές όσον αφορά τα δικαιώματά τους (Δικαστήριο ή/και εθνική δικαιοδοσία ανάλογα με τους τομείς).
Για να επιτευχθεί αυτή η ενσωμάτωση έχουν ληφθεί διάφορες αποφάσεις από το Συμβούλιο της ΕΕ.Κατ' αρχάς, όπως προέβλεπε η συνθήκη του Αμστερνταμ, το Συμβούλιο αντικατέστησε την εκτελεστική επιτροπή που είχε δημιουργηθεί με τις συμφωνίες Σένγκεν. Την 1η Μαΐου 1999, το Συμβούλιο καθόρισε τους τρόπους ενσωμάτωσης της γραμματείας Σένγκεν στη γενική γραμματεία του Συμβουλίου, ιδίως εκείνους που αφορούν το απασχολούμενο από τη γραμματεία Σένγκεν προσωπικό [Επίσημη Εφημερίδα L 119 της 7.5.1999]. Στη συνέχεια, δημιουργήθηκαν νέες ομάδες εργασίας για να βοηθήσουν το Συμβούλιο στη διαχείριση των εργασιών.
Ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του Συμβουλίου για την ενσωμάτωση του Σένγκεν ήταν να επιλέξει μεταξύ των διατάξεων και των μέτρων που έχουν ληφθεί από τα κράτη που υπέγραψαν τις διακυβερνητικές αυτές συμφωνίες. Στις 20 Μαΐου του 1999 εκδόθηκε κατάλογος των στοιχείων που αποτελούν το κεκτημένο καθώς και ο ορισμός για το καθένα από αυτά της αντίστοιχης νομικής βάσης στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες[29].
Όσον αφορά τα κράτη που έγιναν μέλη της ΕΕ μετά την 1η Μαΐου 2004, αυτά δεσμεύονται από το σύνολο του κεκτημένου του Σένγκεν, ορισμένες όμως διατάξεις του θα εφαρμοστούν μόνο κατά την κατάργηση των ελέγχων στα σύνορα. Η κατάργηση αυτή, που αποφασίστηκε από το Συμβούλιο, θα πραγματοποιηθεί όταν εισέλθει σε επιχειρησιακή φάση το SIS (βλέπε κατωτέρω) στις χώρες τους και όταν τα εν λόγω κράτη θα έχουν υποβληθεί σε αξιολόγηση που θα αποδεικνύει ότι τηρούν τους αναγκαίους όρους για την εφαρμογή των «αντισταθμιστικών» μέτρων που θα επιτρέπουν την άρση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα. Η αξιολόγηση δεν αποτελεί καινοτομία· όλα τα κράτη μέλη που προσχώρησαν στο Σένγκεν υπόκεινται σ' αυτή.
Ο χώρος Σένγκεν συνεπώς αφορά όχι μόνον τους ευρωπαίους πολίτες αλλά και τους πολίτες τρίτων χωρών.
Ένα ευρύ πλαίσιο μέτρων καθιερώθηκε νομοθετικά σε κοινοτικό επίπεδο για την οριοθέτηση και τον αυτοπροσδιορισμό του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου[30].

Ο ευρωπαϊκός χώρος πέραν των ρυθμίσεων Σένγκεν


Παρόλα αυτά η συζήτηση για τον ευρωπαϊκό Χώρο, η οποία δεν περιορίζεται φυσικά στο χώρο Σένγκεν,  ενέχει σημαντικές αβεβαιότητες. Προσδιορίζεται γεωγραφικά αλλά και με βάση κοινά χαρακτηριστικά. Είναι ένας διαρκώς εξελισσόμενος χώρος όσον αφορά τόσο τα όριά του όσο και τα στοιχεία που τον συνθέτουν. Οικονομικός χώρος, χώρος δικαιοσύνης, χώρος παιδείας και γνώσης, ο ευρωπαϊκός χώρος είναι ένα ιστορικό διάβημα το οποίο κινεί το ενδιαφέρον. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον βέβαια προκαλεί στον ευρωπαίο πολίτη να αναζητήσει το χώρο αυτό αφού μέλλει να τον κατοικήσει και να γίνει ο «τόπος»[31] του.

Αν η έννοια του «χώρου»[32], o οποίoς αποτυπώθηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ ως ενιαίος και ευρωπαϊκός, συνιστά για την ενιαία Ευρώπη, ότι η έννοια του εδάφους[33] για τα κράτη μέλη, τότε η κατασκευή[34] του είναι πράξη κυριαρχίας[35]. Το μεγαλεπήβολο σχέδιο της εγκαθίδρυσης της Ενιαίας Εσωτερικής Αγοράς[36] επέβαλε την κατάργηση των «εσωτερικών συνόρων» ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ένωσης, ενώ ο τρίτος πυλώνας της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση στόχευε στη διευκόλυνση της ελευθερίας της διασυνοριακής μετακίνησης προσώπων και στον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[37].
Ο ευρωπαϊκός χώρος αναδείχθηκε κατά την συγκεκριμένη ιστορική εξέλιξη της ενιαίας Ευρώπης, ως η έννοια που θα λειτουργούσε ενοποιητικά, χωρίς να διαιρεί και να θίγει την κρατική κυριαρχία ή τις εθνικές ευαισθησίες. Εκφράζει μια υπό διαμόρφωση πραγματικότητα και μια πολιτική και ιστορική απόφαση εν ταυτώ[38].
Ο ευρωπαϊκός χώρος, όμως, δεν είναι ακόμη πλήρως καθορισμένος, ούτε ως έννοια, ούτε ως πραγματικότητα. Δομείται σταδιακά με υλικό το χρόνο, τα πρόσωπα τις λέξεις και ένα σύνολο πράξεων και αποφάσεων που τον πραγματώνουν σαν ιστορική κατάκτηση, ή συχνά και τον αναιρούν. Ο ρόλος των λέξεων περιορίζεται στην περιγραφή στα κείμενα, στη νομοθεσία και την ευρωπαϊκή ρητορική των οραμάτων, αλλά και των κατακτήσεων: Συνιστά νομοθεσία, δικαστική απόφαση, πολιτική απόφαση. Οι πράξεις, οι οποίες δομούν τον ευρωπαϊκό χώρο είναι ποικίλες και έχουν, είτε συμβολικό, είτε θεσμικό χαρακτήρα. Και αν  μεν η εξωτερική οριοθέτηση του χώρου αυτού δεν είναι δυνατή στο μέτρο που τα σύνορα παραμένουν σύνορα κρατών, ενώ η Ευρώπη διαμορφώνει μια αντίληψη για τα σύνορα του ευρωπαϊκού χώρου αρκούντος διάφορη από αυτή των συνόρων των κρατών, εφικτή και σε εξέλιξη είναι η εσωτερική πραγμάτωση του ευρωπαϊκού χώρου. Η ενιαία εσωτερική αγορά δίδει τον καμβά στον οποίο πλέκονται οι ποικίλες πολιτικές, ενώ τα διευρωπαϊκά δίκτυα χαράζουν τα εδάφη των κρατών της Ευρώπης δημιουργώντας τις αρθρώσεις της, τη ραχοκοκαλιά της[39].
Ο ευρωπαϊκός χώρος είναι μία έννοια η οποία δεν ορίζεται νομικά προς το παρόν, ούτε συνιστά το άθροισμα των εδαφών των χωρών μελών[40].  Το άρθρο Β των κοινών διατάξεων της Συνθήκης του Μάαστριχτ ορίζει ότι η Ένωση έχει ως στόχο να προωθήσει την ισόρροπη και σταθερή οικονομική πρόοδο, ιδίως με τη δημιουργία ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, με την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής και με την ίδρυση μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η οποία θα περιλάβει εν καιρώ ένα ενιαίο νόμισμα σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης. Αντίστροφα, στόχος της Ένωσης, κατά το ίδιο άρθρο, είναι η επιβεβαίωση της ταυτότητάς της στη διεθνή σκηνή, ιδίως με την εφαρμογή μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της εν καιρώ διαμόρφωσης μιας κοινής αμυντικής πολιτικής, η οποία μπορεί, σε δεδομένη στιγμή να οδηγήσει σε κοινή άμυνα[41]. Κατά το γράμμα της Συνθήκης, επομένως, ο ευρωπαϊκός χώρος, ως στόχος της Ένωσης, προσδιορίζεται αφενός με την εξάλειψη των εσωτερικών συνόρων, αφετέρου με την οριοθέτηση της πολιτικής προς τους μη υπαγόμενους στο χώρο αυτό, την κοινή εξωτερική πολιτική. Δεν είναι τόπος με σαφή σύνορα και όρια, κανένα τείχος δεν χωρίζει τους εκτός από τους εντός προς το παρόν. Εφόσον η Ένωση παραμένει ανοικτή στην είσοδο νέων κρατών μελών τα όρια αυτά δεν φαίνονται να επιβεβαιώνουν τις θεωρίες του Huntington[42] στη γηραιά ήπειρο σε σχέση με την επικείμενη σύγκρουση πολιτισμών τουλάχιστον σε επίπεδο στόχων και πολιτικής.
Ο χώρος της Ευρώπης, όμως, δεν είναι μόνον ένας στόχος αλλά και μία ιστορική πραγματικότητα, η οποία προσδίδει την ταυτότητα της Ευρώπης και στον οποίο δρουν οι πολίτες της Ένωσης[43] οι οποίοι επωφελούνται από τη δημιουργία του. Στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο κυκλοφορεί και δρα ο ευρωπαίος πολίτης. Η ιδιότητα αυτή συνιστά για τις οντότητες του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου την πρωταρχική τους ταυτότητα η οποία έχει ως προαπαιτούμενο τα δικαιώματα που του κατοχυρώνει η Ενωση.
Είναι φανερό ότι η χώρος της Ευρώπης είτε οριοθετείται από το χώρο Σένγκεν εν μέρει είτε αποτελεί αντικείμενο εξελικτικής διαδικασίας μέσα από τα κείμενα και την ιστορία είναι στοιχείο το οποίο προσιδιάζει στην έννοια Χώρα για τον ορισμό του κράτους. Τούτο πρέπει να το κρατά πάντα κανείς κατά νου αναζητώντας τις εκλεκτικές συγγένειες της Ενωσης με την πολιτειακή παράδοση της Ευρώπης. Ιθαγένεια λοιπόν και χώρος συναποτελούν δύο λέξεις που θυμίζουν γνωστές νομικές έννοιες αλλά και συλλογικές προσδοκίες. Ας δούμε συνεπώς πού οδηγούνται οι προσδοκίες αυτές μέσα από την έννοια του ευρωπαίου πολίτη.

Ευρωπαϊκός Χώρος και ευρωπαίος πολίτης

Η ιδιότητα του ευρωπαίου πολίτη[44],  έννοια αυτόνομη και θεσμοθετημένη είναι και αυτή προσδιοριστική του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου. Είναι παράλληλα και καθοριστική για την έννοια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Η κοινοτική νομοθεσία προσφέρει ήδη επαρκές υλικό προς την κατεύθυνση του προσδιορισμού της έννοιας του ευρωπαίου πολίτη[45],[46][47]. Η οδηγία 2004/38 σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, μας δίδει ένα σύνολο ορισμών, εννοιλογικών διευκρινήσεων και δηλώσεων προθέσεων που δεν είναι διόλου αμελητέες. Είναι αναντήρρητο ότι πολίτης της Ενωσης είναι κατ’αρχής ο φέρων την ιθαγένεια της Ενωσης. Δεν είναι όμως μόνον αυτός ο πολίτης της Ενωσης. Η ιδιότητα επεκτείνεται στην οικογένεια του πολίτη. Περισσότερο όμως από τα περιγραφικά χαρακτηριστικά, ο πολίτης της Ενωσης είναι ένας δυναμικός φορέας δικαιωμάτων και ατομικών ελευθεριών. Ο πολίτης συνεπώς ως υποκείμενο συγκεκριμένων δικαιωμάτων και ιδίως της ελευθερίας κίνησης, της ισότητας, της απαγόρευσης διακρίσεων, των δικαιωμάτων στην κοινωνική ασφάλιση[48] αποτελεί την ουσιαστική ταυτότητα του ευρωπαίου πολίτη.
Ο ευρωπαϊκός χώρος όμως δεν αφορά μόνον τον ευρωπαίο πολίτη. Αφορά και τον πολίτη τρίτων χωρών έστω αν προς το παρόν θέτει περισσότερους περιορισμούς παρά προσφέρει γι’αυτούς δικαιώματα[49].
Υπό την εκδοχή αυτή ηδιαφορά των εννοιών του ευρωπαίου πολίτη και του πολίτη τρίτων χωρών[50]  φαίνεται να χαλαρώνει.
Ακόμη περισσότερο όμως και από τα κείμενα την έννοια αυτή αναδεικνύει η νομολογία του ΔΕΚ η οποία στο ζήτημα αυτό υπήρξε ιδιαίτερα καινοτόμος χαρακτηρίζοντας την ιδιότητα αυτή ως θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους[51].

Οι πολίτες τρίτων χωρών

Εχει ήδη υποστηριχθεί στην επιστήμη ότι de lege ferenda η ιδιότητα του άρθ. 17.1 ΕΚ θα έπρεπε να αναγνωρίζεται αυτοτελώς σε υπηκόους τρίτων χωρών υπό προϋποθέσεις[52]. Παρά την παρατήρηση διάφορων συγγραφέων ότι το  κοινοτικό δίκαιο δεν αναδεικνύεται εν προκειμένω πρόσφορο πεδίο για την διεκδίκηση της ισοπολιτείας των μεταναστών η οποία αφορά στο εθνικό δίκαιο ιθαγένειας, εφόσον μάλιστα τα διεκδικούμενα από τα πρόσωπα αυτά δικαιώματα απορρέουν ακόμη κατά κύριο λόγο από την εθνική ιθαγένεια και όχι από την ιδιότητα του πολίτης της ΕΕ, καθως η ΕΕ δεν αποτελεί όραμα οικουμενικής ενοποίησης[53] η πορεία των κοινοτικών κανόνων φαίνεται να γίνεται όλο και περισσότερο προσαρμοστική στην ιστορία και την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.  Μια διαφορετική τοποθέτηση βρίσκει αντιμέτωπο το θεωρητικό στο ερώτημα: αν η ΕΕ ήθελε την ευρωπαϊκή ιθαγένεια ταυτότημη με την εθνική, ποιος ο λόγος να την ρυθμίσει ειδικά? Αν οι ευρωπαίοι πολίτες είναι ένα άθροισμα πολιτών των κρατών μελών προς τι η ειδική ρύθμιση? Θα ήταν παράδοξο η ΕΕ να καταγράφει στη Συνθήκη κενοτόμες έννοιες για λόγους μόνον συμβολισμών. Αλλά και αν ήταν έτσι, η ιδιαιτερότητα των κανόνων έγγυται στο γεγονός ότι από τη στιγμή που καταγράφονται αυτονομούνται και δεν μπορούν παρά να νοηματοδοτηθούν από την ερμηνεία αλλά πρωτίστως από την ιστορία.

Η νομολογία του ΔΕΚ για τη σχέση του ευρωπαίου πολίτη με τον ευρωπαϊκό χώρο

Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα την απόφαση Heikki Antero Pusa C-224/02 της 29ης Απριλίου 2004  η ιδιότητα του πολίτη της Ενωσης τείνει να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών, η οποία εξασφαλίζει την ίδια νομική μεταχείριση σε όσους εξ αυτών βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους και υπό την επιφύλαξη των ρητά προβλεπομένων εξαιρέσεων[54]. Σύμφωνα με την ίδια απόφαση στις καταστάσεις που διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, αυτές που άπτονται της άσκησης των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη και της ασκήσεως της ελευθερίας κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, την οποία απονέμει το άρθρο 18 ΕΚ[55].
Ο ευρωπαίος πολίτης είναι αυτός που υπάγεται στο κοινοτικό δίκαιο και ρυθμίζεται από αυτό. Ο πολίτης αυτός δικαιούται ισότιμης μεταχείρησης και απολαμβάνει των θεμελιωδών ελευθεριών.
Σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα εξαιρετικής σημασίας είναι μεταξύ άλλων και οι  αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2002, C-224/98, D’Hoop (Συλλογή 2002, σ. Ι-6191, σκέψεις 27 επ.), και της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-413/99, Baumbast και R (Συλλογή 2002, σ. Ι-7091, σκέψεις 80 επ.)
Η ίση μεταχείρηση βασίζεται ειδικά μάλιστα στην ελεύθερη κυκλοφορία: Στο μέτρο που σε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζεται εντός όλων των κρατών μελών η ίδια νομική μεταχείριση με αυτήν της οποίας τυγχάνουν οι ευρισκόμενοι στην ίδια κατάσταση υπήκοοι αυτών των κρατών, θα ήταν ασυμβίβαστο με το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας να είναι δυνατόν να υποστεί ο πολίτης αυτός εντός του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος λιγότερο ευμενή μεταχείριση από αυτή της οποίας θα ετύγχανε αν δεν είχε κάνει χρήση των διευκολύνσεων που παρέχει η Συνθήκη στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας.  

Οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αντλούν από την ιδιότητά τους αυτή από το δικαίωμα κυκλοφορίας και διαμονής εντός άλλων κρατών μελών . Το αυτό θα πρέπει λοιπόν να ισχύει καιγια τους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι, κατόπιν προηγουμένης ατομικής εξετάσεως που πραγματοποιείται κατ' εφαρμογήν της νομοθεσίας στον τομέα της μετανάστευσης, επιτρέπεται να εισέρχονται στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές μπορούν να απολαύουν των δικαιωμάτων που τους παρέχει η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.

Με δεδομένο μάλιστα ότι η οικογενειακή ζωή είναι δικαίωμα του ευρωπαίου πολίτη οπότε στην έννοια του πολίτη η νομολογία έχει κρίνει ότι συμπεριλαμβάνεται και η οικογένειά του.

Η ιθαγένεια της Ενωσης παρέχει μια ένδειξη σε σχέση με την ευρεία προστασία που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο στους διακινουμένους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης[56]. Σε σχέση με το ζήτημα της ιθαγένειας η νομολογία συνεχώς εξελίσσεται. Έχει ήδη διαπιστωθεί ότι ο στόχος του κανονισμού 1612/68, δηλαδή η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζόμενων, απαιτεί, για να εξασφαλιστεί η κυκλοφορία αυτή υπό συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, να υπάρχουν οι καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση της οικογένειας του κοινοτικού εργαζόμενου στο περιβάλλον του κράτους μέλους υποδοχής[57]. Στη βάση αυτή κρίθηκε ότι  τα τέκνα πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που εγκαταστάθηκαν σε κράτος μέλος όταν ο γονέας τους ασκούσε δικαιώματα διαμονής ως διακινούμενος εργαζόμενος σε αυτό το κράτος μέλος έχουν δικαίωμα διαμονής εκεί προκειμένου να συνεχίσουν να παρακολουθούν εκεί μαθήματα γενικής εκπαίδευσης. Το γεγονός ότι οι γονείς των σχετικών τέκνων διαζεύχθηκαν εν τω μεταξύ, το γεγονός ότι μόνον ο ένας από τους γονείς είναι πολίτης της Ένωσης και ο γονέας αυτός δεν είναι πλέον διακινούμενος εργαζόμενος στο κράτος μέλος υποδοχής ή το γεγονός ότι τα τέκνα δεν είναι τα ίδια πολίτες της Ένωσης ουδεμία επιρροή ασκούν εν προκειμένω.

Το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 καθώς και τα δικαιώματα πουαπορρέουν από αυτό πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το σύστημα στο οποίο εντάσσεται και σύμφωνα με το σκοπό του. Από το σύνολο των διατάξεών του προκύπτει ότι, για να διευκολύνει τη διακίνηση των μελών της οικογένειας των εργαζόμενων, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη, αφενός, τη σημασία που από άποψη ανθρωπίνων σχέσεων έχει για τον εργαζόμενο το να είναι δίπλα του η οικογένειά του και, αφετέρου, τη σημασία που από κάθε άποψη έχει η ενσωμάτωση του εργαζόμενου και της οικογένειάς του στο κράτος μέλος υποδοχής, χωρίς καμιά διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τους ημεδαπούς[58]
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι και τα δικαιώματα που έχουν βάσει του κανονισμού 1612/68 τα μέλη της οικογένειας κοινοτικού εργαζόμενου μπορούν, σε ορισμένες περιστάσεις, να διατηρηθούν ακόμα και μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας (βλ. σχετικά την Απόφαση Echternach και Moritz, σκέψη 21, και την απόφαση της 12ης Μα.ου 1998, C-85/96, Martínez Sala, Συλλογή 1998, σ. Ι-2691, σκέψη 32). Ο κανονισμός 1612/68 πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της προβλεπόμενης στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ απαιτήσεως σεβασμού της οικογενειακής ζωής, σεβασμού ο οποίος ανήκει στα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία, κατά πάγια νομολογία, αναγνωρίζονται από το κοινοτικό δίκαιο.

Τα τέκνα έχουν δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής για να παρακολουθήσουν εκεί μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68. Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον γονέα που όντως έχει την επιμέλεια των τέκνων αυτών, ασχέτως της ιθαγένειάς του, να διαμείνει με αυτά για να διευκολύνει την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Σε αυτό δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι γονείς έχουν εν τω μεταξύ διαζευχθεί ή το ότι ο γονέας που έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι πλέον διακινούμενος εργαζόμενος στο κράτος μέλος υποδοχής.
Ο πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν έχει πλέον στο κράτος μέλος υποδοχής δικαίωμα διαμονής ως διακινούμενος εργαζόμενος δύναται, υπό την ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως, να τύχει εκεί δικαιώματος διαμονής κατόπιν άμεσης εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 1, ΕΚ. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού εξαρτάται από τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, αλλά οι αρμόδιες αρχές και, εν ανάγκη, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να μεριμνούν προκειμένου η εφαρμογή των εν λόγω περιορισμών και προϋποθέσεων να γίνεται τηρουμένων των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και ιδίως της αρχής της αναλογικότητας.
Η απόφαση Grzelczyk αποτελεί συναφώς σημαντικό σημείο αυτής της εξέλιξης. Κατά το Δικαστήριο, η ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως τείνει να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών[59]. Επιπλέον, το Δικαστήριο φαίνεται να υπογραμμίζει ότι ο πολίτης συνοδεύεται συχνά από την οικογένειά του.
Το Δικαστήριο διευκρινίζει ρητώς στη νομολογία του ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αναγνώρισε τη σημασία που η προστασία της οικογενειακής ζωής των υπηκόων των κρατών μελών έχει για την κατάργηση των εμποδίων στις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει η Συνθήκης. Αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων από τους κανονισμούς και τις οδηγίες του Συμβουλίου που αφορούν στην ελεύθερη κυκλοφορία των μισθωτών και των μη μισθωτών στο εσωτερικό της Κοινότητας  Ο κανονισμός 1612/68 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως της επιταγής του σεβασμού της οικογενειακής ζωής που μνημονεύεται στο άρθρο 8 της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Από το σύνολο των διατάξεων αυτού του κανονισμού προκύπτει ότι το Συμβούλιο, προκειμένου να διευκολύνει την κυκλοφορία των μελών της οικογενείας των εργαζομένων, έλαβε υπόψη τη σημασία που από ανθρωπιστική άποψη αποδίδει ο εργαζόμενος στο να έχει μαζί του την οικογένειά του.
Το άρθρο 8 της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών δεν ασκεί επιρροή μόνο στο πλαίσιο της ερμηνείας των σκοπών που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης, αλλά καθίσταται επίσης σε άλλους τομείς ένα πλαίσιο αναφοράς ολοένα και σημαντικότερο για το Δικαστήριο. Θα μπρούσε λοιπόν κανείς ευλόγως να ισχυριστεί ότι η διάταξη αυτή περιορίζει την ερμηνεία και την εφαρμογή της ίδιας της Συνθήκης ΕΚ. Χαρακτηριστική είναι άλλωστε και η απόφαση Carpenter, όπου το Δικαστήριο εξετάζει μια απόφαση κράτους μέλους απευθείας υπό το φως του άρθρου 8 της Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή: «Έστω και αν η Σύμβαση δεν κατοχυρώνει υπέρ του αλλοδαπού κανένα ιδιαίτερο δικαίωμα εισόδου ή διαμονής σε συγκεκριμένο κράτος, ο αποκλεισμός ενός προσώπου από κράτος στο οποίο ζουν οι οικείοι του μπορεί να αποτελέσει περιορισμό του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της Συμβάσεως. Τέτοιος περιορισμός αντίκειται στη Σύμβαση αν δεν πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, δηλαδή, αν δεν προβλέπεται εκ του νόμου, δεν επιβάλλεται από έναν ή περισσότερους νόμιμους στόχους που αριθμούνται στην εν λόγω παράγραφο και δεν είναι απαραίτητος για μια δημοκρατική κοινωνία, [...]».

