ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Διονυσίου Αρεοπαγίτου και πάλι.

Πάει λίγος καιρός που η καλή συνάδελφος καταπιάστηκε με το θέμα «Θέα προς την Ακρόπολη»[1] . Από τότε τα δημοσιεύματα στον τύπο και στον ηλεκτρονικό τύπο πολλά. Πλέον και ειδικά μπλογκ κάνουν αναφορά στο θέμα και οι μπλόγκερς σε μεγάλο βαθμό συμπαρίστανται (!) στα δύο κτίρια που αποχαρακτηρίσθηκαν[2]. Δεν σας κρύβω ότι τους κατανοώ. Η μάχη θα είναι σκληρή και το διακύβευμα ευαίσθητο
Κάποια πιο ορθολογικά δημοσιεύματα όπως το πρόσφατο του Χασοδίκη[3] με κάνουν να προσθέσω μόνον τα πιο κάτω (ούτως ή άλλως τις απόψεις μου για την προστασία των μνημείων τις έχω δημοσιεύσει αρκούντως). Kαι μου θύμισαν μια "άλλη" απαλλοτρίωση.
Δεν μπορώ να μην θυμηθώ λοιπόν τις ανάλογες κινήσεις πολιτών πριν λίγα χρόνια για το Πάρκο Ελευθερίας και το Μέγαρο Μουσικής. Τότε η αιτία ήταν για μια πολυκατοικία στο πάρκο. Η οποία πάντως δεν υπάρχει πιά. Βέβαια ο λογος ήταν για τα δένδρα. Τότε δεν υπήρχαν μπλογκ. Υπήρχαν όμως δημοσιεύματα. Και τότε προβληματιζόμουν για το πάθος υπέρ μιας πολυκατοικίας.
Ανάλογες υποθέσεις γνώρισε πάντως η χώρα σημαντικές αν και με πιο μετριοπαθείς στρατηγικές. Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Β. και Ε. Γουλανδρή του Πέι δεν ανηγέρθη ποτέ. . Το μπακαλικάκι Le forcadet στην Κοραή και Πανεπιστημίου στέκει στη θέση του περίφανο χωρίς καμία υπουργική απόφαση να το τσακίσει. Το ίδιο και το κρίριο ΦΙΞ. Το ίδιο φαίνεται πως πάει να συμβεί και για το Μον Παρνές…
Δεν θέλω να σας κουράσω! Μόνο να προσθέσω ότι όποτε στη χώρα σε μείζονα νομικά (και όχι μόνο) θέματα κυριάρχισε το πάθος η εξέλιξη δεν ήταν όσο σπουδαία θα άξιζε. Αντίθετα η λογική βοηθά και την πορεία των δικών και την αποτελεσματικότητα των πιέσεων.
Το Ζάγανι δεν υπάρχει πιά σίγησαν οι κραυγές των θυμωμένων πολιτών που τώρα ταξειδεύουν στα συντρίμια του. Το αεροδρόμιο Σπάτων δεσπόζει. Σταθμίσθηκε ότι το άρθ. 106 Σ. υπερισχύει του 24 Σ. Όμως ο Αη Γιάννης ο Κυνηγός γλύτωσε. Η Αττική Οδός έγινε υπόγεια και το Αμερικάνικο Κολλέγιο διατήρησε την ιδιοκτησία του.
Προσωπικά δεν θα έστελνα καμία έκκληση σε κανέναν Υπουργό Πολιτισμού. Από άποψη. Θεωρώ ότι δεν πρέπει κανείς να χάνει χρόνο καθώς δεν υπάρχει ούτε συμβολικό σκέλος σε τέτοιες κινήσεις. Ηξερε τι έκανε. Όπως ήξεραν όλοι όσοι γκρέμιζαν τόσα χρόνια.
Θεωρώ ότι οι πιθανότητες να σταθεί σε δικαστικό επίπεδο αυτός ο αποχαρακτηρισμός είναι ελάχιστες. Εφόσον δεν υπάρξει νομικό σφάλμα στην υποστήριξη, είναι μιδαμινές. Αν ο αποχαρακτηρισμός κριθεί νόμιμος δεν μπορώ να φαντασθώ ποια θα είναι τα σταθμιζόμενα αγαθά ώστε να κατεδαφισθεί κάποιο διατηρητέο. Βέβαια να μην ξεχνάμε ότι κάποτε το Μέγαρο Μουσικής και το υπόγειο υπό ανέγερση γκαράζ κρίθηκε ως μνημείο υπαγόμενο στο άρθ. 24 στα πρώτα κιόλας χρόνια ανέγερσής του και δεν είναι, όπως είναι γνωστό, έργο του Τσουμί, ούτε φιλοξενεί τα μάρμαρα.
Η ιστορία των μνημείων της ανθρωπότητας είναι γεμάτη κατεδαφίσεις! Τα μνημεία χτίζονται τόνα πάνω στο άλλο παντού στον κόσμο. Ζητούμενο για όλα τα ανθρώπινα όντα είναι το να μην ξεχασθούν. Και για τούτο απαιτείται να ξεχασθεί κάποιος άλλος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πράγματα είναι απλούστερα: το ερώτημα είναι αν είναι δυνατή η συνύπαρξη, με δεδομένο πλέον το Μουσείο Ακρόπολης αλλά και την Ακρόπολη (φευ!) των κτιρίων. Προσωπικά νομίζω πως είναι!


[1] http://justar-lawblog.blogspot.com/2007/08/i-k.html
[2] http://areopagitou17.blogspot.com/ και εκεί αναφορές σε δημοσιεύματα και μπλογκ
[3] http://xasodikis.blogspot.com/2007/11/blog-post_27.html

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

Η αποτελεσματική δικαστική προστασία και το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων


H κοινοτική έννομη τάξη δεν περιορίσθηκε να ρυθμίσει το καθεστώς των δημοσίων συμβάσεων στο πλαίσιο των οικείων οδηγιών που αφορούν τη σύναψή τους. Από το 1989 θέσπισε ιδιαίτερη οδηγία για τις διαδικασίες προσφυγών που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις, αρχικά για τις συμβάσεις έργων και προμηθειών και κατόπιν με τροποποίηση της οδηγίας, επεκτάθηκε και στις υπηρεσίες. Από τα μέσα της δεκαετίας του 80, η διαπίστωση της ανάγκης για διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας κατέστη ορατή και θεσμοθετήθηκε στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων.
Ο κοινοτικός νομοθέτης πλέον ρητά επιδιώκει την εφαρμογή των κανόνων που θέτει, θεσπίζοντας και το πλαίσιο δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων από τη μη τήρησή τους, καθιερώνοντας σταδιακά ένα ενιαίο δικονομικό σύστημα. Το σύστημα αυτό βασίζεται στις γενικές αρχές του δικαίου των ευρωπαϊκών κρατών και στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις καθώς και τις διατάξεις της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δημιουργώντας έτσι ένα πλαίσιο παροχής κοινοτικής δικαστικής προστασίας σύμφωνα με ένα ορθολογικό σύστημα κανόνων. Διαπιστώνεται συνεπώς ότι ενώ η αρχική προσέγγιση του κοινοτικού δικαίου υπήρξε αποσπασματική και ως προς το ζήτημα της παροχής έννομης προστασίας στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου περιοριζόταν από τις διατάξεις της Συνθήκης, σήμερα πλέον η τάση της ερμηνείας τείνει προς τη δημιουργία ενός δομημένου συστήματος, ανατρέποντας την αρχική θέση του κοινοτικού δικαίου και επεκτείνοντας τη σφαίρα επιρροής του στο δικονομικό καθεστώς και των κρατών μελών.

1. Ένα κοινοτικό ατομικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας και ένα πλήρες σύστημα δικαστικής προστασίας

Σε σχέση με τα όσα προεκτέθηκαν αναφέρεται ότι ήδη το ΔΕΚ με αφορμή το υποβληθέν ερώτημα από το Bundesvergabeamt σε σχέση με το αν υφίσταται ατομικό δικαίωμα προσφυγής ενώπιον αρχών ή δικαστηρίων σύμφωνα με την οδηγία 89/665/ΕΟΚ, στην παρ. 22 της απόφασής C- 76/97 τόνισε, κάνοντας μνεία στην απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-54/96, (σκέψη 40), ότι εναπόκειται στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, να προσδιορίσει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί διαφορών στο πλαίσιο των οποίων διακυβεύονται ατομικά δικαιώματα απορρέοντα από την κοινοτική έννομη τάξη, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι τα κράτη μέλη έχουν σε κάθε περίπτωση την ευθύνη της διασφαλίσεως αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων αυτών. Με την επιφύλαξη αυτή, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επεμβαίνει για να επιλύει ζητήματα αρμοδιότητας που μπορούν να ανακύψουν στην οργάνωση των εθνικών δικαστηρίων από τον νομικό χαρακτηρισμό ορισμένων εννόμων καταστάσεων που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο
Με τη διατύπωση αυτή του ΔΕΚ, η μνεία στην ύπαρξη ατομικού δικαιώματος είναι πλέον σαφής. Θα πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι η απόφαση C-54/96, δεν έκρινε επί ερωτήματος σε σχέση με την ύπαρξη ατομικού δικαιώματος όπως προκύπτει από την παράγραφο 7 αυτής. Έτσι η απόφαση C-76/97 αν και φαινομενικά επανέλαβε τη διατύπωση της προηγούμενης στο ίδιο ζήτημα, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι απάντησε έμμεσα στο ερώτημα για την ύπαρξη ατομικού δικαιώματος, το οποίο απορρέει από την κοινοτική έννομη τάξη.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πέραν των θέσεων της Επιτροπής και των κανόνων που τίθενται σε επίπεδο οδηγιών, το κοινοτικό δίκαιο, όπως ερμηνεύεται από το ΔΕΚ, καθιερώνει ρητά την ύπαρξη ατομικού δικαιώματος που απορρέει από την κοινοτική έννομη τάξη για τη δικαστική προστασία σε σχέση με τις δημόσιες συμβάσεις. Το δικαίωμα αυτό, σαφώς συνταγματικής φύσεως, προκύπτει από κοινοτική οδηγία κατ' αρχήν και όχι από την ίδια τη Συνθήκη.

2. Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών

Με την οδηγία του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (89/665/EOK)[1], όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ θεσπίσθηκε το καθεστώς της αποτελεσματικής διαδικασίας προσφυγών για τη διασφάλιση του καθεστώτος των δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με τις οδηγίες 93/37/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ και ορίσθηκε τόσο η υποχρέωση των κρατών μελών να ρυθμίζουν διαδικασίες διοικητικών προσφυγών όσο και δικαστικών διαδικασιών κατά των αποφάσεων των αποφαινομένων επί των προσφυγών αυτών οργάνων.
Η οδηγία εξαίρει την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών και τη θέσπιση επειγουσών διαδικασιών προς αποφυγή περαιτέρω ζημιών ή ενόψει δυνατότητας επανόρθωσης της επαπειλούμενης ζημίας. Τονίζει εξάλλου και την κατοχύρωση τόσο του δικαιώματος αποζημίωσης, όσο και της υποχρέωσης εκτέλεσης των διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων. Σαφής είναι κατά την οδηγία η διάκριση των δικαιοδοτικών και των διοικητικών αρμοδιοτήτων αλλά και των ιδιομορφιών των εννόμων τάξεων των κρατών μελών, λόγω των διαφορετικών νομικών συστημάτων. Έτσι δεν τυγχάνει αυτονόητη η ακυρωτική αρμοδιότητα και διασφαλίζεται υποχρεωτικά η υποχρέωση των κρατών μελών να τη θεσπίζουν. Στην προσπάθεια σύνθεσης των πρακτικών και μεθόδων των διαφόρων νομικών συστημάτων, η οδηγία επιχειρεί να αποτελέσει καταλύτη, προβαίνοντας σε εγκαθίδρυση κάποιων κοινών αρχών και κανόνων. Κατοχυρώνει για το λόγο αυτό την υποχρέωση έγγραφης αιτιολογίας των αποφάσεων των διοικητικών αρχών, και την ανεξαρτησία από την αναθέτουσα αρχή του αρμόδιου για την προσφυγή φορέα ή αρχής. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι η συμφιλίωση των νομικών συστημάτων της ευρωπαϊκής ηπείρου που επιχειρείται με την οδηγία δεν είναι ότι το απλούστερο. Η νομολογιακή επεξεργασία των σχετικών διατάξεων αποδεικνύει του λόγου το αληθές.
Με την οδηγία 89/665 αφού διαπιστώθηκε η ανεπάρκεια των εθνικών συστημάτων των κρατών μελών να διασφαλίσουν την εκπλήρωση του σκοπού των οδηγιών 93/37/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ, καθιερώθηκε η υποχρέωση των κρατών μελών να επιτρέπουν σε κάθε θιγόμενο ενδιαφερόμενο να συνάψει δημόσια σύμβαση να αμφισβητήσει τις αποφάσεις της αναθέτουσας αρχής τόσο ενόψει της νομιμότητάς τους σε σχέση με το κοινοτικό όσο και σε σχέση με το εθνικό δίκαιο χωρίς διακρίσεις και με τρόπο αποτελεσματικό. Οι δικαιούμενοι να ασκήσουν τέτοιου είδους διαδικασίες αμφισβήτησης ορίζονται με ευρύτατο τρόπο, επιτρέπεται όμως στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στον ενδιαφερόμενο να γνωστοποιεί προηγουμένως την πρόθεσή του να αμφισβητήσει διαδικασίες ασκώντας προσφυγή.

Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών έχει ως στόχο την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας 2004/18/ΕΚ για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, προβλέποντας την υποχρέωση των κρατών μελών να καθιερώσουν αποτελεσματικές και γρήγορες εθνικές διαδικασίες προσφυγής σε περίπτωση παράβασης αυτών των διατάξεων.
Με την οδηγία αυτή ρυθμίζεται τόσο το καθεστώς των διοικητικών προσφυγών τις οποίες υποχρεούνται να θεσμοθετούν οι αναθέτουσες αρχές ενόψει των διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων όσο και το καθεστώς της δικαστικής προστασίας που δικαιούται να απολαμβάνει κάθε ενδιαφερόμενος. Οι διαδικασίες πρέπει να είναι ταχείες και αποτελεσματικές και να διασφαλίζουν τη μη διάκριση μεταξύ των ενδιαφερομένων. Διασφαλίζει εξάλλου την κατοχύρωση επιδίκασης δικαστικής αποζημίωσης, τη δυνατότητα ακύρωσης των παρανόμων πράξεων καθώς και την αποτελεσματική εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Κατά συνέπεια το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων ως όλο ρυθμίζει ευθέως και με τρόπο συστηματικό, τόσο τις διαδικασίες για την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων όσο και το καθεστώς της αμφισβήτησης των διαδικασιών ανάθεσης αυτών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στο πλαίσιο αυτής της διαπίστωσης, η αντιμετώπιση της δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου όχι πλέον περιστασιακά αλλά ως αυτόνομο σύστημα δικαστικής προστασίας.
Στις διαδικασίες αυτές έχει πρόσβαση κάθε πρόσωπο που ενδιαφέρεται ή ενδιαφέρθηκε να αναλάβει την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης και το οποίο ζημιώθηκε ή κινδυνεύει να ζημιωθεί από κάποια εικαζόμενη παράβαση.
Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου περί δημόσιων συμβάσεων πρέπει να αποτελούν αντικείμενο αποτελεσματικών και γρήγορων προσφυγών. Οι διαδικασίες προσφυγής σε όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα:
λήψης προσωρινών ασφαλιστικών μέτρων (όπως είναι η αναστολή της διαδικασίας σύναψης της επίμαχης δημόσιας σύμβασης)·
ακύρωσης των παράνομων αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών, οικονομικών και χρηματοδοτικών διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις και περιέχονται στα έγγραφα δημοπράτησης·
καταβολής αποζημίωσης στα πρόσωπα που υπέστησαν ζημία από κάποια παράβαση.

3. Η δικαστική προστασία για τους εξαιρούμενους τομείς

Ανάλογη ρύθμιση με αυτή της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ που αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, έγινε και για τις συμβάσεις των εξαιρουμένων τομέων σε σχέση με την οδηγία 93/38/ΕΟΚ, οπότε με την οδηγία 92/13/ΕΟΚ[2] του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων, οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών καθιερώθηκαν ανάλογα δικαιώματα με αυτά της οδηγίας 89/665. Η οδηγία των εξαιρουμένων τομέων διαφέρει πάντως ουσιαστικά από την οδηγία των έργων και προμηθειών, στο μέτρο ιδίως που προβλέπει ιδιαίτερη διαδικασία συμβιβασμού (άρθρα 9-11 αυτής), την οποία διεξάγει η ίδια η Επιτροπή. Κατά τούτο, η κατά τρία έτη νεώτερη οδηγία, υποδηλώνει τη συνεχώς αυξανόμενη τάση της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής για τη διασφάλιση της τήρησης των κανόνων των οδηγιών. Υποδηλώνει επίσης και μια τάση ευελιξίας, η οποία εκφράζει τη βούληση αποτελεσματικότητας εκ μέρους των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι διατάξεις της οδηγίας αφορούν τέσσερα βασικά θέματα :
την προσαρμογή στους τομείς της ύδρευσης, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (οι γνωστοί ως «ειδικοί» τομείς) των ένδικων μέσων που προβλέπει η οδηγία 89/665/ΕΟΚ, η οποία αφορά τα εθνικά ένδικα μέσα σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών, έργων και υπηρεσιών που συνάπτουν οι δημοπρατούσες αρχές·
μια διαδικασία ελέγχου την οποία μπορούν να χρησιμοποιούν οι αναθέτοντες φορείς·
έναν διορθωτικό μηχανισμό ο οποίος ενισχύει τις δυνατότητες δράσης της Κοινότητας σε περιπτώσεις προφανούς και κατάφωρης παράβασης·
μια διαδικασία συμβιβασμού σε κοινοτικό επίπεδο.

4. Το ελληνικό δίκαιο προσαρμογής
Τα κράτη μέλη προέβαλαν συνεπή αντίσταση στην ενσωμάτωση της σχετικής οδηγίας. Η ελληνική νομοθεσία προσαρμόσθηκε στην οδηγία αυτή με το νόμο 2522/97, «Δικαστική προστασία που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων έργων και κρατικών προμηθειών και υπηρεσιών σύμφωνα με την οδηγία 89/665/ΕΟΚ» (ΦΕΚ 178/8.9.97 Α), μετά από μακρά περίοδο διαφορών με την Επιτροπή.
Το ελληνικό δίκαιο προσαρμόσθηκε και στην οδηγία 92/13/ΕΟΚ με σοβαρή καθυστέρηση πάντως, υιοθετώντας και για τους εξαιρούμενους τομείς διαδικασίες ανάλογες με αυτές του ν. 2522/97 με το νόμο 2854/2000.

5. Η πρόταση της Επιτροπής του 2006

Τον Μάιο του 2006 η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση[3] για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των μέσων προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων τα οποία διαθέτουν οι επιχειρήσεις, όταν κρίνουν αντικανονική την ανάθεση κάποιας δημόσιας σύμβασης, ειδικά στο στάδιο που οι παραβάσεις μπορούν ακόμη να επανορθωθούν. Η πρόταση έχει ως στόχο να επιβάλει στις αναθέτουσες αρχές την υποχρέωση να προβλέπουν μια αναβλητική προθεσμία μεταξύ της ημερομηνίας ανακοίνωσης της κατακύρωσης του διαγωνισμού, είτε με την κοινοποίηση της απόφασης κατακύρωσης σε περίπτωση τυπικής διαδικασίας σύναψης είτε με τη δημοσίευση μιας ανακοίνωσης κατακύρωσης σε περίπτωση απευθείας ανάθεσης, και της ημερομηνίας σύναψης της σύμβασης. Αυτή η αναβλητική προθεσμία, δηλαδή η περίοδος του «παγώματος», αφορά τις δημόσιες συμβάσεις που καλύπτονται από την οδηγία 2004/18/ΕΚ και την οδηγία 2004/17/ΕΚ, οι οποίες αφορούν το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Η πρόταση έχει επίσης ως στόχο την εστίαση του διορθωτικού μηχανισμού στις περιπτώσεις σοβαρής παράβασης.
Την πρόταση αυτή αξίζει να μελετήσει κανείς με προσοχή. Παράλληλα αξίζει να μελετήσει την Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής [4] του 2006 σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο που εφαρμόζεται στο πέρασμα των συμβάσεων που δεν υποβάλλονται ή υποβάλλονται εν μέρει στο καθεστώς των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις κατά το μέρος που αφορά στη παρεχόμενη δικαστική προστασία.

6. Και λίγες ακόμη σκέψεις…
Είναι κοινός τόπος από τα προηγηθέντα ότι οι Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο επιθυμούν να προσφέρουν στα κράτη μέλη και τους πολίτες τους ένα καθεστώς αποτελεσμαστικής δικαστικής προστασίας για τις δημόσιες συμβάσεις. Οσο περνά ο καιρός η επιθυμία τους για αποτελεσματικότητα εντείνεται. Σήμερα αν κάποιος συμμετέχει σε δημόσιους διαγωνισμούς έχει μεγάλο δρόμο να διαβεί. Θα πάει οπωσδήποτε για ασφαλιστικά αφού προσφύγει στη διοίκηση, μετά θα προχωρήσει σε τακτική δίκη. Σε αγωγή αποζημιώσεως? Ο- π-ω-σ-δ-ή-π-ο-τ-ε! Και φυσικά πριν δικαστούν τα ασφαλιστικά θα σπεύσει στην Επιτροπή στις Βρυξέλλες. Αρκετές φορές πιθανόν. Πιθανότατα οι Βρυξέλλες να προσφύγουν στο ΔΕΚ. Πιθανό να σταλεί και παραπεμπτικό στο ΔΕΚ από εθνικό δικαστήριο. Και μετά?
Ε, μετά μπορεί να κάνει ένα μουσείο μοντέρνας τέχνης και να απολαύσει το νόημα της ζωής όπως έκανε ο ενδιαφερόμενος για το Μακεδονικό Μετρό μετά την έκδοση της απόφασης C- 57/01 της της 23ης Ιανουαρίου 2003. Η μήπως η τέχνη τον απασχολούσε τον άνθρωπο και από πριν… ποιος ξέρει?


[1] Οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών [ Βλέπε πράξεις τροποποίησης ].

[2] Οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων των φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς της ύδρευσης, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών [Επίσημη Εφημερίδα L 76 της 23.03.1992]
[3] Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Μαΐου 2006, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων [COM(2006) 195 τελικό/2 - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα] [COD/2006/0066]
[4] Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής της 23ης Ιουνίου 2006 σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο που εφαρμόζεται στο πέρασμα των συμβάσεων που δεν υποβάλλονται ή υποβάλλονται μερικώς στις οδηγίες «δημόσιες συμβάσεις» [Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα]
Η παρούσα ανακοίνωση (
DE ) ( EN ) ( FR ) αφορά τις συμβάσεις που καλύπτονται μερικώς από τις οδηγίες «δημόσιες συμβάσεις» (2004/17/Εκ και 2004/18/ΕΚ).
στον Ερμιππο με φιλικούς χαιρετισμούς!