Ευρωπαϊκή ιθαγένεια- ευρωπαϊκός χώρος και ευρωπαίος πολίτης


Μέσα από μια σύντομη διαδρομή στα κείμενα αναζητήσαμε τον ειδικότερο προσδιορισμό της ευρωπαϊκής ιθαγένειας του ευρωπαίου πολίτη και του ευρωπαϊκού χώρου.
Παρότι οι έννοιες αυτές δεν είναι σαφείς σήμερα και συνεχώς νοηματοδοτούνται περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι η ευρωπαϊκή ιθαγένεια δεν είναι άθροισμα ιθαγενειών των κρατών μελών όπως άθροιστα εκτάσεων των χωρών μελών δεν είναι ο ευρωπαϊκός χώρος. Ούτε τέλος ο ευρωπαίος πολίτης είναι το άθροισμα των πολιτών των κρατών μελών.
Ενόψει αυτού και αναζητώντας την ουσία και τη δυναμική αυτών των εννοιών είναι σκόπιμο να προσεγγίσει κανείς την ευρωπαϊκή ταυτότητα η οποία θα νοηματοδοτούσε πιστεύουμε περαιτέρω τις έννοιες αυτές και θα μπορούσε να μας καθοδηγήσει ως προς τον πιθανό τους προσδιορισμό.


Η ευρωπαϊκή ταυτότητα

Η Ενωση οφείλει να σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών[60]. Παράλληλα η Ενωση κάνει λόγο και για την ευρωπαϊκή ταυτότητα[61].
Τι είναι όμως η ευρωπαϊκή ταυτότητα[62]; Πώς στοιχειοθετείται; Τι είναι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός; Πόσο νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για έναν και ενιαίο ευρωπαϊκό πολιτισμό, ο οποίος αποτελεί το ιδιότυπο χαρακτηριστικό της μιας και αδιαίρετης ευρωπαϊκής ταυτότητας;
Συχνά γίνεται παράλληλη ή ταυτόσημη χρήση των δύο εννοιών: ταυτότητα και ιθαγένεια. Η σύγχιση αυτή δεν είναι ορθή. Η ταυτότητα είναι γενικότερη έννοια από την ιθαγένεια η οποία έχει καθαρά νομικές αναφορές. Και η ταυτότητα όμως είναι δυνατό να έχει εθνικό ή κοινοτικό χαρακτήρα. Εξάλλου η ταυτότητα ως έννοια έχει ενταχθεί στο κοινοτικό λεξιλόγιο. Είναι σημαντικό να αντιμετωπισθεί η σχέση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας και της ταυτότητας των κρατών μελών αλλά και των κατ’ιδίαν πολιτών όχι τόσο για την άρση της αμφισημείας αλλά ιδίως για την ανάδειξη ενός μείζονος κοινοτικού στόχου: τη δημιουργία του ευρωπαίου πολίτη. Η σημαντική αυτή οντολογική αναζήτηση περνά μέσα από την παρατήρηση των αριθμών στους συμβολισμούς και τα νοήματα που την προσδιορίζουν

Η ευρωπαϊκή ταυτότητα σε αριθμούς

Μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μελέτη με τίτλο "Η δημογραφία της αναπτυσσόμενης ευρωπαϊκής ταυτότητας" των Αυστριακών κοινωνιολόγων και δημογράφων Wolfgang Lutz, Sylvia Kritzinger και Vegard Skirbekk[63] θέτει το ζήτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας με αριθμούς.
Η ομάδα των Αυστριακών κοινωνικών επιστημόνων μελέτησε τα στοιχεία του "Ευρωβαρόμετρου" της περιόδου 1996 έως 2004, τα οποία περιείχαν απαντήσεις στο ερώτημα εάν οι πολίτες αισθάνονται, για παράδειγμα, μόνο Γερμανοί, Γερμανοί και Ευρωπαίοι, Ευρωπαίοι και Γερμανοί ή μόνο Ευρωπαίοι. Εκείνοι, οι οποίοι δηλώνουν ότι αισθάνονται πως έχουν "πολλαπλές ταυτότητες", σταδιακά αυξάνονται ενώ αυτοί, οι οποίοι αισθάνονται ότι έχουν μόνο "εθνική ταυτότητα", μειώνονται. Το 2004 58% εκείνων, οι οποίοι συμμετείχαν στις δημοσκοπήσεις του "Ευρωβαρόμετρου", δήλωσαν ότι αισθάνονται (και) "Ευρωπαίοι" και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης, το 2030 το ποσοστό θα έχει φθάσει στο 68,5%. Οι νεότερες γενεές είναι πολύ πιθανότερο να έχουν και "ευρωπαϊκή ταυτότητα" επιπλέον της εθνικής. Και επειδή οι νεότεροι πολίτες "αντικαθιστούν" σταδιακά τους γηραιότερους, οι οποίοι είναι περισσότεροι ταυτισμένοι με το έθνος τους, η Ευρωπαϊκή κοινωνία μεταβάλλεται αντίστοιχα, σύμφωνα με τη μελέτη. Τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία πλέον αναφέρονται περισσότερο στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η ελεύθερη διακίνηση προσώπων εντός των συνόρων της Ένωσης είτε για τουρισμό είτε για απασχόληση, τα αυξανόμενα σε αριθμό προγράμματα ανταλλαγής φοιτητών συμβάλλουν στην ανάπτυξη της αίσθησης της "ευρωπαϊκής ταυτότητας". Ωστόσο, σύμφωνα με τη μελέτη, η "Ευρωπαϊκή ταυτότητα" δεν έρχεται σε αντίθεση με την εθνική. Κατά κάποιον τρόπο τη συμπληρώνει. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι τα στοιχεία, στα οποία βασίσθηκε η μελέτη αφορούν κυρίως στην "Ευρώπη των 15" και όχι τόσο στα κράτη-μέλη, τα οποία εντάχθηκαν στην Ένωση το Μάιο του 2004. Η μη υιοθέτηση της "Συνταγματικής Συνθήκης", εξ αιτίας των αρνητικών δημοψηφισμάτων στη Γαλλία και την Ολλανδία, ενδεχομένως έχει επηρρεάσει τη συγκεκριμένη τάση... Προφανώς απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για τη διερεύνηση των νεότερων δεδομένων.
Εντός του πλαισίου των 15 κρατών περισσότερο "Ευρωπαίοι" αισθάνονται οι πολίτες του Λουξεμβούργου (78%), οι Γάλλοι (68%) και οι Ισπανοί (64%) ενώ λιγότερο οι Σουηδοί (45%), οι Φινλανδοί (43%) και οι Βρετανοί (40%). Σύμφωνα με τα στοχεία της μελέτης οι Έλληνες βρίσκονται (ίσως παραδόξως;) στο μέσο όρο, λίγο πάνω από το 50%
[64].
Ο όρος «εθνική ταυτότητα» έχει χρησιμοποιηθεί συχνά αντί του όρου «εθνικότητα», γιατί αν και ταυτότητα σημαίνει την ψυχολογική αυτοσυνείδηση του ατόμου, στις κοινωνικές επιστήμες ο όρος έχει διευρυνθεί, για να συμπεριλάβει την κοινωνική, πολιτιστική και εθνική ταυτότητα.
Εκτός από την προσωπική ταυτότητα, αναπτύσσεται και η συλλογική ταυτότητα, των ανθρώπων, που μοιράζονται μία κοινή περιοχή. Η περιοχή είναι τα πρώτο στοιχείο για το σχηματισμό της εθνικής ταυτότητας. Ακολουθούν εξίσου σημαντικές έννοιες όπως και η συγγένεια στη γλώσσα, τη θρησκεία, τη λογοτεχνία, την παράδοση, τη φυσιογνωμία, την κοινή ιστορία ή το συνδυασμό τους. Η κοινή ιστορία αποτελεί ένα ισχυρό συνδετικό παράγοντα, που δίνει στον κόσμο την αίσθηση της συνέχειας και της παράδοσης. Η συνέχεια παρέχει τη βάση για μια εθνική ταυτότητα, μια αίσθηση του ομαδικού εαυτού, που έχει υιοθετήσει από την ιστορία τις αξίες που ενσαρκώνει και τα σύμβολα μέσω των οποίων μεταδίδεται.
Ενιαία όμως ευρωπαϊκή ταυτότητα, με εξαφάνιση των ιδιαιτεροτήτων ή συνείδηση -συνισταμένη των επιμέρους τοπικών ταυτοτήτων; Η άποψη μας είναι ανεπιφύλακτα υπέρ της δεύτερης εκδοχής. Η διατήρηση της εθνικής ιδιομορφίας είναι βασικό συστατικό για την επίτευξη του στόχου: την πολυπολιτισμική Ευρώπη. Η πολιτισμική πολυμορφία, η αμοιβαία κατανόηση, ο αλληλοσεβασμός, η πολυφωνία, η ετερότητα, είναι στοιχεία της κοινής κληρονομιάς μας στο πολιτιστικό πεδίο. Δεν είναι άλλωστε δυνατό νηα παραβλέψουμε το ότι η Ευρωπαϊκή ταυτότητα, όποια κι αν είναι αυτή, στην πραγματικότητα προκύπτει από το συνδυασμό των επιμέρους εθνικών ταυτοτήτων.
Λόγω της συνειδητοποίησης του συνεχώς επαναπροσδιοριζόμενου χαρακτήρα του όρου “ταυτότητα”, τέθηκε το ζήτημα της απόδοσης μιας πιο ρευστής και πολυδιάστατης έννοιας στον όρο.
Υπό το φως της αυξανόμενης ανάγκης προσδιορισμού και συντήρησης της έννοιας της ευρωπαϊκής ταυτότητας, έμφαση δόθηκε στην ανάγκη προώθησης της πολιτιστικής διάστασης της Ευρώπης του μέλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, επισημάνθηκε ο ηγεμονικός ρόλος των μεγάλων χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα του πολιτισμού. Το εργαστήριο υπογράμμισε τη συμβολή της συνεργασίας των λαών, στα πλαίσια των κοινοτικών προγραμμάτων, στον τομέα του πολιτισμού και της εκπαίδευσης, στην ανάδειξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού και στην καλλιέργεια της αποδοχής του πολιτισμού των διάφορων κοινωνικών ομάδων που συνθέτουν την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ιδιαίτερα σημαντική, ως προς το θέμα αυτό, κρίθηκε η διευκόλυνση της πρόσβασης του κοινού στην πολιτιστική κληρονομιά, η αναβάθμιση της πολιτιστικής υποδομής των χωρών μελών και των υποψήφιων για ένταξη χωρών και η εισαγωγή εκπαιδευτικών πολιτιστικών προγραμμάτων και προγραμμάτων ανάπτυξης της διαπολιτισμικής επικοινωνίας.
Επιπλέον, μεγίστης σημασίας κρίθηκε ο διάλογος μεταξύ των θρησκειών και η αλληλοκατανόηση των λαών, που συντείνουν στη σταθερότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Τονίστηκε η ανάγκη εξάλειψης της μισαλλοδοξίας και του νοσηρού φανατισμού. Το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στη σημασία εξεύρεσης μοντέλων συμβίωσης και τρόπων ουσιαστικότερης ένταξης και προστασίας των μειονοτήτων στις χώρες μέλη και στις υποψήφιες για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση χώρες.
Αναγνωρίστηκε επιπλέον ο θετικός ρόλος που επιβάλλεται να διαδραματίσουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στην αμοιβαία αναγνώριση και κατανόηση μεταξύ των λαών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην προώθηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και κατ’ επέκταση στη δημιουργία και συντήρηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Ωστόσο, εκφράστηκαν ανησυχίες για την κυριαρχία των ΗΠΑ στο περιεχόμενο των προγραμμάτων των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης[65].
Η Ένωση εν κατακλείδι οφείλει να σέβεται την εθνική ταυτότητα των μελών της στοχεύοντας παράλληλα στην ανάπτυξης της κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας[66]. Κάθε άτομο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους είναι πολίτης της Ένωσης. Με τον τρόπο αυτό μέσω της ταυτότητας δομείται σταδιακά ο Ευρωπαϊος Πολίτης[67].

Ευρωπαϊκή ταυτότητα και θεμελιώδη δικαιώματα

Ένα θεμελιακό στοιχείο της Ευρώπης, όπως διαμορφώθηκε ήδη από το Μεσαίωνα ήταν οι χάρτες. Οι Χάρτες Δικαιωμάτων. Με μόνιμο τόπο φύλαξης ήδη από το 12 αιώνα τα διάφορα συμβολικής και ουσιαστικής αξίας κείμενα, οι χριστιανικοί χάρτες οδήγησαν κάποιους σημαντικούς μελετητές[68] να μιλούν για την Ευρώπη των Χαρτών. Οι χάρτες τότε θεμελίωναν δικαιώματα σε κτίρια, πρόσωπα, εισοδήματα και ήταν θεμελιακό όργανο στην υπηρεσία του δικαίου, του πλούτου και της εξουσίας. Εμελε όμως να αποκτήσουν σημαντικό νόημα για την Ευρώπη όπως εξελίχθηε.
Αν ξεκινούσε κανείς από τα κείμενα θα διαπίστωνε ότι το άρθρο 6 ΣυνθΕΕ[69] ρυθμίζει το καθεστώς των θεμελιωδών δικαιωμάτων και μνημονεύει το σεβασμό στην εθνική ταυτότητα των κρατών μελών[70].   Σύμφωνα με το άρθρο αυτό τα θεμέλια του πολιτισμού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος τίθενται στην βάση της ανάπτυξης των θεμελιωδών δικαιωμάτων ενόψει και της προώθησης της ευρωπαϊκής ιθαγένειας[71]. Τα θεμελιώδη δικαιώματα  δικαιώματα βρίσκονται στον πυρήνα του προσδιορισμού της ταυτότητας του ευρωπαίου πολίτη. Ας δούμε όμως τα πράγματα με τη σειρά:
Για πρώτη φορά έγινε ρητή αναφορά στα θεμελιώδη δικαιώματα στη Συνθήκη του Άμστερνταμ. Παρόλα αυτά στη βάση των δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι και παραμένει η ελεύθερη κυκλοφορία όπως έχει γίνει σαφές πολλές φορές από τη νομολογία του ΔΕΚ[72].

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας, τον Ιούνιο του 1999 προέκυψε  επιτακτικά η ανάγκη για ένα κατάλογο  θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η Σύνοδος ανέθεσε αυτό το έργο στη Συντακτική Συνέλευση, ένα  αντιπροσωπευτικό όργανο 62 μελών. Η καθαυτό σύνθεση της Συνέλευσης υπήρξε από κάθε άποψη αξιόλογη καινοτομία.  Πρέπει να τονιστεί ότι για πρώτη φορά επικράτησαν κατά την επεξεργασία ενός καταστατικού κειμένου της Ένωσης συνθήκες πλήρους δημοσιότητας και διαφάνειας

Τα θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη στη νομολογία του ΔΕΚ


Η δυναμική του Χάρτη φάνηκε ευθύς εξ αρχής[73]. Πριν ακόμη στεγνώσει η μελάνη της υπογραφής του έγινε αναφορά σε άρθρο του από εθνικό δικαστήριο, όλα τα χρόνια μετά την υιοθέτησή του, πλην του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκαναν πολλαπλές αναφορές σε αυτόν οι εισαγγελείς του ΔΕΚ[74]. Μέχρι το 2003 η έρευνα έδειξε πάνω από σαράντα σχετικές αναφορές σε ισάριθμες δίκες. Οι αναφορές αυτές ωστόσο υπείχαν λειτουργία πυροτεχνήματος. Κάθε αναφορά άναβε και έσβηνε γρήγορα, χωρίς να βαραίνει και να ριζώνει στο δικανικό συλλογισμό, χωρίς το ίχνος της να αποτυπώνει το νέο πλαίσιο και το πνεύμα στο οποίο, αναμφισβήτητα, εγγράφονται τα δικαιώματα που θέλει να προστατεύσει ο Χάρτης. Το ΠΕΚ είναι εκείνο που στην απόφαση της 30ής Ιανουαρίου  2002 (υπόθεση Τ-54/99, παρ. 48 και 57) αναφέρθηκε δύο φορές στο Χάρτη, στο κεφάλαιο για τα Δικαιώματα των πολιτών και συγκεκριμένα στο άρθρο 41,1 που αφορά το δικαίωμα χρηστής διοίκησης και στο άρθρο 47, το οποίο αναφέρεται στο  δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον αμερολήπτου δικαστηρίου.
Η πρώτη φορά που το ίδιο το ΔΕΚ αναφέρεται στο Χάρτη είναι μόλις στις αρχές αυτού του 2006: πρόκειται για την απόφαση C–540/3 και αφορά το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης. Το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης υπήρξε λαμπρό πεδίο δημιουργίας του παραγώγου δικαίου, που το καθιέρωσε, χωρίς να προβλέπεται από τη Συνθήκη της Ρώμης[75], και ταυτοχρόνως παρέμβασης του ΔΕΚ, το οποίο με συλλογιστική τολμηρή και πρωτοποριακή για την εποχή των έξι κρατών μελών, δηλαδή τον καιρό που δεν είχε καν ακόμη ισχυροποιηθεί η λογική  των θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσα στην κοινοτική έννομη τάξη, τουλάχιστον με τον τρόπο, την ένταση και τις νομικές συνέπειες που έχουν σήμερα.

Η ευρωπαϊκή ταυτότητα πέρα από τα κείμενα

Δεν αρκεί όμως η αναφορά σε κείμενα για την κατανόηση του περιεχομένου των όρων. Η διαμόρφωση ταυτότητας μέσω των θεμελιωδών δικαιωμάτων ενέχει την παραδοχή της ύπαρξης ενός ενιαίου ευρωπαϊκού πολιτισμού ο οποίος έχει κοινή ιδεολογική προέλευση αλλά και πολυμορφία. Ο Ιταλός Επίτροπος Κάρλο Ρίπα Ντί Μεάνα, θεωρούσε ότι η Ευρώπη οικοδομείται με βάση το «κοινό πολιτιστικό κεφάλαιο, που δεν είναι άλλο από την αναγνώριση ενός πολυφωνικού ανθρωπισμού θεμελιωμένου πάνω στη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και την ελευθερία που εκφράζεται στην ποικιλομορφία των τοπικών, των περιφερειακών και των εθνικών πολιτισμών»[76].

Η πολιτιστική πολιτική

Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί εξάλλου ένα σημαντικό βήμα στη διαμόρφωση και πολιτισμικής πολιτικής. Το άρθρο 128, στον τομέα για τον προσδιορισμό της ταυτότητας κάθε κράτους - μέλους, επαναλαμβάνει τη βασική αρχή ότι η Κοινότητα «σέβεται την εθνική και περιφερειακή πολυμορφία» των κρατών - μελών.  Η Ένωση εν κατακλείδι οφείλει να σέβεται την εθνική ταυτότητα των μελών της στοχεύοντας παράλληλα στην ανάπτυξης της κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας[77]. Κάθε άτομο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους είναι πολίτης της Ένωσης.
Η ευρωπαϊκή ταυτότητα αξιώνει τη συμμετοχή της γνώσης στη διαμόρφωση του ευρωπαίου πολίτη καθώς μέσω αυτής ο πολίτης αποκτά συνείδηση και οντότητα που τον προσδιορίζει. Με αυτές τις σκέψεις δεν μπορεί κανείς παρά να διαπιστώσει ότι η ευρωπαϊκή ταυτότητα συνιστά την οντολογική αναζήτσης του ευρωπαίου πολίτη ο οποίος έχει μεν κατακτήσει κάποια δικαιώματα και την ευρωπαϊκή ιθαγένεια δεν έχει όμως ακόμη συνείδηση της αυτοτέλειάς του.
Επιχειρώντας να οριοθετήσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα, ο Γάλλος στοχαστής Πωλ Βαλερί[78] θέτει συγκεκριμένες ιστορικές όψεις της διαμόρφωσής της, περισυλλέγοντας ταυτοχρόνως και τα πνευματικά στοιχεία που συνθέτουν τον αναλλοίωτο εσωτερικό κορμό της.
Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν κατά τον Βαλερύ εκείνη που δάνεισε στην Ευρώπη τους θεσμούς και τους νόμους, το μηχανισμό και την αξία της δικαστικής εξουσίας, αλλά και το εντύπωμα της καλής διοίκησης και της ανεξιθρησκίας. Στην πραγματικότητα, η Ρώμη ετοίμασε το έδαφος, την κοινωνία και τη χωροταξία, εντός του οποίου θα αναπτυσσόταν αργότερα το χριστιανικό θρησκευτικό μοντέλο. Η ρωμαϊκή κατάκτηση έχοντας συλλάβει «τον πολιτικό άνθρωπο», ασχολήθηκε με την οργάνωση και τη διευθέτηση της «εξωτερικής ζωής». Η χριστιανική κατάκτηση ενδιαφερόταν για τον «εσωτερικό» άνθρωπο -την εξέταση του εαυτού-, με σκοπό να ενεργοποιήσει το βάθος της συνείδησης. Ετσι, στην ενότητα που είχε συστήσει το ρωμαϊκό δίκαιο, ήρθε να προστεθεί η πνευματική συνοχή, την οποία δημιούργησε ο χριστιανισμός με την ενοποίηση της ηθικής.
Ομως η ευρωπαϊκή ταυτότητα θεωρεί  δε θα ολοκληρωνόταν χωρίς την ελληνική δωρεά του Πνεύματος -τη μέθοδο της σκέψης, την πειθαρχία του λόγου, την κριτική ανάλυση και, φυσικά, τη γεωμετρία, η οποία θέτει το πρότυπο του αισθήματος της τελειότητας. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία αποτελούν και τα βασικά συστατικά της Επιστήμης της Δύσης. Ο Homo Europeous του Βαλερί είναι λοιπόν το παιδί της εξέλιξης που διαμορφώθηκε από τον Λόγο και την Ιστορία και έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την έκταση της θέλησης, με την οποία επηρεάζει όλους τους πολιτισμούς της ανθρωπότητας. Ο γάλλος στοχαστής συλλαμβάνει τον πολιτισμό σαν ένα ενεργειακό δυναμικό, ένα «κεφάλαιο» που προσιδιάζει στον μηχανισμό της οικονομίας. Οι πνευματικές καταθέσεις αυξάνουν το κεφάλαιο του πολιτισμού. Το πνεύμα είναι αξία -η υπέρτατη λειτουργία που αναδύεται από κάθε ύπαρξη μαζί με τη γλώσσα- μια έννοια συνώνυμη του αρχαιοελληνικού Λόγου. Ωστόσο δεφαίνεται να υπάρχει διαφοροποίηση από τον υλικό κόσμο και τις οικονομικές συντεταγμένες: οι στρατηγικές θέσεις του πνεύματος βρίσκονται εκεί όπου οι γεωγραφικές θέσεις είναι οικονομικά ισχυρές. Η διακίνηση των ιδεών στα λιμάνια της Μεσογείου -κατά την αρχαιότητα αλλά και στον νεότερο κόσμο- γινόταν παράλληλα με τη διακίνηση του εμπορίου και, φυσικά, η γλώσσα (και το Πνεύμα) υπήρξαν ο διαμεσολαβητής.
Ο Βαλερί αναλύει τον ρόλο που έπαιξε η θάλασσα στην ιστορική Ευρώπη για να την καταστήσει τροποποιητική δύναμη ολόκληρου του κόσμου. Πράγματι, η Μεσόγειος είναι μια μηχανή που κατασκευάζει πολιτισμούς. Χάρη στη ναυσιπλοΐα, συνέβη η διεύρυνση των οριζόντων, οι ανταλλαγές, οι μίξεις αιμάτων, γλωσσών, θρύλων, παραδόσεων. Στα παράλια πλήθος ανθρώπων ήρθαν σε επαφή και μαζί με αυτούς ευαισθησίες, ιδιοσυγκρασίες, πνευματικές ικανότητες, έθιμα, πεποιθήσεις, πολιτικά συστήματα, νομοθεσίες. Ετσι οικοδομήθηκε η ανθρώπινη προσωπικότητα. Και ο Ευρωπαίος έγινε οντότητα πολιτική, νομική, ηθική.
Η προσέγγιση του ποιητή φυσικά δεν είναι παρά μια αφορμή για να ξεκινήσει η συζήτηση. Εστω και αν όλοι γνωρίζουμε ότι «οι ποιητές δεν έχουν θέση σε μια ταραγμένη εποχή»[79]


 Ευρωπαϊκή ταυτότητα και δυναμική ευρωπαϊκή ιθαγένεια: ο ρόλος των μεταναστών

Η αναζήτηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας η οποία αποτελεί και την ουσιαστική σχέση των πολιτών της Ενωσης με το χώρο της Ενωσης δεν μπορεί παρά να είναι ρεαλιστική. Δεν μπορεί να αγνοεί την πραγματικότητα και την ιστορία. Και η ευρωπαϊκή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από συνεχείς μετακινήσεις πληθυσμών, είσοδο νέου αίματος, ρευμάτων ανθρώπων προς διάφορες κατευθύνσεις και εγκατάσταση στο χώρο της Ευρώπης ανθρώπων από κάθε άκρη του κόσμου. Και σήμερα και πάντα.
Κατά τον Olivier Roy, Research Director του Centre National de la Recherche Scientifique, ο θάνατος από ηλεκτροπληξία των δύο νεαρών, ενώ διώκονταν από την αστυνομία ήταν απλά η αφορμή για μια σχετική ρεαλιστική προσέγγιση. O ίδιος υπογραμμίζει, μιλώντας στην Ελληνική Υπηρεσία του ΒΒC, πως το πρόβλημα έχει να κάνει με τα χαμένα όνειρα μιας ολόκληρης γενιάς. Με αυτόν τον τρόπο ο Roy παρέχει μια πρώτη εκδοχή ερμηνείας για το μήνα της βίας στα «ασπρόμαυρα» προάστια της Γαλλικής πρωτεύουσας.
Μια ολόκληρη γενιά δίχως ενιαία έκφραση ή συμπεριφορά και κυρίως δίχως μία και μόνη «αναγνωρισμένη» ταυτότητα που ζει διασπαρμένη και διασπασμένη σε μικρές ή μεγαλύτερες «αναγνωρίσιμες» κοινότητες που έχουν σχέση εν πολλοίς μόνον με το χώρο κατοικίας ή με την γεωγραφία της άμεσης ή της απώτερης καταγωγής.
Οι πολλαπλές διαδρομές -με ή χωρίς «φωτιές»-  στις «ασπρόμαυρες» συνοικίες των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων και οι παράλληλες ζωές στο περιθώριο της πραγματικής ζωής έχουν ως αφετηρία το ζήτημα των παλαιών και νέων ταυτοτήτων των επιγόνων των παλαιότερων μεταναστευτικών κυμάτων προς τις Μητροπόλεις της Δύσης. Έτσι οι εφαρμοζόμενες πολιτικές ένταξης και ενσωμάτωσης συγκρούονται με την υπεράσπιση ή την αποδοχή της διαφορετικής ταυτότητας με αποτέλεσμα να ακούγονται και πάλι ισχυρές φωνές για τον επονομαζόμενο πόλεμο της "μαντίλας".
Ο καθηγητής Masud Kamali, του Uppsala University στη Σουηδία, ένθερμος υποστηρικτής της άποψης πως η μετανάστευση είναι ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που η αύξησή της συνδέεται άμεσα με την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης η κατάσταση στην Ευρώπη αναφορικά με την ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία επιδεινώθηκε. Η Ευρώπη απέκτησε πλέον «εχθρούς», τους μουσουλμάνους ή/και τους φτωχούς. Όσο το παγκόσμιο σύστημα που δημιουργείται συνεχίζει να καταδικάζει ανθρώπους στη φτώχεια και να στηρίζει διεφθαρμένα καθεστώτα, τόσο οι  μετανάστες θα συνεχίσουν να έρχονται στην Ευρώπη και εμείς θα  συνεχίσουμε να τους θεωρούμε ξένους. Εξάλλου, για το σύνολο σχεδόν των Ευρωπαίων ο κόσμος χωρίζεται σε μας και στους άλλους». 
Η πεποίθηση πως οι μετανάστες και οι απόγονοι τους, έχοντας διαφορετικές αξίες και συνήθειες, απειλούν την κοινωνική συνοχή δεν είναι φυσικά καινούργια. Αντιθέτως, στηρίζεται εξολοκλήρου στο μύθο περί ομοιογένειας και ανομοιογένειας. Άρα, υπάρχουν, τελικά, πετυχημένα μοντέλα κοινωνικής ένταξης μεταναστών ή/και προσφύγων;
Το μοντέλο που είναι κυρίαρχο στις σκανδιναβικές χώρες, τη Βρετανία και την Ολλανδία είναι αυτό που θεωρεί ότι η διαφορετικότητα, που συνοδεύει έτσι και αλλιώς τους μετανάστες είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που εμπλουτίζει τον κοινωνικό ιστό των χωρών στις οποίες εγκαθίστανται. Στην αντίπερα ακριβώς όχθη βρίσκεται η Γερμανία, που ακολουθεί ένα μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο οι μετανάστες μπορεί μεν να συμβάλλουν θετικά, η συμβολή τους όμως αυτή έχει να κάνει κυρίως με την οικονομική τους συνεισφορά και μόνο, εξαιρουμένου  ή αποκλείοντας κάθε αιχμηρό στοιχείο πολιτισμού. Ανάμεσα στα δύο «ακραία» αυτά μοντέλα ταλαντεύεται η Γαλλία, η οποία με απλά λόγια προτίμησε το πάντρεμα τους.
Φαίνεται, δηλαδή, ξεκάθαρα πως αυτό που μετράει δεν είναι η ανάδειξη του καλύτερου μοντέλου, αλλά των πολιτικών  που υιοθετεί, έτσι ώστε να πετύχει το βασικό στόχο του, την ομαλή ένταξη των μεταναστών στους κόλπους της κοινωνίας ανεξαρτήτως γενιάς, θρησκείας και ιδεολογίας. Στο επίκεντρο αυτών των πολιτικών που έτυχαν εφαρμογής και συνεχίζουν στην  ίδια κατεύθυνση δύο στοιχεία - η εργασία και η ιδιοκτησία - είναι εκείνα που ξεχωρίζουν.
Η εργασία αποτελεί μια αρχέγονη κοινωνική δραστηριότητα, η οποία παρέχει και συγκροτεί ένα διευρυμένο διαπροσωπικό περιβάλλον (πέραν του οικογενειακού). Από την άλλη πλευρά  η ιδιοκτησία, ιδιαίτερα στους μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, προσφέρει ένα κομμάτι από την πίττα των υλικών αγαθών της κοινωνίας. Εννοείται, φυσικά, πως ένα σπίτι και μια δουλειά δεν είναι να τα μοναδικά  εφόδια που απαιτούνται για τη υγιή ενσωμάτωση των μεταναστών και την κοινωνική σταθερότητα, αποτελούν, όμως, μία πρώτης τάξεως αρχή για τη διευθέτηση του προβλήματος.
Η Πασκάλ Σαρόν, αντιπρόεδρος της οργάνωσης «Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά του Ρατσισμού», που ιδρύθηκε πριν από οκτώ χρόνια με την οικονομική ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επισημαίνει ότι στην Ευρώπη της οικονομικής ανασφάλειας και των κοινωνικών ανακατατάξεων «ο ξένος» είναι τελικά ο εύκολος στόχος. «Βρισκόμαστε σε μια εποχή κοινωνικών ανακατατάξεων και οικονομικής κρίσης που επηρεάζουν τα θέματα ένταξης. Σε αυτές τις συνθήκες, ορισμένες κοινότητες είναι περισσότερο ευάλωτες ακόμη και σήμερα, που η πολυμορφία αναγνωρίζεται σαν ένα από τα εν γένει χαρακτηριστικά της Ευρώπης. Σε περιόδους κρίσης οι παλιοί δαίμονες επιστρέφουν» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Συγκεκριμένα, στις χώρες της Νότιας Ευρώπης υπάρχουν μεγάλες διαφορές στο βαθμό κοινωνικής ένταξης των μεταναστών, που εξαρτώνται από την οργάνωση της εν λόγω κοινωνίας, υποστηρίζει ο Nick Mai, Research Fellow in Migrations and Immigrations του London Metropolitan University και μέλος του Institute for the Study of European Transformations λέγοντας: «Αν η κοινωνία των πολιτών είναι καλά οργανωμένη για να ανταποκρίνεται στα διαφορετικά συμφέροντα και ανάγκες του πληθυσμού, τότε μπορεί να ανταποκριθεί και στις νέες ανάγκες των μεταναστών. Αυτό συνέβη στη βόρεια Ιταλία, ενώ στην Ελλάδα, που η κοινωνία των πολιτών δεν ήταν ανεπτυγμένη, οι μετανάστες τα πρώτα χρόνια ήταν αναγκασμένοι να στηρίζονται μόνο στις δικές τους δυνάμεις».
Αμέτοχος από το προσκήνιο των εξελίξεων δε θα μπορούσε να παραμείνει και ο διεθνής τύπος, που σχολιάζοντας τις εξελίξεις καταλήγει στο συμπέρασμα πως το γαλλικό μοντέλο ενσωμάτωσης έχει αποτύχει παταγωδώς. Συγκεκριμένα η βρετανική εφημερίδα  "Times" γράφουν: «Το Παρίσι θεωρούσε πάντα ότι το μοντέλο του υπερισχύει του αγγλοσαξονικού, που θέτει ως προτεραιότητα την ενσωμάτωση εις βάρος της πολυπολιτισμικότητας. Θεωρούσε ότι αυτό που αποκαλεί «κοινοτισμό», η διατήρηση, δηλαδή, της ιδιαιτερότητας και της εθνικής ταυτότητας, προωθεί τη δημιουργία γκέτο, τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό, το θρησκευτικό εξτρεμισμό, τις ταραχές και οδηγεί τελικά σε παρόμοιες ενέργειες, όπως οι βομβιστικές επιθέσεις στο Λονδίνο. Ωστόσο, το γαλλικό μοντέλο δεν λειτούργησε, χωρίς να μπορεί να πει κανείς, όμως, ότι λειτούργησε το βρετανικό ή το αμερικανικό μοντέλο»[80].
Αυτό που προκύπτει ως μείζον θέμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σήμερα, είναι η δημιουργία μιας νέας, αμιγούς ξεκάθαρης  αντανάκλασης, αυτού που αποκαλούμε ευρωπαϊκή ταυτότητα. Μια νέα, δηλαδή, διάρθρωση της ευρωπαϊκής ευθύνης και ενδιαφέροντος προς όλους τους πολίτες, με απώτερο στόχο την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση σε όλο το ευρύ φάσμα των εκτεταμένων επιπτώσεών της στο σύγχρονο κόσμο, μέσω της επαναπροσέγγισης και του επαναπροσδιορισμού του Ήθους της Ευρώπης.
Εδώ και πολλά χρόνια η εγκατάσταση των μεταναστών στην Ευρώπη συνεισφέρει ουσιαστικά τόσο στον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της υπηκοότητας όσο και στην εισαγωγή νέων στοιχείων σε μια εκκολαπτόμενη ευρωπαϊκή ταυτότητα. Ως χθες αναπόσπαστη από την εθνικότητα, στενά συνδεδεμένη με το δικαίωμα ψήφου, σχέση πίστης αποκλειστική και ιερή στο πλαίσιο του έθνους κράτους, η έννοια της υπηκοότητας εξελίσσεται σήμερα καθώς η παγκοσμιοποίηση και η αύξηση των μετακινήσεων επιβάλλουν μια πιο ανοιχτή, και πιο σύγχρονη, αντίληψη του περιεχομένου της. Η μετανάστευση έχει παίξει τον ρόλο της σε αυτό.
Η ευρωπαϊκή ταυτότητα βρίσκεται, όπως επισημάνθηκε σε αναζήτηση του περιεχομένου της γιατί η ευρωπαϊκή υπηκοότητα, έτσι όπως ορίζεται στο άρθρο 8 της Συνθήκης του Μάαστριχτ, είναι ακόμη υπό οικοδόμηση. Σε αυτή την ταυτότητα εν τη γενέσει της, η οποία θέτει τον τόνο όχι τόσο στη σώρευση των εθνικών ταυτοτήτων των χωρών της Ενωσης όσο στις ανταλλαγές ανάμεσα στους λαούς που την κατοικούν, η μετανάστευση έχει έναν σημαντικό  ρόλο.
Η Ευρώπη οικοδομείται σήμερα μαζί με τους μετανάστες που βρίσκονται στο έδαφός της, ακόμη και αν αυτοί δεν έχουν την ίδια ιδρυτική νομιμότητα όπως στην περίπτωση των ΗΠΑ, του Καναδά ή της Αυστραλίας. Μια Ευρώπη πολυπολιτισμική, πολυεθνική, πολυθρησκευτική, απορρέει από αυτό το γεγονός. Η μετανάστευση προσδιορίζει επίσης μια «κούφια» υπηκοότητα, την υπηκοότητα αυτών που δεν την έχουν, των ανθρώπων χωρίς δικαιώματα και χωρίς χαρτιά που πρέπει να βρουν νέους τρόπους κινητοποίησης για να ακουστούν και που θέλουν να καταγγείλουν την επισφαλή θέση που επιφυλάσσεται για τους μη κοινοτικούς μετανάστες μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο.
Σε αυτή τη διαδικασία οικοδόμησης μιας Ευρώπης πέρα από εκείνη των τεχνοκρατών, των συμβιβασμών και των κανονιστικών αποφάσεων, η μετανάστευση έχει λοιπόν θέση και λόγο. Ολα τα κράτη αντιμετωπίζουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό προβληματισμούς γύρω από την εθνική τους ταυτότητα και τον ορισμό της μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής υπηκοότητας. Σημαντικό στοιχείο προβληματισμού είναι βεβαίως και οι εμφανείς κίνδυνοι της αναδίπλωσης των εθνικών ταυτοτήτων που εκφράζεται με την αποκήρυξη των μεταναστών. Η μετανάστευση επιβάλλει τον επαναπροσδιορισμό της εθνικής και ευρωπαϊκής ταυτότητας, με την επανεξέταση της σχέσης ανάμεσα στην ταυτότητα και στο έδαφος, ανάμεσα στα σύνορα και στα δίκτυα. Υπό το πρίσμα αυτό η κινητικότητα και η ανάπτυξη στην πραγματικότητα ανατρέπουν την έννοια των συνόρων.
Επιτρέπει το πέρασμα από μια πεπερασμένη εθνική και ευρωπαϊκή ταυτότητα σε μια ταυτότητα ανοιχτή, που συμπεριλαμβάνει τους νεοφερμένους και τις μετακινήσεις τους. Επίσης η μετανάστευση συνεισέφερε στην επανέναρξη των συζητήσεων για την κοσμικότητα του κράτους, το καθεστώς των θρησκειών, το δικαίωμα των γυναικών σε ίσες ευκαιρίες και τις θετικές διακρίσεις, στοιχείων μιας καλώς εννοούμενης υπηκοότητας. Συνεισφέρει στον προσδιορισμό τόσο μιας αρνητικής ευρωπαϊκής ταυτότητας (με την ανάδειξη ενός νέου φανταστικού γύρω από τον «άλλο») όσο και μιας θετικής (με τις σκέψεις για μια ευρωπαϊκή ιστορία που θα συμπεριλαμβάνει τους μετανάστες, την ανακάλυψη νέων πολιτικών αξιών, την ανάπτυξη υπηκοοτήτων αποσυνδεδεμένων από την εθνικότητα, κυρίως σε τοπική κλίμακα και πέρα από το εθνικό πλαίσιο).
Η διαφορά του καθεστώτος των κοινοτικών και μη κοινοτικών μεταναστών θέτει ένα επιπλέον ερώτημα, το πώς γίνεται κανείς Ευρωπαίος. Καθώς η ευρωπαϊκή υπηκοότητα δεν χορηγείται από την Ενωση αλλά από το κάθε κράτος-μέλος ξεχωριστά, ανάλογα με το δικό του δίκαιο, η μετανάστευση δείχνει τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των κρατών-μελών στον τρόπο απόκτησης της ευρωπαϊκής υπηκοότητας και στο καθεστώς των κατόχων αδειών παραμονής, στις πολιτικές ενσωμάτωσης, στο καθεστώς των προσφύγων και των θρησκειών. Ωστόσο ο στόχος του ευρωπαϊκού χώρου είναι να είναι ενοποιητικός. Η μετανάστευση έρχεται να δείξει τις ελλείψεις και τις καθυστερήσεις, καθώς και τι δεν είχε ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του εξευρωπαϊσμού.
Πρώην μετανάστες, νέοι πολίτες, αυτή είναι η δυναμική της εγγραφής της μετανάστευσης μέσα στην υπηκοότητα, είτε αυτή είναι τοπική, εθνική ή ευρωπαϊκή, ακόμη και αν η ανεργία, ο αποκλεισμός, οι δυσκολίες στη συγκατοίκηση θέτουν ένα πρόσκομμα σε αυτή τη διαδικασία.
Μπροστά στις διαφορετικές και περιοριστικές απαντήσεις των ευρωπαϊκών κρατών στο θέμα της νομιμοποίησης της παρουσίας των μεταναστών, η μετανάστευση δείχνει έναν χώρο και η Ευρώπη προσφέρει μια ελπίδα, τόσο για το καθεστώς των ξένων μέσα στην Ενωση όσο και για την ανανέωση των μορφών της έκφρασης της υπηκοότητας[81].

Η κοινοτική νομοθεσία για τη μετανάστευση


Δεν είναι στόχος του παρόντος να εξαντλήσει τη νομική προσέγγιση του καθεστώτος των προσφύγων και των μεταναστών στην Ενωση. Τούτο έχει γίνει αναλυτικά από άλλους επιστήμονες[82]. Θα διατρέξει κάπως τα κείμενα για να εντοπίσει τα σημεία εκείνα που ενδιαφέρουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Με τη Συνθήκη του Αμστερνταμ θεμελιώθηκε κοινοτική συντρέχουσα αρμοδιότητα στα θέματα του ασύλου και της μετανάστευσης.
Η νομοθεσία για τη μετανάστευση εμπίπτει σχεδόν πλήρως, στο παρόν στάδιο εξέλιξης του κοινοτικού δικαίου, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Πρόκεται για μια ουσιώδη αρμοδιότητα που πρέπει να ασκείται πραγματικά. Είναι αληθές ότι το άρθρο 63 περ. 3 ΣυνθΕΚ προβλέπει τη θέσπιση ορισμένων κοινοτικών μέτρων στον τομέα της μετανάστευσης[83]. Ωστόσο η διάταξη αυτή έχει μέχρι τούδε τεθεί σε εφαρμογή σε πολύ περιορισμένο βαθμό στο κοινοτικό δίκαιο[84]. Συνέχιση της εναρμόνισης προβλέπεται στο εγγύς μέλλον. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναγνώρισε επ' ευκαιρία διαφόρων συναντήσεων την ανάγκη μιας κοινοτικής πολιτικής στον τομέα της μετανάστευσης. Από την άλλη πλευρά η Επιτροπή χάραξε ήδη τις γενικές γραμμές ενός δυνατού πλαισίου σε μια ανακοίνωση προς το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Το άρθρο 63 προβλέπει πράγματι εναρμόνιση μόνο σε ορισμένους τομείς, μεταξύ των οποίων αυτόν που αφορά τις «προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής και προδιαγραφές διαδικασιών κατά τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν θεωρήσεις και άδειες διαμονής μακράς διαρκείας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποσκοπούν στην επανένωση οικογενειών». Η Επιτροπή θεωρεί ότι μέτρα εναρμόνισης είναι αναγκαία, διότι η πίεση από την άποψη της  μετανάστευσης θα εξακολουθήσει και ότι μια πιο ανοικτή και πιο διαφανής πολιτική μεταναστεύσεως θα είναι ευεργετική όχι μόνο για τους μεταναστεύοντες και τις χώρες καταγωγής, αλλά και για την ΕΕ.
Το άρθρο 63 αφορά τους υπηκόους τρίτων χωρών. Επί του παρόντος, η νομοθεσία των κρατών μελών στον τομέα της μετανάστευσης έχει κατ' αρχήν εφαρμογή σε όλους τους αλλοδαπούς, πλην όμως, ενόψει των πολυαρίθμων δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες της ΕΕ από το κοινοτικό δίκαιο, η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περιορίζεται επίσης στην πράξη, τουλάχιστον στις ουσιώδεις της γραμμές, στους υπηκόους τρίτων χωρών. Το ουσιώδες στοιχείο της νομοθεσίας των κρατών μελών στον τομέα της μετανάστευσης είναι ότι ο μετανάστης επιτρέπεται να εισέλθει μόνον αφού η περίπτωσή του έχει αποτελέσει το αντικείμενο προηγουμένης ατομικής εξέτασης. Οι προϋποθέσεις που καθορίζουν τα κράτη μέλη στον τομέα αυτό γίνονται συνεχώς αυστηρότερες. Ο γάμος αποτελεί επί του παρόντος έναν από τους σχετικώς σπάνιους λόγους βάσει των οποίων ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να εισέλθει σε κράτος μέλος. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις που καθορίζονται έναντι του γάμου γίνονται όλο και πιο άκαμπτες.
Τα κράτη μέλη, όταν λαμβάνουν απόφαση για την απομάκρυνση  από την επικράτεια, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση του ενδιαφερομένου. Αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι ένα μέτρο απομάκρυνσης μπορεί να έχει πολύ σοβαρές συνέπειες για τον ενδιαφερόμενο. Τούτο εντείνεται ακόμη περισσότερο αν έχει στενούς δεσμούς με την οικογένειά του και τους άλλους οικείους του. Τα όρια της εξουσίας αυτών των κρατών μελών απορρέουν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και, ειδικότερα, από το άρθρο 8 αυτής. Η αρμόδια εθνική αρχή, όταν προτίθεται να λάβει μέτρο άρνησης χορήγησης ή παράτασης του τίτλου παραμονής ή απομάκρυνσης από την επικράτεια, οφείλει να προβαίνει σε στάθμιση κατ' αναλογία προς τα συμφέροντα του κράτους και τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου προσώπου και των οικείων του. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απορρέουν ορισμένα κριτήρια, όπως[85]:
- Ο βαθμός κοινωνικής και πολιτιστικής ενσωματώσεως στη χώρα υποδοχής.
- Οι σχέσεις με τους οικείους που ζουν στη χώρα υποδοχής.
- Η σχέση με τη χώρα υποδοχής, εξυπακουομένου ότι πρέπει επίσης να εξετάζεται αν ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει ήδη αποδημήσει κατά τη νεότητά του στη χώρα υποδοχής.
- Η διάρκεια της παραμονής του ενδιαφερομένου στην οικεία χώρα υποδοχής.
- Η υγεία, η ηλικία και η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση του ενδιαφερομένου.
- Ο βαθμός στον οποίο ο ενδιαφερόμενος διατηρεί σχέσεις με τη χώρα καταγωγής.
- Το ζήτημα αν υφίσταται κίνδυνος κακής μεταχειρίσεως του ενδιαφερομένου στην περίπτωση κατά την οποία επιστρέφει στη χώρα του καταγωγής.