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Αποτελεσματική δικαστική προστασία? O Eρμιππος απορεί!

Ελαβα ένα ενδιαφέρον μήνυμα σήμερα από έναν καλό φίλο μπλόγκερ τον Ερμιππο που με παραπέμπει στο εξής πολύ ενδιαφέρον κείμενο http://ermippos.blogspot.com/2007/11/blog-post_24.html. Ας το δούμε για συζήτηση.
Τον παρακάλεσα για τα πρωτότυπα κείμενα των αποφάσεων αν τα έχει υπόψη του. Μου έκανε εντύπωση ότι έγινε χρέωση σε διαφορετικό εισηγητή. Οτι δεν έγινε ενιαία αντιμετώπιση απο το δικαστήριο. Συνήθως προσέχουν.
Οπως και νάχει πάντως υπάρχει και η αίτηση ακυρώσεως για οριστική κρίση. Και φυσικά υπάρχει και η αγωγή αποζημιώσεως. Υπάρχει τέλος και η προσφυγή στην Επιτροπή της ΕΕ. Εκεί τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αλλά και εκεί όχι γλαφυρά.
Οχι βέβαια αγαπητέ Ερμιππε ότι θα ενθάρρυνα τον φίλο σου να επιμείνει. Εκ φύσεως θεωρώ ότι τα λιγώτερα δικαστήρια είναι μάλλογ για καλό. Καμιά φορά όμως στο συγκεκριμένο ζήτημα αξίζει να ζορίζεις τις αναθέτουσες αρχές με περαιτέρω επιμονή. Περιμένουμε λοιπόν τις αποφάσεις και σε ευχαριστούμε που εισάγεις ως θέμα συζήτησης το δίκαιο των δημόσιων συμβάσεων και την ... αποτελεσματική δικαστική προστασία.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Η εκλογή του ΓΑΠ και το σύγχρονο πολιτικό σύστημα

Η πρόσφατη εκλογή Προέδρου στο Πα.Σο.Κ. επέφερε μία μεταβολή στον παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας των κομμάτων, όπως την είχαμε συνηθίσει μέχρι σήμερα.

Στη χώρα μας τα κόμματα αναγνωρίζονται ως θεμέλιοι λίθοι του δημοκρατικού πολιτεύματος[1] και ειδικότερα του συστήματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας[2]. Τα σχετικά με τη λειτουργία των κομμάτων ρυθμίζονται από το άρθρο 29 του Συντάγματος, ενώ υπάρχουν και διάφορες άλλες ρυθμίσεις, από τις οποίες συνάγεται η σημασία των κομμάτων για τη λειτουργία του πολιτεύματος[3]. Τα κόμματα λοιπόν αποτελούν μία αυτονόητη αναγκαιότητα στη σύγχρονη δημοκρατία[4] και για το λόγο αυτό τους έχει αναγνωριστεί μία σειρά από δυνατότητες ως προς την παρουσία[5], τη χρηματοδότηση την προβολή[6], αλλά και τη συμμετοχή στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων[7].

Παρόλα αυτά το θέμα της δημοκρατικής λειτουργίας των κομμάτων εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρο. Ίσως διότι, παρά το γεγονός ότι στη χώρα μας έχει εκφραστεί και η αντίθετη άποψη[8], δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο να εγγυάται την εσωτερική δημοκρατική λειτουργία ενός κόμματος και κυρίως να καθιερώνει το θεσμό της λεγόμενης ενδοκομματικής αντιπολίτευσης. Στο μέτρο που η κατά το δυνατό ομαλή λειτουργία των κομμάτων κρίνεται αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος, γίνεται αποδεκτό ότι η κομματική ηγεσία πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλει την άποψή της. Τούτο αναμφισβήτητα περιορίζει τη δημοκρατική λειτουργία του κόμματος υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει καμία εγγύηση απέναντι σε ενδεχόμενες αντιδημοκρατικές συμπεριφορές της εκάστοτε κομματικής ηγεσίας[9]. Σήμερα θεωρείται ένα κόμμα να δημοσιοποιείτο καταστατικό του, ώστε να καθίσταται πλήρως διαφανής η οργανωτικές δομές και οι στόχοι του[10]. Κατά τα λοιπά τα ζητήματα της εσωτερικής οργάνωσης των κομμάτων παραμένουν στη δική του σφαίρα επιρροής, χωρίς να είναι εκ πρώτης όψεως ορατή η οποιαδήποτε παρέμβαση στο εσωτερικό τους (δικαστική ή άλλη)[11]. Έτσι έχουμε κατά καιρούς διαπιστώσει ότι τα κόμματα προκειμένου να εξασφαλίσουν την ομαλότητα στο εσωτερικό τους δε λειτουργούν πάντοτε με το δημοκρατικότερο τρόπο.

Με την πάροδο των ετών πάντως φαίνεται να γίνονται βήματα εκδημοκρατισμού με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον τρόπο ανάδειξης του αρχηγού.

Συνήθως η εκλογή αυτή γινόταν με συμμετοχή ενός αμιγώς κομματικού μηχανισμού εν στενή εννοία, ο οποίος τις περισσότερες φορές ήταν και ελεγχόμενος. Τις περισσότερες φορές υπήρχε ένας και μόνο υποψήφιος και η εκλογή του γινόταν δια βοής, άρα όχι με τον πλέον διαφανή τρόπο.

Τα φαινόμενα αυτά ολοένα και περιορίζονται, καθώς η εκλογή άρχισε να γίνεται από διευρυμένα σώματα εκλεκτόρων, όπου η παρέμβαση και ο έλεγχος ήταν δυσκολότερος και καταβαλλόταν η προσπάθεια να εκπροσωπηθούν όλες οι κυρίαρχες τάσεις ενός κόμματος. Μεγάλη μεταβολή στον τρόπο ανάδειξης παρατηρήσαμε κατά τελευταίες εκλογές Προέδρου στο Πα.Σο.Κ., όπου παρατηρήθηκε μία πρωτόγνωρη συμμετοχή, όχι αμιγώς συνδεδεμένη με την κομματική ιδιότητα. Η εξέλιξη αυτή έχει μεγάλη σημασία, διότι στην παρούσα εκλογική αναμέτρηση έλαβαν μέρος τρεις υποψήφιοι.

Η διευρυμένη συμμετοχή επιτεύχθηκε με την εισαγωγή της έννοιας του φίλου του κόμματος (άρθρο 18), αλλά πολύ περισσότερο με το δικαίωμα του εκλέγειν σε όλες τις εκλογικές διαδικασίες καθώς και στις λοιπές διαδικασίες που προβλέπονται από το Καταστατικό[12] ή τους Κανονισμούς Λειτουργίας[13] που του παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 20 (Δικαιώματα των Φίλων) παρ. 1 εδ. 1. Η κορυφαία εκλογική διαδικασία είναι βέβαια η εκλογή Προέδρου, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 3 γίνεται κάθε τέσσερα χρόνια με άμεση εκλογή από τα μέλη και τους φίλους.

Με τη μεγάλη συμμετοχή επιβεβαιώθηκε ότι μεγάλος αριθμός συμπολιτών ενδιαφέρεται για την πολιτική ζωή και λαμβάνει μέρος όταν έχει τη δυνατότητα. Ωστόσο η δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων είναι ένα ζήτημα πολύ ευρύτερο από την ίδια την εκλογή του αρχηγού τους. Ο εκδημοκρατισμός της λειτουργίας τους λοιπόν σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ολοκληρώνεται με τη διεύρυνση της συμμετοχής σε μία εκλογική διαδικασία. Δε θέλουμε να αμφισβητήσουμε ότι έγινε ένα κρίσιμο βήμα, το οποίο μάλιστα υποδέχθηκε με ενθουσιασμό ο πολιτικός κόσμος συνολικά. Θέλουμε να επισημάνουμε απλώς ότι η δράση των κομμάτων κρίνεται καθημερινά και δεν αρκεί η απομόνωση μίας εξαιρετικής στιγμής, για να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα του πλήρους εκδημοκρατισμού.
[1] Για τον ορισμό του πολιτικού κόμματος βλ. Κασιμάτη Γ., Τα κόμματα ως συνταγματικός θεσμός, σε: Μελέτες Ι, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή 1992, σελ. 199. Για το ρόλο των κομμάτων βλ. επίσης ΑΕΔ 22/1994 καθώς και Δρόσου Ι., Η νομική θέση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, Δημοσιεύματα Συνταγματικού Δικαίου τ. ΙΙ, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1982, σελ. 37 επ.

[2] Για τον ορισμό του αντιπροσωπευτικού συστήματος βλ. Παντελή Αντ., Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Λιβάνη Αθήνα 2005, σελ. 96 κ. επ.

[3] Βλ. ειδικότερα το άρθρο 37 που προβλέπει την ανάδειξη αρχηγού από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος, ενώ τα άρθρα 68 παρ. 3 και 71 ορίζουν ότι οι εξεταστικές επιτροπές και τα τμήματα της Βουλής συνιστώνται ανάλογα με τη δύναμη των κομμάτων. Τέλος, τα άρθρα 73 παρ. 4, 76 παρ. 4 και 113 προβλέπουν τη λειτουργία των κομμάτων εντός του Κοινοβουλίου. Κρίσιμες είναι και οι προβλέψεις του Κανονισμού της Βουλής (άρθρα 15 επ.), σε σχέση με την παρουσία ενός κόμματος στο Κοινοβούλιο ανάλογα με τις έδρες και το ποσοστό που έχει λάβει στις εκλογές.

[4] Βενιζέλου Ευ., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Παρατηρητής Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 340 κ επ, Χρυσόγονου Κ., Συνταγματικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 266.

[5] ΑΕΔ 22/1994.

[6] ΣτΕ 4333/1996.

[7] ΣτΕ 944/1999.

[8] Βενιζέλου Ευ., ο.π., σελ. 343,Τσάτσου Δ., Η ενδοκομματική αντιπολίτευση ως πρόβλημα του συνταγματικού δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 1983, σελ. 36 επ., Φουντεδάκη Π., Ενδοκομματική δημοκρατία και Σύνταγμα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 1987, σελ. 206 επ.

[9] Φουντεδάκη Π., ο.π.

[10] Μαυριά Κ., Συνταγματικό Δίκαιο, 3η Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 2004, σελ. 410.

[11] Χρυσόγονου Κ., ο.π., σελ. 271 επ.