Ευρωπαϊκή νομοθεσία για τους πρόσφυγες

Εξάλλου η ευρωπαϊκή νομοθεσία αναπτύσσεται συνεχώς όσον αφορά και τους πρόσφυγες με τρόπο που να μιλάμε πλέον για μια ενιαία πολιτική στο προσφυγικό ζήτημα. Η ΕΕ ρυθμίζει την προσωρινή προστασία και το άσυλο με την οδηγία 2001/55 ΕΚ της 20.6.2001[86],[87]
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό των ελάχιστων κανόνων σχετικά με τους όρους που πρέπει να πληρούν οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή οι απάτριδες για την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα ή τα άτομα που, για άλλους λόγους, έχουν ανάγκη διεθνούς προστασίας, καθώς και σχετικά με το περιεχόμενο των καθεστώτων αυτών[88].
Η οδηγία προσδιορίζει ορισμένους όρους-κλειδιά όπως: «διεθνής προστασία», «πρόσφυγας», «επικουρική προστασία», «αίτηση ασύλου ή επικουρικής προστασίας» και «μέλη της οικογενείας».
Η οδηγία θα εφαρμόζεται για κάθε αίτηση που υποβάλλεται στα σύνορα καθώς και στην επικράτεια ενός κράτους μέλους. Επιπλέον, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να υιοθετήσουν ή να διατηρήσουν τις ευνοϊκότερες διατάξεις.
Όροι παροχής διεθνούς προστασίας
Κάθε υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος βρίσκεται εκτός της χώρας καταγωγής του και αρνείται να επιστρέψει σε αυτήν επειδή φοβάται ότι θα υποστεί δίωξη λόγω της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας των πολιτικών του φρονημάτων ή λόγω του ότι ανήκει σε κάποια κοινωνική ομάδα, μπορεί να υποβάλει αίτηση για καθεστώς πρόσφυγα. Οι απάτριδες μπορούν να έχουν πρόσβαση στο ίδιο καθεστώς. Οι αιτούντες που δεν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να τους αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα μπορούν να ζητήσουν επικουρική προστασία. Σύμφωνα με την οδηγία, τα κράτη μέλη επιτρέπουν το καθεστώς που παρέχεται με την επικουρική προστασία στον αιτούντα διεθνή προστασία που βρίσκεται εκτός της χώρας καταγωγής του και που δεν μπορεί να επιστρέψει σε αυτήν λόγω του βάσιμου φόβου του ότι θα υποστεί τις ακόλουθες μορφές σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης:
·                     βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση·
·                     θανατική ποινή ή εκτέλεση·
·                     απειλή κατά της ζωής, ως αποτέλεσμα βίας που ασκείται αδιακρίτως υπό συνθήκες εσωτερικής ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης.
Κατά γενικό κανόνα, τα μέλη της οικογενείας του αιτούντος θα επωφελούνται της ίδιας προστασίας με εκείνον.
Προκειμένου να αξιολογήσουν ορθώς το φόβο του αιτούντος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη:
·                     το σύνολο των συναφών στοιχείων που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής, κατά τη στιγμή που λαμβάνεται η σχετική με την αίτηση απόφαση, συμπεριλαμβανομένων και των νόμων και κανονιστικών ρυθμίσεων της χώρας καταγωγής, καθώς και του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζονται·
·                     την ύπαρξη εύλογης πιθανότητας ο αιτών να έχει διωχθεί·
·                     το γεγονός ότι ο αιτών έχει ήδη υποστεί διώξεις, απειλές ή σοβαρή βλάβη·
·                     την ατομική του κατάσταση (το προσωπικό ιστορικό του, την ηλικία του, το φύλο του κ.τ.λ.)·
·                     κάθε δραστηριότητα του αιτούντος από τη στιγμή της αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του.
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπ' όψιν τους την προέλευση της απειλής.
Στην περίπτωση αυτή, η απειλή θα πρέπει να προέρχεται:
·                     από το κράτος·
·                     από κόμματα ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος·
·                     από μη κρατικούς παράγοντες, εφόσον το κράτος αδυνατεί ή είναι απρόθυμο να παράσχει ουσιαστική προστασία.
Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, «κρατική» προστασία είναι επίσης δυνατόν να παρέχεται από πολιτικά κόμματα ή οργανώσεις συμπεριλαμβανομένων και των διεθνών οργανισμών οι οποίοι ελέγχουν μια περιφέρεια ή σημαντική έκταση της επικράτειας.
Αφ' ης στιγμής έχουν εξακριβώσει ότι ο φόβος ενός ατόμου ότι θα διωχθεί ή ότι θα υποστεί άλλη σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη είναι βάσιμος, τα κράτη μέλη δύνανται να εξετάζουν κατά πόσον ο φόβος αυτός περιορίζεται σαφώς σε συγκεκριμένο τμήμα του εδάφους της χώρας καταγωγής καθώς και, αν υποτεθεί ότι ισχύει αυτό, κατά πόσον είναι εύλογο να υποχρεωθεί ο αιτών να μεταβεί σε κάποιο άλλο τμήμα της εν λόγω χώρας όπου δεν θα υπήρχε βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη ή άλλη σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Σημαντική περαιτέρω κοινοτική πρωτοβουλία για την προστασία των προσφύγων αποτελεί  Απόφαση 2000/596/EΚ του Συμβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2000, για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες.
Η Επιτροπή χρηματοδοτεί πιλοτικές δράσεις για τους πρόσφυγες και τους εκτοπισμένους από το 1997. Η εμπειρία αυτή οδήγησε την Ένωση στη σύσταση ενός ευρωπαϊκού ταμείου για τους πρόσφυγες συγκεντρώνοντας έτσι σε ένα μόνο όργανο τις δράσεις για θέματα ένταξης και αυτές σχετικά με την υποδοχή και τον εκούσιο επαναπατρισμό που αποτελούσαν αντικείμενο της κοινής δράσης της 26ης Απριλίου 1999. Καθορίζοντας ένα πολυετές σχέδιο το Συμβούλιο βασίστηκε στη Συνθήκη του Άμστερνταμ για να αναλάβει μακροπρόθεσμες δράσεις υπέρ των προσφύγων και των εκτοπισμένων και να ανταποκριθεί στα αιτήματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Tampere του Οκτωβρίου 1999, σχετικά με τη δημιουργία ενός μηχανισμού προσαρμοσμένου στις επείγουσες καταστάσεις.
Το Ευρωπαϊκό Tαμείο για τους Πρόσφυγες αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς ένα κοινό καθεστώς ασύλου. Έχοντας σχεδιαστεί για πέντε έτη (2000-2004), εγκαθιδρύει ένα σύστημα χρηματοδοτικής αναδιανομής ώστε να εξισορροπηθούν οι επιβαρύνσεις  που αναλαμβάνει κάθε κράτος μέλος. Έχει σημασία να αντιμετωπισθούν οι ανισότητες μεταξύ των μηχανισμών υποδοχής των προσφύγων και των εκτοπισμένων γιατί συνεπάγονται ανισορροπίες στο πλαίσιο της Ένωσης σε θέματα χρηματοδοτικής και οργανωτικής επιβάρυνσης: οι εκτοπισθέντες κατευθύνονται προς τη χώρα που τους φαίνεται η περισσότερο ευνοϊκή, μετακινούμενοι ορισμένες φορές από το ένα κράτος στο άλλο για το σκοπό αυτό, αυξάνοντας με τις κινήσεις αυτές, την επιβάρυνση των κρατών μελών. Η κοινοτική αυτή χρηματοδοτική στήριξη αποτελεί επίσης ένα κίνητρο, για τα κράτη μέλη που το χρειάζονται, για να βελτιώσουν το σύστημα υποδοχής τους και να δημιουργήσουν δίκαιες και αποτελεσματικές διαδικασίες χορήγησης ασύλου. Επιπλέον, η κοινοτική βοήθεια έχει ως στόχο να διευκολύνει την προσαρμογή των μηχανισμών των χωρών που αντιμετωπίζουν σημαντικές διακυμάνσεις στον όγκο ή τη φύση της ροής προσφύγων.
Οι δράσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο προορίζονται για όσους διαθέτουν το καθεστώς του πρόσφυγα ή οποιοδήποτε άλλο καθεστώς διεθνούς προστασίας και για τους εκτοπισμένους οι οποίοι υπάγονται σε ένα προσωρινό καθεστώς προστασίας καθώς και, ανάλογα με τη φύση των δράσεων, για τα άτομα που ζήτησαν αυτό το καθεστώς ή αυτή την προστασία.
Ειδική μέριμνα έχει ληθφεί για το άσυλο[89]

Το ζήτημα της οικογενειακής επανένωσης

Σε επίπεδο κοινοτικής νομοθεσίας το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται με την Οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης.[90]

 

Τα μέτρα που αφορούν την οικογενειακή επανένωση θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την υποχρέωση προστασίας της οικογένειας και σεβασμού του οικογενειακού βίου, υποχρέωση που προβλέπεται σε πολλά κείμενα διεθνούς δικαίου. Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, κυρίως από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, και από το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε (15 και 16 Οκτωβρίου 1999) τόνισε την ανάγκη προσέγγισης των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με τις προϋποθέσεις υποδοχής και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών. Δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εξασφαλίζει τη δίκαιη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στο έδαφος των κρατών μελών της και μια πιο ενεργό πολιτική ένταξη.
Η οδηγία αποσκοπεί στη θέσπιση, στο κοινοτικό δίκαιο, κοινών κανόνων σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης του οποίου δικαιούχοι είναι οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην επικράτεια των κρατών μελών. Προς το παρόν, το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται μόνο από τα διεθνή νομικά μέσα, ιδίως από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών του 1950. Σε εθνικό επίπεδο, η κατάσταση ποικίλλει ιδιαίτερα. Ωστόσο, η οικογενειακή επανένωση συμβάλλει στην προστασία της οικογενειακής ενότητας και διευκολύνει την ένταξη των υπηκόων τρίτων χωρών στα κράτη μέλη. Πρέπει συνεπώς, να θεσπιστεί ένα δικαίωμα που θα αναγνωρίζεται σε ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης.
Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που είναι κάτοχοι άδειας διαμονής τουλάχιστον ενός έτους σε ένα από τα κράτη μέλη και έχουν όντως τη δυνατότητα μόνιμης διαμονής μπορούν να ζητήσουν την οικογενειακή επανένωση. Αντίθετα, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος ζητεί την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα και για την αίτηση του οποίου δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση ή ο υπήκοος αυτός απολαύει προσωρινών μορφών προστασίας, ούτε εφαρμόζεται στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης.

Το ΔΕΚ και η μετανάστευση

Η θέση του ΔΕΚ ως προς το ζήτημα των μεταναστών αναδεικνύει την ευρωπαϊκή αντίληψη για τη μετανάστευση και στη νομολογία.
Σχετικά κρίθηκε με την απόφαση της 16ης Μαρτίου 2000 Sezgin Ergat C-329/97, ότι  ο Τούρκος υπήκοος, στον οποίο επιτράπηκε να εισέλθει σε κράτος μέλος ως μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζόμενου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους αυτού και ο οποίος διέμεινε στο κράτος αυτό νομίμως επί διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και παρέσχε νομίμως εργασία, με ορισμένες διακοπές, σε διάφορους εργοδότες εντός του κράτους αυτού, δεν χάνει τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως, την οποία εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, και συγκεκριμένα το δικαίωμα για παράταση της ισχύος της άδειάς του διαμονής εντός του κράτους μέλους υποδοχής, έστω και αν η ισχύς της άδειάς του διαμονής είχε λήξει κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως περί παρατάσεως της ισχύος της, η οποία απορρίφθηκε από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

Η Ευρώπη των δικαιωμάτων: ουσιώδες σημείο της ευρωπαϊκής ταυτότητας


Οι αρχικές συνθήκες της ΕΕ δεν είχαν καμία αναφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα.    Για πρώτη φορά έγινε ρητή αναφορά  στη Συνθήκη του Άμστερνταμ. Παρόλα αυτά στη βάση των δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι και παραμένει η ελεύθερη κυκλοφορία όπως έχει γίνει σαφές πολλές φορές από τη νομολογία του ΔΕΚ[91]. Η απουσία αυτή δημιουργούσε πολλά προβλήματα και θεωρήθηκε μέρος του δημοκρατικού ελλείμματος της Κοινότητας. Τελικά, επειδή πολλές κοινοτικές πράξεις αφορούσαν στα ανθρώπινα δικαιώματα, τέθηκε  το ζήτημα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε Κοινοτικό επίπεδο, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο: Ακόμη και στη περίπτωση που τα δικαιώματα  προστατεύονταν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν μπορούσε να δεχθεί προσφυγές εναντίον των ευρωπαϊκών θεσμών, αφού η Κοινότητα δεν έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση. Σε αυτές τις περιπτώσεις,  προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα και ελλείψει κάθε σχετικής πρόβλεψης από τις Συνθήκες,  το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προσέφερε τις εναλλακτικές λύσεις.

Οι αποφάσεις του ΔΕΚ αντανακλούν τόσο  τους περιορισμούς της ευρωπαϊκής υπερεθνικότητας,  όσο και την έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου επί των αξιών.  Το Δικαστήριο συχνά επιδίδεται σε δικαστικό ακτιβισμό και ασκεί ακόμη και κοινωνική πολιτική, σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει κοινοτική νομοθεσία..

Για όλους αυτούς τους λόγους στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας, τον Ιούνιο του 1999 τέθηκε επιτακτικά η ανάγκη για ένα κατάλογο  θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η Σύνοδος ανέθεσε αυτό το έργο στη Συντακτική Συνέλευση, ένα  αντιπροσωπευτικό όργανο 62 μελών. Η καθαυτό σύνθεση της Συνέλευσης υπήρξε από κάθε άποψη αξιόλογη καινοτομία.  Πρέπει να τονιστεί ότι για πρώτη φορά επικράτησαν κατά την επεξεργασία ενός καταστατικού κειμένου της Ένωσης συνθήκες πλήρους δημοσιότητας και διαφάνειας[92].

Η οικοδόμηση μιας Ευρωπαϊκής πολιτικής ένωσης και υπέρβασης της διαίρεσης της Ευρώπης, ξεκίνησε κατά τα τελευταία χρόνια, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου,  με κορυφαία στιγμή την ένταξη στην ΕΕ των δέκα νέων κρατών μελών, την 1 Μαΐου 2004.  Για πολλούς αναλυτές, το τέλος της ιδεολογικής πάλης μεταξύ Ανατολής και Δύσης  σήμαινε την υπόσχεση μιας νέας παγκόσμιας τάξης, που θα έθετε τα ανθρώπινα δικαιώματα στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής. Ωστόσο, η πραγματικότητα  τους διαψεύδει καθημερινά. Η αδυναμία του ΟΗΕ να εκπληρώσει  τις υποσχέσεις για προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η ίδια  σήμερα, όπως και στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου.

Όπως συχνά  δείχνει το ευρωβαρόμετρο ένα πολύ μικρό ποσοστό ευρωπαίων ταυτίζονται με την Ευρώπη. Οι περισσότεροι προβάλλουν μόνο την εθνική τους ταυτότητα και η σχέση τους με την Ευρώπη συνδέεται μόνο μέσω των ωφελημάτων που αποκομίζει η χώρα τους από την ένταξη στην ΕΕ. Το επιχείρημα ότι η ΕΕ δεν διαθέτει «δήμο», αλλά πολλούς «δήμους» σημαίνει για πολλούς ότι  ο «λαός» συνδέεται μόνο με εθνικούς δεσμούς – θέση που εμπεριέχει έντονα ρατσιστικά στοιχεία. Επιπλέον αυτή η θέση θα μπορούσε να υπονομεύσει τις συνεχώς αυξανόμενες πολυπολιτισμικές δημοκρατίες.
Η ιδέα της δημιουργίας μιας κοινής ταυτότητας βασισμένης στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις δημοκρατικές αρχές φαίνεται πως κερδίζει έδαφος. Η υεπερεθνικότητα της ΕΕ απαιτεί μια διαφορετική προσέγγιση της ταυτότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι οι διαδικασίες ενοποίησης διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνες που δημιούργησαν τις εθνικές ταυτότητες. Αυτός είναι εν μέρει ο λόγος που δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα, προκειμένου να δημιουργηθεί μια διεθνική ταυτότητα με βάση συγκεκριμένες αξίες. « Ευρωπαϊκή ταυτότητα μπορεί να σημαίνει τίποτε περισσότερο από την  ενότητα μέσα στην εθνική διαφορετικότητα» υποστηρίζει ο Habermas.
Η ουσία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης συνδέεται με τη δημιουργία μιας Ευρώπης με την οποία οι άνθρωποι να μπορούν να ταυτισθούν.  Αυτή η ανάγκη διατυπώθηκε πολύ παραστατικά από τον Ζακ Ντελόρ, όταν είχε πει το περίφημο «δεν μπορεί κανείς να ερωτευθεί τη κοινή αγορά», ενώ ο  Κρις Πάττεν[93]  έχει  υποστηρίξει ότι «οι ενέργειές μας στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν επιτομή του μετασχηματισμού της ΕΕ από οικονομική σε πολιτική Ένωση»
Από τους δύο Χάρτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν τα κοινωνικά δικαιώματα ο μεν πρώτος του 1989 αναφέρεται αποκλειστικά σε αυτά, όπως δείχνει και ο τίτλος του, Κοινοτικός Χάρτης Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων[94], ενώ ο δεύτερος του 2000 τα συμπεριλαμβάνει μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, διαχυμένα και σκορπισμένα σε όλες τις επί μέρους θεματικές ενότητές του. Κανένας από τους Χάρτες δεν έχει δεσμευτική ισχύ. Συνιστούν απλώς δηλώσεις, αν και δηλώσεις πανηγυρικές σημαντικών Συνόδων Κορυφής.

Με αυτή την έννοια, διαφέρουν βέβαια από τον (αναθεωρημένο) Κοινωνικό Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, στον οποίο άλλωστε γίνεται συστηματικά αναφορά, όπως και στην ΕΣΔΑ. Αν και δεν έχουν δεσμευτική ισχύ, εντούτοις παράγουν ορισμένες νομικές συνέπειες. Ο πρώτος Χάρτης είχε εκτενείς επιπτώσεις κυρίως στις πολιτικές της Ένωσης και στο παράγωγο δίκαιο που αφορά κυρίως τα δικαιώματα των εργαζομένων (και λείανε το έδαφος για την περαιτέρω αναγνώριση ορισμένων από αυτά). Ορισμένες  έννομες συνέπειες, εκτός από το τεράστιο συμβολικό βάρος, έχουν οπωσδήποτε οι διατάξεις του Χάρτη της Νίκαιας, οι οποίες αναπτύσσουν κατά περίπτωση μια ορισμένη νομική ενέργεια, μια υφέρπουσα κανονιστική λειτουργία[95]. Αμφότεροι οι Χάρτες «υιοθετήθηκαν» για να καλύψουν το σχετικό κενό του κοινοτικού δικαίου, το οποίο λόγω ακριβώς της μη δεσμευτικότητάς τους απλώς περιόρισαν -διαγράφοντας την προοπτική της εφαρμογής ορισμένων θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων, κυρίως αυτών που αναγνωρίζονται ήδη από τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το παράγωγο δίκαιο. Αλλά θέσπισαν επίσης και ορισμένα νέα δικαιώματα, που η παραδοσιακή κοινοτική έννομη τάξη αγνοούσε, όπως συμβαίνει με το δικαίωμα της απεργίας, του οποίου η αναγνώριση από τα κράτη μέλη δεν αρκεί για να πραγματοποιηθεί ο σκοπός του, λόγω της διασυνοριακής διάστασης που έχει αποκτήσει. Έτσι, το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί πλέον να αγνοεί παντελώς αυτό το κοινωνικό δικαίωμα, που συνδέεται με την εργασία, αλλά επιδιώκει και στόχους ευρύτερους από τα strictu senso εργασιακά δικαιώματα, ως θεμελιώδες ευρωπαϊκό κοινωνικό δικαίωμα. Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά παράδοξο τρόπο, εξηγήσιμο βέβαια, αναγνωρίζει τα δύο άλλα θεμελιώδη συλλογικά δικαιώματα για το ευρωπαϊκό σύστημα εργασιακών σχέσεων και τους  συναφείς θεσμούς, δηλαδή του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι και των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων, που περιλαμβάνουν και την  εκπροσώπηση των εργαζομένων και τη διεξαγωγή συλλογικών διαπραγματεύσεων και τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο -και τα αντίστοιχα δικαιώματα των εργαζομένων-, τα οποία, ως κάποιον βαθμό, λειτουργούν σε  ενωσιακό επίπεδο.

Η μετανάστευση και το άσυλο στο Χάρτη


Για τα 15 περίπου εκατομμύρια αλλοδαπών που ζουν και εργάζονται στα διάφορα κράτη μέλη το άρθρο 21 του Χάρτη είναι πολύ σημαντικό, για τη κατάργηση των διακρίσεων και τη προώθηση της ίσης μεταχείρισης.  Ωστόσο, οι περιορισμοί στο δικαίωμα της ψήφου δεν βοηθούν στην ομαλή κοινωνική ένταξη των μεταναστών.  Γι αυτό είναι αναγκαίος ένας μηχανισμός που θα επιτρέπει στους αλλοδαπούς να αιτούνται την Ευρωπαϊκή ιθαγένεια στη βάση της μόνιμης διαμονής και όχι της εθνικότητας. Το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επανειλημμένα μέσω των ετήσιων εκθέσεών του για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχει ζητήσει την πλήρη αναγνώριση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στην ΕΕ. 

Η Διεθνής Αμνηστία, από άλλη σκοπιά, ασκεί κριτική στην ΕΕ για τη προτεραιότητα που δίνει στην «ασφάλεια» και τη καταπολέμηση της τρομοκρατίας, έναντι της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η εκφρασθείσα ικανοποίηση, υποστηρίζει,  για την συμπερίληψη του Χάρτη στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα δεν συνοδεύεται από αποφασιστικότητα για την εφαρμογή του,  αφού τα ανθρώπινα δικαιώματα καθημερινά παραβιάζονται εντός των συνόρων της ΕΕ[96].
Η Διεθνής Αμνηστία υποστηρίζει ότι η ΕΕ, με τη νομική προσωπικότητα που αποκτά με το Σύνταγμα, θα πρέπει να επικυρώσει τη Σύμβαση του 1990 για τους εργαζόμενους μετανάστες. Πράλληλα καταγγέλλεται ότι συχνά οι αιτούντες άσυλο, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες γίνονται στόχοι ρατσιστικών επιθέσεων. Τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει μια τραγική άνοδος του δουλεμπορίου και της εκμετάλλευσης γυναικών και παιδιών και όταν αυτά τα φαινόμενα καταγγέλλονται οι αστυνομικές αρχές τα αντιμετωπίζουν σαν πρόβλημα «παράνομων μεταναστών»[97].

To ΔΕΚ κάνει για πρώτη φορά αναφορά στον Χάρτη - Η περίπτωση της οικογενειακής επανένωσης

 

Η δυναμική του Χάρτη φάνηκε ευθύς εξ αρχής. Έχουμε ήδη προαναφέρει τις περιπτώσεις όπου έγινε ανφορά στο Χάρτη τόσο από εθνικό δικαστήριο, όσο και από το ΠΕΚ και το ΔΕΚ. Πολλαπλή αναφορά έχει επίσης γίνει και από τους εισαγγελείς του ΔΕΚ[98]. Μέχρι το 2003 η έρευνα έδειξε πάνω από σαράντα σχετικές αναφορές σε ισάριθμες δίκες. Οι αναφορές αυτές ωστόσο υπείχαν λειτουργία πυροτεχνήματος. Κάθε αναφορά άναβε και έσβηνε γρήγορα, χωρίς να βαραίνει και να ριζώνει στο δικανικό συλλογισμό, χωρίς το ίχνος της να αποτυπώνει το νέο πλαίσιο και το πνεύμα στο οποίο, αναμφισβήτητα, εγγράφονται τα δικαιώματα που θέλει να προστατεύσει ο Χάρτης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι εκείνο που στην απόφαση της 30ής Ιανουαρίου  2002 (υπόθεση Τ-54/99, παρ. 48 και 57) αναφέρθηκε δύο φορές στο Χάρτη, στο κεφάλαιο για τα Δικαιώματα των πολιτών και συγκεκριμένα στο άρθρο 41,1 που αφορά το δικαίωμα χρηστής διοίκησης και στο άρθρο 47, το οποίο αναφέρεται στο  δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον αμερολήπτου δικαστηρίου.
Η πρώτη φορά που το ίδιο το ΔΕΚ αναφέρεται στο Χάρτη είναι με  την απόφαση C–540/3 και αφορά το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης. Το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης υπήρξε λαμπρό πεδίο δημιουργίας του παραγώγου δικαίου, που το καθιέρωσε, χωρίς να προβλέπεται από τη Συνθήκη της Ρώμης[99], και ταυτοχρόνως παρέμβασης του ΔΕΚ, το οποίο με συλλογιστική τολμηρή και πρωτοποριακή για την εποχή των έξι κρατών μελών, δηλαδή τον καιρό που δεν είχε καν ακόμη ισχυροποιηθεί η λογική  των θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσα στην κοινοτική έννομη τάξη, τουλάχιστον με τον τρόπο, την ένταση και τις νομικές συνέπειες που έχουν σήμερα. Όταν δηλαδή δεν υπήρχε ούτε η αναφορά του άρθρου 6 της ΣΕΕ στα θεμελιώδη δικαιώματα, δεν είχαν καν υπογραφεί οι Χάρτες και κυριαρχούσε η λογική των τεσσάρων ελευθεριών. Χάρη βέβαια στους κοινωνικούς στόχους της Συνθήκης της Ρώμης που προβλέπονταν ευθύς εξ αρχής (άρθρα 117 επ.) στάθηκε δυνατή η αναγνώριση αυτού του δικαιώματος που αφορά τις συζύγους, τα παιδιά του καθενός από τους δύο συζύγους, αλλά και τους γονείς τους «όποια και αν είναι η εθνικότητά τους»[100], το οποίο καλύπτει μια βαθύτατη ανθρώπινη ανάγκη και αποτελεί μέρος των συναισθηματικών δεσμών, οι οποίοι αναγνωρίζονται από το κοινοτικό κοινωνικό δίκαιο[101]. Η οικογενειακή επανένωση συνιστά πράγματι πρωτογενή συναισθηματικό δεσμό ο οποίος, και αν ακόμη δεν διατυπώνεται ως τέτοιος, προστατεύεται από τα ανθρώπινα δικαιώματα, γιατί ακριβώς εκφράζει μια βαθύτατη ανθρώπινη ανάγκη, αμφίδρομη με την έννοια ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ανάγκη τόσο του εργαζόμενου γονέα, μετανάστη ή όχι, και του ανήλικου παιδιού.
          Στην υπόθεση C-540/3 πρόκειται για προσφυγή ακυρώσεως που έγινε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά του Συμβουλίου που αποσκοπεί στην προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στη συγκεκριμένη περίπτωση των δικαιωμάτων ανηλίκων στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης. Το Κοινοβούλιο ζητάει την ακύρωση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2003/86/ΕΚ για το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης υπηκόων τρίτων χωρών, και συγκεκριμένα του άρθρου 4, παρ. 1, τελευταίο εδάφιο  που επιτρέπει κατά παρέκκλιση στο κράτος μέλος να εξετάζει αν ένα παιδί πάνω από δώδεκα χρονών τον όρο της ενσωμάτωσης που προβλέπει η νομοθεσία του, και παρ. 6 του ίδιου άρθρου που κατά παρέκκλιση επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαιτήσουν ότι οι αιτήσεις για την επανένωση πρέπει να υποβάλλονται πριν από την ηλικία των δεκαπέντε ετών, όπως και του άρθρου 8 της οδηγίας σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μπορούν να προβλέψουν διετή παραμονή προτού επιτραπεί η επανένωση ή και τριών ετών μεταξύ υποβολής της αιτήσεως και έκδοσης αδείας διαμονής των μελών. Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η δυνατότητα παρέκκλισης από την προστασία του δικαιώματος που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις κείται εκτός του πλαισίου των επιτρεπομένων περιορισμών και προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα της προστασίας της οικογενειακής ζωής και της μη διάκρισης που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, κατά το άρθρο 6. 2 της ΣΕΕ, αλλά και τις διατάξεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ο οποίος αναφέρεται και από την ίδια την οδηγία. Το Δικαστήριο απορρίπτει την προσφυγή, γιατί δεν δέχεται ότι το άρθρο 8 της οδηγίας είναι αντίθετο προς το θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού της οικογενειακής ζωής, ούτε ότι είναι αντίθετο προς στην αρχή της μη διάκρισης λόγω ηλικίας. Θεωρεί πως απλώς η οδηγία καταλείπει στα κράτη-μέλη ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για να εφαρμόζουν τους κανόνες της χωρίς να αντίκεινται στην αρχή της προστασίας πάντως των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Είναι προφανές ότι οι δικαιολογημένοι, κατά το ΔΕΚ, περιορισμοί εντάσσονται περισσότερο στο πλαίσιο της μεταναστευτικής πολιτικής που υπακούει στη λογική της οικονομίας παρά στη λογική των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως εμφανίζεται στο προοίμιο του Χάρτη: «Η Ένωση τοποθετεί τον άνθρωπο στην καρδιά της δράσης της, καθιερώνοντας την ιθαγένεια της Ένωσης...». Υπάρχουν δηλαδή ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία αναγνωρίζει ο Χάρτης αλλά περιστέλλονται από το ΔΕΚ κατά την εφαρμογή τους στους αλλοδαπούς –αν  και- νομίμως διαμένοντες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρόλο ότι ο ίδιος ο Χάρτης αναγνωρίζει ορισμένα δικαιώματα στους προερχόμενους από τρίτα κράτη στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ιθαγένειας[102], όπως και αντίστοιχες συνθήκες εργασίας. Η επανένωση των παιδιών με την οικογένειά τους ακολουθεί κριτήρια που έχει ήδη επεξεργαστεί η ΕΣΔΑ, την οποία πολύ συχνά ακολουθεί το ΔΕΚ. Στο πλαίσιο όμως της ευρωπαϊκής έννομης τάξης που τη χαρακτηρίζει το θετικό κοινωνικό πρόσημο, το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο υφίστανται διατάξεις  που ενορχηστρώνουν τα ενωσιακά θεμελιώδη δικαιώματα με την ιδιότητα του Ευρωπαίου πολίτη, όπως και με την ευρωπαϊκή κοινωνική ιθαγένεια. Η ευρωπαϊκή ιδιότητα του πολίτη που αναγνωρίζεται και από το Χάρτη δίνει μια πρόσθετη διάσταση -ορισμένοι χρησιμοποιούν τον όρο valeur ajoutée, πρόσθετη αξία, η οποία ωστόσο παραπέμπει σε λεξιλόγιο της οικονομίας της αγοράς και δίνει την εντύπωση μιας οριζόντιας έννοιας- στα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, συγκροτώντας έτσι την ευρωπαϊκή κοινωνική ιθαγένεια, που  ενσωματώνει και την ευρωπαϊκή νομική παράδοση και το ευρωπαϊκό δημοκρατικό φαντασιακό της κοινωνικής δικαιοσύνης, την οποία το ΔΕΚ δεν έλαβε υπόψη στη συγκεκριμένη απόφαση.
Δεν έλαβε δηλαδή υπόψη την ιστορική προοπτική που εισήγαγε ο Χάρτης, και την οποία διαύγασαν οι δημόσιες συζητήσεις για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα με όλες τις περιπέτειές του, για έναν δήμο ή μια Συμπολιτεία που προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα χωρίς διακρίσεις και δεν υποτάσσει το κοινωνικό με την ευρεία έννοια στο οικονομικό (βλ. Προοίμιο Χάρτη). Και έτσι, ενώ αναγνωρίζονται τα κοινωνικά δικαιώματα από τους Ευρωπαϊκούς Χάρτες, μένει προς επίλυση το διπλό πρόβλημα της συνειδητοποιήσεώς τους ως τέτοιων, θεμελιωδών κοινωνικά, που δεν υπόκεινται πλέον στη λογική των τεσσάρων αρχικών ελευθεριών και το συνακόλουθο της συνεπούς εφαρμογής τους στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού κειμένου (άρθρου 6 Συνθήκης ΕΚ) και του συγκειμένου του.


Συμπέρασμα


Η πιο πάνω ανάλυση δεν φιλοδοξεί να εξαντλήσει ούτε το ζήτημα της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, ούτε το ζήτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας ούτε φυσικά το πρόβλημα του καθεστώτος των μεταναστών και των προσφύφων στην ΕΕ.

 Δεν φιλοδοξεί επίσης να επιλύσει το μείζον οντολογικό και νομικό θέμα του ευρωπαίου πολίτη, ούτε να οριοθετήσει τον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο.
Οφείλει όμως να κάνει μια διαπίστωση:

ότι καμιά από τις πιο πάνω έννοιες δεν είναι δυνατό να οριοθετηθούν χωρίς να λάβει κανείς υπόψη του τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.
Τόσο σε νομικό όσο και σε ουσιαστικό επίπεδο, η διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας ως άθροισμα υπηκόων των κρατών μελών, χωρίς δηλαδή  τους «άλλους», είναι φαινάκη.
Η Ευρώπη υπάρχει ως οντότητα ως φορέας ιστορίας και μνήμης, ως φορέας θεμελιωδών δικαιωμάτων και πολιτισμού. Αλλά και από την αυστηρά οικονομική της εκδοχή η Ευρώπη δεν υφίσταται χωρίς τους μετανάστες. Μπορεί βέβαια η Ευρώπη ήδη από το Μεσαίωνα να οριοθετήθηκε, μεταξύ άλλων και ως Ευρώπη των διωγμών[103], μπορεί οι Εβραίοι να ήταν οι πρώτοι ξένοι που διώχθηκαν συστηματικά στον ευρωπαϊκό χώρο για αιώνες για να δώσουν τη θέση τους σε άλλους «ξένους» που εντάχθηκαν στην αλλοπρόσαλη αυτή μανία των διωγμών. Μπορεί ακόμη και η σύγχρονη ΕΕ να έγινε αίτημα μετά από σημαντικούς διωγμούς «άλλων» τσιγγάνων, εβραίων και πάντως εντελώς αθώων ανθρώπων στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η ίδια Ευρώπη όμως ξέρει ότι ο «ξένος» ήταν πάντα η δύναμή της. Και ιστορικά έκανε ότι μπορούσε να επικοινωνήσει και να ανοιχτεί. Δεν είναι βέβαιο αν τα κείμενα θα προσφέρουν σήμερα την πολυπόθητη σύνθεση. Καθήκον μας όμως είναι να το προσπαθήσουμε.

Καθήκον συνεπώς του κάθε αναλυτή είναι να μην αγνοεί αυτό το χαρακτηριστικό της Ευρώπης και να οικοδομήσει την ολοκλήρωση της Ενωσης μαζί με σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων που την συναπαρτίζουν, μαζί με το σύνολο των οντοτήτων που την κατοικούν, μαζί με το σύνολο των προσώπων που δημιουργούν την ιστορία της.

 


[1] Από την ελληνική θεωρία ενδεικτικά βλ. Γώγου σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2003, σ. 327 επ. και εκεί αναφορές, Παπασιώπη Πασιά Ζ., Ιθαγένεια- Υπηκοότητα, δύο όροι με μονοσήμαντο περιεχόμενο? Η ελληνική ιθαγένεια- η Ευρωπαϊκή ιθαγένεια. Αρμ. Επιστημονική Επετηρίδα ΔΣΘ 213, 1993 σ. 35-47 και εκεί βιβλίογραφία.

[2] Αντί πολλών βλ. Παπασιώπη Πασιά Ζ., Δίκαιο ιθαγενείας, Σάκκουλας Θεσσαλονίνη, 1994, Βρέλλη Σ., Ιδιωτικό Διεθνές δίκαιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας 2001, σ. 76 επ. και εκεί αναλυτική βιβλιογραφία.

[3] βλ. Γώγου σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2003, σ. 329 επ. και εκεί αναφορές, 

[4]  Το άρθρο 39 ΕΚ ορίζει, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής:
«1. Εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας.
2. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.
3. Με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνει το δικαίωμά τους:
(...)
γ) να διαμένουν σε ένα από τα κράτη μέλη με το σκοπό να ασκούν εκεί ορισμένη εργασία σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν την απασχόληση των εργαζομένων υπηκόων αυτού του κράτους μέλους,
Ο κανονισμός ΕΟΚ 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, εκδόθηκε προκειμένου να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Η οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, θεσπίζει μεταξύ άλλων κανόνες στον τομέα της αδείας εισόδου και της απομακρύνσεως προσώπων για λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας

[5] ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΙΘΑΓΕNΕΙΑ ΤΗΣ ΕNΩΣΗΣ

1.   Θεσπίζεται ιθαγένεια της Ένωσης. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Η ιθαγένεια της Ενωσης συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια.
2.   Οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παρούσα συνθήκη.
1.   Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της.
2.   Εάν, προς επίτευξη αυτού του στόχου, απαιτείται δράση της Κοινότητας και εφόσον η παρούσα συνθήκη δεν έχει προβλέψει εξουσίες προς τούτο, το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίζει διατάξεις που διευκολύνουν την άσκηση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 δικαιωμάτων. Το Συμβούλιο αποφασίζει σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251.
3.   Η παράγραφος 2 δεν ισχύει για τις διατάξεις σχετικά με τα διαβατήρια, τα δελτία ταυτότητας, τους τίτλους διαμονής ή κάθε άλλο εξομοιούμενο έγγραφο, ούτε για τις διατάξεις σχετικά με την κοινωνική ασφάλεια ή την κοινωνική προστασία.

1.   Κάθε πολίτης της Ένωσης που κατοικεί σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοος έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές στο κράτος μέλος κατοικίας του, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του εν λόγω κράτους. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με την επιφύλαξη των λεπτομερέστερων διατάξεων που θεσπίζει το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα προτάσει της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι διατάξεις αυτές μπορούν να προβλέπουν παρεκκλίσεις όταν αυτό δικαιολογείται λόγω ειδικών προβλημάτων σε ένα κράτος μέλος.
2.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 190 παράγραφος 4 και των διατάξεων που θεσπίζονται προς εφαρμογή του, κάθε πολίτης της Ένωσης που κατοικεί σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοος έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο κράτος μέλος της κατοικίας του, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του εν λόγω κράτους. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με την επιφύλαξη των λεπτομερέστερων διατάξεων που θεσπίζει το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα προτάσει της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι διατάξεις αυτές μπορούν να προβλέπουν παρεκκλίσεις όταν αυτό δικαιολογείται λόγω ειδικών προβλημάτων σε ένα κράτος μέλος.

Κάθε πολίτης της Ένωσης απολαύει, στο έδαφος τρίτων χωρών στις οποίες δεν αντιπροσωπεύεται το κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος, της διπλωματικής και προξενικής προστασίας κάθε κράτους μέλους, υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν και έναντι των υπηκόων του κράτους αυτού. Τα κράτη μέλη καθορίζουν μεταξύ τους τους αναγκαίους κανόνες και αρχίζουν τις απαιτούμενες διεθνείς διαπραγματεύσεις για να εξασφαλίσουν την προστασία αυτή.

Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα αναφοράς προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 194.
Κάθε πολίτης της Ένωσης δύναται να απευθύνεται στον Διαμεσολαβητή που θεσμοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 195.
Κάθε πολίτης της Ενωσης δύναται να απευθύνεται γραπτώς σε οποιοδήποτε από τα όργανα ή τους οργανισμούς, που αναφέρονται στο παρόν άρθρο ή στο άρθρο 7, σε μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 314 γλώσσες, και να παίρνει απάντηση στην ίδια γλώσσα.

Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή κάθε τρία έτη σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος μέρους. Η έκθεση αυτή λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη της Ένωσης.

Επ' αυτής της βάσεως, και με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων της παρούσας συνθήκης, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, προτάσει της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μπορεί να θεσπίζει διατάξεις για τη συμπλήρωση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο παρόν μέρος, και συνιστά στα κράτη μέλη την αποδοχή των εν λόγω διατάξεων σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες.


[6]  Maas W., (2007). Creating European Citizens. Lanham: Rowman & Littlefield, Meehan E., (1993). Citizenship and the European Community. London: Sage, O'Leary, Síofra (1996). The Evolving Concept of Community Citizenship. The Hague: Kluwer Law International, Wiener A.,(1998). 'European' Citizenship Practice: Building Institutions of a Non-State. Boulder: Westview Press.
[7] Για την έννοια του πολίτη της Ένωσης και την ευρωπαϊκή ιθαγένεια βλ. Βενιζέλου Ε., Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια και το Ελληνικό Σύνταγμα, ΕΕΕυρΔ, 1993, σ. 271 επ., Αντωνίου Θ., Νεώτερες εξελίξεις στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων: προς μια ευρωπαϊκή ιθαγένεια, ΕΕΕυρΔ, 1992, σ. 201 επ., Θεοδωρίδη Π., Μαντζούφα Π., Εθνος και ευρωπαϊκή ιθαγένεια. Οι μεταμορφώσεις της ιδιότητας του πολίτη, ΤοΣ 2/1998, σ. 273, και τις πρόσφατες απoφάσεις του ΔΕΚ της 20ής Φεβρουαρίου 2001, C-192/99, Manjit Kaur, Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Κοσμά της 7ης Μαΐου 1998 στην Υπόθεση C-323/97 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου του Βελγίου, την απόφαση του ΔΕK της 21ης Σεπτεμβρίου 1999 C-378/97, Florus Ariel Wijsenbeek, τις προτάσεις Ch.Stix-Hackl της 13 Σεπτεμβρίου 2001 στην υπόθεση C-459/99 Mouvement contre le racisme, l'antisemitisme et la xénophobie ASBL κατά Βελγικού Κράτους, κλπ.
[8] ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΣΥΝΕΡΧΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 19ης Δεκεμβρίου 1995 σχετικά με την προστασία των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκ μέρους των διπλωματικών και προξενικών αντιπροσωπειών (95/553/ΕΚ)

[9]  Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-184/99 της 20 Σεπτεμβρίου 2001 Rudy Grzelczyk και Centre public d'aide sociale d'Ottignies-Louvain-la-Neuve

[10] Το  άρθροι 8 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης προβλέπει Αρθρο 8 A
1.       Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της.»
Βλ σχετικά και με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, C-369/90, Micheletti κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I-4239), ένα κράτος μέλος μπορεί να ορίσει την έννοια «υπήκοος» μόνο τηρώντας το κοινοτικό δίκαιο και, επομένως, σεβόμενο τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού δικαίου.
Απόφση του ΔΕΚ The Queen και Secretary of State for the Home Department,ex parte: Manjit Kaur, C-192/99, της 20ής Φεβρουαρίου 2001Για να καθοριστεί αν ένα πρόσωπο έχει την ιδιότητα του υπηκόου του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να γίνει αναφορά στη δήλωση του 1982 της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας σχετικά μετην έννοια του όρου «υπήκοοι», η οποία αντικατέστησε τη δήλωση του 1972 της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας σχετικά με την έννοια του όρου «υπήκοοι», που είναι συνημμένη στην τελική πράξη της Συνθήκης για την Προσχώρηση στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας.

[11] Γώγου Κ. Προς τη νομική χειραφέτηση της ιδιότητας του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Με αφορμή την απόφαση ΔΕΚ της 17.9.2002, C-413/99, Baumbast και R/Secretary of State for the Home Department ΕΕΕυρ, 2003, σ. 115,

[12] Ενδεικτικά βλ. Κουκιάδη Ι., ΟΙ νεώτερες εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή ΕΝωση στον τομέα των διακρίσεων και της ξενοφοβίας 2002 κλπ.

[13] βλ. Παπαστεριάδου  σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2003, σ. 312 επ. και εκεί αναφορές.

[14] . Κρεμλή σε Κρεμλή /Φραγκάκη/Χριστογιαννόπουλου, Ερμηνεία κατ΄άρθρο της Συνθήκης για την ΕΕ ΙΙ, Αντ. Ν. Σάκκουλα,  σ 76 επ.
[15] Η οδηγία αυτή ρυθμίζει ειδικά τα ακόλουθα
Εφαρμόζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.
Παρέχει προστασία από τις διακρίσεις στην απασχόληση και την κατάρτιση, την εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλιση, την υγειονομική περίθαλψη και την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες.
Περιέχει τον ορισμό της άμεσης και της έμμεσης διάκρισης, της παρενόχλησης και των αντιποίνων.
Παρέχει στα θύματα διακρίσεων το δικαίωμα να υποβάλλουν καταγγελία μέσω δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας σε συνδυασμό με τις κατάλληλες κυρώσεις για όσους προβαίνουν σε διακρίσεις.
Μοιράζει το βάρος της αποδείξεως ανάμεσα στον ενάγοντα και στον εναγόμενο σε διαφορές αστικού και διοικητικού δικαίου.
Προβλέπει την ίδρυση σε κάθε κράτος μέλος οργανισμού για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης και την παροχή ανεξάρτητης συνδρομής στα θύματα φυλετικών διακρίσεων.

[16] ΕΕ L 185 της 24.7.1996, σ. 5.

[17] βλ. Γώγου σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2003, σ. 3328 επ. και εκεί αναφορές
[18] Απόφαση της 4ης Μα.ου 1995, C-7/94 Συλλογή 1995, σ. I-1031).

[19] Απόφαση της 11ης Απριλίου 2000, C-356/98 Συλλογή 2000, σ. I-2623).

[20] Προτάσεις  του Γενικού Εισαγγελέα L. A. GEELHOED της 5ης Ιουλίου 2001 Υπόθεση C-413/99 Maria Belen Baumbast και R κατά Secretary of State for the Home Department

[21] βλ. Γώγου σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2003, σ. 334  επ. και εκεί αναφορές και βιβλιογραφία. Βλ ακόμη Αντωνίου Θ., Νεώτερες εξελίξεις στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων : προς μια Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια. ΕΕΕυρΔ 1992, σ. 202

[22] Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-378/97 (Συλλογή 1999, σ. I-6207).

[23] Απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 1993, C-168/91, Κωνσταντινίδης (Συλλογή 1993, σ. I-1191).

[24] Απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-148/02, Garcia Avello (Συλλογή 2003, σ. I-11613)· βλ. κατωτέρω σημεία 47 επ. των προτάσεών μου
[25] Σκέψη 27· βλ., επίσης, την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2004, C-200/02, Zhu και Chen (Συλλογή 2004, σ. I-9951, σκέψη 19).
[26] βλ. Πρεβεδούρου σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2003, σ. 26 επ. και εκεί αναφορές.

[27] Βλ. και Σκουρή Π., Ανάπτυξη των περιφερειών και ανατροπή των συνόρων, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη 2004 όπου και αναλυτική βιβλιογραφία.

[28] ΚΥΡΙΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ  ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΕΕ

οπολίτης ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχεΙ το δικαίωμα να εισέλθεΙ σε κάθε άλλη χώρα της ΕΕ χωρίς να πρέπει να προβεί σε ειδικές διατυπώσεις. Αρκεί να είναι κάτοχος έγκυρου δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου. Το δικαίωμα να ταξιδεύει μπορεί να περιοριστεί μόνο για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Αντιστοίχως, το δικαίωμά να ταξιδεύειδεν εξαρτάται από την προσωπική του κατάσταση, ανεξάρτητα από το αν ταξιδεύειγια επαγγελματικούς ή ιδιωτικούς λόγους, έχει το δικαίωμα να ταξιδεύει παντού στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο πολίτης της ΕΕ, δεν θα χρειάζεται πλέον να δείξει το διαβατήριό σας όταν διασχίζετε τα σύνορα μεταξύ των κρατών μελών της συμφωνίας Schengen. Ωστόσο, τα κράτη μέλη Schengen έχουν διατηρήσει το δικαίωμα, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, να πραγματοποιούν ελέγχους ταυτότητας εντός της επικράτειάς τους στο πλαίσιο των αστυνομικών καθηκόντων. Η εθνική νομοθεσία ορίζει εάν θα πρέπει να έχετε μαζί σας δελτίο ταυτότητας ή έγκυρο διαβατήριο. 

ΚΥΡΙΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ

  • Ο πολίτης τρίτης χώρας μπορεί να εισέλθει και να ταξιδέψει εντός της επικράτειας του κράτους μέλους που εφαρμόζει πλήρως τις διατάξεις Schengen για μία περίοδο διαρκείας έως και τριών μηνών, με την προϋπόθεση ότι πληροί τους όρους που καθορίζονται στο κεκτημένο της συμφωνίας Schengen.
Εάν θέλει να μείνει περισσότερο από τρεις μήνες, τότε χρειάζετε εθνική μακροπρόθεσμη θεώρηση διαβατηρίου ή άδεια παραμονής. Κάθε χώρα έχει την ευχέρεια να καθορίσει τις δικές της απαιτήσεις.
Το 2001 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε κανονισμ  περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή.
Αυτό σημαίνει ότι όλα τα κράτη μέλη Schengen εκδίδουν θεωρήσεις σύμφωνα με τους ίδιους όρους, λαμβάνοντας υπόψη τα αμοιβαία τους συμφέροντα. Συνεπώς, μία θεώρηση που έχει εκδοθεί από ένα κράτος μέλος Schengen ισχύει επίσης και στα άλλα κράτη, πράγμα που ευνοεί τους υπηκόους τρίτων χωρών που επιθυμούν να επισκεφθούν περισσότερα από ένα κράτος μέλος Schengen. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για επισκέπτες που δεν πληρούν τους κοινούς όρους εισόδου εκδίδεται θεώρηση που ισχύει μόνον για το κράτος μέλος Schengen που την εκδίδει. Τέτοιες περιπτώσεις οφείλονται σε ανθρωπιστικούς λόγους ή σε λόγους που έχουν σχέση με το εθνικό συμφέρον ή τη συμμόρφωση με διεθνείς υποχρεώσεις.
Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην επικράτεια κράτους μέλους έχουν το δικαίωμα να ταξιδεύουν (για περίοδο έως και τριών μηνών) εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
Με βάση το κεκτημένο της συμφωνίας Schengen, η έγκυρη άδεια παραμονής από ένα κράτος μέλος Schengen, μαζί με ένα ταξιδιωτικό έγγραφο μπορεί να υποκαταστήσει τη θεώρηση. Έτσι, ο υπήκοος τρίτης χώρας που έχει το διαβατήριο του και έγκυρη άδεια παραμονής η οποία έχει εκδοθεί από κράτος μέλος Schengen επιτρέπεται να εισέλθει σε άλλο κράτος μέλος Schengen για σύντομη παραμονή χωρίς να χρειάζεται θεώρηση. Αυτή η ισοδυναμία δεν ισχύει για άδειες παραμονής που εκδίδονται από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, επειδή δεν εφαρμόζουν αυτές τις διατάξεις του κεκτημένου Schengen.
[29] Συνθήκη ΕΚ ή Συνθήκη για την ΕΕ (Επίσημη Εφημερίδα L 176 της 10.7.1999 - διορθωτικό: Επίσημη Εφημερίδα L 9 της 13.1.2000)
[31] Ο όρος τόπος ήδη από την τα Τοπικά του Αριστοτέλη θεωρείται όρος ανεξιχνίαστος, με μόνη νύξη για την έννοιά του στη Ρητορική του ιδίου (Α2, 1358a 10).  Διατυπώνεται η θέση ότι στη διαλεκτική του Αριστοτέλη όπως αυτή εκφράζεται στα Τοπικά η διαλεκτική ανάγεται σε ένα σύνολο τόπων, υψωμάτων από τα οποία καθοράται το αντικείμενο της έρευνας, ένα σύνολο παρατηρητηρίων των πραγμάτων από όπου προβάλλουν τα διαλεκτικά επιχειρήματα. Για τα Τοπικά του Αριστοτέλη σε Αριστοτέλης, Άπαντα, Τόμος 24, Οργανον 2, και 3, Τοπικά Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ Αρχαία Ελληνική Γραμματεία Κάκτος (αρ. 213, και 214). Iδιαίτερα ενδιαφέρουσα σε σχέση με τα Τοπικά του Αριστοτέλη και η προσέγγιση του Σ. Κουσούλη σε Η Αριστοτέλεια συλλογιστική, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη 2001.