[12] http://www.pasok.gr/portal/gr/30/19660/1/7/1/showdoc.html

[13] http://www.pasok.gr/portal/gr/196/26025/1/7/1/showdoc.html

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

Οι σύγχρονες συνθήκες της αγοράς και του εμπορίου και ιδίως ο τρόπος με τον οποίο αυτές αναπτύσσονται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέτουν σήμερα πλέον ηχηρά ένα ερώτημα που σχετίζεται με τις διαφορετικές νομικές καταβολές των χωρών των συμβαλλομένων μερών. Οι διασυνοριακές συναλλαγές καταλαμβάνουν πλέον μεγάλο μέρος των εμπορικών δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα εντός της κοινότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω των θεμελιωδών ελευθεριών που θεσπίζει ήδη με την ιδρυτική συνθήκη λαμβάνει μέριμνα ώστε να ευνοούνται και να διευκολύνονται τέτοιου είδους δραστηριότητες. Και ενώ η μεγάλη τεχνολογική ανάπτυξη, η βελτίωση των μεταφορών και η γενικότερη διευρυμένη λειτουργία των τοπικών αγορών «φέρνουν τα κράτη μέλη κοντά» ευνόοντας τη συνεργατική δράση τους, σημαντικό πρόσκομμα στη σύναψη συμβάσεων μεταξύ συμβαλλομένων που προέρχονται από διαφορετικά κράτη μέλη αποτελεί η πολυνομία και οι σημαντικές διαφορές που παρατηρούνται συχνά στα νομικά συστήματα των κρατών μελών. Στο τομέα του δικαίου των συμβάσεων άλλωστε, το κοινοτικό νομοθετικό έργο είναι πολύ φειδωλό και συνήθως θεσπίζονται μόνον minimum προστασίας από τα οποία τα κράτη μέλη συχνά αποκλίνουν θέτοντες αυστηρότερους κανόνες[1].
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εντοπίζοντας το ζήτημα αυτό ήδη το 2001 εξέδωσε την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 11ης Ιουλίου 2001, για το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων [COM (2001) 398 τελικό - Επίσημη Εφημερίδα C 255 της 13.09.2001].». Με την ανακοίνωση δρομολογήθηκε μία διαδικασία διαβούλευσης και συζήτησης και σε συνέχεια αυτής εκδόθηκε η «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 12ης Φεβρουαρίου 2003,ένα συνεκτικότερο ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων, Σχέδιο Δράσης»[2]. Ο προβληματισμός της Επιτροπής επικεντρώνεται στο αν και κατά πόσον πιθανές αποκλίσεις του δικαίου των συμβάσεων των κρατών μελών μπορεί να επηρεάσουν τις διασυνοριακές συμβάσεις και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ειδικότερα δε αν η ύπαρξη διαφορετικών δικαίων περί συμβάσεων αποθαρρύνει τις διασυνοριακές συναλλαγές ή αυξάνει το κόστος αυτών[3]. Με το σχέδιο δράσης αυτό προτείνεται σε επίπεδο κοινοτικό ένα μείγμα από ρυθμιστικά και μη ρυθμιστικά μέτρα για την επίλυση των προβλημάτων που εντοπίστηκαν κατά το στάδιο των διαβουλεύσεων. Με το σχέδιο δράσης αποφασίσθηκε πρωτίστως να εκπονηθεί, κατόπιν έρευνας και με τη συνδρομή όλων των ενδιαφερόμενων μερών, ένα «κοινό πλαίσιο αναφοράς» για το δίκαιο των συμβάσεων. Αναφέρεται ότι οι προθέσεις της Επιτροπής στο στάδιο αυτό δεν είναι η δημιουργία ενός ενιαίου αστικού κώδικα, νομικά δεσμευτικού για τα κράτη μέλη αλλά σκοπείται να παρασχεθούν βέλτιστες λύσεις ως προς την κοινή ορολογία και τους κανόνες, δηλαδή τον προσδιορισμό θεμελιωδών εννοιών και αόριστων εννοιών όπως «σύμβαση» ή «ζημία» καθώς και των εφαρμοστέων κανόνων π.χ. σε περίπτωση μη εκτελέσεως των συμβάσεων. Με τον τρόπο αυτό γίνεται δεκτό ότι θα αρθούν αντιφάσεις που παρατηρούνται και θα βελτιωθεί η ποιότητα των ισχυουσών διατάξεων, θα προσαρμοστούν δε οι ισχύοντες κανόνες στις οικονομικές και εμπορικές εξελίξεις που δεν είχαν προβλεφθεί κατά την έκδοσή τους και θα πληρωθούν κενά της κοινοτικής νομοθεσίας τα οποία προκάλεσαν προβλήματα στην εφαρμογή της. Παράλληλα δε το κοινό πλαίσιο αναφοράς μέλει να αποτελέσει τη βάση περαιτέρω προβληματισμών ως προς την έκδοση μη δεσμευτικής πράξεως στον τομέα του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων.
Σύμφωνα με το σχέδιο δράσης ο πρώτος τομέας με τον οποίο συστηματικά θα ασχοληθεί η Επιτροπή ήταν η αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου για τα θέματα του καταναλωτή. Η επιλογή αυτή έγινε ούτως ώστε να τεθούν οι βάσεις για την έκδοση της νέας οδηγίας που εκδόθηκε για την προστασία των καταναλωτών[4] η οποία αποτελούσε προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τις δραστηριότητες της Επιτροπής εκδόθηκαν τελικά έως σήμερα δύο εκθέσεις της Επιτροπής ήτοι 1)Η Έκθεση της Επιτροπής: Πρώτη ετήσια έκθεση σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου [COM(2005) 456 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα].» και η 2) η « Έκθεση Επιτροπής, Δεύτερη έκθεση προόδου για το ΚΠΑ, COM(2007)447 τελικό»[5]
Σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την αναθεώρηση του κεκτημένου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει εκδώσει μια σειρά από Ψηφίσματα[6] με τα οποία μνημονεύεται καταρχάς ότι η ενιαία εσωτερική αγορά δε μπορεί να καταστεί πλήρως λειτουργική αν δεν πραγματοποιηθούν περαιτέρω βήματα προς την εναρμόνιση του αστικού δικαίου. Περαιτέρω δε σημειώνεται ότι παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή αρνείται ότι στόχος της με το ΚΠΑ είναι η δημιουργία ενός πλήρους ευρωπαϊκού αστικού κώδικα η πρωτοβουλία αυτή της Επιτροπής προς τα εκεί κατατείνει και για το λόγο αυτό επισημαίνει το κοινοβούλιο κάποια διαδικαστικά ζητήματα αλλά και κάποια θέματα ουσιαστικού δικαίου που προκύπτουν αναδεικνύοντας την ανάγκη την ανάγκη για στενότερη συνεργασία της Επιτροπής με το Κοινοβούλιο για το θέμα προκειμένου να εκδοθεί μια ή περισσότερες δεσμευτικές πράξεις.
Εν όψει αυτών των δεδομένων, πραγματικών και νομικών , τίθεται το ζήτημα της ανάγκης πραγματικής εναρμόνισης των δικαίων των κρατών μελών ιδίως στον τομέα των συμβάσεων που αποτελούν και το θεμέλιο της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς. Οι διαφορές μεταξύ common law και civil law στο δίκαιο των συμβάσεων είναι σημαντικές και διόλου αμελητέες και στο ενδεχόμενο μιας αντίστοιχης «ευρωπαϊκής κωδικοποίησης» του δικαίου των συμβάσεων θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να διαφανεί ποιες αρχές θα επικρατήσουν. Χωρίς αμφιβολία σημαντικές διαφορές στα δίκαια των κρατών μελών εντοπίζονται πλέον και σε άλλους τομείς του αστικού δικαίου όπως στο οικογενειακό (όπου για παράδειγμα επιτρέπονται σε κάποιες χώρες μέλη οι γάμοι των ομοφυλοφίλων) αλλά και το κληρονομικό (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα trust του αγγλοσαξωνικού δικαίου). Και στους τομείς αυτούς υπάρχει ανάγκη μέριμνας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τίθεται ζήτημα εναρμόνισης η οποία ωστόσο θα είναι δυσχερέστερη εν όψει των ιδιομορφιών των διαφόρων νομοθεσιών και των διαφορετικών κοινωνικών αντιλήψεων περί του χρηστού και ηθικού. Τα βήματα τα οποία έχει έως σήμερα κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι καθώς φαίνεται διστακτικά αλλά σταθερά το ζήτημα όμως με την πάροδο του χρόνου καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος του ενδιαφέροντός της. Η δημιουργία ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού αστικού Κώδικα αποτελεί μια ανάγκη για τη διευκόλυνση των συναλλακτικών δραστηριοτήτων στην πραγματικότητα όμως θα πρέπει να γίνει με τρόπο που θα σεβαστεί τις διαφορετικές νομικές παραδόσεις και συστήματα ούτως ώστε να μετριαστούν οι αντιδράσεις από τα κράτη μέλη και να υπάρξει μια πραγματική προοπτική εναρμόνισης. Δεδομένου ότι κάποια κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, διαχωρίζουν το ιδιωτικό από το δημόσιο δίκαιο - με αντίστοιχο διαχωρισμό των συναπτομένων συμβάσεων- η δημιουργία ενός κώδικα με αρχές που θα καταλαμβάνουν όλα τα είδη συμβάσεων (δημόσιες και μη) θα προκαλέσει ενδεχομένως ευρύτερους προβληματισμούς και συζητήσεις.




[1] Βλ. http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/l33158.htm . Το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής ένωσης έως σήμερα εντοπίζεται ιδίως στα κείμενα για την προστασία του καταναλωτή, http://ec.europa.eu/consumers/cons_int/safe_shop/fair_bus_pract/cont_law/index_en.htm, σε θέματα συνεργασίας των κρατών μελών στη δικαστική προστασία σε υποθέσεις αστικού δικαίου, βλ. http://ec.europa.eu/justice_home/fsj/civil/fsj_civil_intro_en.htm και κάποια κείμενα για συγκεκριμένες συμβάσεις όπως λχ οι συμβάσεις διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας, οι συμβάσεις για τη χρονομεριστική μίσθωση γιατί στους τομείς αυτούς παρουσιάστηκε επιτακτική ανάγκη εναρμόνισης.
[2] Βλ. http://ec.europa.eu/consumers/cons_int/safe_shop/fair_bus_pract/cont_law/analyticaldoc_el.pdf για τις αντιδράσεις σχετικά με το σχέδιο δράσης.
[3] http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/l33158.htm

[4] ΝΟΜΟΣ 3587,ΦΕΚ Α 152/10.7.2007Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 2251/1994 "Προστασία τωνκαταναλωτών", όπως ισχύει-Ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 149). Βλ και
http://ec.europa.eu/consumers/cons_int/safe_shop/fair_bus_pract/cont_law/progress05_el.pdf
http://ec.europa.eu/consumers/cons_int/safe_shop/fair_bus_pract/cont_law/index_en.htm
[5] Βλ.σχετικά http://ec.europa.eu/consumers/cons_int/safe_shop/fair_bus_pract/cont_law/index_en.htm και Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο: Το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και η αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου: πορεία προς τα εμπρός [COM(2004) 651 τελικό - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα], Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο - Ένα συνεκτικότερο ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων - Σχέδιο δράσης [COM(2003) 68 τελικό - Επίσημη Εφημερίδα C 63 της 15.03.2003]
Τα συμπεράσματα των εκθέσεων της Επιτροπής χρησιμοποιήθηκαν για να τροφοδοτήσουν την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής για την επισκόπηση του κεκτημένου για θέματα του καταναλωτή που εκδόθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2007.
[6] EE C 158 της 26.6.1989, σελ.400, EE C 205 της 25.7.1994, σελ.518, EE C 140 Ε της 13.6.2002, σελ.538, ΕΕ C 76 Ε της 25.3.2004, σελ.95, 2005/2022 (ΙΝΙ)

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

ΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΕΥΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 7 του Σ 1975/1986/2001, «τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες». Σχετική πρόβλεψη συναντάται για πρώτη φορά στο Σύνταγμα της Τροιζήνος του 1827[1], και έκτοτε απαντάται με παρεμφερή διατύπωση σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, εντασσόμενη μάλιστα στη διάταξη που κατοχυρώνει την ισότητα των πολιτών (με εξαίρεση το Σύνταγμα του 1844, όπου - λόγω και της μοναρχικής αρχής που τούτο καθιερώνει – εντάσσεται στο «περί του Βασιλέως» κεφάλαιο) [2].

Β. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Κατά την έννοια που ανέκαθεν είχε η συνταγματική διάταξη, εκείνο το οποίο απαγορεύεται είναι όχι κάθε απονομή τιμής ή βαθμού, αλλά η απονομή ή η αναγνώριση υπαρχόντων (με οποιοδήποτε τρόπο, λ.χ. με κληρονομικό δίκαιο) προσωπικών ή οικογενειακών τίτλων ευγενείας ή διακρίσεως, όπως είναι οι γνωστοί σε άλλες χώρες από την κληρονομική συγκρότηση της αριστοκρατίας, είτε αντιστοιχούν σε αυτούς ορισμένα προνόμια ή δικαιώματα, είτε όχι[3]. Έτσι, δεν καταλαμβάνεται από τη συνταγματική απαγόρευση η αναγνώριση ή απονομή ακαδημαϊκών τίτλων («διδάκτωρ», «επίτιμος διδάκτωρ»), που συνδέονται και με το άρθρο 16 Σ/1975 και την εκείσε απορρέουσα προαγωγή της έρευνας και της επιστήμης, χάριν της ηθικής δικαίωσης, ή τίτλων και αξιωμάτων σε διατελέσαντες λειτουργούς ή αξιωματούχους του Κράτους («ομότιμος καθηγητής», «επί τιμή», «εν αποστρατεία»), που πρέπει να θεωρηθούν περισσότερο ως ηθικές αμοιβές, ούτε υπαλληλικών και ιεραρχικών τίτλων, πολιτικών και στρατιωτικών, εφόσον αντιστοιχούν σε κατεχόμενη θέση ή λειτουργία ή υπηρεσία οργάνου του Κράτους[4],[5].
Σημειώνεται επίσης ότι δεν καταλαμβάνεται από την απαγόρευση αυτή η απονομή παρασήμων σε στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και πολίτες εν γένει ως αναγνώριση και επιβράβευση για εξαίρετες υπηρεσίες προς την πατρίδα ή για λαμπρές επιδόσεις σε κάποιο τομέα της δημόσιας ζωής, των γραμμάτων, τεχνών, επιστήμης και της οικονομίας· κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 Σ «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απονέμει τα προβλεπόμενα παράσημα σύμφωνα με τις διατάξεις του σχετικού νόμου».
Ως προς τους Βασιλείς και Διαδόχους, πριν το 1974, πρόβλημα με την απαγόρευση δεν υπήρχε, διότι η ιδιότητά τους προβλεπόταν ευθέως στο Σύνταγμα και συνοδευόταν με σειρά αρμοδιοτήτων, προνομιών και υποχρεώσεων. Ως προς τα μέλη όμως της βασιλικής οικογένειας, πριν το 1974, αυτά απολάμβαναν μεν «τιμητικών δικαιωμάτων» και προνομίων (περιουσία, κατάθεση ως μαρτύρων κλπ), αλλά εθεωρούντο υπήκοοι, υποκείμενοι στους νόμους όπως και οι άλλοι πολίτες, μη αποτελώντας ιδιαίτερη προνομιούχο τάξη· η σχετική απαγόρευση καταλάμβανε και τα μέλη της βασιλικής οικογένειας[6]. Για το λόγο αυτό, το Β.Δ. της 22.8.1868 το οποίο απένειμε την «προσωνυμία» «Δούξ της Σπάρτης» στον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο και γενικά στους μελλοντικούς Διαδόχους θεωρήθηκε αντισυνταγματικό[7].
Ζήτημα ετέθη και ως προς την απονομή του «αξιώματος» του «Στρατάρχου» στον Στρατηγό Αλ. Παπάγο. Κατά την επικρατήσασα τελικά άποψη, θεωρήθηκε ότι επρόκειτο περί τιμητικού τίτλου, καίτοι μη γνωστού στη στρατιωτική ιεραρχία, και όχι «αξιώματος», παρά το γράμμα του νόμου[8].

Γ. ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Η απαγόρευση απονομής και αναγνώρισης τίτλων ευγένειας ή διάκρισης εντάσσεται συστηματικά στο άρθρο 4 Σ που κατοχυρώνει τη γενική αρχή της ισότητας (παρ. 1) και ειδικότερες εκφάνσεις της και αποτελεί – τουλάχιστον κατά την αρχική σύλληψη του περιεχομένου της σχετικής διάταξης στο ισχύον και στα προϊσχύσαντα συντάγματα - την κοινωνική της διάσταση ή άλλως κοινωνική ισότητα[9]. Ο συντακτικός νομοθέτης του Σ 1975 συμπεριέλαβε ρητώς τη διάταξη αυτή στις κατ’ άρθρο 110 παρ. 1 Σ θεμελιώδεις και μη αναθεωρήσιμες διατάξεις, όπως επίσης και στις μη δυνάμενες να ανασταλούν κατ’ άρθρο 48 παρ. 1.
Η διάταξη αυτή, της οποίας η θέσπιση ανάγεται στο πρώιμο στάδιο της συνταγματικής ιστορίας, και μάλιστα στην επαναστατική της φάση[10], αποτέλεσε ιστορικά μέσο άμυνας της ανερχόμενης αστικής τάξης έναντι των φορέων κληρονομικών εξουσιών και ταξικών προνομίων. Ενόψει όμως του γεγονότος ότι οι ιστορικοί λόγοι που οδήγησαν στη θέσπισή της έχουν πλέον εκλείψει, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί μάλλον απαρχαιωμένη[11]. Συγκριτικά άλλωστε, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι τίτλοι ευγενείας εξακολουθούν να παίζουν σημαντικό ρόλο, σε λίγες μόνο χώρες με βασιλικό πολίτευμα διατηρήθηκε η απονομή τίτλων ευγενείας υπό τον όρο ότι οι (παλαιοί και νέοι) τίτλοι δεν θα συνοδεύονται με κανένα προνόμιο[12],[13]· ορισμένες χώρες με συνταγματική διάταξη απαγορεύουν την απονομή τίτλων ευγενείας[14], ενώ στα περισσότερα σύγχρονα συντάγματα δεν γίνεται σχετική μνεία[15]. Η θέση αυτή, η οποία μπορεί να στηριχθεί πρωτογενώς στο πλέγμα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν τη δημοκρατική αρχή, τη λαϊκή κυριαρχία και την πρωταρχική θέση του πολίτη (άρθρα 1 και 2 Σ/1975), ενισχύεται και από την συνταγματική αναθεώρηση του 2001, η οποία εμπέδωσε στο άρθρο 25 την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Πάντως, δεν πρέπει να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι η διάταξη αυτή φαίνεται να απέκτησε με τη μεταπολίτευση του 1974 και την εγκαθίδρυση της Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας έναντι της Βασιλευομένης νέο νοηματικό περιεχόμενο, αναγόμενο στη διασφάλιση της μορφής του πολιτεύματος[16].



[1] Άρθρο 27 εδ. α΄: «Κανένας τίτλος ευγενείας δεν δίδεται από την Ελληνικήν Πολιτείαν»· άρθρο 28: «Τα επίθετα Εκλαμπρότατος, Εξοχώτατος κτλ δεν δίδονται εις κανένα Έλληνα εντός της Επικρατείας. Εις μόνον τον Κυβερνήτην δίδεται το επίθετον Εξοχώτατος· αλλά και τούτο συμπαύει με το αξίωμά του».
[2] Άρθρο 33 παρ. 2 Σ/1844: «Ο Βασιλεύς […] δεν δύναται […] να χορηγή τίτλους ευγενείας και διακρίσεως, ουδέ να αναγνωρίζει τοιούτους απονεμομένους παρά ξένου Κράτους εις πολίτας Έλληνας».
Άρθρο 3 Σ/1864/1911 in finem: «Εις πολίτας Έλληνας τίτλοι ευγενείας ή διακρίσεως ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται»
Άρθρο 6 παρ. 3 εδ. β΄ Σ/1927: «Εις πολίτας Έλληνας τίτλοι ευγενείας ή διακρίσεως ή παράσημα, πλην των μεταλλίων πολέμου, ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται». Όμοια είναι η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 εδ. β΄ του θνησιγενούς Σ/1925-1926. Αξιοσημείωτη είναι η συμπερίληψη στην απαγόρευση της απονομής παρασήμων που ανάγεται στο κλίμα της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας.
Άρθρο 3 παρ. 4 Σ/1952: «Εις πολίτας Έλληνας τίτλοι ευγενείας ή διακρίσεως ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται».
[3] Α. Σβώλος-Γ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Ερμηνεία – Ιστορία – Συγκριτικόν Δίκαιον, Μέρος Ι, Τόμος Α΄, 1954 (Αθήναι, Έκδοσις Αντ. Ν. Σάκκουλα 1978) σελ. 236 επ.
[4] Π. Δ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, 2η αναθ. έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2005, σελ 1291 επ.· Ηλίας Κυριακόπουλος, Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον Β΄, 4η έκδ. 1991, σελ. 192 επ.· Α. Σβώλος-Γ. Βλάχος, όπ.π., σελ 237.
[5] Έτσι και Σ. Στεφανόπουλος, ειδικός αγορητής της πλειοψηφίας κατά τη συζήτηση του Σ/1975 εις Βουλή των Ελλήνων, Ε΄ Αναθεωρητική, Περίοδος Α΄ Προεδρευομένης Δημοκρατίας – Σύνοδος Α΄, Πρακτικά των συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, Αθήναι 1975, σελ. 396 (Β΄ Υποεπιτροπή).
[6] Ν. Ν. Σαρίπολος, Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιο, Τόμος Α, 3η έκδοση, 1915, σελ. 199.
[7] Α. Σβώλος-Γ. Βλάχος, όπ.π., σελ 237· Ηλίας Κυριακόπουλος, όπ.π., σελ. 192.
[8] Κυριακόπουλος, όπ.π., σελ 192· Α. Σβώλος, όπ.π., σελ. 237.
[9] Π. Δ. Δαγτόγλου, όπ.π., σελ. 1196.
[10] Βλ. άρθρο ΙΙ section 9 subsection 8 του συντάγματος των ΗΠΑ του 1787/1789· άρθρο 1 εδ. β΄ της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1789.
[11] Έτσι και Π. Δ. Δαγτόγλου, όπ.π., σελ. 1291.
[12] Π.χ. άρθρο 113 του βελγικού συντ/τος· άρθρο 83 του δανικού συντ/τος· άρθρο 40 του λουξεμβουργιανού συντ/τος.
[13] Το άρθρο 109 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (1919) απέκλεισε μεν τη δυνατότητα απονομής νέων τίτλων ευγενείας, διατήρησε όμως τους μέχρι τούδε απονεμηθέντες τίτλους ως απλό συστατικό μέρος του ονόματος, καταργώντας παράλληλα όλα τα απονεμηθέντα προνόμια
[14] Π.χ. άρθρο 149 παρ. 1 του αυστριακού συντ/τος (το οποίο καταργεί ταυτόχρονα τους παλαιούς τίτλους)· άρθρο 40 παρ. 2 του ιρλανδικού συντ/τος· άρθρο 28 παρ. 3 και 4 του κυπριακού συντ/τος.
[15] Βλ. περισσότερα για τους τίτλους ευγενείας εις http://en.wikipedia.org/wiki/Nobility.
[16] Με αφορμή τη διαμάχη για τη λεγόμενη «βασιλική περιουσία», ζήτημα τέθηκε ως προς τη χρήση της ονομασίας «τέως βασιλεύς» από τον έκπτωτο Βασιλιά Κωνσταντίνο ενόψει του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 2215/1994 (που ρύθμισε το θέμα της «βασιλικής περιουσίας» καταργώντας το ν. 2086/1992) σύμφωνα με το οποίο «Ένδικα βοηθήματα ή μέσα, ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, απορρίπτονται ως απαράδεκτα, αν ο διάδικος χρησιμοποιεί για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς του παλαιούς τίτλους ευγενείας ή την ονομασία πολιτειακού αξιώματος που κατείχε, ακόμη και με την ένδειξη πρώην ή τέως ή άλλη συναφή». Η πλειοψηφία της απόφασης 4575/1996 ΟλΣτΕ (όμοιες οι 4576, 4577, 4578/1996) δέχθηκε ότι «ο αιτών, τέως βασιλιάς των Ελλήνων, έκπτωτος ήδη, σύμφωνα με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 8ης Δεκεμβρίου 1974, στερείται επωνύμου λόγω των ιστορικών περιστάσεων και ειδικότερα γιατί οι βασιλιάδες των Ελλήνων δεν είχαν επώνυμο (βλ. συναφώς Ψήφισμα της Β των Ελλήνων Συνέλευσης της 18.3.1963, σύμφωνα με το οποίο ο ιδρυτής της δυναστείας Χριστιανός, Γουλιέλμος, Φερδινάνδος, Αδόλφος, Γεώργιος, δευτερότοκος γιος του πρίγκηπα Χριστιανού της Δανίας, ανακηρύσσεται "Συνταγματικός βασιλεύς των Ελλήνων με το όνομα "Γεώργιος Α Βασιλεύς των Ελλήνων", καθώς και το έγγραφο του Γραφείου Πρωθυπουργού της Δανίας με ημερομηνία 1.7.1983, το οποίο πιστοποιεί ότι "από το βασιλιά Christian IX και εφεξής κανείς Δανός βασιλιάς ή μέλος της δανικής βασιλικής οικογένειας δεν φέρει ή έφερε το όνομα Γλίκσμπουργκ ή οποιοδήποτε άλλο επώνυμο"). Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις ο αιτών έχει δικαίωμα να τύχει δικαστικής προστασίας κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος, απευθυνόμενος στο δικαστήριο με το κύριο όνομά του, αρκεί να προκύπτει κάθε φορά, από το περιεχόμενο του δικογράφου, η ταυτότητά του. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών, για να προσδιορίσει την ταυτότητά του, αναφέρει, στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, ότι η αίτηση αυτή ασκείται από τον Κωνσταντίνο, πρώην βασιλιά των Ελλήνων. Η ονομασία αυτή, "πρώην βασιλιάς", αναφέρεται στο δικόγραφο όχι ως τίτλος ευγενείας, ο οποίος απαγορεύεται από το Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ. 7), αλλά για να προσδιοριστεί η ταυτότητα του αιτούντος, ο οποίος στερείται, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, επωνύμου. Έχει, δηλαδή, την έννοια ότι ο αιτών είναι ο Κωνσταντίνος εκείνος που διατέλεσε βασιλιάς των Ελλήνων έως την έκπτωσή του. Πρόκειται για αναφορά σε ένα ιστορικό γεγονός που, όπως και άλλα στοιχεία, μπορεί πράγματι να προσδιορίσει την ταυτότητα του πιο πάνω προσώπου, προκειμένου το πρόσωπο αυτό να τύχει δικαστικής προστασίας. Υπό τις ανωτέρω λοιπόν περιστάσεις, και από την άποψη ειδικώς του άρθρου 20 του Συντάγματος, ο αιτών, εφόσον η ταυτότητά του προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου, νομιμοποιείται, ευθέως βάσει του άρθρου 20 του Συντάγματος, να ζητήσει δικαστική προστασία, όταν προσβάλλεται δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του». Κατά τη μειοψηφία τεσσάρων Συμβούλων όμως «μετά την έκβαση του δημοψηφίσματος του έτους 1974 υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, ο νομοθέτης της πιο πάνω διάταξης του ν. 2215/1994 θεωρεί ότι ο αιτών, ο οποίος, για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς του, χρησιμοποιεί την ονομασία πολιτειακού αξιώματος που κατείχε, έστω και με την ένδειξη πρώην ή τέως, αμφισβητεί ή δεν αναγνωρίζει το πολίτευμα της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 8ης Δεκεμβρίου 1974, με το οποίο καθορίστηκε η μορφή του πολιτεύματος. Έτσι, με την παραπάνω διάταξη, όπως αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση του νόμου, "τίθεται φραγμός στη δικανική χρήση τίτλων και προσδιοριστικών στοιχείων του καταργηθέντος πολιτειακού αξιώματος που θίγουν την ευαισθησία του ελληνικού λαού". Συνεπώς, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η πιο πάνω διάταξη του νόμου 2215/1994 θέτει προϋπόθεση που βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 1 του Συντάγματος, γιατί αποβλέπει στην παρεμπόδιση των πιο πάνω αμφισβητήσεων του πολιτεύματος, και δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 αυτού. Εξάλλου, από την άποψη αυτή δεν έχει σημασία ότι ο αιτών, όπως ισχυρίζεται, δεν έχει επώνυμο, αφού μπορεί να χρησιμοποιήσει, για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς του, αλλά προσδιοριστικά στοιχεία εκτός από την ονομασία πολιτειακού αξιώματος που κατείχε». Τη γνώμη της πλειοψηφίας ακολούθησε το ΑΕΔ (απόφαση 45/1997).