[32]  Ο όρος χώρος αποδίδει την γαλλική λέξη Espace η οποία τίθεται προδήλως αντί της λέξης territoire, περισσότερο συνδεδεμένη με την έννοια του κράτους και της κυριαρχίας. Βλ. αναλυτικά για το θέμα Γιαννακούρου Γ., Η χωροταξία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, Παπαζήσης 2008, και Τροβά Ε., Η κατασκευή του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου και η σύμβαση παραχώρησης δημοσίων έργων, Αντ. Ν. Σάκκουλα 2004 και εκεί βιβλιογραφία.

[33]  Territoire. Για την έννοια του territoire σε σχέση με την κυριαρχία βλ. Rousseau J.J., Du Contrat Social, IV, GF Flammarion 1966, « Quand l’Etat est institue, le consentement est dans la résidence: habiter le territoire, c’est se soumettre a la souveraineté ». Εμφαση δίδεται στη μετάφραση του όρου καθώς το έδαφος ( ή η χώρα ή η επικράτεια) συνιστά βασικό προσδιορισμό της έννοιας του κράτους. Η έννοια του εδάφους προϋποθέτει την ύπαρξη συνόρων. Ο προβληματισμός σε σχέση με τα σύνορα επαναλήφθηκε και για τον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο. Βλ. και τον ορισμό του χώρου κατά τον Σβώλο Α., σε Συνταγματικόν Δίκαιον, Παπαζήσης 1942, σ, 95 ως εξής: «Χώρα ή επικράτεια λέγεται ο χώρος και γενικώς η έκτασις εντός των οποίων ασκείται η κρατική εξουσία επί των εγκατεστημένων ή διαμενόντων προσώπων, ιθαγενών ή αλλοδαπών». Σχετικά Μαυριά Κ., Συνταγματικό Δίκαιο, Ι, Αντ. Σάκκουλας 2000, σ. 60 επ. όπου και βιβλιογραφία, εκεί και ο προβληματισμός για τη σχέση χωροταξίας και εδάφους ως στοιχείου του κράτους σε σχέση με το ισχύον Σύνταγμα. Ο προβληματισμός αυτός ενδιαφέρει ιδιαίτερα σε σχέση με τον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο και την ανάπτυξη της ευρωχωροταξίας.

[34] Η κατασκευή του ευρωπαϊκού χώρου έχει διατυπωθεί ως διανόημα και από άλλους συγγραφείς και δεν συνιστά νεολογισμό του παρόντος. Αντί άλλων βλ. Bellamy R., Castiliogne D., Building the Union. The Nature of Sovereignty in the Political Architecture of Europe, Law and Philosophy, 16, 1997, σ. 421- 445, Burgess M., Federalism and European Union: the building of Europe, 1950-2000, London, Routlegde, 2000, Pinder J., The Building of the European Union, third edition, Oxford University Press, 1998, Egan M., Constructing a European Market, Oxford University Press, 2001, McKay D., Designing Europe, Comparative Lessons from the Federal Experience, Oxford University Press, 2001.

[35] Για την έννοια της κυριαρχίας βλ. Carré de Malberg R., Contribution a la théorie générale de l’Etat, 1920, reimpr. CNRS, 1962, t I, 79 επ., με ανάπτυξη των διαφόρων θέσεων της θεωρίας,  Duguit M., Manuel de droit constitutionnel, 1er ed no 28,  Hauriou M., La souveraineté nationale, Paris 1912. Για τη σχέση της κυριαρχίας με την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση βλ. αντί άλλων την απόφαση 97-394 DC du 31 decembre 1997 του γαλλικού Conseil Constitutionnel και Troper M., En guise d’introduction la théorie constitutionnelle et le droit constitutionnel positif, Cahiers du Conseil Constitutionnel no. 9, Souveraineté de l’Etat et hiérarchie des normes dans la jurisprudence constitutionnelle, Ραμονέ Ι., Γεωπολιτική του Χάους, Πόλις, 1998, σ. 26 επ, Vedel G., Shengen et Maastricht (a propos de la decision no 91-294 DC du Conseil constitutionnel du 25 juillet 1991, RFD adm 8 (2) 1992, σ. 173 επ, De Burca G., Scott J. (ed) Constitutional Change in the EU, From Uniformity to Flexibility ? Hart Publishing, 2000 όπου μεταξύ άλλων και Walker N., Flexibility within a Metaconstitutional Frame: Reflections on the Future of Legal Authority in Europe, σ .9 επ., Snyder Fr., Soft Law and Institutional Practice in the European Community, in S. Martin (ed), The construction of Europe: Essays in Honor of Emile Noël, Kluwer, 1994, Teubner G., Global Bukowina: Legal Pluralism in the World Society, in G. Teubner (ed), Global Law Without a State, Aldershot, Dartmouth, 1997, σ. 3-30, Βενιζέλου Ε., Η σχέση της ελληνικής με την κοινοτική έννομη τάξη και το διεθνές δίκαιο  ως αντικείμενο της αναθεώρησης του Συντάγματος, ΤοΣ 2000, σ.493 επ.,όπου και αναλυτική βιβλιογραφία και παραπομπές, Δαγτόγλου Π., Περί κυριαρχίας, Αντ. Σάκκουλας 1986, Mαυριά Κ., Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Αντ. Σάκκουλας 2000, σ. 61 επ., Σκανδάμη Ν., Το κράτος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Ι., Αντ. Σάκκουλας, 1986, με αναλυτική βιβλιογραφία, Ηλιοπούλου – Στράγγα Τζ., Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, Αντ. Σάκκουλας, 1996, με αναλυτική βιβλιογραφία, Τσινισιζέλη Μ., Quo Vadis Europa? Σύγχρονες ακαδημαϊκές και επιστημονικές εκδόσεις, Αθήνα 2001, σ. 70 επ. με αναλυτική βιβλιογραφία.

[36] Αντί πολλών για το ζήτημα βλ. Mattera A., Η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά- Οι κανόνες και η λειτουργία της, Αντ. Σάκκουλας 1992, όπου και αναλυτική βιβλιογραφία. Βλ. ακόμη τα έγγραφα της Επιτροπής Commission des Communautésés Européennes, Lachèvement du marché intérieur. Livre blanc de la Commission a l’ intention de Conseil Européen, Bruxelles COM (870), 310 def. 14/6/1985, Commission des Communautés Européennes, Un grand marché dans frontières, Documentation Européenne, 3/1988, Bruxelles, Commission des Communautés Européennes, Réussir l’Acte Unique européenne. Une nouvelle frontière pour l’Europe. Communication de la Commission au Conseil, (COM (87)100).

[37] Σχετικά βλ. Bangenan M., Priorité a la suppression des frontières, Revue du Marché Commun, no 334/1990, Anderson M., Bort E. (επιμελ), The Frontiers of Europe, Pinter 1998, London,  Ιωακειμίδη Π., Η έκταση και τα σύνορα του ευρωπαϊκού χώρου: νέες πραγματικότητες και νέες προκλήσεις, σε Ανδρικοπούλου Ε., Καυκαλά Γ., Ο νέος ευρωπαϊκός χώρος, η διεύρυνση και η γεωγραφία της ευρωπαϊκής ανάπτυξης, Θεμέλιο, Βιβλιοθήκη Ευρωπαϊκών Θεμάτων, 2000, σ. 70.

[38]  Για την αυτονοηματοδότηση των εννοιών από την ιστορική εξέλιξη βλ. και Τσάτσου Δ., Επίμαχες έννοιες της Ευρωπαϊκής Ενωσιακής Τάξης, Μεθοδολογική συμβολή στην ερμηνεία των ευρωπαϊκών ενωσιακών θεσμών, Αντ. Σάκκουλας 1997.

[39] Για την ιστορική διάσταση της σημασίας τω δικτύων και της κίνησης προσώπων, πληθυσμών και εν γένει την αποδημία ως στοιχείο της ιστορικής εξέλιξης βλ. το έργο του Μ.Aymar και ιδίως τις Αποδημίες, σε Η Μεσόγειος, Άνθρωποι κα πολιτισμική κληρονομά, Braudel F., Duby G., Εκδόσεις Αλεξάνδεια, 1991, σ. 113 επ. Του ίδιου συγγραφέα και η ανάλυση της έννοιας του Χώρου σε σχέση με την Ιστορία, σε Χώροι, Η Μεσόγειος, Ο Χώρος και η Ιστορία, Braudel F., Duby G., Εκδ. Αλεξάνδρεια, 1990, σ. 175 επ.

[40] Αντίθετα από το έδαφος της κοινότητας που προσδιορίσθηκε από τις ιδρυτικές Συνθήκες με αφορμή την εφαρμογή των Συνθηκών και του κοινοτικού δικαίου ως άθροισμα των εδαφών των κρατών μελών, το ΔΕΚ έκρινε ότι η Κοινότητα θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συγκροτεί «ενιαίο τελωνειακό έδαφος» και όχι απλό άθροισμα των εδαφών των κρατών μελών που την απαρτίζουν στην απόφαση 16ης Μαρτίου 1983, C- 266/81, SIOT.

[41] Αντί πολλών για το ζήτημα βλ. Μαραβέγια Ν., Τσινισιζέλη Μ. (επ), Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, Θεωρία και Πολιτική, Θεμέλιο β έκδ, 1993, Τσινισιζέλη Μ., Quo vadis Europa?, Σύγχρονες Ακαδημαϊκές και Επιστημονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001, με αναλυτική βιβλιογραφία, Παπακωσταντίνου Α., Το «Πολίτευμα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αντ. Σάκκουλας, 1996, Παπαστάμκου Γ., Κοινοτικός Οικονομικός Χώρος, Ευρωπαϊκές Πολιτικές, 2η έκδ., Αντ. Σάκκουλας 2000, με αναλυτική βιβλιογραφία.

[42]  Χάντιγκτον Σ., Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης, Terzo books, Αθύνα 1998.

[43] βλ. άρθρο 129 Β της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έναν γενικό προβληματισμό για το θέμα βλ. και σε Παπαγιάννη Δ., Ο ευρωπαϊκός χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, Αντ. Σάκκουλας 2001, σ. 81 επ. με εκτενή βιβλιογραφία.

[44] βλ. Γώγου σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2003, σ. 330 επ. και εκεί αναφορές
[45] οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158 της 30.4.2004).
 Η οδηγία συγκεντρώνει σε ένα μόνο κείμενο το περίπλοκο νομοθετικό σύστημα που ισχύει στον τομέα του δικαιώματος εισόδου και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και το οποίο διέπεται από δύο κανονισμούς και εννέα οδηγίες . Η απλούστευση αυτή θα βοηθήσει όχι μόνο τους πολίτες, αλλά και τις εθνικές αρχές στην εφαρμογή των προαναφερθέντων δικαιωμάτων. Εξάλλου, η οδηγία αποσκοπεί στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απλούστευση των διατυπώσεων που είναι αναγκαίες για την άσκηση του δικαιώματος διαμονής των πολιτών της ΕΕ και των μελών της οικογενείας τους.
Η οδηγία αποσκοπεί στη ρύθμιση:
    • των όρων άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της ΕΕ  και των μελών της οικογενείας τους  ·
    • του δικαιώματος μόνιμης διαμονής·
    • των περιορισμών που μπορούν να τεθούν στα προαναφερθέντα δικαιώματα για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας.


[46] Ιδιαίτερης σημασίας είναι το σκεπτικό της οδηγίας αυτή
(1) Η ιθαγένεια της Ένωσης παρέχει σε κάθε πολίτη της Ένωσης το πρωτογενές και ατομικό δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, με την επιφύλαξη των περιορισμών και των όρων που ορίζονται στη συνθήκη και των μέτρων που θεσπίζονται για την εφαρμογή του εν λόγω δικαιώματος.
(2) Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς, η οποία περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελευθερία σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης.
(3) Ιθαγένεια της Ένωσης θα πρέπει να είναι το θεμελιώδες καθεστώς των υπηκόων των κρατών μελών όταν ασκούν το δικαίωμά τους της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να κωδικοποιηθούν και να επανεξετασθούν οι ισχύουσες κοινοτικές πράξεις που διέπουν χωριστά τους μισθωτούς, τους μη μισθωτούς, καθώς και τους φοιτητές και άλλα πρόσωπα άνευ επαγγέλματος, προκειμένου να απλοποιηθεί και να ενισχυθεί το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής όλων των πολιτών της Ένωσης.
(4) Στο πλαίσιο αυτό, για να διορθωθεί η τμηματική και αποσπασματική προσέγγιση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής και να διευκολυνθεί η άσκησή του απαιτείται ενιαία νομοθετική πράξη η οποία θα τροποποιήσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας(5), και θα καταργήσει τις ακόλουθες πράξεις: την οδηγία 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας(6), την οδηγία 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1973 , περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών(7), την οδηγία 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990 , σχετικά με το δικαίωμα διαμονής(8), την οδηγία 90/365/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990 , σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα(9) και την οδηγία 93/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993 , σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών(10).
(5) Το δικαίωμα όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, προκειμένου να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, θα πρέπει να παρέχεται και στα μέλη της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ο ορισμός του «μέλους της οικογένειας» θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τον καταχωρισμένο σύντροφο εάν η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, αναγνωρίζει τη σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης ως ισοδύναμη προς τον γάμο.
(6) Προκειμένου να διατηρηθεί η ενότητα της οικογένειας με ευρύτερη έννοια και με την επιφύλαξη της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, η κατάσταση των προσώπων τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό του μέλους της οικογένειας δυνάμει της παρούσας οδηγίας και τα οποία, ως εκ τούτου, δεν απολαύουν αυτόματου δικαιώματος εισόδου και διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, θα πρέπει να εξετάζεται από το κράτος μέλος υποδοχής βάσει της εθνικής του νομοθεσίας, ώστε να αποφασίζεται κατά πόσον μπορεί να επιτραπεί η είσοδος και η διαμονή στα εν λόγω πρόσωπα, λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση τους με τον πολίτη της Ένωσης ή οιεσδήποτε άλλες συνθήκες, όπως η οικονομική ή συγγενική εξάρτησή τους από τον πολίτη της Ένωσης.
(7) Θα πρέπει να προσδιορισθούν σαφώς οι διατυπώσεις που σχετίζονται με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης στην επικράτεια των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των ισχυουσών διατάξεων περί εθνικών συνοριακών ελέγχων.
(8) Προκειμένου να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των μελών της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, τα μέλη τα οποία έχουν ήδη λάβει δελτίο διαμονής θα πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης εισόδου κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001 , περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή(11) ή, ενδεχομένως, της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας.
(9) Οι πολίτες της Ένωσης θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να διαμένουν στο κράτος μέλος υποδοχής για χρονικό διάστημα το οποίο δεν θα υπερβαίνει τους τρεις μήνες χωρίς να υπόκεινται σε κανένα όρο ή διατύπωση πλην της απαίτησης κατοχής ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου, υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερης μεταχείρισης η οποία ισχύει για τα πρόσωπα που αναζητούν εργασία, όπως αναγνωρίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
(10) Οι απολαύοντες του δικαιώματος διαμονής δεν θα πρέπει, ωστόσο, να καθίστανται υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά την αρχική περίοδο διαμονής τους. Για τον σκοπό αυτό, το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, για χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα των τριών μηνών, θα πρέπει να υπόκειται σε όρους.
(11) Το θεμελιώδες και προσωποπαγές δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος απονέμεται απευθείας στους πολίτες της Ένωσης από τη συνθήκη και δεν εξαρτάται από την εκπλήρωση διοικητικών διαδικασιών.
(12) Όταν τα διαστήματα παραμονής υπερβαίνουν τους τρεις μήνες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν την εγγραφή των πολιτών της Ένωσης από τις αρμόδιες αρχές του τόπου διαμονής, πιστοποιούμενη με βεβαίωση εγγραφής, η οποία χορηγείται για τον σκοπό αυτό.
(13) Η απαίτηση δελτίου διαμονής θα πρέπει να περιορίζεται στα μέλη της οικογένειας πολιτών της Ένωσης που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, για διαστήματα παραμονής μεγαλύτερα από τρεις μήνες.
(14) Τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούν οι αρμόδιες αρχές για την έκδοση βεβαίωσης εγγραφής ή δελτίου διαμονής θα πρέπει να προσδιορίζονται εξαντλητικά, προκειμένου να αποφεύγονται αποκλίνουσες διοικητικές πρακτικές ή ερμηνείες ικανές να αποτελέσουν άνευ λόγου εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματος διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους.
(15) Θα πρέπει να παρέχεται νομική προστασία στα μέλη της οικογένειας σε περίπτωση θανάτου του πολίτη της Ένωσης, διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή λήξης της καταχωρισμένης σχέσης. Ως εκ τούτου, με βάση την αρχή του σεβασμού του οικογενειακού βίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, υπό ορισμένες δε συνθήκες προς αποφυγή καταχρήσεως, θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα τα οποία θα εξασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις αυτές, τα μέλη της οικογένειας τα οποία διαμένουν ήδη στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής διατηρούν το δικαίωμα διαμονής τους αποκλειστικά σε προσωπική βάση.
(16) Ενόσω οι δικαιούχοι του δικαιώματος διαμονής δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, δεν θα πρέπει να απελαύνονται. Ως εκ τούτου, η προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας δεν θα πρέπει να συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη μέτρου απέλασης. Το κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να εξετάζει εάν πρόκειται για περίπτωση προσωρινών δυσκολιών και να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια της παραμονής, την προσωπική κατάσταση και το ποσό της ενίσχυσης που χορηγήθηκε, προκειμένου να εκτιμά εάν ο δικαιούχος αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιάς του και να προβαίνει στην απέλασή του. Δεν θα πρέπει να λαμβάνεται μέτρο απέλασης επ' ουδενί κατά μισθωτών, μη μισθωτών ή προσώπων που αναζητούν εργασία, όπως ορίζονται από το Δικαστήριο, παρά μόνο για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.
(17) Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής για τους πολίτες της Ένωσης που έχουν επιλέξει να εγκατασταθούν μακροχρόνια στο κράτος μέλος υποδοχής ενισχύει τη συνείδηση της ιθαγένειας της Ένωσης και συμβάλλει καθοριστικά στην προαγωγή της κοινωνικής συνοχής, που αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις στόχους της Ένωσης. Για το λόγο αυτόν, ενδείκνυται να καθιερωθεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής για όλους τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους, που έχουν διαμείνει στο κράτος μέλος υποδοχής, τηρουμένων των όρων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, επί ένα συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών και δεν έχει ληφθεί κατά αυτών μέτρο απέλασης.
(18) Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής, άπαξ αποκτηθεί, δεν θα πρέπει να υπόκειται σε όρους, προκειμένου να αποτελεί ένα πραγματικό μέσο ενσωμάτωσης στην κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο διαμένει ο πολίτης της Ένωσης.
(19) Θα πρέπει, ωστόσο, να διατηρηθούν ορισμένα πλεονεκτήματα τα οποία αφορούν ειδικά τους πολίτες της Ένωσης που είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί και τα μέλη των οικογενειών τους, δεδομένου ότι αποτελούν κεκτημένα δικαιώματα, παραχωρηθέντα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970 , περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας(12) και με την οδηγία 75/34/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1974 , περί του δικαιώματος των υπηκόων ενός κράτους μέλους να παραμένουν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους μετά την άσκηση σε αυτό μη μισθωτής δραστηριότητας(13) που είναι δυνατό να επιτρέπουν στα πρόσωπα αυτά να αποκτούν δικαίωμα μόνιμης διαμονής πριν να διαμείνουν πέντε έτη στο κράτος μέλος υποδοχής.
(20) Σύμφωνα με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, όλοι οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους που διαμένουν σε κράτος μέλος βάσει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, στο εν λόγω κράτος μέλος, σε σύγκριση με τους ημεδαπούς στους τομείς που καλύπτονται από τη συνθήκη, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που προβλέπονται ρητά στη συνθήκη και στο παράγωγο δίκαιο.
(21) Πάντως, θα πρέπει να εναπόκειται στο κράτος μέλος υποδοχής να αποφασίζει εάν θα παρέχει σε πρόσωπα που δεν ασκούν μισθωτή δραστηριότητα ή ελεύθερο επάγγελμα ή διατηρούν την ιδιότητα αυτή και στα μέλη της οικογένειάς τους κοινωνική παροχή κατά τους πρώτους τρεις μήνες διαμονής, ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στις περιπτώσεις των προσώπων που αναζητούν εργασία, ή σπουδαστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής.
(22) Η συνθήκη επιτρέπει την επιβολή περιορισμών στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Προκειμένου να εξασφαλισθεί καλύτερος προσδιορισμός των περιστάσεων και των διαδικαστικών εγγυήσεων λόγω των οποίων στους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους είναι δυνατό να μην επιτραπεί η είσοδος ή είναι δυνατό να απελαθούν, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αντικαταστήσει την οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964 , σχετικά με τον συντονισμό των ειδικών μέτρων για τους αλλοδαπούς, σε θέματα μετακίνησης και διαμονής, τα οποία υπαγορεύονται από λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας(14).
(23) Η απέλαση των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας αποτελεί μέτρο το οποίο ενδέχεται να βλάψει σοβαρά πρόσωπα τα οποία, κάνοντας χρήση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που τους απονέμει η συνθήκη, έχουν ενταχθεί ουσιαστικά στο κράτος μέλος υποδοχής. Για το λόγο αυτόν, θα πρέπει να περιορισθεί το πεδίο εφαρμογής των σχετικών μέτρων, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη ο βαθμός ένταξης των ενδιαφερομένων, η διάρκεια της παραμονής τους στο κράτος μέλος υποδοχής, η ηλικία και η κατάσταση της υγείας τους, η οικογενειακή και η οικονομική τους κατάσταση, καθώς και οι δεσμοί τους με τη χώρα καταγωγής του.
(24) Κατά συνέπεια, όσο μεγαλύτερη είναι η ένταξη των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους στο κράτος μέλος υποδοχής, τόσο μεγαλύτερη προστασία θα πρέπει να παρέχεται έναντι απέλασης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημόσιας ασφάλειας, θα πρέπει να λαμβάνεται μέτρο απέλασης κατά πολιτών της Ένωσης οι οποίοι διαμένουν επί μακρόν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής, ιδίως όταν έχουν γεννηθεί και διαμείνει εκεί όλη τους τη ζωή. Επιπλέον, οι εν λόγω εξαιρετικές περιστάσεις θα πρέπει επίσης να ισχύουν και για τα μέτρα απέλασης που λαμβάνονται κατά ανηλίκων, προκειμένου να προστατεύονται οι δεσμοί με την οικογένειά τους, σύμφωνα με τη σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού των Ηνωμένων Εθνών της 20ής Νοεμβρίου 1989 .
(25) Είναι επίσης σκόπιμο να διευκρινίζονται λεπτομερώς οι διαδικαστικές εγγυήσεις, ούτως ώστε να διασφαλίζεται, αφενός, υψηλό επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους σε περίπτωση άρνησης εισόδου ή διαμονής σε άλλο κράτος μέλος και, αφετέρου, η τήρηση της αρχής της δέουσας αιτιολόγησης των πράξεων της διοίκησης.
(26) Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να παρέχεται στους πολίτες της Ένωσης και στα μέλη των οικογενειών τους, η δυνατότητα προσφυγής στη Δικαιοσύνη κατά της άρνησης εισόδου ή διαμονής σε άλλο κράτος μέλος.
(27) Κατά προέκταση της νομολογίας του Δικαστηρίου η οποία εμποδίζει τα κράτη μέλη να εκδίδουν διαταγές οι οποίες απαγορεύουν στα πρόσωπα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία τη δια βίου πρόσβαση στην επικράτειά τους, θα πρέπει να επιβεβαιωθεί το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος στην επικράτεια κράτους μέλους να υποβάλλουν νέα αίτηση εντός εύλογης προθεσμίας, και σε κάθε περίπτωση κατόπιν τριετίας από την επιβολή της εφαρμογής της οριστικής απόφασης απέλασης.
(28) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να προφυλαχθούν από κατάχρηση δικαιώματος ή δόλο, κυρίως εικονικούς γάμους ή άλλης μορφής σχέσεις οι οποίες συνάπτονται για τον μόνο λόγο της απόκτησης του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής.
(29) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάσει τυχόν ευνοϊκότερες εθνικές διατάξεις.
(30) Προκειμένου να εξετασθεί πώς μπορεί να διευκολυνθεί περαιτέρω η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, η Επιτροπή θα πρέπει να προετοιμάσει έκθεση για να εκτιμηθεί η δυνατότητα υποβολής των τυχόν αναγκαίων προτάσεων για τον σκοπό αυτό, κυρίως όσον αφορά την παράταση της περιόδου παραμονής άνευ όρων.
(31) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την απαγόρευση διακρίσεων που περιέχει ο Χάρτης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία χωρίς να προβαίνουν σε διακρίσεις κατά των δικαιούχων της παρούσας οδηγίας λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών ή άλλου είδους φρονημάτων, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, ύπαρξης αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού,
[47] Βλ. αντί πολλών και Στεφάνου Κ., Το νέο ευρωπαϊκό καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών, ΔτΑ, 26, 2005 σ. 363-381 και  εκεί αναλυτική βιβλιογραφία.