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Η Οδηγία 2005/36/ΕΚ

Ποια είναι λοιπόν η περίφημη Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων για την οποία γίνεται τόση φασαρία στην Ελλάδα?

Θα πρέπει να σημειώσουμε αρχικά ότι με την οδηγία αυτή καταργήθηκαν οι οδηγίες 89/48 και η 92/51 που ίσχυαν μέχρι σήμερα για την αναγνώριση των πτυχίων. Η οδηγία 2005/36 αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ενιαίου και συνεπούς νομικού πλαισίου, βασισμένου σε ελαστικότερες προϋποθέσεις παροχής υπηρεσιών, έναν μεγαλύτερο αυτοματισμό στην αναγνώριση των προσώπων και μια μεγαλύτερη ευελιξία των διαδικασιών ενημέρωσης της οδηγίας.
Iσχύει για κάθε υπήκοο κράτους μέλους που επιθυμεί να ασκήσει ένα νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε ένα κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο όπου απέκτησε τα επαγγελματικά του προσόντα είτε ως ανεξάρτητος είτε ως μισθωτός
Οι ειδικές οδηγίες σχετικά με την παροχή υπηρεσιών και την εγκατάσταση των δικηγόρων (ήτοι οι οδηγίες 77/249/EOK και 98/5/ΕΚ) δεν λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής καθόσον δεν αποσκοπούν στην αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, αλλά στην αναγνώριση άδειας άσκησης επαγγέλματος. Η αναγνώριση των πτυχίων των δικηγόρων διέπεται τη στιγμή αυτή από την οδηγία 89/48/EOK και καλύπτεται ως εκ τούτου από την νέα οδηγία 2005/36/ΕΚ.
Η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων επιτρέπει στο δικαιούχο να έχει πρόσβαση, στο κράτος μέλος υποδοχής, στο επάγγελμα για το οποίο διαθέτει τα επαγγελματικά προσόντα και να το ασκήσει με τις ίδιες συνθήκες όπως οι εντόπιοι πολίτες αυτού του κράτους μέλους όταν αυτό έχει ρυθμιστεί νομοθετικά.
Kάθε κοινοτικός υπήκοος νόμιμα εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος δύναται, να παρέχει υπηρεσίες κατά τρόπο προσωρινό και περιστασιακό σε άλλο κράτος μέλος, με βάση τον αρχικό του επαγγελματικό, τίτλο, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει αναγνώριση των εν λόγω επαγγελματικών του προσόντων. Εντούτοις, στην περίπτωση μετακίνησης με σκοπό την παροχή υπηρεσιών του παρέχοντος υπηρεσίες εκτός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος, ο πάροχος θα πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει δύο έτη επαγγελματικής εμπειρίας όταν το υπόψη επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά ρυθμισμένο στο εν λόγω κράτος.
Το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να απαιτήσει από μέρους του παρόχου να προβεί σε προκαταρκτική δήλωση πριν από την πρώτη παροχή υπηρεσιών στην επικράτειά του και να ανανεώνει αυτήν την δήλωση κάθε χρόνο προσθέτοντας σε αυτή τις πληροφορίες σχετικά με τις ασφαλιστικές καλύψεις ή άλλα μέσα προσωπικής ή συλλογικής προστασίας σχετικά με την επαγγελματική ευθύνη. Το κράτος μέλος υποδοχής δύναται εξάλλου να απαιτήσει η πρώτη δήλωση να συνοδεύεται από ορισμένα έγγραφα που απαριθμούνται κατά τρόπο περιοριστικό, όπως η απόδειξη της υπηκοότητας του παροχέα, μία βεβαίωση της νόμιμης σύστασης της επιχείρησης και αποδεικτικό στοιχείο των επαγγελματικών του προσόντων.
Εάν το κράτος μέλος υποδοχής απαιτήσει μία εγγραφή pro forma στον αρμόδιο επαγγελματικό οργανισμό, η εγγραφή αυτή θα πρέπει να γίνει αυτόματα με βάση τη διαβίβαση στην αρμόδια επαγγελματική οργάνωση ή επαγγελματικό οργανισμό του φακέλου του ενδιαφερομένου από την αρμόδια αρχή-παραλήπτη της προηγούμενης δήλωσης. Για τα επαγγέλματα που εμπλέκονται σε θέματα υγείας ή δημόσιας ασφάλειας που επωφελούνται αυτόματης αναγνώρισης, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να προβεί σε προηγούμενο έλεγχο των επαγγελματικών προσόντων του παρόχου με τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
Στην περίπτωση κατά την οποία η παροχή πραγματοποιείται με επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους εγκατάστασης ή τον τίτλο κατάρτισης του παρόχου, το κράτος μέλος υποδοχής γίνεται να απαιτήσει από τον πάροχο να παράσχει ορισμένες πληροφορίες στους καταναλωτές, που αφορούν συγκεκριμένα τις ασφαλιστικές καλύψεις έναντι των οικονομικών κινδύνων που συνδέονται με την ενδεχόμενη αμφισβήτηση της επαγγελματικής του ευθύνης.
Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν την ανταλλαγή των απαραίτητων πληροφοριών ώστε η καταγγελία ενός αποδέκτη μιας υπηρεσίας έναντι ενός παρέχοντος υπηρεσίες να εξετασθεί σωστά. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί εξάλλου να ζητήσει από το κράτος μέλος εγκατάστασης πληροφορίες σχετικά με την νόμιμη εγκατάστασή του, την καλή του συμπεριφορά και την απουσία επαγγελματικών κυρώσεων.
Διευκόλυνση της προσωρινής και κατά περίπτωση παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών
Kάθε κοινοτικός υπήκοος νόμιμα εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος δύναται, να παρέχει υπηρεσίες κατά τρόπο προσωρινό και περιστασιακό σε άλλο κράτος μέλος, με βάση τον αρχικό του επαγγελματικό, τίτλο, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει αναγνώριση των εν λόγω επαγγελματικών του προσόντων. Εντούτοις, στην περίπτωση μετακίνησης με σκοπό την παροχή υπηρεσιών του παρέχοντος υπηρεσίες εκτός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος, ο πάροχος θα πρέπει εξάλλου να αποδείξει ότι διαθέτει δύο έτη επαγγελματικής εμπειρίας όταν το υπόψη επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά ρυθμισμένο στο εν λόγω κράτος.

Βελτίωση των υφισταμένων συστημάτων αναγνώρισης για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης σε άλλο κράτος μέλος
Η «ελευθερία εγκατάστασης» ισχύει ως πλαίσιο όταν ένας επαγγελματίας επωφελείται της ελευθερίας εγκατάστασης σε ένα άλλο κράτος μέλος για να ασκήσει εκεί μια επαγγελματική δραστηριότητα κατά τρόπο διαρκή. Στο πλαίσιο της εγκατάστασης, η οδηγία περιλαμβάνει τα τρία υφιστάμενα καθεστώτα αναγνώρισης:
γενικό καθεστώς της αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων (κεφάλαιο Ι της οδηγίας). Το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται επικουρικά σε όλα τα επαγγέλματα που δεν αποτελούν το αντικείμενο ειδικών κανόνων αναγνώρισης καθώς και για ορισμένες καταστάσεις κάτω από τις οποίες ο διακινούμενος επαγγελματίας δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα λοιπά συστήματα αναγνώρισης. Αυτό το γενικό καθεστώς στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των μέτρων αντιστάθμισης σε περίπτωση ουσιαστικών διαφορών μεταξύ της κατάρτισης που κατέχει ο διακινούμενος και εκείνης που απαιτείται στο κράτος μέλος της υποδοχής. Το μέτρο αντιστάθμισης μπορεί να λάβει τη μορφή μιας περιόδου προσαρμογής * ή μιας δοκιμασίας επάρκειας * . Η επιλογή μεταξύ του ενός ή του άλλου μέτρου ανήκει, κατ' αρχήν, στον διακινούμενο εκτός παρεκκλίσεων·
καθεστώς αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων που αποδεικνύονται με την επαγγελματική πείρα (κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας). Οι βιομηχανικές, βιοτεχνικές και εμπορικές δραστηριότητες που αναφέρονται στην οδηγία αποτελούν το αντικείμενο, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, μιας αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων που πιστοποιούνται από επαγγελματική εμπειρία.
καθεστώς αυτόματης αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων για συγκεκριμένα επαγγέλματα * (κεφάλαιο ΙΙΙ της οδηγίας). Η αυτόματη αναγνώριση των τίτλων κατάρτισης με βάση ένα συντονισμό των ελαχίστων προϋποθέσεων κατάρτισης, αφορά τα επαγγέλματα του γιατρού, του νοσηλευτή που είναι αρμόδιος για γενικές φροντίδες, του οδοντιάτρου, του κτηνιάτρου, της μαίας, του φαρμακοποιού και του αρχιτέκτονα.

Καθεστώς αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων που πιστοποιούνται με επαγγελματική εμπειρία για ορισμένες βιομηχανικές, εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες (κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας)
Λαμβάνοντας τις κατηγορίες επαγγελματικής δραστηριότητας που καλύπτονται από τις παλαιές οδηγίες, τις λεγόμενες «μεταβατικές» (ήτοι τις οδηγίες 64/222/EOK, 64/427/EOK, 68/364, 68/366/EOK, 68/368/EOK, 70/523/EOK, 75/368/EOK, 75/369/EOK, 82/470/EOK και 82/489/EOK, και που έχουν ήδη παγιωθεί με την οδηγία 1999/42/ΕΚ) και μειώνοντας τον αριθμό των περιπτώσεων αναγνώρισης σε τρεις, η παρούσα οδηγία προτίθεται να επιδιώξει το στόχο μιας νομοθετικής απλοποίησης, ορίζοντας τις ουσιώδεις προϋποθέσεις και την αναγνώριση της επαγγελματικής εμπειρίας
Τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για την αναγνώριση της επαγγελματικής εμπειρίας είναι τα έτη επαγγελματικής εμπειρίας είναι η διάρκεια και η μορφή της επαγγελματικής εμπειρίας (άσκηση του επαγγέλματος με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του μισθωτού) στον τομέα αναφοράς. Η προηγούμενη κατάρτιση λαμβάνεται επίσης υπόψη και μπορεί να μειώνει την απαιτούμενη διάρκεια της επαγγελματικής εμπειρίας. Κάθε προηγούμενη κατάρτιση, θα πρέπει πάντως, να είναι επικυρωμένη από πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος ή να κριθεί ως πλήρως έγκυρη από την αρμόδιο επαγγελματικό οργανισμό.

Καθεστώς αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων για το επάγγελμα του γιατρού, νοσηλευτή, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας, φαρμακοποιού και αρχιτέκτονα
Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει αυτομάτως τους τίτλους κατάρτισης που παρέχουν πρόσβαση στις επαγγελματικές δραστηριότητες γιατρού, νοσηλευτή αρμόδιου για γενική φροντίδα, του οδοντιάτρου, του κτηνιάτρου, μαίας, φαρμακοποιού και αρχιτέκτονα που αναφέρονται στο παράρτημα V της οδηγίας.
Η οδηγία περιλαμβάνει επίσης την αρχή της αυτόματης αναγνώρισης για τις ειδικότητες γιατρού ή οδοντιάτρου κοινές τουλάχιστον σε δύο κράτη μέλη στο υφιστάμενο δίκαιο, αλλά περιορίζει την μελλοντική εισαγωγή στην οδηγία 2005/36/ΕΚ νέων ιατρικών ειδικοτήτων- που επωφελούνται της αυτόματης αναγνώρισης - σε εκείνες που είναι κοινές σε τουλάχιστον δύο πέμπτα των κρατών μελών.
Για τους σκοπούς της ισοτιμίας των πτυχίων ορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις κατάρτισης για τα ακόλουθα επαγγέλματα:
Γιατρός, Γιατρός γενικής κατάρτισης, Ειδικευμένος γιατρός, Γενικός γιατρός, Νοσηλευτής αρμόδιος για γενικές φροντίδες, Οδοντίατρος, Ειδικευμένος οδοντίατρος, Κτηνίατρος, Μαία, Φαρμακοποιός, Αρχιτέκτονας
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι από τη συνοπτική αυτή παρουσίαστη της οδηγίας 2005/36 προκύπτει μια εντελώς γενική πληροφόρηση απαραίτητη όμως ως προς την κατανόηση των ζητημάτων τα οποία προκύπτουν και τη συμμετοχή εκάστου στο διάλογο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Με το ποστ αυτό ολοκληρώνεται η παρουσίαση πληροφοριών για το θέμα των ιδιωτικών ΑΕΙ. Η ανάλυση του φαινομένου και η νομική του αντιμετώπιση παραμένει αντικείμενο διαλόγου.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

Τα ΑΕΙ στα ελληνικά Συντάγματα



Η παιδεία έλαβε θέση μέσα στα συνταγματικά κείμενα του νέου ελληνικού κράτους εγκαίρως[1]. Συνέχισε να κατέχει περίοπτη θέση και να δίδει αφορμή για σημαντικές αποφάσεις των δικαστηρίων μέχρι σήμερα οπότε προτάθηκε και πάλι η αναθεώρηση του άρθρου 16 Σ με τις γνωστές συνέπειες.

Aν και στα πρώτα Συντάγματα του Aγώνα (Eπιδαύρου 1822, Aστρους 1823) δεν προβλέπεται ακόμη υπουργός Παιδείας, καθώς προχωρεί η απελευθέρωση και εδραιώνεται η πίστη στη μελλοντική ύπαρξη και λειτουργία του ελεύθερου κράτους, η διοίκηση (κυβέρνηση) κάνει βήματα προς την κατεύθυνση της οργάνωσης πλήρους συστήματος εκπαίδευσης.
Tο άρθρο του Συντάγματος του 1844 επαναλαμβάνεται αυτούσιο, ως προς την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, στο Σύνταγμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας του 1864[3]. Tο ίδιο θα αποτελέσει, άλλωστε, και τη βάση του επόμενου βελτιωμένου ως προς την παροχή της δημόσιας εκπαίδευσης Συντάγματος του 1911 -τότε για πρώτη φορά χαρακτηρίζεται και δωρεάν...
O Xαρίλαος Tρικούπης ήταν ο πρώτος που επιχείρησε ένα «μεικτό σύστημα» δημόσιας και ιδιωτικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ένα από τα βασικά επιχειρήματά του ήταν πως είναι άδικο να πληρώνουν όλοι οι φορολογούμενοι για τα Πανεπιστήμια, όταν φοιτούν σε αυτά τα παιδιά μερικών μόνο[4]!

Mέχρι και το Σύνταγμα του 1952[5], δεν υπάρχει συγκεκριμένη διάταξη με την οποία να απαγορεύεται ρητά η ίδρυση πανεπιστημίου από ιδιώτες. Στο Σύνταγμα του 1952 αναφέρεται πάντως ότι οι καθηγητές των ΑΕΙ πρέπει να είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Στην ίδια ρύθμιση τέθηκε και ο ελληνοχριστιανικός προσανατολισμός της παιδείας[6]. Η ρύθμιση αυτή θα μπορούσε να εδράζεται στις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν την απελευθέρωση στο Πανεπιστήμιο [7]..

Η χούντα ήταν εκείνη που πρώτη χαρακτήρισε τα πανεπιστήμιά μας ως ΝΠΔΔ. Έως τότε, το Σύνταγμα του 1952 όριζε ότι τα ΑΕΙ «αυτοδιοικούνται υπό την εποπτείαν του κράτους, οι δε καθηγηταί τούτων είναι δημόσιοι υπάλληλοι» (άρθρο 16 παρ. 4). Η διάταξη, όπως και η προηγούμενη, υιοθετήθηκε και αυτή επί εμφυλίου πολέμου. Την ψήφισή της την είχαν ζητήσει τότε οι ίδιοι οι καθηγητές πανεπιστημίου. Όμως, όπως τόνιζε ο πρόεδρος της αρμόδιας Επιτροπής Αναθεωρήσεως, ακόμη και αν δεν την είχαν ζητήσει οι καθηγητές, η Βουλή θα όφειλε να την περιλάβει στο Σύνταγμα, «διά να δύναται το κράτος να λέγη εις αυτούς: "Κύριοι, θα διδάσκετε εις τα ΑΕΙ κατά τους νόμους τους ιδικούς μου και όχι κατά τας ιδικάς σας πεποιθήσεις, εάν αύται αντίκεινται προς τα καθιερωμένα υπό της ελληνικής κοινωνίας και πολιτείας[8].

Η ρύθμιση αυτή δεν απαγόρευε τη λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων. Το 1961 το Συμβούλιο της Επικρατείας,έκρινε ότι η παρ. 4 του άρθρου 16 του Σ. 1952 έπρεπε να εφαρμόζεται «μόνον επί των δημοσίων ΑΕΙ» και όχι επί σχολών που είχαν ιδρυθεί από ιδιώτες, όπως η Πάντειος.

Όπως προκύπτει από τα επίσημα κείμενα, ο λόγος που η χούντα όρισε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα, με ρητή διάταξη, ότι τα πανεπιστήμια είναι «αυτοδιοικούμενα ΝΠΔΔ» (άρθρο 17 παρ. 4 Σ. 1968), ήταν ακριβώς αυτός, δηλαδή η αποτροπή της ίδρυσης ιδιωτικών ΑΕΙ ή ξένων.

Στην αναθεωρητική Bουλή του 1975, όλες οι πτέρυγες της Bουλής θεωρούν αυτονόητη τη δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Aλλά και την απαγόρευση της ίδρυσης ιδιωτικών ανωτάτων ιδρυμάτων. Aπό τη σύσταση της Kοινοβουλευτικής Eπιτροπής του Συντάγματος μέχρι την ψήφισή του, ουδεμία αντίθετη άποψη διατυπώνεται για τις συγκεκριμένες προβλέψεις του άρθρου 16. H κριτική που ασκεί η αντιπολίτευση είναι για ατολμία της κυβέρνησης σε άλλα σημεία του (συμμετοχή φοιτητών, πανεπιστημιακό άσυλο κ.λπ.).
«Oδηγεί την Eλλάδα προς τα πίσω», όπως χαρακτηριστικά σημείωνε ο εισηγητής της μείζονος αντιπολίτευσης Δημήτρης Tσάτσος. Πίσω, ως προς τα προωθημένα αιτήματα της πλειονότητας των πολιτών της εποχής, της εκπαιδευτικής κοινότητας και του ρωμαλέου ριζοσπαστικού φοιτητικού κινήματος.
Tο πνεύμα της κυβέρνησης Kαραμανλή συμπυκνώνει η θέση που αναπτύσσει ο εισηγητής της N.Δ. στην αρμόδια επιτροπή για την αναθεώρηση Δ. Nιάνιας: «H ανωτάτη παιδεία είναι και οφείλει να είναι μόνον κρατική, διά τον φόβον των μπίζνες...». Tην ίδια αντίληψη έχει και διατυπώνει πολλές φορές ο κατοπινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Kωνσταντίνος Tσάτσος.
H αντιπολίτευση επαυξάνει και διεκδικεί η απαγόρευση να επεκταθεί και στην ανώτερη εκπαίδευση. Kατά τη συζήτηση του άρθρου 16 στην ολομέλεια της Bουλής, ο A. Παπανδρέου είναι κατηγορηματικός, όπως προκύπτει από τα πρακτικά: «Hμείς δεν συμφωνούμε με την ιδέα ότι οι ανώτερες σχολές ημπορούν να είναι αντικείμενον ιδιοκτησίας ή να κατευθύνονται, να διοικούνται από ιδιώτες είτε Έλληνες είτε ξένους, ιδιαιτέρως ξένους... Oι διδάσκοντες σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια θα πρέπει να εξομοιωθούν με τους δημοσίους λειτουργούς...».
Για το ίδιο θέμα η παραδοσιακή Aριστερά διακηρύσσει: «H κατάσταση με το άρθρο 16 χειροτερεύει στο θέμα των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων σε σχέση με το Σύνταγμα του 1952.... Mε τη νέα ρύθμιση μπορούν και ξένοι να ιδρύουν ακόμη και ανώτερες σχολές...».

Στη συνέχεια προτάθηκε η αναθεώρηση του άρθρου 16 από τη Νέα Δημοκρατία χωρίς όμως να επικρατήσουν οι απόψεις της μέχρι σήμερα[9].

Αρχικά η ΝΔ ζήτησε την αναθεώρηση του άρθ. 16 το 1996[10].

Η πρόταση της ΝΔ το 2001 δεν έγινε ομοίως ακουστή[11]. Κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την αναθεώρηση του Συντάγματος η Νέα Δημοκρατία επικαλέστηκε κατά κόρον, πρώτον, παραπεμπτική απόφαση του ΣΤ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (2807/97) με την οποία δήθεν άλλαζε η στάση του Δικαστηρίου και η απαγόρευση σύστασης ιδιωτικών ΑΕΙ εθεωρείτο αντίθετη προς το Κοινοτικό Δίκαιο και, δεύτερον, το ενδεχόμενο η διάταξη του άρθρου 16 του Ελληνικού Συντάγματος ­ που προβλέπει ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται μόνον από ΑΕΙ τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ­ να κριθεί αντίθετη προς το Κοινοτικό Δίκαιο με απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Είναι προφανές ότι οι λόγοι που επέβαλλαν την εμμονή στον αποκλειστικά κρατικό χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης δεν ήταν οι ίδιοι το 2001 και το 1975. Ούτε οι κομματικοί σχηματισμοί που την στήριξαν. Σήμερα με την προτεινόμενη αναθεώρηση τα δύο κόμματα εισηγούνται δύο εναλλακτικές εκδοχές οι οποίες εκφράζουν όμως ένα σημαντικό βαθμό συναίνεσης προς την κατεύθυνση της ίδρυσης μη κρατικών ΑΕΙ[12].
Η σύντομη αυτή περιήγηση στα κείμενα έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και στοχεύει στην βελτίωση του επιπέδου του διαλόγου με αφορμή την πρόθεση μιας νέας συνταγματικής ρύθμισης.


Με ευχές για καλό μήνα και μια ειρηνική πορεία για τα θέματα της παιδείας σήμερα το μεσημέρι.
Επίσης με την ελπίδα οι κάμερες να μην λειτουργήσουν ΠΟΤΕ ακόμη και αν οι εισαγγελείς κρίνουν ότι η λειτουργία τους επιβάλεται. Με την ελπίδα δηλαδή ποτέ να μην παρακολουθούνται οι πολίτες. Οποια και αν είναι τα αίτια που επιβάλουν δήθεν το μέτρο αυτό.

[1] Στεριάδου Κ., Η εξέλιξη των Συνταγματικών ρυθμίσεων για θέματα ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα από το 1821 έως σήμερα, εκδ. Σάκκουλα, 1993. Βλ. επίσης σε Ψαχαρόπουλο Γ., Μη κρατικά Πανεπιστήμια, το άρθ. 16 του Συντάγματος πρέπει να αλλάξει, εκδόσεις ποταμός 2004, σ. 18 επ.

[2] H πρόταση, που υποβλήθηκε και εγκρίθηκε, πρόβλεπε ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα:
«Tο πρώτον είδος να εμπεριλαμβάνη τα σχολεία διά την προκαταρκτικήν και δημώδη αγωγήν, διά της οποίας ο μαθητής να διδάσκεται μόνον το να διαβάζη, γράφη και λογαριάζη.
Tο δεύτερον να περιλαμβάνη τα λύκεια, των οποίων η σύστασις να γένη εις την πρωτεύουσαν εκάστης επαρχίας...
Tο τρίτον και τελευταίον, να συστηθή εν τουλάχιστον Πανεπιστήμιον εις την Eλλάδα, εμπεριλαμβάνον τους τέσσερας μεγάλους κλάδους της επιστημονικής παιδείας, ήγουν των θεολογίας, φιλοσοφίας, νομικής και ιατρικής, όπου να σπουδάζωσιν όσοι προτετελεσμένοι εις τα λύκεια θέλουν τελειοποιηθώσιν εις τινα επιστήμη και να την μάθωσιν ως επάγγελμα.
Aλλά επειδή τοιούτον σχέδιον δεν είναι του παρόντος καιρού, να βαλθή εις πράξιν... το πρώτον είδος».
[3] Τα συντάγματα του 1844 και του 1864 ανέφεραν στα αμοιβαία τους άρθρα 11 και 16 ότι:
«H ανωτέρα εκπαίδευσις ενεργείται δαπάνη του Kράτους, εις δε την δημοτικήν συντρέχει και το Kράτος κατά το μέτρον της ανάγκης των δήμων. Έκαστος έχει το δικαίωμα να συσταίνη εκπαιδευτικά καταστήματα, συμμορφούμενος με τους Nόμους του Kράτους».Η ρύθμιση αυτή αναδεικνύει το ζήτημα της δωρεάν παιδείας ως πρωταρχικό καθώς και αυτό της ελευθερίας της διδασκαλίας. Δεν υπάρχει καμία απαγόρευση ως προς τα Ιδιωτικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.
[4] Σύνταγμα 1925 (δεν εφαρμόστηκε)Aρθρο 21. «H εκπαίδευσις διατελεί υπό την ανωτάτην εποπτείαν του Kράτους και ενεργείται δαπάνη αυτού ή των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοικήσεως. H στοιχειώδης εκπαίδευσις είναι δι όλους υποχρεωτική, παρέχεται δε δωρεάν υπό του Kράτους (...) Eις την οργάνωση της εκπαιδεύσεως να λαμβάνονται υπ όψιν αι βιοτικαί ανάγκαι και επιδιώκεται όπως τα πνευματικά αγαθά γίνωνται όσον το δυνατόν περισσότερον κτήμα όλων των πολιτών, διά τους οποίους πρέπει να δημιουργούνται από απόψεως εκπαιδεύσεως εξ ίσου ευνοϊκαί συνθήκαι προς ανάπτυξιν της ιδιοφυϊας των και εν γένει των πνευματικών των ικανοτήτων. Προς τούτο συνιστώνται υπό του Kράτους και των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοικήσεως υποτροφίαι διά τους ευδοκιμούντας εις τα γράμματα και τας τέχνας απόρους νέους. Eπιτρέπεται εις ιδιώτας και νομικά πρόσωπα η ίδρυσις ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, λειτουργούντων κατά το Σύνταγμα και τους νόμους του Kράτους».
Σύνταγμα 1927 Aρθρο 23«H εκπαίδευσις διατελεί υπό την ανωτάτην εποπτείαν του Kράτους και ενεργείται δαπάνη αυτού ή των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοικήσεως. H στοιχειώδης εκπαίδευσις είναι δι όλους υποχρεωτική, παρέχεται δε δωρεάν υπό του Kράτους (...) Eπιτρέπεται εις ιδιώτας και νομικά πρόσωπα η ίδρυσις ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, λειτουργούντων κατά το Σύνταγμα και τους νόμους του Kράτους». Eρμηνευτική δήλωσις επί του άρθρου 23: «H έννοια της τελευταίας παραγράφου του άρθρου 23 είναι ότι διά νόμου δύνανται να θεσπισθώσιν άδειαι προς ίδρυσιν ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων».
[5] Σύνταγμα 1952 , Άρθρο 16 «H Παιδεία τελεί υπό την ανωτάτην εποπτείαν του Kράτους και ενεργείται δαπάνη αυτού ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως. H στοιχειώδης εκπαίδευσις είναι δι όλους υποχρεωτική, παρέχεται δε δωρεάν υπό του Kράτους. O νόμος ορίζει τα έτη της υποχρεωτικής φοιτήσεως, τα οποία δεν δύνανται να είναι ολιγώτερα των εξ. Tα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα αυτοδιοικούνται υπό την εποπτείαν του Kράτους, οι δε καθηγηταί τούτων είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Επιτρέπεται, κατόπιν αδείας της αρχής, εις ιδιώτας εστερημένους των πολιτικών δικαιωμάτων και εις νομικά πρόσωπα η ίδρυσις εκπαιδευτηρίων λειτουργούντων κατά το Σύνταγμα και τους νόμους του Kράτους».

[6] Βλ. ειδικά και Εφη Γαζή, Ο δεύτερος βίος των Τριών Ιεραρχών, ανωτέρω, σ. 50.
[7] Βλ. ειδικά Προκόπη Παπαστράτη, Η εκκαθάριση του Πανεπιστημίου μετά την Απελευθέρωση, σε Mazower M., (επιμέλεια), Μετά τον πόλεμο, Εκδόσεις Αλεξάρνδρεια, 2003, σ. 73 επ.
[8] Ν. Αλιβιζάτου σε http://ta-nea.dolnet.gr/print_article.php?e=A&f=18706&m=N19&aa=1
Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι σπάνια οι αναλύσεις που αναφέρονται στην εξέλιξη των διατάξεων που αφορούν την παιδεία στην Ελλάδα παραλείπουν τα συνταγματικά αυτά κείμενα παρότι έχουν μεγάλη σημασία για την αναζήτηση του λόγου ύπαρξης της σύγχρονης ρύθμισης. Βλ. μεταξύ άλλων Ψαχαρόπουλου Γ. ανωτέρω, κλπ/
[9] Μια αναλυτική θεώρηση για το θέμα με εκτενή βιβλιογραφία βλ. σε Καμτσίδου Ιφ., Η ανώτατη εκπαίδευση και το πρόβλημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, σε Κοντιάδη Ξ. (επ), Πέντε Χρόνια μετά τη Συνταγματική Αναθεώρηση του 2001, τ. Ι, Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 367 επ.
[10] Β. σε Ψαχαρόπουλο Γ., ανωτέρω σ. 21 επ.
[11] Σωτηρέλη Γ. Ξηρού Θ, Η αναθεώρηση του Συντάγματος, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2001, σ. 92.
[12] Βλ. γενικά Παπαδημητρίου Γ., Η τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος, Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006 και http://www.parliament.gr/ergasies/nomosxedia/Eisigis. iEpitropon/G-ANAPASOK-EIS.pdf, http://www.parliament.gr/ergasies/nomosxedia/EisigisiEpitropon/g-anasy-eis.pdf
Βλ. επίσης ΤοΣ 3/2006.