[48] Νικολακοπούλου-Στεφάνου Η., Common rules or Member States Law for Social Security in the Event of Temporary Career Breaks Due to Parental or Family Obligations, Revue Hellenique de Droit International, 1997, 573-578 όπου και καλές πρακτικές άλλων κρατών μελών της Ε.Ε.
[49] Νικολακοπούλου Στεφάνου Η., Μετανάστευση και άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ΔτΕ 26/2005, σ. 383-406 και εκεί αναλυτική βιβλιογραφία.

[50] Βλ. αντί πολλών και Στεφάνου Κ., Το νέο ευρωπαϊκό καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών, ΔτΑ, 26, 2005 σ. 363-381 και  εκεί αναλυτική βιβλιογραφία.

[51] Βλ. αντί πολλών και Στεφάνου Κ., Το νέο ευρωπαϊκό καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών, ΔτΑ, 26, 2005 σ. 363-381 και  εκεί αναλυτική βιβλιογραφία.
[52] βλ. Γώγου σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2003, σ. 330 επ. και εκεί αναφορές
[53] βλ. Γώγου σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2003, σ. 331 επ. και εκεί αναφορές
[54] Αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-148/02, García Avello (Συλλογή 2003, σ. I-11613, σκέψεις 22 και 23), Grzelczyk, σκέψη 3, DHoop, σκέψη 28, Collins, σκέψη 61, και Bidar, σκέψη 31 βλ. ακόμη μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑184/99, Grzelczyk, Συλλογή 2001, σ. I‑6193, σκέψη 31· της 11ης Ιουλίου 2002, C‑ 224/98, DHoop, Συλλογή 2002, σ. I‑6191, σκέψη 28, και της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑148/02, Garcia Avello, Συλλογή 2003, σ. Ι‑11613, σκέψεις 22 και 23 . Βλ. Και την απόφαση του δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 2002 στην υπόθεση C-413/99, Baumbast ,R και Secretary of State for the Home Department,
[55] βλ. μεταξύ άλλων, προαναφερθείσες αποφάσεις Grzelczyk, σκέψη 33· DHoop, σκέψη 29, και Garcia Avello, σκέψη 24.
[56] Βλ. ΔΕΚ Απόφαση  ης Σεπτεμβρίου 2002 C-413/99 Baumbast και R.

[57] (βλ. την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-308/89, Di Leo, Συλλογή 1990, σ. Ι-4185, σκέψη 13).
[58]  βλ., στο ίδιο πνεύμα, την απόφαση της 18ης Μα.ου 1989, 249/86, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1989, σ. 1263, σκέψη 11.

[59] Βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΕΚ, πολίτης της Ενώσεως είναι κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους. Το καθεστώς του πολίτη της Ενώσεως καθιερώθηκε για να αποτελέσει το βασικό καθεστώς των υπηκόων των κρατών μελών (βλ., στο ίδιο πνεύμα, την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-184/99, Grzelczyk, Συλλογή 2001, σ. Ι-6193, σκέψη 31).
[60] Βλ. άρθ. 6 ΕΕ και Σγουρίδου, σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα 2003, σ. 55.

[61] Βλ. και αφιέρωμα σε ΔτΕ 28, 2005 ιδίως Αλιβιζάτου Ν., Χρειάζεται η πολυπολιτισμικότητα μια νέα θεωρία των δικαιωμάτων του ανθρώπου? Σ. 1201-1210.

[62] βλ. Πρεβεδούρου σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών, Αντ. Ν. Σάκκουλα. 2003, σ. 24 επ. και εκεί αναφορές ιδίως σ. 25 στη σχέση με την Ιθαγένεια της Ενώσεως
[63] δημοσιεύθηκε την περασμένη Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου, στο "Science Magazine".
[65] Η Θεματική Εκδήλωση της Βουλής των Αντιπροσώπων για το Μέλλον της Ευρώπης, 05/04/2002, http://www.parliament.cy/parliamentgr/101_03_03_03.htm
[66]  Στο πλαίσιο αυτό και το σχέδιο Ευρωπαϊκού Συντάγματος CONV 528/03. Βλ. ακόμη  Παπαδημητρίου Γ., η συνταγματοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Παπαζήσης, 2002, Τσάτσου Δ., Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, Καστανιώτης 2001, Παπαδημητρίου Γ., Καριψιάδη Γ., Παπανικολάου Κ., η συνέλευση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Παπαζήσης 2002, με αναλυτική βιβλιογραφία.

[67] Κ. Γώγος Προς τη νομική χειραφέτηση της ιδιότητας του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Με αφορμή την απόφαση ΔΕΚ της 17.9.2002, C-413/99, Baumbast και R/Secretary of State for the Home Department ΕΕΕυρ, 2003, σ. 115.

[68] Λε Γκοφ, Η Ευρώπη γεννήθηκε το Μεσαίωνα, Πόλις 2006 σ. 124-125
[69] Αντί πολλών βλ. Κρεμλή Γ., σε Κρεμλή/Φραγκάκη/ Χριστογιαννόπουλο, Ερμηνεία κατ’άρθρο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, Ι, Αντ. Σάκκουλας,  2003, σ. 31 επ.

[70] Βλ. σχετικά αντί πολλών Παπαδημητρίου Γ., Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, Σταθμός στη θεσμική ωρίμανση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Παπαζήσης, 2001, σ. 62 και την ρητή αναφορά στο άρθ. 6 της Συνθ ΕΕ στην ερμηνευτική επεξήγηση του άρθρου 22 του Χάρτη σε συνδυασμό με το άρθρο 151 Συνθ ΕΟΚ για το οποίο γίνεται λόγος πιο κάτω. Βλ. σχετικά και ΔΕΚ C- 42/97, της 23/2/1999, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου της ΕΕ, για το ζήτημα της γλωσσικής πολυμορφίας.

[71]  Βλ. ειδικά Bernitz U., Bernitz H. L., Human rights and European Identity: the debate about European Citizenshil, σε Alston Ph.(ed), The EU and Human Rights, Oxford University Press, 1999, σ. 505, όπου και αναλυτική βιβλιογραφία.

[72] C-11/06,  Rhiannon Morgan της 23ης Οκτωβρίου 2007:
«22. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, ως Γερμανίδες υπήκοοι, οι R. Morgan και Ι. Bucher απολαύουν του καθεστώτος των πολιτών της Ενώσεως, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΕΚ, και μπορούν, επομένως, να επικαλούνται τα απορρέοντα από το καθεστώς αυτό δικαιώματα ακόμη και έναντι του κράτους μέλους προελεύσεώς τους (βλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑192/05, Tas‑Hagen και Tas, Συλλογή 2006, σ. I‑10451, σκέψη 19).
23      Στις καταστάσεις που διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, αυτές που άπτονται της ασκήσεως των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη ΕΚ, και ιδίως των σχετικών με την ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 18 ΕΚ (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C-76/05, Schwarz και Gootjes-Schwarz, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 87, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στις υποθέσεις των κυρίων δικών τα επίδικα επιδόματα αφορούν ακριβώς τις σπουδές σε άλλο κράτος μέλος.»
[73] Βλ. Κρεμλή σε Κρεμλή /Φραγκάκη/Χριστογιαννόπουλου, Ερμηνεία κατ΄άρθρο της Συνθήκης για την ΕΕ Ι, Αντ. Ν. Σάκκουλα,  σ 38 επ.
[74] Πρόκειται για την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2002 στην υπόθεση Max.mobil Τelekommunikation Service GmbH v. Commission.
[75] Με τον κανονισμό 36/64 καταρχήν και τον κανονισμό 1612/68 στη συνέχεια. Το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου θεωρείται  τόσο σημαντικό που η Έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων για τα θεμελιώδη δικαιώματα  προτείνει την ένταξή του μεταξύ των νέων δικαιωμάτων, πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στην ΕΣΔΑ, σε ένα Ευρωπαϊκό Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Βλ. Affirmation des droits fondamentaux dans l’Union europeenne-Il est temps d’agir, Commission Europpeenne, 1999, σ. 25 (droit au regroupement familiale). H «κοινοτικοποίηση» της μεταναστευτικής πολιτικής από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ οδήγησε, ως γνωστόν, σε σχετική αναθεώριση του γαλλικού Συντάγματος.

[76] Letters Internationales, Φθινόπωρο 1988

[77]  Στο πλαίσιο αυτό και το σχέδιο Ευρωπαϊκού Συντάγματος CONV 528/03. Βλ. ακόμη  Παπαδημητρίου Γ., η συνταγματοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Παπαζήσης, 2002, Τσάτσου Δ., Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, Καστανιώτης 2001, Παπαδημητρίου Γ., Καριψιάδη Γ., Παπανικολάου Κ., η συνέλευση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Παπαζήσης 2002, με αναλυτική βιβλιογραφία.

[78] Πωλ Βαλερύ, Για την Ευρώπη Για τον Πολιτισμό Αναλόγιο κβ'«ΕΥΘΥΝΗ», σελ.129, 14,11
[79] Ο Κώστας Σημήτης http://www.costas-simitis.gr/content/56
Σε ομιλία στα εγκαίνια του Διεθνούς Συνεδριακού Κέντρου του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών με θεμα «Το Μέλλον της Ευρώπης», Αθήνα, 1 Δεκεμβρίου 2003 ανέφερε ειδικά για το θέμα τα ακόλουθα:
Ο πρώτος δρόμος που οδηγεί στη διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής ταυτότητας περνά μέσα από την αποτελεσματικές απαντήσεις στα προβλήματα των πολιτών.

Οι πολίτες της Ευρώπης αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της απασχόλησης και της ανεργίας. Το ποσοστό απασχόλησης, τρία χρόνια μετά τη Λισσαβόνα, εξακολουθεί να είναι χαμηλό ιδίως ως προς ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων. Η διαρθρωτική ανεργία επιμένει, Οι περιφερειακές ανισότητες είναι έντονες. Η έλλειψη δεξιοτήτων τείνει να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα.
Οι πολίτες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της μετανάστευσης και της ξενοφοβίας. Παρά την πολιτική ομαλότητα που τείνει να επικρατήσει στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η κινητικότητα ανθρώπων συνεχίζεται και μαζί της διεγείρονται ξανά τα αντανακλαστικά της δυσπιστίας προς τον άλλο.
Οι πολίτες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της επιδείνωσης του φυσικού περιβάλλοντος. Η αλόγιστη επιδίωξη του κέρδους και ο εύκολος καταναλωτισμός οδηγούν σε όλο και καταστροφικότερες επεμβάσεις στο περιβάλλον. Η πρόοδος της επιστήμης και κυρίως της βιοτεχνολογίας καθιστά δυνατές χρήσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη φυσική ισορροπία.
Η Ε.Ε. μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση αυτών των άμεσων και πιεστικών προβλημάτων των πολιτών. Μπορεί να επιτύχει εκεί που είναι καταδικασμένες να αποτυγχάνουν εθνικές πολιτικές. Στην κατεύθυνση αυτή καλείται να επεκτείνει τις αρμοδιότητές της. Να αναλάβει νέες, πιο συστηματικές και ριζικές, πρωτοβουλίες. Στο πεδίο της οικονομίας καλείται, δίχως να εγκαταλείψει το Σύμφωνο Σταθερότητας, να επιταχύνει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θα εξασφαλίσουν την οικονομική ανάπτυξη. Να εξασφαλίσει μία συντονισμένη οικονομική πολιτική. Να δημιουργήσει το ευνοϊκό περιβάλλον για την ίδρυση και ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρήσεων, για την προαγωγή της επιχειρηματικότητας, για την προώθηση επενδύσεων, για την ανάπτυξη της έρευνας. Να δώσει ώθηση στα διευρωπαϊκά δίκτυα για να διευκολύνεται η σύνδεση των αγορών, οι εξαγωγές και η ανάπτυξη. Να εκπονήσει ένα ακόμη Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, το Δ', που να κινείται στην κατεύθυνση αυτή.

Σύμφωνα με τον Κώστα Σημίτη ο δεύτερος δρόμος που οδηγεί στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής ταυτότητας περνά αναγκαστικά μέσα από την ενίσχυση της κοινωνικής φυσιογνωμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην κατεύθυνση αυτή η Λισσαβόνα έδειξε τον δρόμο. Η Ευρώπη καλείται να εμπεδώσει και να ανανεώσει το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Να εργαστεί ακόμα πιο συστηματικά για την πλήρη απασχόληση, την κοινωνική προστασία, την κοινωνική ένταξη την ισότητα ανδρών και γυναικών, την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του παιδιού. Να εργαστεί με περισσότερη τόλμη για την οικονομική και κοινωνική συνοχή, την αλληλεγγύη μεταξύ των Κρατών Μελών αλλά και την αποτελεσματική προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Για να επιτύχει αυτούς τους στόχους η Ένωση καλείται να αναπτύξει ενεργητικές πολιτικές για την απασχόληση και την ενίσχυση της απασχολησιμότητας, για την ενσωμάτωση των μεταναστών στις κοινωνίες μας, για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και των διακρίσεων. Καλείται να ενισχύσει την προσπάθεια για τη δημιουργία νέων, ενεργών και δυναμικών υπηρεσιών πρόνοιας. Καλείται να επενδύσει πόρους στον άνθρωπο, να εφαρμόσει νέες πολιτικές εκπαίδευσης και κατάρτισης για τη ζωή και την εργασία στην κοινωνία της γνώσης.

Ο τρίτος δρόμος για τη διαμόρφωση της κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας είναι η ενίσχυση της δημοκρατικής φυσιογνωμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χρειαζόμαστε και θέλουμε μια πιο συμμετοχική Ένωση. Μια πιο προσιτή στους πολίτες της Ένωση. Μια Ένωση που στηρίζει τη νομιμότητά της απ΄ ευθείας στον πολίτη και τους σχηματισμούς που εκφράζουν το δημοκρατικό φρόνημά του. Μια Ένωση με ενισχυμένους αντιπροσωπευτικούς αλλά και θεσμούς διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους και τους πολίτες. Μια Ένωση με εκτελεστικά όργανα υπόλογα στους πολίτες της. Μια Ένωση με παγιωμένες τις αρχές της διαφάνειας, ώστε να λειτουργεί με πιο κατανοητό τρόπο, να είναι πιο ορατή στον απλό πολίτη. Χρειαζόμαστε και θέλουμε μια Ένωση που προχωρεί αποφασιστικά στην οδό της πολιτικής και θεσμικής εμβάθυνσης. Χρειαζόμαστε και θέλουμε μια Ευρώπη που να προσεγγίζει σταθερά το ομοσπονδιακό πρότυπο.

Ο τέταρτος δρόμος που οδηγεί στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής ταυτότητας είναι η αποτελεσματικότερη εφαρμογή των πολιτικών της Ένωσης. Χρειάζεται να απλοποιήσει τις διαδικασίες, να περιορίσει τη γραφειοκρατία και τις δυσκαμψίες, να οριοθετήσει ακριβέστερα τις αρμοδιότητες. Κυρίως όμως χρειάζεται να ενισχύσει τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων: προς τούτο πρέπει να αποφύγει την τυφλή και μηχανιστική εξομοίωση όλων, να δώσει την ευκαιρία στα μέλη της για πρωτοβουλίες που προωθούν τις πολιτικές της.

Ο πέμπτος δρόμος για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας περνά μέσα από την ύπαρξη ενός ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο πολιτισμός, σε όλες τις ανοικτές κοινωνίες, δεν δημιουργείται άνωθεν. Ο πολιτισμός παράγεται και παγιώνεται μέσα από τη ζωή των θεσμών, μέσα από την ομαλή λειτουργία τους. Μέσα από την παιδεία. Μέσα από τις ανταλλαγές φοιτητών. Μέσα από κοινά προγράμματα και ενιαία πτυχία. Μέσα από διαδικασίες που αναδεικνύουν αυτά που μας ενώνουν χωρίς όμως να αποσιωπούν αυτά που μας χωρίζουν. Χωρίς ισοπέδωση και ομοιομορφία. Σε πλαίσιο σεβασμού της αυτονομίας και της αυτενέργειας των πολιτών η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα και να διασφαλίσει την κριτική ικανότητα των πολιτών κάθε κοινωνίας.

Ο έκτος δρόμος που οδηγεί στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής ταυτότητας είναι η ενίσχυση της Ευρώπης στο διεθνές σύστημα. Η Ένωση καλείται να διευρύνει το πεδίο και τους στόχους της κοινής εξωτερικής πολιτικής. Καλείται να εφαρμόσει κοινή πολιτική άμυνας και να δημιουργήσει τους μηχανισμούς εκείνους που θα οδηγήσουν στην κοινή άμυνα. Γιατί οι χώρες της Ευρώπης είναι εκείνες που σήμερα, στη νέα διεθνή συγκυρία, μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο ενός νέου συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης, που να αντανακλά τις δημοκρατικές αξίες. Για τη διαμόρφωση ισορροπιών στο διεθνές σύστημα. Για τη ρύθμιση της τυφλής και άναρχης παγκοσμιοποίησης. Για την εμβάθυνση του διεθνούς δικαίου και την εύρυθμη λειτουργία διεθνών δικαιοδοτικών θεσμών. Για την θεσμοθέτηση οικουμενικών κανόνων διανομής, που να διαρρηγνύουν τον φαύλο κύκλο της ένδειας, της υπανάπτυξης και του αυταρχισμού. Για τη διαμόρφωση και η εμπέδωση της παγκόσμιας ασφάλειας μέσω της οικονομικής και πολιτιστικής συνεργασίας.

[80] Το βρετανικό περιοδικό "Economist" κάνει λόγο για τις υιοθετημένες από την κυβέρνηση πολιτικές στους τομείς της κουλτούρας και της θρησκείας που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τόσο στο ξέσπασμα, όσο και στην επιδείνωση της κρίσης. Το γαλλικό μοντέλο κοινωνικής ενσωμάτωσης διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από το πολυπολιτισμικό, που χρησιμοποιούν οι περισσότερες χώρες, με πρώτη και καλύτερη τη Βρετανία. Μπορεί στη Γαλλία, ο οποιοσδήποτε να είναι ελεύθερος να επιλέξει όποιον τρόπο ζωής επιθυμεί σε προσωπικό επίπεδο, το κράτος όμως δε θα τον «σπρώξει» να το κάνει. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η παντελής έλλειψη των κατάλληλων προγραμμάτων ενσωμάτωσης των εθνικών μειονοτήτων των γκέτων στο σύνολο της υγιούς και ευημερούσας κοινωνίας.
Σε κεντρικό άρθρο της βρετανικής εφημερίδας "Guardian", σημειώνεται ότι το γαλλικό μοντέλο της ενσωμάτωσης των μεταναστών έδωσε στο ρατσισμό το «ελεύθερο». Οι ταραχές είχαν και έχουν μία φυλετική διάσταση και ότι το βασικό πρόβλημα της Γαλλίας είναι ότι δεν μπορεί να αποδεχτεί αυτό το δεδομένο. Το πρόβλημα της φυλετικής συνοχής μπορεί να μην έχει επιλυθεί ούτε στη Βρετανία, η πολυπολιτισμικότητα, όμως, εξακολουθεί να παραμένει το καλύτερο υπαρκτό μοντέλο και ίσως, μετά τα γεγονότα στη Γαλλία, και το μοναδικό που απέμεινε.
Aλλά και στον ελληνικό τύπο, υπήρξαν ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις και αναγνώσεις του φαινομένου όπως το πρόσφατο άρθρο του Αντώνη Λιάκου, καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Οι δύο όψεις της εξέγερσης στη Γαλλία» στο Βήμα. Αναρωτιέται ο Λιάκος τι συμβαίνει στην καινούργια εποχή των μεταναστεύσεων και της παγκοσμιοποίησης, όπου δεν είναι πλέον αυτονόητο τι σημαίνει Ευρωπαίος, τι ευρωπαϊκή ταυτότητα, ποιος μπορεί να έχει τα δικαιώματα του ευρωπαίου πολίτη και ποιος όχι.

[81] CATHERINE WIHTOL DE WENDEN Ευρώπη και Μετανάστευση, Αναζητώντας την εθνική ταυτότητα, Το ΒΗΜΑ, 13/05/2001


[82] Βλ. αντί πολλών Νικολακοπούλου Στεφάνου Η., Μετανάστευση και Ασυλο στην ΕΕ, ΔΤΑ 26/2005 ανωτέρω όπου και βιβλιογραφία,  Νικολακοπούλου-Στεφάνου, Η. (2007) Ευρωπαϊκές Πολιτικές Μετανάστευσης και Ασύλου» στο Μαραβέγιας, Ν. – Τσινιστζέλης, Μ. (επιμ.) Νέα Ευρωπαϊκή Ενωση. Οργάνωση και Πολιτικές, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα

[83] . Χριστογιαννόπουλο σε Κρεμλή /Φραγκάκη/Χριστογιαννόπουλου, Ερμηνεία κατ΄άρθρο της Συνθήκης για την ΕΕ ΙΙ, Αντ. Ν. Σάκκουλα,  σ 388 επ.
[84] Το άρθρο 63, περίπτωση 3, αποτελεί ιδίως τη νομική βάση του κανονισμού 1091/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαϊου 2001, σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία με θεώρηση για διαμονή μακράς διαρκείας (ΕΕ L 150, σ. 4), και της οδηγίας 2001/40/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαϊου 2001, σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση αποφάσεων απομάκρυνσης ειδικών τρίτων χωρών (ΕΕ L 149, σ. 34).
[85] Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση Moestaquim κατά Βελγίου, της 18ης Φεβρουαρίου 1991, serie A, αριθ. 193, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση Nasri κατά Γαλλίας, της 13ης Ιουλίου 1995, serie A, αριθ. 320-B, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση Boughanemi κατά Γαλλίας, της 24ης Απριλίου 1996, Rapports 1996-III, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση C. κατά Βελγίου, της 7ης Αυγούστου 1996, Rapports 1996-III, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση Bouchelkia κατά Γαλλίας, της 29ης Ιανουαρίου 1997, Rapports 1997-I.
[86] Οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων

[87] Βλ και ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ της 17ης Νοεμβρίου 2005- Υπόθεση C-476/04
Με την προσφυγή της η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων (ΕΕ L 212, σ. 12), ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.

Το άρθρο 32 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ώστε να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002» και ότι «ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά».
[88] Βλ. ειδικά την αιτιολογία της οδηγίας αυτής.
(1) Η κοινή πολιτική ασύλου, που περιλαμβάνει το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα για το άσυλο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, ανοικτού σε εκείνους οι οποίοι, αναγκασμένοι από τις περιστάσεις, αναζητούν νομίμως προστασία στην Κοινότητα.
(2) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά την έκτακτη σύνοδο στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999 , συμφώνησε να καταβληθεί προσπάθεια για τη θέσπιση κοινού ευρωπαϊκού συστήματος για το άσυλο, με βάση την πλήρη και συνολική εφαρμογή της σύμβασης της Γενεύης, της 28ης Ιουλίου 1951 , σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων (εφεξής «σύμβαση της Γενεύης» ), όπως συμπληρώθηκε με το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967 (εφεξής «πρωτόκολλο» ), επιβεβαιώνοντας έτσι την αρχή της μη επαναπροώθησης και διασφαλίζοντας ότι κανείς δεν αποστέλλεται πίσω σε μέρος όπου θα υφίστατο διώξεις.
(3) Η σύμβαση της Γενεύης και το σχετικό πρωτόκολλο αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς νομικού καθεστώτος για την προστασία των προσφύγων.
(4) Στα συμπεράσματα του Τάμπερε αναφέρεται ότι το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα για το άσυλο θα πρέπει βραχυπρόθεσμα να περιλαμβάνει την προσέγγιση των κανόνων που διέπουν την αναγνώριση και το περιεχόμενο του καθεστώτος πρόσφυγα.
(5) Στα συμπεράσματα του Τάμπερε επισημαίνεται περαιτέρω ότι οι κανόνες σχετικά με το καθεστώς πρόσφυγα είναι σκόπιμο να συμπληρώνονται από μέτρα σχετικά με επικουρικές μορφές προστασίας που να χορηγούν το κατάλληλο καθεστώς σε κάθε πρόσωπο που έχει ανάγκη προστασίας.
(6) Κύριος στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η διασφάλιση, αφενός, ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν κοινά κριτήρια για τον προσδιορισμό των προσώπων που χρήζουν όντως διεθνούς προστασίας και, αφετέρου, ότι τα εν λόγω πρόσωπα έχουν πρόσβαση σε ελάχιστο επίπεδο παροχών σε όλα τα κράτη μέλη.
(7) Η προσέγγιση των διατάξεων των σχετικών με τη χορήγηση και το περιεχόμενο του καθεστώτος πρόσφυγα και του καθεστώτος επικουρικής προστασίας εκτιμάται ότι θα συμβάλει στον περιορισμό των δευτερογενών μετακινήσεων των αιτούντων άσυλο μεταξύ κρατών μελών, όταν οι εν λόγω μετακινήσεις οφείλονται αποκλειστικά στις διαφορές μεταξύ των κατά τόπους νομικών πλαισίων.
(8) Οι ελάχιστες απαιτήσεις, εκ της φύσεώς τους, ενέχουν τη δυνατότητα για τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές διατάξεις για τους υπηκόους τρίτων χωρών ή τους απάτριδες που αιτούνται διεθνή προστασία από κράτος μέλος, οσάκις το εν λόγω αίτημα νοείται ως στηριζόμενο στο γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε είναι πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου 1Α της σύμβασης της Γενεύης είτε χρήζει διεθνούς προστασίας γι' άλλους λόγους.
(9) Οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή οι ανιθαγενείς η παραμονή των οποίων στο έδαφος των κρατών μελών επιτρέπεται όχι για λόγους οφειλομένους στην ανάγκη διεθνούς προστασίας, αλλά βάσει διακριτικής ευχέρειας για ανθρωπιστικούς λόγους ή λόγους συμπόνοιας, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.
(10) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και συνάδει με τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, στον «Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης» . Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία σκοπεί να διασφαλίσει τον πλήρη σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του δικαιώματος ασύλου των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογενείας τους που τους συνοδεύουν.
(11) Όσον αφορά τη μεταχείριση των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη δεσμεύονται από υποχρεώσεις που υπέχουν από πράξεις διεθνούς δικαίου στις οποίες είναι μέρη και οι οποίες απαγορεύουν τις διακρίσεις.
(12) Το «βέλτιστο συμφέρον του παιδιού» θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.
(13) Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το πρωτόκολλο σχετικά με το δικαίωμα ασύλου των υπηκόων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
(14) Η αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα είναι πράξη με αναγνωριστικό χαρακτήρα.
(15) Οι διαβουλεύσεις με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες μπορεί να παρέχουν πολύτιμες οδηγίες προς τα κράτη μέλη για τη χορήγηση ή μη του καθεστώτος πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 1 της σύμβασης της Γενεύης.
(16) Είναι σκόπιμη η θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για τον ορισμό και το περιεχόμενο του καθεστώτος πρόσφυγα, ούτως ώστε οι αρμόδιοι εθνικοί φορείς των κρατών μελών να καθοδηγούνται κατά την εφαρμογή της σύμβασης της Γενεύης.
(17) Είναι αναγκαίο να θεσπισθούν κοινά κριτήρια για την αναγνώριση των αιτούντων άσυλο ως προσφύγων κατά την έννοια του άρθρου 1 της σύμβασης της Γενεύης.
(18) Ειδικότερα, είναι αναγκαίο να καθιερωθεί κοινή αντίληψη των εννοιών της επί τόπου ανακύπτουσας ανάγκης παροχής προστασίας, των πηγών βλάβης ή προστασίας, της εγχώριας προστασίας και της δίωξης, περιλαμβανομένων των λόγων δίωξης.
(19) Προστασία μπορεί να παρέχεται όχι μόνον από το κράτος, αλλά και από ομάδες ή οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας και ελέγχουν περιοχή ή ευρύτερο χώρο εντός του εδάφους του κράτους.
(20) Οσάκις αξιολογούνται αιτήματα ανηλίκων για παροχή διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις μορφές δίωξης που αφορούν ειδικά τα παιδιά.
(21) Είναι εξίσου αναγκαίο να καθιερωθεί κοινή εννοιολογική αντίληψη του λόγου δίωξης που στηρίζεται στην «ιδιότητα μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας» .
(22) Πράξεις αντιβαίνουσες προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων εθνών εκτίθενται στο προοίμιο και στα άρθρα 1 και 2 του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων εθνών και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις των Ηνωμένων εθνών σχετικά με μέτρα καταπολέμησης της τρομοκρατίας, οι οποίες δηλώνουν ότι «οι τρομοκρατικές πράξεις, μέθοδοι και πρακτικές αντιβαίνουν προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων εθνών» και ότι «η ενσυνείδητη χρηματοδότηση, ο σχεδιασμός και η εξώθηση σε τρομοκρατικές πράξεις αντιβαίνουν ομοίως στους σκοπούς και στις αρχές των Ηνωμένων εθνών» .
(23) Όπως αναφέρεται στο άρθρο 14, ο όρος «καθεστώς» μπορεί επίσης να περιλαμβάνει το καθεστώς πρόσφυγα.
(24) Είναι επίσης σκόπιμο να θεσπισθούν ελάχιστες απαιτήσεις για τον ορισμό και το περιεχόμενο του καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Η επικουρική προστασία θα πρέπει να είναι συμπληρωματική και πρόσθετη σε σχέση με το καθεστώς προστασίας των προσφύγων που έχει θεσμοθετηθεί με τη σύμβαση της Γενεύης.
(25) Είναι αναγκαίο να θεσπισθούν κριτήρια βάσει των οποίων θα αποφασίζεται αν οι αιτούντες διεθνή προστασία δικαιούνται ή όχι επικουρικής προστασίας. Τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να αντλούνται από τις διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από νομικά κείμενα περί δικαιωμάτων του ανθρώπου και τις πρακτικές που υφίστανται στα κράτη μέλη.
(26) Οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.
(27) Τα μέλη της οικογένειας, λόγω της σχέσης τους με τον πρόσφυγα και μόνο, εκτίθενται συνήθως σε διώξεις κατά τρόπον που να μπορεί να αποτελέσει βάση για τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα.
(28) Η έννοια της εθνικής ασφάλειας και της δημόσιας τάξης καλύπτει επίσης τις περιπτώσεις στις οποίες υπήκοος τρίτης χώρας ανήκει σε οργάνωση που υποστηρίζει τη διεθνή τρομοκρατία ή υποστηρίζει οργάνωση αυτού του είδους.
(29) Καίτοι τα ευεργετήματα που παρέχονται στα μέλη της οικογένειας δικαιούχων του καθεστώτος της επικουρικής προστασίας δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκη με τα παρεχόμενα στον πληρούντα τις προϋποθέσεις δικαιούχο, πρέπει, εντούτοις, να είναι δίκαια σε σύγκριση προς τα ευεργετήματα που απολαμβάνουν οι δικαιούχοι του καθεστώτος επικουρικής προστασίας.
(30) Εντός των ορίων των διεθνών υποχρεώσεων, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η παροχή ευεργετημάτων όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, τις κοινωνικές παροχές, την ιατρική περίθαλψη και την πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής ένταξης προϋποθέτει την προηγούμενη χορήγηση άδειας παραμονής.
(31) Η οδηγία αυτή δεν ισχύει προκειμένου για χρηματικές παροχές από τα κράτη μέλη για την προαγωγή της εκπαίδευσης και της κατάρτισης.
(32) Οι πρακτικές δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι δικαιούχοι του καθεστώτος πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας για την αναγνώριση αλλοδαπών πτυχίων, πιστοποιητικών και λοιπών αποδεικτικών επίσημων τίτλων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
(33) Είναι σκόπιμο, ιδίως προκειμένου να αποφεύγονται οι κοινωνικές δυσχέρειες, να προβλέπεται υπέρ των δικαιούχων του καθεστώτος πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας η άνευ διακρίσεων παροχή επαρκούς κοινωνικής συνδρομής και επαρκών μέσων διαβιώσεως στο πλαίσιο της κοινωνικής αρωγής.
(34) Όσον αφορά την κοινωνική αρωγή και την ιατρική περίθαλψη, οι διαδικασίες και λεπτομέρειες της παροχής των βασικών ευεργετημάτων θα πρέπει να καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο. Η δυνατότητα περιορισμού των ευεργετημάτων για τους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας στα βασικά εξ αυτών πρέπει να γίνεται κατανοητή υπό την έννοια ότι τα εν λόγω ευεργετήματα καλύπτουν τουλάχιστον την ελάχιστη στήριξη του εισοδήματος, την αρωγή σε περίπτωση ασθένειας, κύησης και γονικής μέριμνας, καθόσον χορηγούνται στους υπηκόους σύμφωνα με τη νομοθεσία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
(35) Η πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της περίθαλψης όσον αφορά τη σωματική και την ψυχική υγεία, θα πρέπει να εξασφαλίζεται στους δικαιούχους καθεστώτος πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας.
(36) Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αξιολογείται κατά τακτά διαστήματα, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της εξέλιξης των διεθνών υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τη μη επαναπροώθηση, της εξέλιξης της αγοράς εργασίας στα κράτη μέλη, καθώς και της ανάπτυξης κοινών βασικών αρχών όσον αφορά την κοινωνική ένταξη.
(37) Δεδομένου ότι, οι στόχοι της προτεινόμενης οδηγίας, ήτοι η θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την παροχή διεθνούς προστασίας από τα κράτη μέλη σε υπηκόους τρίτων χωρών και σε απάτριδες, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των συνεπειών της παρούσας οδηγίας, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα από την Κοινότητα, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως διατυπώνεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.
(38) Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, το οποίο είναι προσαρτημένο στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο γνωστοποίησε, με την από 28 Ιανουαρίου 2002 επιστολή του, την επιθυμία του να συμμετάσχει στη θέσπιση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.
(39) Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, το οποίο είναι προσαρτημένο στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ιρλανδία γνωστοποίησε, με την από 13 Φεβρουαρίου 2002 επιστολή της, την επιθυμία της να συμμετάσχει στη θέσπιση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.
(40) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, το οποίο είναι προσαρτημένο στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και, συνεπώς, δεν δεσμεύεται από αυτήν, ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της,

[89] Πράσινη Βίβλος, της 6ης Ιουνίου 2007, σχετικά με το μέλλον του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου [COM(2007) 301 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].

[90] Σχετικά βλ. και την αιτιολογία της οδηγίας αυτής
(1) Για την προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας προβλέπει, αφενός, τη θέσπιση μέτρων για την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, σε συνδυασμό με συνοδευτικά μέτρα που αφορούν τον έλεγχο στα εξωτερικά σύνορα, το άσυλο και τη μετανάστευση και, αφετέρου, τη θέσπιση μέτρων στον τομέα του ασύλου, της μετανάστευσης και της διαφύλαξης των δικαιωμάτων των υπηκόων τρίτων χωρών.
(2) Τα μέτρα που αφορούν την οικογενειακή επανένωση θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την υποχρέωση προστασίας της οικογένειας και σεβασμού της οικογενειακής ζωής που αναφέρεται σε πολλές πράξεις διεθνούς δικαίου. Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το άρθρο 8 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(3) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναγνώρισε, κατά την ειδική σύνοδό του στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, την ανάγκη εναρμόνισης των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν τους όρους υποδοχής και διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών. Στο πλαίσιο αυτό, επιβεβαίωσε ιδίως ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εξασφαλίζει ισότιμη μεταχείριση των υπηκόων των τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στο έδαφος των κρατών μελών και ότι μια πιο ενεργητική πολιτική ενσωμάτωσης θα πρέπει να στοχεύει στο να τους προσφέρει δικαιώματα και υποχρεώσεις συγκρίσιμα με αυτά των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προς το σκοπό αυτό, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζήτησε από το Συμβούλιο να εκδώσει ταχέως νομοθετικές πράξεις βάσει προτάσεων της Επιτροπής. Η ανάγκη για την επίτευξη των στόχων που καθορίσθηκαν στο Τάμπερε επαναβεβαιώθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Λάακεν στις 14 και 15 Δεκεμβρίου 2001.
(4) Η οικογενειακή επανένωση αποτελεί απαραίτητο μέσο προκειμένου να καταστεί δυνατός ο οικογενειακός βίος. Συμβάλλει στη δημιουργία κοινωνικοπολιτιστικής σταθερότητας που διευκολύνει την ενσωμάτωση των υπηκόων τρίτων χωρών στα κράτη μέλη, γεγονός που επιτρέπει εξάλλου την προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής που αποτελεί θεμελιώδη στόχο της Κοινότητας, όπως αναφέρεται στη συνθήκη.
(5) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας χωρίς να προβαίνουν σε διακρίσεις λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών ή άλλων φρονημάτων, ιδιότητα μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.
(6) Για την προστασία της οικογένειας και τη δημιουργία ή διατήρηση οικογενειακού βίου, θα πρέπει να καθορισθούν τα υλικά κριτήρια για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης βάσει κοινών κριτηρίων.
(7) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία επίσης όταν εισέρχονται μαζί όλα τα μέλη της οικογένειας.
(8) Θα πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των προσφύγων, εξαιτίας των λόγων που τους υποχρέωσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και που τους εμποδίζουν να διεξάγουν εκεί κανονικό οικογενειακό βίο. Θα πρέπει, συνεπώς, να προβλεφθούν πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματός τους οικογενειακής επανένωσης.
(9) Η οικογενειακή επανένωση θα πρέπει να ισχύει εν πάση περιπτώσει για τα μέλη του πυρήνα της οικογένειας, ήτοι τον/τη σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα.
(10) Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν εάν επιθυμούν να επιτρέψουν την οικογενειακή επανένωση των εξ αίματος ανιόντων, των ενήλικων άγαμων τέκνων, του εκτός γάμου ή καταχωρισμένου συντρόφου καθώς και, στην περίπτωση πολυγαμικού γάμου, των ανήλικων τέκνων άλλης συζύγου και του συντηρούντος. Όταν κράτος μέλος επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση αυτών των προσώπων, αυτό δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών τα οποία δεν αναγνωρίζουν την ύπαρξη οικογενειακών δεσμών στις περιπτώσεις που καλύπτονται από τη διάταξη αυτή, να μην αντιμετωπίζουν τα εν λόγω πρόσωπα ως μέλη της οικογένειας όσον αφορά το δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, όπως ορίζεται από τη σχετική κοινοτική νομοθεσία.
(11) Το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης θα πρέπει να ασκείται σε συμμόρφωση με τις αξίες και τις αρχές που αναγνωρίζουν τα κράτη μέλη, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών· η συμμόρφωση αυτή δικαιολογεί την ενδεχόμενη λήψη περιοριστικών μέτρων όσον αφορά τις αιτήσεις οικογενειακής επανένωσης πολυγαμικών οικογενειών.
(12) Η δυνατότητα περιορισμού του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης παιδιών άνω των δώδεκα ετών, τα οποία ως κύρια κατοικία δεν έχουν αυτή του συντηρούντος, προβλέπεται προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ικανότητα ενσωμάτωσης των παιδιών στις πιο μικρές ηλικίες και να τους εξασφαλισθεί η απόκτηση της απαραίτητης εκπαίδευσης και των αναγκαίων γλωσσικών γνώσεων στο σχολείο.
(13) Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα κανόνων που να διέπει την εξέταση των αιτήσεων οικογενειακής επανένωσης, καθώς και την είσοδο και τη διαμονή των μελών της οικογένειας. Οι διαδικασίες αυτές θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές και διαχειρίσιμες, λαμβάνοντας υπόψη το συνήθη φόρτο εργασίας των διοικήσεων των κρατών μελών, καθώς και διαφανείς και δίκαιες, προκειμένου να προσφέρουν το κατάλληλο επίπεδο ασφάλειας του δικαίου στους ενδιαφερομένους.
(14) Η οικογενειακή επανένωση μπορεί να απορρίπτεται για δεόντως αιτιολογημένους λόγους. Ιδίως, ο αιτών την οικογενειακή επανένωση δεν θα πρέπει να αποτελεί απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια. Η έννοια της δημόσιας τάξης μπορεί να καλύπτει και την καταδίκη για τη διάπραξη σοβαρού αδικήματος. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η έννοια της δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας καλύπτει και περιπτώσεις κατά τις οποίες υπήκοος τρίτης χώρας ανήκει σε οργάνωση που υποστηρίζει την τρομοκρατία, υποστηρίζει ο ίδιος τέτοια οργάνωση ή έχει εξτρεμιστικές αντιλήψεις.
(15) Η ενσωμάτωση των μελών της οικογένειας θα πρέπει να προωθείται. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να τους χορηγείται καθεστώς ανεξάρτητο από εκείνο του συντηρούντος, σε περίπτωση διάλυσης του γάμου και σχέσης συμβίωσης, και πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση υπό τους ιδίους όρους με τον αιτούντα την επανένωση, κάτω από παρόμοιες συνθήκες.
(16) Δεδομένου ότι οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης, δηλαδή η θέσπιση δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης για τους υπηκόους τρίτων χωρών, το οποίο ασκείται σύμφωνα με κοινούς κανόνες, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, ως εκ τούτου, λόγω των διαστάσεων και των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που καθορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που ορίζεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.
(17) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα κράτη μέλη αυτά δεν συμμετέχουν στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύονται από αυτήν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή της.
(18) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της,

[91]C-11/06,  Rhiannon Morgan της 23ης Οκτωβρίου 2007:
«Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, ως Γερμανίδες υπήκοοι, οι R. Morgan και Ι. Bucher απολαύουν του καθεστώτος των πολιτών της Ενώσεως, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΕΚ, και μπορούν, επομένως, να επικαλούνται τα απορρέοντα από το καθεστώς αυτό δικαιώματα ακόμη και έναντι του κράτους μέλους προελεύσεώς τους (βλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑192/05, Tas‑Hagen και Tas, Συλλογή 2006, σ. I‑10451, σκέψη 19).
23      Στις καταστάσεις που διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, αυτές που άπτονται της ασκήσεως των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη ΕΚ, και ιδίως των σχετικών με την ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 18 ΕΚ (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C-76/05, Schwarz και Gootjes-Schwarz, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 87, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στις υποθέσεις των κυρίων δικών τα επίδικα επιδόματα αφορούν ακριβώς τις σπουδές σε άλλο κράτος μέλος.
24      Ως προς το σημείο αυτό πρέπει κατ’ αρχάς να διευκρινιστεί ότι, μολονότι, όπως επισημαίνουν οι Κυβερνήσεις της Γερμανίας, των Κάτω Χωρών, της Αυστρίας, της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια, δυνάμει του άρθρου 149, παράγραφος 1, ΕΚ, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, εντούτοις οφείλουν, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑308/89, di Leo, Συλλογή 1990, σ. I‑4185, σκέψεις 14 και 15, της 8ης Ιουνίου 1999, C‑337/97, Meeusen, Συλλογή 1999, σ. I‑3289, σκέψη 25, της 7ης Ιουλίου 2005, C‑147/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2005, σ. I‑5969, σκέψεις 31 έως 35, και προπαρατεθείσα απόφαση Schwarz και Gootjes-Schwarz, σκέψη 70), και ιδίως τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών όπως θεσπίζεται με το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΕΚ (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Schwarz και Gootjes-Schwarz, σκέψη 99).
25      Στη συνέχεια πρέπει να επισημανθεί ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία περιάγει σε δυσμενή θέση ορισμένους υπηκόους κράτους μέλους για τον λόγο και μόνον ότι άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος συνιστά περιορισμό των ελευθεριών που αναγνωρίζει σε κάθε πολίτη της Ένωσης το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΕΚ (απόφαση της 18 Ιουλίου 2006, De Cuyper, C-406/04, Συλλογή 2006, σ. Ι-6947, σκέψη 39, και προπαρατεθείσες αποφάσεις Tas‑Hagen και Tas, σκέψη 31, και Schwarz και Gootjes-Schwarz, σκέψη 93).

[92] Παπαδημητρίου Γ., Η Συνταγματοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδ. Παπαζήση, 2002, σελ.63
[93] C.Patten, 2000, Complementarity in the Human Rights Arena, “Human Rights Journal”, vol.21, p.311

[94] Για τον  Κοινοτικό Χάρτη Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων βλ. Στ. Περράκη- Γ. Ληξουριώτη, Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χώρος και Κοινωνικός Κοινοτικός Χάρτης, Σάκκουλας, Αθήνα, 1990. Γ. Σπυρόπουλου, Εργασιακές σχέσεις. Eξελίξεις στην Ελλάδα, την Ευρώπη και το διεθνή χώρο, Σάκκουλας, Αθήνα–Κομοτηνή 1998, σ. 237. P. Rodière, Droit Social de l’ Union Européenne, β΄ έκδ. 2001, σ. 136 επ., G. Arrigo, Il diritto di lavoro dell’Unione europea, Giuffre, Bari, 1998.
[95] Βλ. Γ. Παπαδημητρίου, Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Σταθμός στη θεσμική οργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Παπαζήσης, Αθήνα, 2001, σ. 28, Μπ. Μπερκάσσον (επιμ.), Ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο και Ευρωπαϊκός Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ΕΤUΙ, 2002, μτφρ. στα ελληνικά από τον Β. Κούρτη  του συλλογικού έργου European Labour Law and the EU Charter of Fundamental Rights, ETUI-REHS, Nomos, Baden-Baden, 2006, σ. 41 επ.  

[96]Amnesty International Assessment of EU Human Rights Policy- Recommendations to the Irish Presidency, January 2004.

[97] Amnesty International, 03/11/2004

[98] Πρόκειται για την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2002 στην υπόθεση Max.mobil Τelekommunikation Service GmbH v. Commission.

[99] Με τον κανονισμό 36/64 καταρχήν και τον κανονισμό 1612/68 στη συνέχεια. Το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου θεωρείται  τόσο σημαντικό που η Έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων για τα θεμελιώδη δικαιώματα  προτείνει την ένταξή του μεταξύ των νέων δικαιωμάτων, πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στην ΕΣΔΑ, σε ένα Ευρωπαϊκό Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Βλ. Affirmation des droits fondamentaux dans l’Union europeenne-Il est temps d’agir, Commission Europpeenne, 1999, σ. 25 (droit au regroupement familiale). H «κοινοτικοποίηση» της μεταναστευτικής πολιτικής από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ οδήγησε, ως γνωστόν, σε σχετική αναθεώριση του γαλλικού Συντάγματος.

[100] Σύμφωνα με το άρθρο 10.1 του κανονισμού 1612/68. Για το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης των προερχομένων από μη κράτη μέλη, που σύμφωνα με διάφορα κοινοτικά κείμενα διέπεται από την ίδια φιλοσοφία, βλ. Doc. COM (2000)824 και τη σχετική οδηγία 2003/86-ΕΚ.

[101] Υ. Kravaritou, Liens affectifs et droit social europeen, Liber amicorum Jean-Victor Louis, Bruxelles, Bruylant, 2002, της ίδιας, Για την κοινωνική Ευρώπη και το Δίκαιό της, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, σ. 218 επ.
[102] Πρόκειται για τα δικαιώματα πρόσβασης στα έγγραφα, προσφυγής στον Obudsman και αναφοράς στο Ευρωκοινοβούλιο και τα δικαιώματα για ίση μεταχείριση και την κατάργηση των διακρίσεων στην εργασιακή σχέση.
[103] Λε Γκοφ, Η Ευρώπη γεννήθηκε το Μεσαίωνα, Πόλις 2006 σ. 162 επ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: