ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

ΔΕΕ C- 43/2010 Ο Αχελώος ταξίδεψε στο Λουξεμβούργο



Ενόψει της επικαιρότητας του ζητήματος παραθέτουμε υλικό για τους ενδιαφερόμενους

 
 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 11ης Σεπτεμβρίου 2012 (*)
«Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως – Οδηγίες 85/337/ΕΟΚ, 92/43/ΕΟΚ, 2000/60/ΕΚ και 2001/42/ΕΚ – Κοινοτική πολιτική στον τομέα των υδάτων – Εκτροπή του ρου ποταμού – Έννοια της “προθεσμίας” για την κατάρτιση σχεδίων διαχειρίσεως περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού»
Στην υπόθεση C‑43/10,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Ιανουαρίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης
Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας,
Δήμος Αγρινίου,
Δήμος Οινιάδων,
Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αιτωλοακαρνανίας,
Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αγρινίου,
Αιτωλική Εταιρεία Προστασίας Τοπίου και Περιβάλλοντος,
Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία,
Ελληνική Εταιρεία για την Προστασία του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς,
Δήμος Μεσολογγίου,
Δήμος Αιτωλικού,
Δήμος Ινάχου,
Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αιτωλοακαρνανίας,
Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση WWF Ελλάς
κατά
Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων,
Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης,
Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών,
Υπουργού Ανάπτυξης,
Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων,
Υπουργού Πολιτισμού,
παρισταμένων των:
Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων,
Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας,
Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού AE (ΔΕΗ),
Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας,
Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λάρισας,
Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Τρικάλων,
Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Λαρίσης,
Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Καρδίτσας,
Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας – Περιφερειακό Τμήμα Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, J.-C. Bonichot και U. Lõhmus, προέδρους τμήματος, A. Rosas, E. Levits, A. Ó Caoimh, L. Bay Larsen (εισηγητή), T. von Danwitz, A. Arabadjiev και E. Jarašiūnas, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Μαΐου 2011,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
–        η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας, ο Δήμος Αγρινίου, ο Δήμος Οινιάδων, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αιτωλοακαρνανίας, η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αγρινίου, η Αιτωλική Εταιρεία Προστασίας Τοπίου και Περιβάλλοντος, η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, η Ελληνική Εταιρεία για την Προστασία του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ο Δήμος Μεσολογγίου, ο Δήμος Αιτωλικού, ο Δήμος Ινάχου, η Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αιτωλοακαρνανίας, το Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση WWF Ελλάς, εκπροσωπούμενοι από τους Χ. Ροκόφυλλο, Γ. Χριστοφορίδη, Β. Δωροβίνη, Ν. Αλιβιζάτο, Μ. Ασημακοπούλου, Ε. Κιουσοπούλου και Ν. Χατζή, δικηγόρους,
–        η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Τρικάλων, εκπροσωπούμενη από τον Α. Τίγκα, δικηγόρο,
–        η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Μαγνησίας, εκπροσωπούμενη από τον Ξ. Κοντιάδη, δικηγόρο,
–        η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ (ΔΕΗ), εκπροσωπούμενη από τους Χ. Συνοδινό και Φ.-Α. Μουρατιάν, δικηγόρους,
–        η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας, εκπροσωπούμενη από τον Α. Κορμαλή, δικηγόρο,
–        η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λάρισας, η Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Τρικάλων, η Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Λαρίσης, η Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Καρδίτσας, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας – Περιφερειακό Τμήμα Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλίας, που εκπροσωπούνται από τους Σ. Φλογαΐτη, A. Σίνη και Γ. Σιούτη, δικηγόρους,
–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Καριψιάδη, Χ. Μητκίδη και K. Καρδακαστάνη,
–        η Νορβηγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις K. Moe Winther και I. Thue,
–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις D. Recchia και S. Petrova καθώς και από τους Ι. Χατζηγιάννη και P. Oliver,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των οδηγιών 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2006, L 113, σ. 26), 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003 (ΕΕ L 156, σ. 17, στο εξής: οδηγία 85/337), 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ L 197, σ. 30), και 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7).
2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο αιτήσεων ακυρώσεως που άσκησαν η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας και άλλα νομικά πρόσωπα κατά του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων καθώς και κατά άλλων υπουργών, με αντικείμενο πράξεις σχετικές με το σχέδιο της μερικής εκτροπής του άνω ρου του Αχελώου ποταμού (Δυτική Ελλάδα) προς τον ποταμό Πηνειό, στη Θεσσαλία.
 Το νομικό πλαίσιο
 Το δίκαιο της Ένωσης
 Η οδηγία 2000/60
3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 19, 20, 25 και 32 της οδηγίας 2000/60 έχουν ως εξής:
«(19)      Η παρούσα οδηγία στοχεύει στη διατήρηση και τη βελτίωση του υδάτινου περιβάλλοντος στην Κοινότητα. Ο στόχος αυτός αφορά κυρίως την ποιότητα των υδάτων. Ο έλεγχος της ποσότητας αποτελεί επικουρικό στοιχείο στη διασφάλιση της καλής ποιότητας του ύδατος και κατά συνέπεια θα πρέπει επίσης να θεσπισθούν ποσοτικά μέτρα, τα οποία θα εξυπηρετούν το στόχο της διασφάλισης μιας καλής ποιότητας.
(20)      Η ποσοτική κατάσταση ενός συστήματος υπογείων υδάτων μπορεί να έχει επιπτώσεις στην οικολογική ποιότητα των επιφανειακών υδάτων και των χερσαίων οικοσυστημάτων που συνδέονται με αυτό το σύστημα υπογείων υδάτων.
[...]
(25)      Θα πρέπει να καθιερωθούν κοινοί ορισμοί για την κατάσταση των υδάτων από άποψη ποιότητας και, όπου εξυπηρετεί το στόχο της προστασίας του περιβάλλοντος, από άποψη ποσότητας. Θα πρέπει να ορισθούν περιβαλλοντικοί στόχοι για να εξασφαλίσουν ότι επιτυγχάνεται η καλή ποιότητα των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων σε όλη την Κοινότητα και ότι αποφεύγεται η επιδείνωση της κατάστασης των υδάτων σε κοινοτικό επίπεδο.
[...]
(32)      Μπορεί να υπάρχουν λόγοι απαλλαγής από την απαίτηση πρόληψης περαιτέρω επιδείνωσης ή επίτευξης καλής κατάστασης υπό ειδικούς όρους, αν η αδυναμία επίτευξης του στόχου απορρέει από απρόβλεπτες ή εξαιρετικές περιστάσεις, ιδιαίτερα από πλημμύρες ή ανομβρίες, ή για λόγους επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, από νέες τροποποιήσεις των φυσικών χαρακτηριστικών ενός συστήματος επιφανειακών υδάτων ή από αλλοιώσεις της στάθμης των συστημάτων υπογείων υδάτων για λόγους επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, αρκεί να έχουν γίνει όλες οι δυνατές ενέργειες προκειμένου να μειωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις στην κατάσταση του υδατικού συστήματος.»
4        Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας δίνει τους ακόλουθους ορισμούς:
«[…]
10)      “Σύστημα επιφανειακών υδάτων”: διακεκριμένο και σημαντικό στοιχείο επιφανειακών υδάτων, όπως π.χ. μια λίμνη, ένας ταμιευτήρας, ένα ρεύμα, ένας ποταμός ή μια διώρυγα, ένα τμήμα ρεύματος, ποταμού ή διώρυγας, μεταβατικά ύδατα ή ένα τμήμα παράκτιων υδάτων.
[…]
13)      “Λεκάνη απορροής ποταμού”: η εδαφική έκταση από την οποία συγκεντρώνεται το σύνολο της απορροής μέσω διαδοχικών ρευμάτων, ποταμών και πιθανώς λιμνών και παροχετεύεται στη θάλασσα με ενιαίο στόμιο ποταμού, εκβολές ή δέλτα.
14)      “Υπολεκάνη”: η εδαφική έκταση από την οποία συγκεντρώνεται το σύνολο της απορροής μέσω σειράς ρευμάτων, ποταμών και πιθανώς λιμνών σε συγκεκριμένο σημείο υδάτινου ρεύματος (συνήθως λίμνης ή συμβολής ποταμών).
15)      “Περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού”: η θαλάσσια και χερσαία έκταση, που αποτελείται από μια ή περισσότερες γειτονικές λεκάνες απορροής ποταμού μαζί με τα συναφή υπόγεια και παράκτια ύδατα, και η οποία προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, ως η βασική μονάδα διαχείρισης λεκανών απορροής ποταμού.
[…]
17)      “Κατάσταση επιφανειακών υδάτων”: η συνολική έκφραση της κατάστασης ενός επιφανειακού υδατικού συστήματος, που καθορίζεται από τις χαμηλότερες τιμές της οικολογικής και της χημικής του κατάστασης.
18)      “Καλή κατάσταση επιφανειακών υδάτων”: η κατάσταση επιφανειακού υδατικού συστήματος που χαρακτηρίζεται τουλάχιστον “καλή”, τόσο από οικολογική όσο και από χημική άποψη.
19)      “Κατάσταση υπόγειων υδάτων”: η συνολική έκφραση της κατάστασης υπογείου υδατικού συστήματος, που καθορίζεται από τις χαμηλότερες τιμές της ποσοτικής και της χημικής του κατάστασης.
20)      “Καλή κατάσταση υπόγειων υδάτων”: η κατάσταση υπόγειου υδατικού συστήματος που χαρακτηρίζεται τουλάχιστον “καλή”, τόσο από ποσοτική όσο και από χημική άποψη.
21)      “Οικολογική κατάσταση”: η ποιοτική έκφραση της διάρθρωσης και της λειτουργίας υδάτινων οικοσυστημάτων που συνδέονται με επιφανειακά ύδατα, η οποία ταξινομείται σύμφωνα με το παράρτημα V.
22)      “Καλή οικολογική κατάσταση”: η κατάσταση ενός συστήματος επιφανειακών υδάτων το οποίο ταξινομείται κατ’ αυτόν τον τρόπο σύμφωνα με το παράρτημα V.
[…]
24)      “Καλή χημική κατάσταση επιφανειακών υδάτων”: η χημική κατάσταση που απαιτείται για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων για τα επιφανειακά ύδατα, οι οποίοι καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α), δηλαδή η χημική κατάσταση που έχει επιτύχει ένα σύστημα επιφανειακών υδάτων, στο οποίο οι συγκεντρώσεις ρύπων δεν υπερβαίνουν τα πρότυπα περιβαλλοντικής ποιότητας τα οποία ορίζονται στο παράρτημα IX και δυνάμει της παραγράφου 7 του άρθρου 16, καθώς και δυνάμει άλλων συναφών κοινοτικών νομοθετημάτων που θεσπίζουν ποιοτικά περιβαλλοντικά πρότυπα σε κοινοτικό επίπεδο.
25)      “Καλή χημική κατάσταση υπόγειων υδάτων”: η χημική κατάσταση συστήματος υπόγειων υδάτων, η οποία πληροί όλους τους όρους του πίνακα 2.3.2 του παραρτήματος V.
26)      “Ποσοτική κατάσταση”: η έκφραση του βαθμού στον οποίο ένα σύστημα υπόγειων υδάτων επηρεάζεται από άμεσες και έμμεσες αντλήσεις.
[…]
28)      “Καλή ποσοτική κατάσταση”: η κατάσταση που ορίζεται στον πίνακα 2.1.2 του παραρτήματος V.
[…]»
5        Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 4, της ίδιας οδηγίας ορίζει:
«1.      Τα κράτη μέλη προσδιορίζουν τις επί μέρους λεκάνες απορροής ποταμού στο εθνικό τους έδαφος και, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τις υπάγουν σε επιμέρους περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού. Οι μικρές λεκάνες απορροής ποταμού ενδεχομένως συνδυάζονται με μεγαλύτερες λεκάνες απορροής ποταμού ή ενώνονται με γειτονικές μικρές λεκάνες απορροής ποταμού για το σχηματισμό επιμέρους περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού, όπου ενδείκνυται. Όταν τα υπόγεια ύδατα δεν ακολουθούν πλήρως μια συγκεκριμένη λεκάνη απορροής ποταμού, τα εν λόγω ύδατα προσδιορίζονται και υπάγονται στην πλησιέστερη ή την προσφορότερη περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού. Τα παράκτια ύδατα προσδιορίζονται και υπάγονται στην ή τις πλησιέστερες ή προσφορότερες περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού.
[…]
4.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων που τίθενται δυνάμει του άρθρου 4, και ειδικότερα όλα τα προγράμματα μέτρων, συντονίζονται για την όλη περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού. […]»
6        Το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 έχει ως εξής:
«1.      Προκειμένου να καταστούν λειτουργικά τα προγράμματα για τη λήψη μέτρων που καθορίζονται στα σχέδια διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού:
α)      για τα επιφανειακά ύδατα
i)      τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη της υποβάθμισης της κατάστασης όλων των συστημάτων επιφανειακών υδάτων, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παραγράφων 6 και 7 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8·
ii)      τα κράτη μέλη προστατεύουν, αναβαθμίζουν και αποκαθιστούν όλα τα συστήματα των επιφανειακών υδάτων, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του σημείου iii) για τα τεχνητά, και ιδιαιτέρως τροποποιημένα υδατικά συστήματα, με σκοπό την επίτευξη μιας καλής κατάστασης των επιφανειακών υδάτων το αργότερο δεκαπέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος V, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρατάσεων που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 και της εφαρμογής των παραγράφων 5, 6 και 7 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8·
[…]
β)      για τα υπόγεια ύδατα
i)      τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να προληφθεί ή να περιορισθεί η διοχέτευση ρύπων στα υπόγεια ύδατα και να προληφθεί η υποβάθμιση της κατάστασης όλων των συστημάτων των υπόγειων υδάτων, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παραγράφων 6 και 7 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου, καθώς και με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο ι΄·
ii)      τα κράτη μέλη προστατεύουν, αναβαθμίζουν και αποκαθιστούν όλα τα συστήματα των υπόγειων υδάτων, διασφαλίζουν ισορροπία μεταξύ της άντλησης και της ανατροφοδότησης των υπόγειων υδάτων, με στόχο την επίτευξη καλής κατάστασης των υπόγειων υδάτων το αργότερο δεκαπέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος V, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρατάσεων που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 και της εφαρμογής των παραγράφων 5, 6 και 7 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου, καθώς και με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 3, στοιχείο ι΄·
[…]
[…]
4.      Οι προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 μπορούν να παρατείνονται για τη σταδιακή επίτευξη των στόχων για υδατικά συστήματα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υποβαθμίζεται περαιτέρω η κατάσταση του πληττόμενου υδατικού συστήματος, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)      τα κράτη μέλη διαπιστώνουν ότι δεν είναι ευλόγως δυνατόν να επιτευχθούν όλες οι απαιτούμενες βελτιώσεις της κατάστασης του υδατικού συστήματος εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στην παράγραφο αυτή, για έναν τουλάχιστον από τους ακόλουθους λόγους:
i)      η κλίμακα των απαιτούμενων βελτιώσεων δεν είναι, για τεχνικούς λόγους, δυνατόν να επιτευχθεί παρά μόνο σε χρονικά στάδια που υπερβαίνουν το χρονοδιάγραμμα·
ii)      η ολοκλήρωση των βελτιώσεων εντός του χρονοδιαγράμματος θα ήταν δυσανάλογα δαπανηρή·
iii)      οι φυσικές συνθήκες δεν επιτρέπουν έγκαιρες βελτιώσεις στην κατάσταση του υδατικού συστήματος·
β)      η παράταση της προθεσμίας και η αντίστοιχη αιτιολογία εκτίθενται ειδικά και επεξηγούνται στο σχέδιο διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού, που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 13·
γ)      οι παρατάσεις περιορίζονται σε δύο το πολύ περαιτέρω ενημερώσεις του σχεδίου διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού, εκτός από τις περιπτώσεις που οι φυσικές συνθήκες είναι τέτοιες ώστε οι στόχοι να μην είναι δυνατόν να επιτευχθούν εντός της περιόδου αυτής·
δ)      το σχέδιο διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού περιλαμβάνει περίληψη των μέτρων τα οποία απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 11 και τα οποία θεωρούνται αναγκαία για να φθάσουν προοδευτικά τα υδατικά συστήματα στην απαιτούμενη κατάσταση μέσα στην παραταθείσα προθεσμία, τους λόγους για οποιαδήποτε αξιοσημείωτη καθυστέρηση εφαρμογής των εν λόγω μέτρων και το αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους. Στις ενημερώσεις του σχεδίου διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού περιλαμβάνονται μια επισκόπηση της εφαρμογής των μέτρων αυτών και μια περίληψη των τυχόν πρόσθετων μέτρων.
5.      Τα κράτη μέλη μπορούν να επιδιώκουν περιβαλλοντικούς στόχους λιγότερο αυστηρούς από αυτούς που απαιτούνται δυνάμει της παραγράφου 1 για συγκεκριμένα υδατικά συστήματα, όταν επηρεάζονται τόσο από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, ή η φυσική τους κατάσταση είναι τέτοια ώστε η επίτευξη των στόχων αυτών να είναι ανέφικτη ή δυσανάλογα δαπανηρή, και εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)      οι περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονομικές ανάγκες που εξυπηρετούνται από την ανθρώπινη αυτή δραστηριότητα δεν μπορούν να επιτευχθούν με άλλα μέσα τα οποία αποτελούν πολύ καλύτερη επιλογή για περιβαλλοντική πρακτική, η οποία δεν συνεπάγεται δυσανάλογο κόστος·
β)      τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν:
–        για τα επιφανειακά ύδατα, ότι επιτυγχάνεται το μέγιστο δυνατό οικολογικό δυναμικό και η καλύτερη δυνατή χημική κατάσταση, δεδομένων των επιπτώσεων που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να έχουν αποφευχθεί λόγω της φύσεως της ανθρώπινης δραστηριότητας ή της ρύπανσης,
–        για τα υπόγεια ύδατα, τις όσο το δυνατόν λιγότερες μεταβολές στην καλή κατάσταση των υπόγειων υδάτων, δεδομένων των επιπτώσεων που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να έχουν αποφευχθεί λόγω της φύσεως της ανθρώπινης δραστηριότητας ή της ρύπανσης·
γ)      δεν σημειώνεται περαιτέρω υποβάθμιση της κατάστασης του πληγέντος υδατικού συστήματος·
δ)      η καθιέρωση λιγότερο αυστηρών περιβαλλοντικών στόχων και η αντίστοιχη αιτιολογία εκτίθενται ειδικά στο σχέδιο διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού που επιβάλλει το άρθρο 13, οι δε στόχοι αυτοί αναθεωρούνται ανά εξαετία.
6.      Προσωρινή υποβάθμιση της κατάστασης των υδατικών συστημάτων δεν συνιστά παράβαση των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας εάν οφείλεται σε περιστάσεις που απορρέουν από φυσικά αίτια ή από ανωτέρα βία και είναι εξαιρετικές ή δεν θα μπορούσαν ευλόγως να έχουν προβλεφθεί, ιδίως ακραίες πλημμύρες και παρατεταμένες ξηρασίες, ή εάν οφείλεται σε περιστάσεις λόγω ατυχημάτων οι οποίες δεν θα μπορούσαν ευλόγως να έχουν προβλεφθεί, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)      λαμβάνονται όλα τα πρακτικώς εφικτά μέτρα για να προληφθεί η περαιτέρω υποβάθμιση της κατάστασης και για να μην υπονομευθεί η επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας σε άλλα υδατικά συστήματα που δεν θίγονται από τις περιστάσεις αυτές·
β)      το σχέδιο διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού αναφέρει τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να κηρύσσονται οι απρόβλεπτες ή εξαιρετικές αυτές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της θέσπισης των κατάλληλων δεικτών·
γ)      τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται στις εξαιρετικές αυτές περιστάσεις περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα μέτρων και δεν θα υπονομεύσουν την αποκατάσταση της ποιότητας του υδατικού συστήματος μετά τη λήξη των περιστάσεων·
δ)      οι επιπτώσεις των εξαιρετικών περιστάσεων ή των περιστάσεων που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να έχουν προβλεφθεί επισκοπούνται ετησίως και, με την επιφύλαξη των λόγων που εκτίθενται στην παράγραφο 4, στοιχείο α΄, έχουν ληφθεί όλα τα πρακτικώς εφικτά μέτρα για την ευλόγως ταχύτερη δυνατή αποκατάσταση του υδατικού συστήματος στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από τις επιπτώσεις των περιστάσεων αυτών, και
ε)      η επόμενη ενημέρωση του σχεδίου διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού περιλαμβάνει περίληψη των συνεπειών των περιστάσεων και των μέτρων που ελήφθησαν ή θα ληφθούν σύμφωνα με τα στοιχεία α΄ και δ΄.
7.      Τα κράτη μέλη δεν παραβιάζουν την παρούσα οδηγία εφόσον:
–        η αδυναμία επίτευξης καλής κατάστασης των υπόγειων υδάτων, καλής οικολογικής κατάστασης ή, κατά περίπτωση, καλού οικολογικού δυναμικού ή πρόληψης της υποβάθμισης της κατάστασης ενός συστήματος επιφανειακών ή υπόγειων υδάτων, οφείλεται σε νέες τροποποιήσεις των φυσικών χαρακτηριστικών του συστήματος επιφανειακών υδάτων ή σε μεταβολές της στάθμης των συστημάτων υπόγειων υδάτων, ή
–        η αδυναμία πρόληψης της υποβάθμισης από την άριστη στην καλή κατάσταση ενός συστήματος επιφανειακών υδάτων είναι αποτέλεσμα νέων ανθρώπινων δραστηριοτήτων βιώσιμης ανάπτυξης
και εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)      λαμβάνονται όλα τα πρακτικώς εφικτά μέτρα για το μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων στην κατάσταση του υδατικού συστήματος·
β)      η αιτιολογία των τροποποιήσεων ή των μεταβολών εκτίθεται ειδικά στο σχέδιο διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού που επιβάλλει το άρθρο 13, οι δε στόχοι αναθεωρούνται ανά εξαετία·
γ)      οι λόγοι για τις τροποποιήσεις ή τις μεταβολές αυτές υπαγορεύονται επιτακτικά από το δημόσιο συμφέρον και/ή τα οφέλη για το περιβάλλον και την κοινωνία από την επίτευξη των στόχων που εξαγγέλλονται στην παράγραφο 1 υπερκαλύπτονται από τα οφέλη των νέων τροποποιήσεων ή μεταβολών για την υγεία των ανθρώπων, για τη διαφύλαξη της ασφάλειάς τους ή για τη βιώσιμη ανάπτυξη, και
δ)      οι ευεργετικοί στόχοι τους οποίους εξυπηρετούν αυτές οι τροποποιήσεις ή μεταβολές των υδάτινων συστημάτων δεν μπορούν για τεχνικούς λόγους ή λόγω υπέρμετρου κόστους, να επιτευχθούν με άλλα μέσα που συνιστούν πολύ καλύτερη περιβαλλοντική επιλογή.
8.      Κατά την εφαρμογή των παραγράφων 3, 4, 5, 6 και 7 τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η εφαρμογή να μην αποκλείει μονίμως ή να μην υπονομεύει την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας σε άλλα υδατικά συστήματα της ίδιας περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού και να συμβαδίζει με την εφαρμογή άλλων κοινοτικών περιβαλλοντικών νομοθετημάτων.
9.      Πρέπει να ληφθούν μέτρα για να διασφαλισθεί ότι η εφαρμογή των νέων διατάξεων, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των παραγράφων 3, 4, 5, 6 και 7 εγγυάται τουλάχιστον το ίδιο επίπεδο προστασίας με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία.»
7        Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60 ορίζει:
«Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι, για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού ή για κάθε τμήμα διεθνούς περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού το οποίο βρίσκεται στο έδαφός του, αναλαμβάνεται:
–        ανάλυση των χαρακτηριστικών της,
–        επισκόπηση των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στην κατάσταση των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων, και
–        οικονομική ανάλυση της χρήσης ύδατος,
σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές των παραρτημάτων II και III, και ότι θα έχει περατωθεί το αργότερο τέσσερα έτη μετά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της παρούσας οδηγίας.»
8        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη δημιουργία μητρώου ή μητρώων όλων των περιοχών που κείνται στο εσωτερικό κάθε περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού, οι οποίες έχουν χαρακτηρισθεί ως χρήζουσες ειδικής προστασίας βάσει ειδικών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας για την προστασία των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων τους ή για τη διατήρηση των οικότοπων και των ειδών που εξαρτώνται άμεσα από το νερό. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το μητρώο θα έχει ολοκληρωθεί το αργότερο τέσσερα έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.»
9        Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη την αρχή της ανάκτησης του κόστους των υπηρεσιών ύδατος, συμπεριλαμβανομένου του κόστους για το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική ανάλυση που διεξάγεται σύμφωνα με το παράρτημα III, και ειδικότερα σύμφωνα με την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”.»
10      Το άρθρο 11, παράγραφος 7, της οδηγίας 2000/60 έχει ως εξής:
«Τα προγράμματα μέτρων καταρτίζονται το αργότερο εννέα έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και όλα τα μέτρα είναι έτοιμα προς εφαρμογή το αργότερο δώδεκα έτη μετά την ημερομηνία αυτή.»
11      Το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής ορίζει:
«1.      Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι καταρτίζεται ένα σχέδιο διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού που ευρίσκεται εξ ολοκλήρου στο έδαφός τους.
[…]
4.      Το σχέδιο διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού περιλαμβάνει τις πληροφορίες που εκτίθενται λεπτομερώς στο παράρτημα VII.
5.      Τα σχέδια διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού μπορούν να συμπληρώνονται με την κατάρτιση λεπτομερέστερων προγραμμάτων και σχεδίων διαχείρισης ανά υπολεκάνη, τομέα, θέμα ή τύπο ύδατος, προκειμένου να αντιμετωπίζονται ειδικές πτυχές της διαχείρισης των υδάτων. Η εφαρμογή των μέτρων αυτών δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από οιαδήποτε υποχρέωση έχουν δυνάμει του υπολοίπου κειμένου της παρούσας οδηγίας.
6.      Τα σχέδια διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού δημοσιεύονται το αργότερο εννέα έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.
7.      Τα σχέδια διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού αναθεωρούνται και ενημερώνονται, το αργότερο δεκαπέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και, στη συνέχεια, ανά εξαετία.»
12      Το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«1.      Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την ενεργό συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών στην υλοποίηση της παρούσας οδηγίας, ιδίως δε στην εκπόνηση, την αναθεώρηση και την ενημέρωση των σχεδίων διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού. Τα κράτη μέλη, για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού, δημοσιεύουν και θέτουν στη διάθεση του κοινού, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών, για τη διατύπωση παρατηρήσεων:
α)      χρονοδιάγραμμα και πρόγραμμα εργασιών για την εκπόνηση του σχεδίου, συμπεριλαμβανομένης κατάστασης των ληπτέων μέτρων διαβουλεύσεων, τουλάχιστον τρία έτη πριν από την έναρξη της περιόδου στην οποία αναφέρεται το σχέδιο·
β)      ενδιάμεση επισκόπηση των σημαντικών ζητημάτων διαχείρισης των υδάτων που εντοπίστηκαν στη λεκάνη απορροής ποταμού, τουλάχιστον δύο έτη πριν από την έναρξη της περιόδου στην οποία αναφέρεται το σχέδιο·
γ)      αντίγραφο του προσχεδίου διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού, τουλάχιστον ένα έτος πριν από την έναρξη της περιόδου στην οποία αναφέρεται το σχέδιο.
Κατόπιν σχετικής αίτησης, παρέχεται πρόσβαση σε βοηθητικά έγγραφα και πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν για την εκπόνηση του προσχεδίου διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού.
2.      Τα κράτη μέλη παρέχουν προθεσμία τουλάχιστον έξι μηνών για την υποβολή γραπτών παρατηρήσεων σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα, προκειμένου να υπάρξει δυνατότητα ενεργού συμμετοχής και διαβουλεύσεων.
3.      Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται εξίσου στα ενημερωμένα σχέδια διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού.»
13      Το άρθρο 15 της ίδιας οδηγίας προβλέπει:
«1.      Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν αντίγραφα των σχεδίων διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού και όλων των επακόλουθων ενημερωμένων μορφών τους στην Επιτροπή και σε οιοδήποτε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εντός τριών μηνών από τη δημοσίευσή τους:
α)      για τις περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού που ευρίσκονται εξ ολοκλήρου στο έδαφος ενός κράτους μέλους, όλα τα σχέδια διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού τα οποία καλύπτουν το εθνικό του έδαφος και έχουν δημοσιευθεί σύμφωνα με το άρθρο 13·
β)      για τις διεθνείς περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού, τουλάχιστον το μέρος των σχεδίων διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού που καλύπτει το έδαφος του κράτους μέλους.
2.      Τα κράτη μέλη υποβάλλουν συνοπτικές εκθέσεις σχετικά με:
–        τις αναλύσεις που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 5, και
–        τα προγράμματα παρακολούθησης που καταρτίζονται δυνάμει του άρθρου 8,
που αναλαμβάνονται για τους σκοπούς του πρώτου σχεδίου διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού εντός τριών μηνών από την ολοκλήρωσή τους.
3.      Τα κράτη μέλη, εντός τριών ετών από τη δημοσίευση κάθε σχεδίου διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού ή την ενημέρωσή του βάσει του άρθρου 13, υποβάλλουν ενδιάμεση έκθεση στην οποία περιγράφεται η πρόοδος που έχει σημειωθεί ως προς την εφαρμογή του προβλεπόμενου προγράμματος μέτρων.»
14      Δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/60, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την εν λόγω οδηγία το αργότερο στις 22 Δεκεμβρίου 2003 και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
 Η οδηγία 85/337
15      Το άρθρο 1 της οδηγίας 85/337 έχει ως εξής:
«1.      Η παρούσα οδηγία αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον των σχεδίων δημόσιων και ιδιωτικών έργων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
2.      Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοείται ως:
σχέδιο:
–        η υλοποίηση κατασκευαστικών εργασιών ή άλλων εγκαταστάσεων ή έργων,
–        άλλες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή το τοπίο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επεμβάσεις που αφορούν την εκμετάλλευση των πόρων του εδάφους·
κύριος του έργου:
είτε ο υποβάλλων αίτηση για άδεια που αφορά σχέδιο ιδιωτικού έργου, είτε η δημόσια αρχή που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για ένα σχέδιο·
άδεια:
απόφαση της ή των αρμόδιων αρχών που δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να πραγματοποιήσει το σχέδιο·
κοινό:
ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα καθώς και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική, οι ενώσεις, οι οργανώσεις και οι ομάδες αυτών·
ενδιαφερόμενο κοινό:
το κοινό το οποίο θίγεται ή ενδέχεται να θιγεί ή του οποίου διακυβεύονται συμφέροντα από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2· για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που προάγουν την προστασία του περιβάλλοντος και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις οι οποίες καθορίζονται από την οικεία εθνική νομοθεσία, θεωρούνται ότι έχουν συμφέροντα.
[…]
5.      Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα σχέδια που εγκρίνονται καταλεπτώς με ειδική εθνική νομοθετική πράξη, καθότι οι στόχοι που επιδιώκονται με την παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένης και της επιδιωκόμενης παροχής πληροφοριών, επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας.»
16      Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει:
«1.      Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις απαραίτητες διατάξεις ώστε τα σχέδια που, ιδίως, λόγω της φύσης, του μεγέθους ή της θέσης τους, μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, να υποβάλλονται σε εκτίμηση όσον αφορά τις επιπτώσεις τους πριν δοθεί η άδεια. [...]»
17      Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας προβλέπει:
«Οι πληροφορίες τις οποίες παρέχει ο κύριος του έργου, σύμφωνα με την παράγραφο 1, πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον:
–        περιγραφή του σχεδίου ως προς τη θέση, το σχεδιασμό και το μέγεθός του,
–        περιγραφή των μέτρων που μελετώνται προκειμένου να αποφευχθούν, να μειωθούν και, αν είναι δυνατό, να αντιμετωπισθούν οι σημαντικότερες δυσμενείς επιπτώσεις,
–        τα απαραίτητα στοιχεία για την εξακρίβωση και την εκτίμηση των σημαντικών επιπτώσεων που το σχέδιο προβλέπεται ότι θα έχει στο περιβάλλον,
–        σύνοψη των κύριων εναλλακτικών λύσεων που μελετά ο κύριος του έργου και υπόδειξη των κύριων λόγων της επιλογής του, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων στο περιβάλλον,
–        μη τεχνική περίληψη των πληροφοριών που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις.»
18      Κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 85/337:
«1.      Τα κράτη μέρη μεριμνούν ώστε οι αρχές τις οποίες ενδέχεται να αφορά το έργο, λόγω της ειδικής τους αρμοδιότητας επί θεμάτων περιβάλλοντος, να μπορούν να εκφράσουν γνώμη για τις πληροφορίες που παρέχει ο κύριος του έργου και για την αίτηση άδειας. Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές των οποίων πρέπει να ζητείται η γνώμη, εν γένει ή κατά περίπτωση. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 5 διαβιβάζονται στις αρχές αυτές. Η διαδικασία γνωμοδότησης καθορίζεται από τα κράτη μέλη.
2.      Το κοινό ενημερώνεται έγκαιρα, με ανακοινώσεις ή άλλα πρόσφορα μέσα, όπως τα ηλεκτρονικά μέσα όπου αυτά είναι διαθέσιμα, για τα ακόλουθα ζητήματα σε αρχικό στάδιο των διαδικασιών λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, και, το αργότερο, μόλις καταστεί ευλόγως δυνατή η παροχή πληροφοριών:
α)      την αίτηση για συναίνεση ανάπτυξης·
β)      το γεγονός ότι το σχέδιο υπόκειται σε διαδικασία εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και, ανάλογα με την περίπτωση, το γεγονός ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 7·
γ)      λεπτομέρειες σχετικά με τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τη λήψη της απόφασης, τις αρχές από τις οποίες μπορούν να παρασχεθούν σχετικές πληροφορίες, και τις αρχές προς τις οποίες μπορούν να υποβληθούν παρατηρήσεις ή ερωτήματα καθώς και λεπτομέρειες του χρονοδιαγράμματος για τη διαβίβαση των παρατηρήσεων ή των ερωτημάτων·
δ)      τη φύση των πιθανών αποφάσεων ή, στην περίπτωση που υφίσταται, το σχέδιο απόφασης·
ε)      ένδειξη του κατά πόσον είναι διαθέσιμες οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 5·
στ) ένδειξη του χρονοδιαγράμματος και του τόπου παροχής των σχετικών πληροφοριών και των μέσων με τα οποία καθίστανται διαθέσιμες·
ζ)      λεπτομέρειες όσον αφορά τις ρυθμίσεις περί της συμμετοχής του κοινού κατά την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
3.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε εύλογο χρονικό διάστημα, τίθενται στη διάθεση του ενδιαφερόμενου κοινού τα εξής:
α)      κάθε πληροφορία που συλλέγεται σύμφωνα με το άρθρο 5·
β)      σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οι κύριες εκθέσεις και συμβουλές που παρέχονται στην αρμόδια αρχή ή αρχές κατά το χρόνο που το ενδιαφερόμενο κοινό ενημερώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·
γ)      σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες [(ΕΕ L 41, σ. 26)], πληροφορίες, πλην εκείνων οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, και έχουν σχέση με την απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 8 και οι οποίες καθίστανται διαθέσιμες μόνο αφού έχει ενημερωθεί το ενδιαφερόμενο κοινό σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
[…]»
19      Το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει:
«Τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων και οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται βάσει των άρθρων 5, 6 και 7 πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας χορήγησης άδειας.»
20      Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:
«Εφόσον ληφθεί απόφαση για τη χορήγηση ή απόρριψη συναίνεσης, η αρμόδια αρχή ή αρχές ενημερώνουν το κοινό σχετικά, σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες διαδικασίες και θέτουν στη διάθεση του κοινού τις ακόλουθες πληροφορίες:
–        το περιεχόμενο της απόφασης και τους όρους που ενδεχομένως τη συνοδεύουν,
–        έχοντας εξετάσει τους προβληματισμούς και τις γνώμες που έχει εκφράσει το ενδιαφερόμενο κοινό, τους κύριους λόγους και τις εκτιμήσεις στους οποίους βασίστηκε η απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της πληροφόρησης σχετικά με τη διαδικασία συμμετοχής του κοινού,
–        περιγραφή οσάκις απαιτείται των κυρίων προς αποφυγή μέτρων, μείωση και, ει δυνατόν, αντιστάθμιση των κυριότερων δυσμενών συνεπειών.»
 Η οδηγία 2001/42
21      Το άρθρο 2 της οδηγίας 2001/42 προβλέπει:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:
α)      ως “σχέδια και προγράμματα” νοούνται τα σχέδια και προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καθώς και οι τροποποιήσεις τους:
–        που εκπονούνται και/ή εγκρίνονται από μια αρχή σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο ή που εκπονούνται από μια αρχή προκειμένου να εγκριθούν, μέσω νομοθετικής διαδικασίας, από το Κοινοβούλιο ή την Κυβέρνηση, και
–        που απαιτούνται βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων·
[…]».
22      Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει:
«Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, πραγματοποιείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων για όλα τα σχέδια και προγράμματα:
α)      τα οποία εκπονούνται για τη γεωργία, δασοπονία, αλιεία, ενέργεια, βιομηχανία, μεταφορές, διαχείριση αποβλήτων, διαχείριση υδάτινων πόρων, τηλεπικοινωνίες, τουρισμό, χωροταξία ή χρήση του εδάφους και τα οποία καθορίζουν το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, ή
β)      για τα οποία, λόγω των συνεπειών που ενδέχεται να έχουν σε ορισμένους τόπους, απαιτείται εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.»
 Η οδηγία 92/43
23      Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/43, «η παρούσα οδηγία συμβάλλει στο γενικό στόχο μιας διαρκούς ανάπτυξης δεδομένου ότι ο κυριότερος σκοπός της είναι να ευνοήσει τη διατήρηση της βιοποικιλότητας λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και περιφερειακές απαιτήσεις· […] η διατήρηση αυτής της βιοποικιλότητας ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να απαιτεί τη διατήρηση ή και την ενθάρρυνση ανθρώπινων δραστηριοτήτων».
24      Το άρθρο 2, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας ορίζει:
«Κατά τη λήψη μέτρων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές απαιτήσεις, καθώς και οι περιφερειακές και τοπικές ιδιομορφίες.»
25      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:
«Συνίσταται ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών, επονομαζόμενο Natura 2000. Το δίκτυο αυτό, που αποτελείται από τους τόπους όπου ευρίσκονται τύποι φυσικών οικοτόπων που εμφαίνονται στο παράρτημα I και τους οικότοπους των ειδών που εμφαίνονται στο παράρτημα II, πρέπει να διασφαλίζει την διατήρηση ή, ενδεχομένως, την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των οικείων ειδών στην περιοχή της φυσικής κατανομής των ειδών αυτών.
Το δίκτυο Natura 2000 περιλαμβάνει και τις ζώνες ειδικής προστασίας [(στο εξής: ΖΕΠ)] που έχουν ταξινομηθεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202)].»
26      Το άρθρο 4 της οδηγίας 92/43 ορίζει:
«1.      Κάθε κράτος μέλος, βασιζόμενο στα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα III (στάδιο 1) και στις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες, προτείνει έναν κατάλογο τόπων, όπου υποδεικνύεται ποιοι τύποι φυσικών οικοτόπων από τους αναφερόμενους στο παράρτημα I και ποια τοπικά είδη από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II, απαντώνται στους εν λόγω τόπους. […]
Ο κατάλογος διαβιβάζεται στην Επιτροπή μέσα σε μια τριετία από τη γνωστοποίηση της παρούσας οδηγίας ταυτόχρονα με τις πληροφορίες για κάθε τόπο. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν ένα χάρτη του τόπου, την ονομασία του, τη θέση του, την έκτασή του, καθώς και τα δεδομένα που προκύπτουν από την εφαρμογή των κριτηρίων του παραρτήματος III (στάδιο 1) και παρέχονται βάσει ενός εντύπου που καταρτίζει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 21.
2.      Η Επιτροπή, βασιζόμενη στα κριτήρια του παραρτήματος III (στάδιο 2) και στα πλαίσια μιας από τις πέντε βιογεωγραφικές περιοχές που αναφέρονται στο στοιχείο γ΄, σημείο iii, του άρθρου 1 και του συνόλου του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, καταρτίζει, σε συμφωνία με καθένα από τα κράτη μέλη και βάσει των καταλόγων των κρατών μελών, σχέδιο καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας όπου καθίστανται πρόδηλοι οι τόποι στους οποίους απαντώνται ένας ή περισσότεροι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή ένα ή περισσότερα είδη προτεραιότητας.
[…]
Ο κατάλογος των τόπων των επιλεγμένων ως τόπων κοινοτικής σημασίας [ΤΚΣ], στον οποίο καταδεικνύονται οι τόποι όπου απαντώνται ένας ή περισσότεροι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή ένα ή περισσότερα είδη προτεραιότητας καταρτίζεται από την Επιτροπή με την διαδικασία του άρθρου 21.
3.      Ο προβλεπόμενος στην παράγραφο 2 κατάλογος καταρτίζεται μέσα σε μια εξαετία από την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας.
4.      Όταν ένας τόπος κοινοτικής σημασίας [ΤΚΣ], υπ’ αυτή του την ιδιότητα, επιλέχθηκε δυνάμει της διαδικασίας της παραγράφου 2, το οικείο κράτος μέλος ορίζει τον εν λόγω τόπο ως ειδική ζώνη διατήρησης το ταχύτερο δυνατόν και, το αργότερο, μέσα σε μια εξαετία, καθορίζοντας τις προτεραιότητες σε συνάρτηση με τη σημασία των τόπων για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, ενός τύπου φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I ή ενός είδους του παραρτήματος II και για τη συνεκτικότητα του Natura 2000, καθώς και σε συνάρτηση με τους κινδύνους υποβάθμισης ή καταστροφής που επαπειλούν τους εν λόγω τόπους.
5.      Μόλις ένας τόπος εγγραφεί στον κατάλογο του τρίτου εδαφίου της δεύτερης παραγράφου, υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 6.»
27      Το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει:
«2.      Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας.
3.      Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.
4.      Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε.
Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας και/ή ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.»
28      Το άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:
«Οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 6 της παρούσας οδηγίας αντικαθιστούν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, όσον αφορά τις ζώνες που χαρακτηρίστηκαν δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή αναγνωρίστηκαν με ανάλογο τρόπο δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας, τούτο δε από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή από την ημερομηνία της ταξινόμησης ή της αναγνώρισης εκ μέρους ενός κράτους μέλους δυνάμει της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη.»
 Η οδηγία 79/409
29      Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409 ορίζει:
«1.      Για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα Ι προβλέπονται μέτρα ειδικής διατηρήσεως, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεώς τους.
[…]
Τα κράτη μέλη κατατάσσουν κυρίως σε ζώνες ειδικής προστασίας [ΖΕΠ] τα εδάφη τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία έχει εφαρμογή η παρούσα οδηγία.
2.      Ανάλογα μέτρα υιοθετούνται από τα κράτη μέλη για τα αποδημητικά είδη που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα Ι, των οποίων η έλευση είναι τακτική, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες προστασίας στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία, όσον αφορά τις περιοχές αναπαραγωγής, αλλαγής φτερώματος και διαχειμάσεως, και τις ζώνες όπου βρίσκονται οι σταθμοί κατά μήκος των οδών αποδημίας. Για τον σκοπό αυτό τα κράτη μέλη αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην προστασία των υγροτόπων, και ιδίως όσων έχουν διεθνή σπουδαιότητα.»
 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
30      Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά σχέδιο μερικής εκτροπής του άνω ρου του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία (στο εξής: επίμαχο στην κύρια δίκη σχέδιο). Το εν λόγω μεγάλης κλίμακας σχέδιο, το οποίο δεν αποσκοπεί μόνο στην κάλυψη των αρδευτικών αναγκών της Θεσσαλίας και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και στην ύδρευση ορισμένων αστικών περιοχών στην εν λόγω περιφέρεια, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Έχουν ασκηθεί πολλές προσφυγές από περιβαλλοντικές οργανώσεις, διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις, καθώς και από εμπλεκόμενους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, με αίτημα την ακύρωση των υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες εγκρίθηκαν οι διαδοχικές εκδοχές του εν λόγω σχεδίου.
31      Οι περιβαλλοντικές παράμετροι για ορισμένα μεμονωμένα τεχνικά έργα, τα οποία εντάσσονται στο εν λόγω σχέδιο, είχαν αρχικώς εγκριθεί με αποφάσεις των αρμοδίων υπουργών της 9ης Οκτωβρίου 1991 και της 21ης Απριλίου 1992 και αφορούσαν τη σήραγγα εκτροπής των υδάτων του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία, μήκους 18,5 χιλιομέτρων, καθώς και φράγματα και ταμιευτήρες ύδατος, μαζί με συναφή έργα.
32      Οι δύο αυτές υπουργικές αποφάσεις ακυρώθηκαν, αντιστοίχως, με τις αποφάσεις 2759/1994 και 2760/1994 του Συμβουλίου της Επικρατείας, με το σκεπτικό ότι δεν στηρίζονταν σε πλήρη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του επίμαχου στην κύρια δίκη σχεδίου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η εκτροπή μέρους των υδάτων του ποταμού Αχελώου προς τη θεσσαλική πεδιάδα συνιστούσε πολύπλοκο και ευρείας κλίμακας έργο, του οποίου οι συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις δεν περιορίζονταν στο άθροισμα των αυστηρά τοπικών συνεπειών εκάστου μεμονωμένου έργου. Συνεπώς, για τον προσδιορισμό και την αξιολόγηση των επιπτώσεων του οικείου σχεδίου, δεν αρκούσε η καταγραφή των περιβαλλοντικών επιπτώσεων καθενός από τα επιμέρους τεχνικά έργα, αλλά απαιτούνταν η εκπόνηση συνολικής μελέτης, προς εξέταση και συνεκτίμηση τόσο των επιμέρους όσο και των απώτερων περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
33      Κατόπιν των ως άνω ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων, συντάχθηκε ενιαία μελέτη για όλα τα επιμέρους έργα που περιλαμβάνονται στο επίμαχο στην κύρια δίκη σχέδιο. Εν συνεχεία, με κοινή υπουργική απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, οι αρμόδιοι υπουργοί ενέκριναν τους περιβαλλοντικούς όρους όσον αφορά τη μερική εκτροπή του άνω ρου του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία, καθώς και την κατασκευή και λειτουργία των συναφών τεχνικών έργων, στα οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η κατασκευή υδροηλεκτρικών σταθμών. Εξάλλου, με άλλη υπουργική απόφαση, η ανώτατη επιτρεπόμενη εκτρεπόμενη ποσότητα ύδατος μειώθηκε από 1 100 σε 600 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως.
34      Κατά των υπουργικών αυτών αποφάσεων ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως η οποία έγινε δεκτή με την απόφαση 3478/2000 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι από τις διαπιστώσεις και αξιολογήσεις που περιλαμβάνονται στη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (στο εξής: ΜΠΕ) συνάγεται ότι έγινε ενδελεχής και αρκούντως τεκμηριωμένη στάθμιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των επίμαχων έργων σε σχέση με τις καλυπτόμενες από αυτά ανάγκες, στις οποίες καταλέγεται, ιδίως, η διατήρηση και ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της θεσσαλικής πεδιάδας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε, όμως, περαιτέρω, ότι με τη μελέτη αυτή δεν εξετάσθηκαν εναλλακτικές λύσεις ώστε να αποτραπεί η καταστροφή τουλάχιστον των πλέον αξιόλογων μνημείων της περιοχής. Ως εκ τούτου οι εν λόγω αποφάσεις ακυρώθηκαν στο σύνολό τους.
35      Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων αποφάσισε την εκπόνηση «συμπληρωματικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων της μερικής εκτροπής του Αχελώου ποταμού προς τη Θεσσαλία». Όπως αναφέρεται στη μελέτη αυτή, η οποία συντάχθηκε το 2002, σκοπός της ήταν, ειδικότερα, η διερεύνηση ολοκληρωμένων εναλλακτικών σχημάτων εκτροπής, η παρουσίαση των νέων περιβαλλοντικών δεδομένων που έχουν εν τω μεταξύ προκύψει στις θιγόμενες από τα έργα περιοχές και η εξειδίκευση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και των επανορθωτικών μέτρων με βάση τις ειδικές τεχνικές μελέτες που έχουν εκπονηθεί στις περιοχές αυτές από το 1995, οπότε συντάχθηκε η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η εν λόγω συμπληρωματική μελέτη εγκρίθηκε με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού της 13ης Μαρτίου 2003.
36      Ακολούθως, οι αρμόδιοι υπουργοί εξέδωσαν την κοινή υπουργική απόφαση της 19ης Μαρτίου 2003, περί εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή και λειτουργία έργων μερικής εκτροπής του άνω ρου του Αχελώου ποταμού προς τη Θεσσαλία.
37      Οι υπουργικές αυτές αποφάσεις ακυρώθηκαν με την απόφαση 1688/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε, βάσει των τότε ισχυουσών διατάξεων του νόμου 1739/1987 (ΦΕΚ Α΄ 201/20.11.1987) και της οδηγίας 2000/60, ότι, σύμφωνα με την αρχή της βιώσιμης διαχείρισης των υδάτων, η εκτέλεση έργου αξιοποίησης υδάτινων πόρων επιτρέπεται μόνον εφόσον αυτό εντάσσεται σε πρόγραμμα βιώσιμης ανάπτυξης υδάτινων πόρων. Πλην όμως, τα επίμαχα έργα ουδέποτε εντάχθηκαν σε πρόγραμμα διαχείρισης υδάτινων πόρων, το οποίο άλλωστε δεν είχε καταρτισθεί. Συνεπεία της εν λόγω ακυρωτικής αποφάσεως, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε επίσης, με την απόφαση 1186/2006, την απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος της 18ης Μαρτίου 2005, με την οποία εγκρίθηκε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού για το έργο «Αποπεράτωση Φράγματος Συκιάς».
38      Εν συνεχεία, στις 2 Αυγούστου 2006, εκδόθηκε ο νόμος 3481/2006 (ΦΕΚ Α΄ 162/2.8.2006) του οποίου τα άρθρα 9 και 13, που αφορούσαν την έγκριση του επίμαχου στην κύρια δίκη σχεδίου, κατατέθηκαν στο ελληνικό κοινοβούλιο ως τροπολογία στις 6 Ιουλίου 2006. Κατά το άρθρο 9 του νόμου αυτού, έως την έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Διαχείρισης και Προστασίας του υδατικού δυναμικού της χώρας και των Σχεδίων Διαχείρισης των Περιφερειών, μπορούν να εγκρίνονται Σχέδια Διαχείρισης των υδάτων συγκεκριμένης λεκάνης απορροής ποταμού και επιτρέπεται η μεταφορά ύδατος σε άλλη λεκάνη, τα σχέδια δε αυτά, προκειμένου για έργα μεγάλης κλίμακας ή εθνικής σημασίας, εγκρίνονται με νόμο. Με το άρθρο 13 του νόμου 3481/2006, αφενός, τα συναφή με το επίμαχο σχέδιο έργα χαρακτηρίσθηκαν ως έργα μεγάλης κλίμακας και εθνικής σημασίας και, αφετέρου, εγκρίθηκε το Σχέδιο Διαχείρισης των λεκανών απορροής των ποταμών Αχελώου και Πηνειού, καθώς και οι περιβαλλοντικοί όροι για την κατασκευή και λειτουργία των επίμαχων έργων.
39      Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 4, του νόμου 3481/2006, επιτρέπεται, σύμφωνα με το σχέδιο διαχείρισης και τους περιβαλλοντικούς όρους που έχουν εγκριθεί κατά την παράγραφο 3, η λειτουργία ή η ολοκλήρωση της κατασκευής των δημοσίων έργων και των έργων της εταιρείας Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), τα οποία δημοπρατήθηκαν και κατασκευάσθηκαν ή βρίσκονται στο στάδιο κατασκευής και αφορούν έργα εκτροπής του άνω ρου του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία και έργα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως, δόθηκε στην ανάδοχο εταιρεία εντολή να συνεχίσει τις εργασίες που είχαν διακοπεί μετά την έκδοση της αποφάσεως περί ακυρώσεως της αναθέσεως του έργου.
40      Οι αιτούντες της κύριας δίκης ζητούν την ακύρωση συνολικά του επίμαχου στην κύρια δίκη σχεδίου. Οι αιτήσεις ακυρώσεως στρέφονται τόσο κατά του άρθρου 13 του νόμου 3481/2006 όσο και κατά των συναφών διοικητικών πράξεων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας επισημαίνει ότι τόσο οι πράξεις εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων όσο και οι πράξεις δυνάμει των οποίων εκτελέστηκαν τα τεχνικά έργα που εντάσσονται στο εν λόγω σχέδιο είχαν ακυρωθεί με αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου πριν την έναρξη ισχύος του νόμου 3481/2006. Επομένως, κατά το αιτούν δικαστήριο, διά του προαναφερθέντος σχεδίου διαχείρισης, το οποίο εγκρίθηκε βάσει του άρθρου 9 του εν λόγω νόμου, επιχειρείται η αναβίωση των πράξεων αυτών. Ως εκ τούτου, το κύριο ζήτημα που τίθεται στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης συνίσταται στο αν οι διατάξεις των άρθρων 9 και 13 του εν λόγω νόμου είναι συμβατές με το δίκαιο της Ένωσης.
41      Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)      Με τη διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 6, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ […] τίθεται απλώς ένα απώτατο χρονικό όριο (22.12.2009) για την κατάρτιση των σχεδίων διαχείρισης υδάτινων πόρων ή θεσπίζεται μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία ειδική προθεσμία μεταφοράς των σχετικών διατάξεων των άρθρων 3, 4, 5, 6, 9, 13 και 15 της ως άνω οδηγίας;
2)      Σε περίπτωση που το Δικαστήριο […] κρίνει ότι με την ως άνω διάταξη της οδηγίας τίθεται απλώς ένα απώτατο χρονικό όριο (22.12.2009) για την κατάρτιση των σχεδίων διαχειρίσεως υδάτινων πόρων, θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
Εθνική ρύθμιση με την οποία επιτρέπεται η μεταφορά ύδατος από συγκεκριμένη Λεκάνη Απορροής Ποταμού (ΛΑΠ) σε άλλη ΛΑΠ, χωρίς να έχουν ακόμη εκπονηθεί τα σχέδια των Περιοχών Λεκάνης Απορροής Ποταμού (ΠΛΑΠ) εντός των οποίων βρίσκονται οι ΛΑΠ από και προς τις οποίες θα γίνει μεταφορά ύδατος, είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 9, 13 και 15 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 15, της ως άνω οδηγίας, βασική μονάδα διαχειρίσεως της ΛΑΠ είναι η ΠΛΑΠ, στην οποία ανήκει;
3)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
Κατά την έννοια των άρθρων 2, 3, 5, 6, 9, 13 και 15 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ επιτρέπεται η μεταφορά ύδατος από μια ΠΛΑΠ σε γειτονική ΠΛΑΠ; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ο σκοπός αυτής της μεταφοράς μπορεί να είναι μόνο η κάλυψη αναγκών ύδρευσης ή μπορεί επίσης να εξυπηρετούνται η άρδευση και η παραγωγή ενέργειας; Σε κάθε περίπτωση απαιτείται, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων της [εν λόγω] οδηγίας, να έχει κριθεί αιτιολογημένα από τη Διοίκηση και επί τη βάσει της αναγκαίας επιστημονικής μελέτης, ότι η ΠΛΑΠ υποδοχής αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες που έχει για ύδρευση, άρδευση κ.λπ. με τους δικούς της υδάτινους πόρους;
4)      Σε περίπτωση που το Δικαστήριο […] κρίνει, ως προς το ερώτημα υπό στοιχείο 1, ότι με τη διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 6, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ δεν τίθεται απλώς ένα απώτατο χρονικό όριο (22.12.2009) για την κατάρτιση των σχεδίων διαχειρίσεως υδάτινων πόρων, αλλά θεσπίζεται ειδική προθεσμία μεταφοράς των σχετικών διατάξεων των άρθρων 3, 4, 5, 6, 9, 13 και 15 της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
Εθνική ρύθμιση, θεσπιζόμενη εντός της ανωτέρω ειδικής προθεσμίας μεταφοράς, με την οποία επιτρέπεται η μεταφορά ύδατος από συγκεκριμένη Λεκάνη Απορροής Ποταμού (ΛΑΠ) σε άλλη ΛΑΠ, χωρίς να έχουν ακόμη εκπονηθεί τα σχέδια των Περιοχών Λεκάνης Απορροής Ποταμού (ΠΛΑΠ), εντός των οποίων βρίσκονται οι ΛΑΠ, από και προς τις οποίες θα γίνει μεταφορά ύδατος, θέτει, άνευ ετέρου, σε κίνδυνο το χρήσιμο αποτέλεσμα της εν λόγω οδηγίας ή πρέπει για να εκτιμηθεί το ζήτημα, αν τίθεται σε κίνδυνο το χρήσιμο αποτέλεσμα της οδηγίας, να ληφθούν υπόψη κριτήρια, όπως η κλίμακα των προβλεπομένων επεμβάσεων και οι σκοποί της μεταφοράς ύδατος;
5)      Νομοθετική ρύθμιση η οποία θεσπίζεται από εθνικό κοινοβούλιο και με την οποία εγκρίνονται σχέδια διαχειρίσεως ΛΑΠ χωρίς να προβλέπεται, από τους κρίσιμους εθνικούς κανόνες, στάδιο διαβουλεύσεως με το κοινό στη διαδικασία ενώπιον του εθνικού κοινοβουλίου και χωρίς να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη στην οδηγία [2000/60] διαδικασία διαβουλεύσεως ενώπιον της Διοικήσεως είναι σύμφωνη με τις ρυθμίσεις των άρθρων 13, 14 και 15 της [εν λόγω] οδηγίας που αφορούν στις διαδικασίες ενημέρωσης, διαβούλευσης και συμμετοχής του κοινού;
6)      Κατά την έννοια της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ […], Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που αφορά στην κατασκευή φραγμάτων και στη μεταφορά ύδατος και που εισήχθη προς έγκριση ενώπιον του εθνικού κοινοβουλίου μετά από τη δικαστική ακύρωση της πράξεως, με την οποία είχε ήδη εγκριθεί και για την οποία είχε ήδη τηρηθεί η διαδικασία δημοσιότητας, χωρίς να τηρηθεί εκ νέου η διαδικασία αυτή, καλύπτει τις απαιτήσεις των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 5, 6, 8 και 9 της οδηγίας [αυτής] για ενημέρωση και συμμετοχή του κοινού;
7)      Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/42/ΕΚ […] σχέδιο εκτροπής ποταμού, το οποίο:
α)      αφορά στην κατασκευή φραγμάτων και στη μεταφορά ύδατος από μια ΠΛΑΠ σε άλλη,
β)      εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/60/ΕΚ,
γ)      αφορά σε έργα της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ,
δ)      ενδέχεται να έχει περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε περιοχές της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ [...];
8)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
Κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, μπορούν να θεωρηθούν ως τυπικές προπαρασκευαστικές πράξεις που εκδόθηκαν πριν από τις 21 Ιουλίου 2004, έτσι ώστε να μην υφίσταται υποχρέωση για εκπόνηση μελέτης στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, πράξεις που αφορούσαν το επίμαχο έργο και έχουν ακυρωθεί αναδρομικώς με δικαστικές αποφάσεις;
9)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
Κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, σε περίπτωση που σχέδιο εμπίπτει ταυτόχρονα στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, καθώς και σε αυτό των οδηγιών 2000/60/ΕΚ και 85/337/ΕΚ που, επίσης, απαιτούν την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου, αρκούν για την τήρηση των απαιτήσεων της οδηγίας 2001/42/ΕΚ οι μελέτες που έχουν εκπονηθεί, με βάση τα οριζόμενα στις οδηγίες 2000/60/ΕΚ και 85/337/ΕΚ, ή θα πρέπει να εκπονηθεί αυτοτελής μελέτη στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης;
10)      Κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ […], οι περιοχές που περιλαμβάνονταν στους εθνικούς καταλόγους των τόπων κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) και, τελικώς, συμπεριελήφθησαν στον κοινοτικό κατάλογο των ΤΚΣ, καταλαμβάνονταν από την προστασία της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, πριν από τον χρόνο δημοσιεύσεως της 2006/613/ΕΚ απόφασης της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 2006, με την οποία εγκρίθηκε ο κατάλογος των προστατευόμενων ΤΚΣ για τη μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή [(ΕΕ L 259, σ. 1)];
11)      Είναι δυνατόν, κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, οι αρμόδιες εθνικές αρχές να παράσχουν άδεια για την πραγμάτωση σχεδίου εκτροπής ύδατος, μη άμεσα συνδεόμενου ή αναγκαίου για τη διατήρηση περιοχής που εντάσσεται σε Ζώνη Ειδικής Προστασίας, όταν σε όλες τις μελέτες που περιλαμβάνονται στον φάκελο του έργου αυτού διαπιστώνεται η παντελής έλλειψη στοιχείων ή η απουσία αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων για την ορνιθοπανίδα της περιοχής αυτής;
12)      Κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, λόγοι κυρίως αρδευτικοί και δευτερευόντως υδρευτικοί, για τους οποίους επιχειρείται σχέδιο εκτροπής ύδατος, μπορούν να αποτελέσουν το επιτακτικό δημόσιο συμφέρον που απαιτεί η οδηγία [αυτή], προκειμένου να επιτραπεί η διενέργεια του έργου αυτού, παρ’ όλες τις αρνητικές επιπτώσεις του στις προστατευόμενες από την [εν λόγω] οδηγία περιοχές;
13)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
Για τον καθορισμό της επάρκειας των αντισταθμιστικών μέτρων που είναι αναγκαία, προκειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής μιας περιοχής Natura 2000, η οποία βλάπτεται από σχέδιο εκτροπής ύδατος, είναι, κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, ληπτέα υπ’ όψιν κριτήρια, όπως το εύρος της ως άνω εκτροπής και το μέγεθος των έργων που αυτή συνεπάγεται;
14)      Κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, ερμηνευομένων υπό το φως της αρχής της αειφόρου αναπτύξεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ, δύνανται οι αρμόδιες εθνικές αρχές να παράσχουν άδεια για την πραγμάτωση σχεδίου εκτροπής ύδατος εντός περιοχής Natura 2000, μη άμεσα συνδεόμενου ή αναγκαίου για τη διατήρηση της συνοχής της περιοχής αυτής, όταν από τη [ΜΠΕ] του εν λόγω σχεδίου προκύπτει ότι αυτό θα έχει ως συνέπεια την μετατροπή φυσικού ποτάμιου οικοσυστήματος σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα;»
 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
 Επί του πρώτου ερωτήματος
42      Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν με τη διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 6, της οδηγίας 2000/60 τίθεται απλώς ένα όριο για την κατάρτιση των σχεδίων διαχειρίσεως περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού ή αν θεσπίζεται επίσης ειδική προθεσμία μεταφοράς ορισμένων διατάξεων των άρθρων 3 έως 6, 9, 13 και 15 της εν λόγω οδηγίας.
43      Κατά το άρθρο 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/60, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την εν λόγω οδηγία το αργότερο στις 22 Δεκεμβρίου 2003.
44      Το γεγονός ότι το άρθρο 13, παράγραφος 6, της οδηγίας 2000/60 διευκρινίζει ότι τα σχέδια διαχειρίσεως περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού δημοσιεύονται το αργότερο εννέα έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας, ήτοι μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 2009, δεν επηρεάζει την προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής που προβλέπεται από το άρθρο της 24, παράγραφος 1.
45      Συγκεκριμένα, το άρθρο 13, παράγραφος 6, της οδηγίας 2000/60 δεν αφορά την προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας, αλλά θέτει απλώς μια προθεσμία για την εφαρμογή ενός από τα μέτρα που τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν κατ’ εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, μετά τη μεταφορά της στην εθνική έννομη τάξη.
46      Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, παραλείποντας από την εθνική νομοθετική ρύθμιση που ίσχυε τον Σεπτέμβριο του 2004 τους ορισμούς των εννοιών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 2000/60 και τις προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να τηρηθούν τα πρότυπα ποιότητας του ύδατος, οι οποίες ορίζονται στα άρθρα 4 έως 6 και 8 της ίδιας οδηγίας, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 2 της οδηγίας, σε συνδυασμό με τις τελευταίες αυτές διατάξεις, δεν τέθηκαν σε εφαρμογή με τη δέουσα δεσμευτική ισχύ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2006, C-32/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2006, σ. I-11323, σκέψεις 16, 17 και 65).
47      Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 13, παράγραφος 6, και 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60 έχουν την έννοια ότι ορίζουν, αντιστοίχως, την 22α Δεκεμβρίου 2009 ως ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας που τάσσεται στα κράτη μέλη για τη δημοσίευση των σχεδίων διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού και την 22α Δεκεμβρίου 2003 ως ημερομηνία εκπνοής της απώτατης προθεσμίας που έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη μέλη για τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη της οδηγίας και, ιδίως, των άρθρων της 3 έως 6, 9, 13 και 15.
 Επί του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου ερωτήματος
48      Με το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί καταρχάς να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2000/60 έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική ρύθμιση με την οποία επιτρέπεται, πριν τις 22 Δεκεμβρίου 2009, η μεταφορά ύδατος από μια λεκάνη απορροής ποταμού σε άλλη λεκάνη απορροής ποταμού ή από μια περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού σε άλλη περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού, όταν δεν έχουν ακόμη εκπονηθεί, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, τα σχέδια διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η μεταφορά αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο για την κάλυψη αναγκών ύδρευσης ή και για την άρδευση και την παραγωγή ενέργειας. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η συμβατότητα της μεταφοράς αυτής με την εν λόγω οδηγία προϋποθέτει ότι η λεκάνη απορροής ποταμού ή η περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού υποδοχής αδυνατεί να καλύψει με τους δικούς της υδάτινους πόρους τις ανάγκες που έχει για ύδρευση, άρδευση και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
49      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη σχέδιο, καθόσον αφορά τη μεταφορά ύδατος από μια λεκάνη απορροής ποταμού σε άλλη λεκάνη απορροής ποταμού ή από μια περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού σε άλλη περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού, ενδέχεται, όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 66 και 67 των προτάσεών της, να είναι ασυμβίβαστο προς τους περιβαλλοντικούς σκοπούς που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60.
50      Αφετέρου, πρέπει να υπομνησθεί ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη σχέδιο εγκρίθηκε από τον Έλληνα νομοθέτη στις 2 Αυγούστου 2006.
51      Όσον αφορά το ζήτημα αν το οικείο κράτος μέλος υπείχε, ήδη κατά τον χρόνο της εγκρίσεως του εν λόγω σχεδίου, υποχρέωση σεβασμού των περιβαλλοντικών σκοπών του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60, πρέπει να υπομνησθεί ότι η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι, όσον αφορά τα επιφανειακά και τα υπόγεια ύδατα, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα διατηρήσεως προκειμένου να καταστούν λειτουργικά τα προγράμματα για τη λήψη μέτρων που καθορίζονται στα σχέδια διαχειρίσεως περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού.
52      Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60 συνδέει, επομένως, τα κατάλληλα μέτρα διατηρήσεως που τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν δυνάμει της εν λόγω διατάξεως με την προηγούμενη ύπαρξη σχεδίου διαχειρίσεως για την οικεία περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού.
53      Κατά συνέπεια, η οδηγία 2000/60 δεν απαγορεύει κατ’ αρχήν τη μεταφορά ύδατος από μια λεκάνη απορροής ποταμού σε άλλη λεκάνη απορροής ποταμού ή από μια περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού σε άλλη περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού πριν τη δημοσίευση των σχεδίων διαχειρίσεως των οικείων περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού, η οποία δημοσίευση πάντως πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας, να πραγματοποιηθεί το αργότερο μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 2009.
54      Εντούτοις δεν αμφισβητείται ότι, κατά τον χρόνο της εγκρίσεως του επίμαχου στην κύρια δίκη σχεδίου, τα σχέδια διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού σχετικά με τις λεκάνες απορροής ποταμού τις οποίες αφορούσε το επίμαχο σχέδιο δεν είχαν καταρτιστεί (βλ. απόφαση της 19ης Απριλίου 2012, C-297/11, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 17).
55      Επομένως, κατά την ημερομηνία εγκρίσεως του επίμαχου στην κύρια δίκη σχεδίου, η Ελληνική Δημοκρατία δεν υποχρεούνταν να έχει καταρτίσει τα σχέδια διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού τις οποίες αφορούσε το επίμαχο σχέδιο. Συγκεκριμένα, μολονότι η προθεσμία μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη της οδηγίας 2000/60, όπως καθορίζεται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, είχε παρέλθει, εντούτοις η προθεσμία του άρθρου 13, παράγραφος 6, της ίδιας οδηγίας για τη δημοσίευση των σχεδίων διαχειρίσεως περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού δεν είχε ακόμη παρέλθει.
56      Ως εκ τούτου, το επίμαχο στην κύρια δίκη σχέδιο, όπως αυτό εγκρίθηκε από τον Έλληνα νομοθέτη στις 2 Αυγούστου 2006, χωρίς να έχουν ακόμη εκπονηθεί τα σχέδια διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού σχετικά με τις λεκάνες απορροής ποταμού τις οποίες αυτό αφορούσε, δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/60.
57      Πάντως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή. Μια τέτοια υποχρέωση αποχής, η οποία επιβάλλεται σε όλες τις εθνικές αρχές, πρέπει να νοηθεί ως καλύπτουσα τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου, γενικού ή ειδικού, ικανού να προκαλέσει έναν τέτοιο κίνδυνο (βλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96, Inter-Environnement Wallonie, Συλλογή 1997, σ. I-7411, σκέψη 45, καθώς και της 26ης Μαΐου 2011, C‑165/09 έως C‑167/09, Stichting Natuur en Milieu κ.λπ., που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58      Η εν λόγω υποχρέωση αποχής επιβάλλεται στα κράτη μέλη, βάσει της συνδυασμένης εφαρμογής των άρθρων 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, επίσης στην περίπτωση που προβλέπεται μεταβατική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας επιτρέπεται στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τα εθνικά τους συστήματα, έστω και αν δεν είναι σύμφωνα με την οδηγία για την οποία πρόκειται (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Stichting Natuur en Milieu κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 79 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
59      Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση που μια οδηγία, όπως η οδηγία 2000/60, προβλέπει μεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να λάβουν όλα τα προβλεπόμενα από την οδηγία μέτρα.
60      Επομένως, ακόμη και πριν τις 22 Δεκεμβρίου 2009, ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας που το άρθρο 13, παράγραφος 6, της οδηγίας 2000/60 τάσσει στα κράτη μέλη για τη δημοσίευση των σχεδίων διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού, τα κράτη μέλη όφειλαν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας.
61      Ειδικότερα, όσον αφορά τους περιβαλλοντικούς σκοπούς του άρθρου 4 της οδηγίας 2000/60, υπογραμμίζεται ότι κατά την παράγραφο 1, στοιχείο α΄, περίπτωση ii, του άρθρου αυτού, τα κράτη μέλη «προστατεύουν, αναβαθμίζουν και αποκαθιστούν όλα τα συστήματα των επιφανειακών υδάτων, […] με σκοπό την επίτευξη μιας καλής κατάστασης των επιφανειακών υδάτων το αργότερο δεκαπέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος V, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρατάσεων που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 και της εφαρμογής των παραγράφων 5, 6 και 7 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8».
62      Η επίτευξη του σκοπού αυτού δεν πρέπει, υπό ορισμένες επιφυλάξεις, να τίθεται σε κίνδυνο από κάποιο εθνικό μέτρο, ακόμη και αν το μέτρο αυτό είχε θεσπιστεί πριν τις 22 Δεκεμβρίου 2009.
63      Ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου της υποβληθείσας στο Δικαστήριο δικογραφίας το οποίο να εμπίπτει στις περιπτώσεις του άρθρου 4, παράγραφοι 4 έως 6, της οδηγίας 2000/60, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 7, της εν λόγω οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη δεν παραβιάζουν την παρούσα οδηγία εφόσον:
–        η αδυναμία επίτευξης καλής κατάστασης των υπόγειων υδάτων, καλής οικολογικής κατάστασης […] ή πρόληψης της υποβάθμισης της κατάστασης ενός συστήματος επιφανειακών ή υπόγειων υδάτων, οφείλεται σε νέες τροποποιήσεις των φυσικών χαρακτηριστικών του συστήματος επιφανειακών υδάτων ή σε μεταβολές της στάθμης των συστημάτων υπόγειων υδάτων, ή
–        η αδυναμία πρόληψης της υποβάθμισης από την άριστη στην καλή κατάσταση ενός συστήματος επιφανειακών υδάτων είναι αποτέλεσμα νέων ανθρώπινων δραστηριοτήτων βιώσιμης ανάπτυξης
και εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)      λαμβάνονται όλα τα πρακτικώς εφικτά μέτρα για το μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων στην κατάσταση του υδατικού συστήματος·
β)      η αιτιολογία των τροποποιήσεων ή των μεταβολών εκτίθεται ειδικά στο σχέδιο διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού που επιβάλλει το άρθρο 13, οι δε στόχοι αναθεωρούνται ανά εξαετία·
γ)      οι λόγοι για τις τροποποιήσεις ή τις μεταβολές αυτές υπαγορεύονται επιτακτικά από το δημόσιο συμφέρον και/ή τα οφέλη για το περιβάλλον και την κοινωνία από την επίτευξη των στόχων που εξαγγέλλονται στην παράγραφο 1 υπερκαλύπτονται από τα οφέλη των νέων τροποποιήσεων ή μεταβολών για την υγεία των ανθρώπων, για τη διαφύλαξη της ασφάλειάς τους ή για τη βιώσιμη ανάπτυξη και
δ)      οι ευεργετικοί στόχοι τους οποίους εξυπηρετούν αυτές οι τροποποιήσεις ή μεταβολές των υδάτινων συστημάτων δεν μπορούν για τεχνικούς λόγους ή λόγω υπέρμετρου κόστους, να επιτευχθούν με άλλα μέσα που συνιστούν πολύ καλύτερη περιβαλλοντική επιλογή.»
64      Μολονότι είναι αληθές ότι, όπως διαπιστώνεται με τη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, η εν λόγω παράγραφος 7 δεν έχει εφαρμογή, αυτή καθεαυτή, σε ένα σχέδιο έργων το οποίο εγκρίθηκε στις 2 Αυγούστου 2006, χωρίς να έχουν ακόμη εκπονηθεί τα σχέδια διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού σχετικά με τις λεκάνες απορροής ποταμού τις οποίες αφορά το σχέδιο αυτό, εντούτοις το εν λόγω σχέδιο δεν πρέπει να υπόκειται σε αυστηρότερες προϋποθέσεις απ’ ό,τι αν είχε εγκριθεί μετά την ημερομηνία κατά την οποία το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 κατέστη εφαρμοστέο επ’ αυτού.
65      Στην περίπτωση τέτοιου σχεδίου, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 7, της οδηγίας 2000/60 μπορούν, κατ’ ουσίαν, να εφαρμοστούν κατ’ αναλογία και ενδεχομένως, mutatis mutandis, ως μέγιστοι δυνατοί περιορισμοί στο σχέδιο αυτό.
66      Πάντως, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 15 της εν λόγω οδηγίας, η ύδρευση συνιστά υπηρεσία κοινής ωφέλειας. Όσον αφορά την άρδευση και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, από το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, της ίδιας οδηγίας προκύπτει ότι, καταρχήν, αυτές ικανοποιούν επίσης το δημόσιο συμφέρον.
67      Εν συνεχεία, ένα σχέδιο όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, το οποίο δεν υπάγεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 και το οποίο θα μπορούσε να έχει ως προς τα ύδατα τις αρνητικές συνέπειες που αναφέρονται στην παράγραφο 7 του εν λόγω άρθρου, θα μπορούσε να εγκριθεί, αν τουλάχιστον:
–        λαμβάνονταν όλα τα πρακτικώς εφικτά μέτρα για τον μετριασμό των αρνητικών συνεπειών στην κατάσταση του υδατικού συστήματος·
–        η αιτιολογία των τροποποιήσεων ή των μεταβολών εκτίθετο ειδικά·
–        το σχέδιο αυτό υπαγορευόταν από δημόσιο συμφέρον συνιστάμενο ιδίως στην ύδρευση, στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ή στην άρδευση και/ή αν τα οφέλη για το περιβάλλον και την κοινωνία από την επίτευξη των στόχων που εξαγγέλλονται στην παράγραφο 1 του άρθρου υπερκαλύπτονταν από τα οφέλη του σχεδίου αυτού για την υγεία των ανθρώπων, για τη διαφύλαξη της ασφάλειάς τους ή για τη βιώσιμη ανάπτυξη, και
–        τέλος, οι χρήσιμοι στόχοι τους οποίους επιδιώκει το σχέδιο αυτό δεν μπορούσαν, για τεχνικούς λόγους ή λόγω υπέρμετρου κόστους, να επιτευχθούν με άλλα μέσα τα οποία θα συνιστούσαν σαφώς καλύτερη περιβαλλοντική επιλογή.
68      Μολονότι το γεγονός ότι η λεκάνη απορροής ποταμού ή η περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες της για ύδρευση, άρδευση ή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με τους δικούς της υδάτινους πόρους μπορεί ασφαλώς να δικαιολογήσει, υπό το πρίσμα της οδηγίας 2000/60, μεταφορά ύδατος, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στο πλαίσιο του επίμαχου στην κύρια δίκη σχεδίου, εντούτοις, δεν προκύπτει ότι η εν λόγω μεταφορά μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο για λόγους αναγόμενους στην αδυναμία αυτή. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν δεν υφίσταται τέτοια αδυναμία, δεν αποκλείεται, πάντως, η εν λόγω μεταφορά ύδατος να θεωρηθεί ως πληρούσα τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και, ιδίως, αφενός, την προϋπόθεση που απαιτεί η μεταφορά ύδατος να υπαγορεύεται από το δημόσιο συμφέρον και/ή τα οφέλη για το περιβάλλον και την κοινωνία από την επίτευξη των στόχων που εξαγγέλλονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής να υπερκαλύπτονται από τα οφέλη της μεταφοράς ύδατος για την υγεία των ανθρώπων, για τη διαφύλαξη της ασφάλειάς τους ή για τη βιώσιμη ανάπτυξη και, αφετέρου, την προϋπόθεση που απαιτεί οι χρήσιμοι στόχοι που επιδιώκονται από την εν λόγω μεταφορά ύδατος να μη μπορούν, λόγω τεχνικής αδυναμίας ή δυσανάλογου κόστους, να επιτευχθούν με άλλα μέσα τα οποία αποτελούν σαφώς καλύτερη περιβαλλοντική επιλογή.
69      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο, στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2000/60 έχει την έννοια ότι:
–        δεν απαγορεύει, καταρχήν, εθνική ρύθμιση με την οποία επιτρέπεται, πριν τις 22 Δεκεμβρίου 2009, η μεταφορά ύδατος από μια λεκάνη απορροής ποταμού σε άλλη λεκάνη απορροής ποταμού ή από μια περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού σε άλλη περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού, όταν δεν έχουν ακόμη εκπονηθεί, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, τα σχέδια διαχειρίσεως των οικείων περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού·
–        η μεταφορά αυτή δεν πρέπει να είναι ικανή να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία·
–        εντούτοις η εν λόγω μεταφορά, στο μέτρο που μπορεί να έχει ως προς τα ύδατα τις αρνητικές συνέπειες που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 7, της ίδιας οδηγίας, μπορεί να επιτραπεί, αν πληρούνται τουλάχιστον οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα σημεία α΄ έως δ΄ της ίδιας διατάξεως, και
–        το γεγονός ότι η λεκάνη απορροής ποταμού ή η περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού υποδοχής αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες της για ύδρευση, άρδευση ή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με τους δικούς της υδάτινους πόρους δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου η μεταφορά αυτή να είναι σύμφωνη με την εν λόγω οδηγία, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προεκτεθείσες προϋποθέσεις.
 Επί του πέμπτου ερωτήματος
70      Με το πέμπτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 13 έως 15 της οδηγίας 2000/60 έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν την έγκριση από εθνικό κοινοβούλιο σχεδίων διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού, όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στο πλαίσιο της κύριας δίκης, χωρίς να έχει τηρηθεί η διαδικασία ενημερώσεως, διαβουλεύσεως και συμμετοχής του κοινού.
71      Επισημαίνεται ότι στο μέτρο που τα άρθρα 13 και 15 της οδηγίας 2000/60 δεν θεσπίζουν καμία υποχρέωση σχετικά με την ενημέρωση, διαβούλευση και συμμετοχή του κοινού κατά την επεξεργασία σχεδίων διαχειρίσεως περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού, το ερώτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα αποκλειστικά του άρθρου 14 της εν λόγω οδηγίας, που προβλέπει τις σχετικές υποχρεώσεις.
72      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60 προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την ενεργό συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών στην υλοποίηση της παρούσας οδηγίας, ιδίως δε στην εκπόνηση, την αναθεώρηση και την ενημέρωση των σχεδίων διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού. Τα κράτη μέλη, για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού, δημοσιεύουν και θέτουν στη διάθεση του κοινού, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών, για τη διατύπωση παρατηρήσεων […] αντίγραφο του προσχεδίου διαχείρισης [περιοχής] λεκάνης απορροής ποταμού, τουλάχιστον ένα έτος πριν από την έναρξη της περιόδου στην οποία αναφέρεται το σχέδιο».
73      Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, με τη σκέψη 17 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας, έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταρτίσει, έως τις 22 Δεκεμβρίου 2009, τα σχέδια διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού τόσο για τις λεκάνες απορροής ποταμού που ευρίσκονται εξ ολοκλήρου εντός του εθνικού εδάφους όσο και για τις διεθνείς λεκάνες απορροής ποταμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 13, παράγραφοι 1 έως 3 και 6, και 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60. Στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής λόγω παραβάσεως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν υποστήριξε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία είχε καταρτίσει σχέδιο διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού κατά την έννοια της ίδιας οδηγίας. Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία δεν επικαλέστηκε τον νόμο που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
74      Ως εκ τούτου, τα σχέδια διαχειρίσεως των λεκανών απορροής ποταμού, όπως τα επίμαχα στο πλαίσιο της κύριας δίκης, που εγκρίθηκαν στις 2 Αυγούστου 2006, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως σχέδια διαχειρίσεως υπαγόμενα στα άρθρα 13 έως 15 της οδηγίας 2000/60. Επομένως, η υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60 δεν έχει εφαρμογή επί των σχεδίων αυτών.
75      Κατ’ ακολουθία, στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έγκριση από εθνικό κοινοβούλιο σχεδίων διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού, όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στο πλαίσιο της κύριας δίκης, χωρίς να έχει τηρηθεί η διαδικασία ενημερώσεως, διαβουλεύσεως και συμμετοχής του κοινού δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14 της οδηγίας 2000/60 και ιδίως στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.
 Επί του έκτου ερωτήματος
76      Με το έκτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 85/337 έχει την έννοια ότι απαγορεύει νόμο, όπως ο νόμος 3481/2006, που ψηφίστηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο στις 2 Αυγούστου 2006 και με τον οποίο εγκρίθηκε σχέδιο μερικής εκτροπής των υδάτων ποταμού, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, βάσει ΜΠΕ του σχεδίου αυτού η οποία είχε χρησιμεύσει ως βάση για την έκδοση διοικητικής αποφάσεως, κατόπιν διαδικασίας σύμφωνης με τις υποχρεώσεις ενημερώσεως και συμμετοχής του κοινού που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία, και ενώ η διοικητική αυτή απόφαση ακυρώθηκε δικαστικώς.
77      Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας 85/337 ορίζει ότι η οδηγία αυτή «δεν εφαρμόζεται στα σχέδια που εγκρίνονται καταλεπτώς με ειδική εθνική νομοθετική πράξη, καθότι οι στόχοι που επιδιώκονται με την παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένης και της επιδιωκόμενης παροχής πληροφοριών, επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας».
78      Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι, όταν η επίτευξη των σκοπών της οδηγίας 85/337, περιλαμβανομένης και της παροχής πληροφοριών, εξασφαλίζεται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας, η οδηγία δεν εφαρμόζεται στο οικείο σχέδιο (βλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑287/98, Linster, Συλλογή 2000, σ. I‑6917, σκέψη 51· της 18ης Οκτωβρίου 2011, C-128/09 έως C-131/09, C-134/09 και C-135/09, Boxus κ.λπ., που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 36, καθώς και της 16ης Φεβρουαρίου 2012, C-182/10, Solvay κ.λπ., που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 30).
79      Κατά τη διάταξη αυτή, η εξαίρεση ενός σχεδίου από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/337 εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη απαιτεί το σχέδιο να εγκρίνεται καταλεπτώς με ειδική νομοθετική πράξη. Σύμφωνα με τη δεύτερη, οι σκοποί της οδηγίας, συμπεριλαμβανομένου αυτού της παροχής πληροφοριών, πρέπει να επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας (αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑435/97, WWF κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I‑5613, σκέψη 57· Boxus κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 37, καθώς και Solvay κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 31).
80      Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, αυτή απαιτεί καταρχάς το σχέδιο να εγκρίνεται με ειδική νομοθετική πράξη. Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι έννοιες «σχέδιο» και «άδεια» ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/337. Επομένως, μια νομοθετική πράξη η οποία εγκρίνει ένα σχέδιο πρέπει, για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 5, της οδηγίας αυτής, να είναι ειδική και να παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά που προσιδιάζουν σε τέτοια άδεια. Πρέπει, μεταξύ άλλων, να δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να πραγματοποιήσει το σχέδιο (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις WWF κ.λπ., σκέψη 58· Boxus κ.λπ., σκέψη 38, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 32).
81      Εκτός αυτού, μια νομοθετική πράξη πρέπει να εγκρίνει το σχέδιο καταλεπτώς, δηλαδή κατά τρόπο επαρκώς ακριβή και οριστικό, ώστε αυτή να περιέχει, όπως μια άδεια, όλα τα στοιχεία του σχεδίου που κρίνονται λυσιτελή για την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, αφού προηγουμένως τα στοιχεία αυτά ληφθούν υπόψη από τον νομοθέτη (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις WWF κ.λπ., σκέψη 59· Boxus κ.λπ., σκέψη 39, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 33). Επομένως, η νομοθετική πράξη πρέπει να πιστοποιεί ότι οι σκοποί της οδηγίας 85/337 επιτεύχθηκαν όσον αφορά το οικείο σχέδιο (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Linster, σκέψη 56· Boxus κ.λπ., σκέψη 39, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 33).
82      Εξ αυτού συνάγεται ότι μια νομοθετική πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εγκρίνει ένα σχέδιο καταλεπτώς, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 5, της οδηγίας 85/337, αφενός, όταν η εν λόγω πράξη δεν περιέχει τα αναγκαία στοιχεία για την εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου αυτού στο περιβάλλον και, αφετέρου, όταν χρειάζεται να εκδοθούν άλλες πράξεις ώστε να παρασχεθεί στον κύριο του έργου το δικαίωμα να πραγματοποιήσει το σχέδιο (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις WWF κ.λπ., σκέψη 62· Linster, σκέψη 57· Boxus κ.λπ., σκέψη 40, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 34).
83      Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/337 συνάγεται ότι ο κύριος σκοπός της είναι να εξασφαλίσει ότι πριν από τη χορήγηση της σχετικής άδειας εκτιμώνται οι επιπτώσεις των σχεδίων που ενδέχεται να θίξουν σημαντικά το περιβάλλον, ιδίως λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή του τόπου πραγματοποιήσεώς τους (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Linster, σκέψη 52· Boxus κ.λπ., σκέψη 41, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 35 ).
84      Επιπλέον, η έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 85/337 διευκρινίζει ότι η εκτίμηση πρέπει να γίνεται με βάση τις κατάλληλες πληροφορίες που παρέχει ο κύριος του έργου και, ενδεχομένως, να συμπληρώνεται με πληροφορίες παρεχόμενες από τις διοικητικές αρχές και το κοινό που μπορεί να αφορά το σχέδιο (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις WWF κ.λπ., σκέψη 61· Linster, σκέψη 53· Boxus κ.λπ., σκέψη 42, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 36).
85      Εν συνεχεία, ο εθνικός νομοθέτης πρέπει να διαθέτει, κατά τον χρόνο εγκρίσεως του σχεδίου, επαρκή πληροφοριακά στοιχεία. Από το άρθρο 5, παράγραφος 3, και το παράρτημα IV της οδηγίας 85/337 προκύπτει ότι οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχει ο κύριος του έργου περιλαμβάνουν τουλάχιστον περιγραφή του σχεδίου, περιέχουσα στοιχεία σχετικά με τον τόπο πραγματοποιήσεώς του, τη σύλληψή του και το μέγεθός του, περιγραφή των μέτρων που μελετώνται προκειμένου να αποφευχθούν και να μειωθούν και, αν είναι δυνατό, να αντιμετωπισθούν οι σημαντικότερες επιπτώσεις, καθώς και τα απαραίτητα στοιχεία για την εξακρίβωση και την εκτίμηση των σημαντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να έχει το σχέδιο στο περιβάλλον (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Boxus κ.λπ., σκέψη 43, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 37).
86      Πάντως, τίποτε δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη, κατά την έγκριση σχεδίου, να λάβει υπόψη του πληροφορίες που συνελέγησαν στο πλαίσιο προγενέστερης διοικητικής διαδικασίας καθώς και τη ΜΠΕ που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι η ΜΠΕ στηρίζεται σε πληροφορίες και στοιχεία που παραμένουν επίκαιρα. Συγκεκριμένα, η ΜΠΕ, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται προ της διαδικασίας για τη λήψη αποφάσεως, συνεπάγεται τον ουσιαστικό έλεγχο των συλλεγέντων στοιχείων καθώς και μελέτη του κατά πόσον είναι σκόπιμο τα στοιχεία αυτά να συμπληρωθούν, ενδεχομένως, με πρόσθετα δεδομένα (βλ. απόφαση της 3ης Μαρτίου 2011, C‑50/09, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40).
87      Συναφώς, το γεγονός ότι η ΜΠΕ πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση διοικητικής αποφάσεως η οποία τελικώς ακυρώθηκε δικαστικώς είναι, αυτό καθεαυτό, άνευ σημασίας.
88      Εντούτοις, νομοθετική πράξη η οποία απλώς και μόνον «επικυρώνει» προϋφιστάμενη διοικητική πράξη και η οποία περιορίζεται στην αναφορά επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος χωρίς να έχει προηγηθεί κίνηση νομοθετικής διαδικασίας επί της ουσίας μέσω της οποίας να διασφαλίζεται η τήρηση των προϋποθέσεων των οποίων υπόμνηση γίνεται στη σκέψη 79 της παρούσας αποφάσεως δεν μπορεί να λογίζεται ως ειδική νομοθετική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 5, της οδηγίας 85/337 και, ως εκ τούτου, δεν αρκεί για να εξαιρεθεί ένα σχέδιο από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Βoxus κ.λπ., σκέψη 45, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 39).
89      Ειδικότερα, νομοθετική πράξη που εκδόθηκε χωρίς να έχουν τεθεί στη διάθεση των μελών του νομοθετικού οργάνου οι πληροφορίες που απαριθμούνται στη σκέψη 85 της παρούσας αποφάσεως δεν μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 5, της οδηγίας 85/337 (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Boxus κ.λπ., σκέψη 46, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 40).
90      Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές. Προς τούτο, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη τόσο το περιεχόμενο της εκδοθείσας νομοθετικής πράξεως όσο και το σύνολο της νομοθετικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοσή της καθώς και, μεταξύ άλλων, τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κοινοβουλευτικές συζητήσεις (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Boxus κ.λπ., σκέψη 4, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 41).
91      Επομένως, στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 85/337 και ιδίως το άρθρο 1, παράγραφος 5, αυτής, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει νόμο, όπως ο νόμος 3481/2006, που ψηφίστηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο στις 2 Αυγούστου 2006 και με τον οποίο εγκρίθηκε σχέδιο μερικής εκτροπής των υδάτων ποταμού, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, βάσει ΜΠΕ του σχεδίου αυτού η οποία είχε χρησιμεύσει ως βάση για την έκδοση διοικητικής αποφάσεως κατόπιν διαδικασίας σύμφωνης με τις υποχρεώσεις ενημερώσεως και συμμετοχής του κοινού που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία και ενώ η διοικητική αυτή απόφαση ακυρώθηκε δικαστικώς, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω νόμος συνιστά ειδική νομοθετική πράξη, κατά τρόπον ώστε η επίτευξη των σκοπών της εν λόγω οδηγίας να καθίσταται δυνατή μέσω της νομοθετικής διαδικασίας. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν πληρούνται οι δύο αυτές προϋποθέσεις.
 Επί του έβδομου ερωτήματος
92      Με το έβδομο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν σχέδιο μερικής εκτροπής των υδάτων ποταμού, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, πρέπει να θεωρείται ως σχέδιο ή πρόγραμμα το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/42.
93      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί αν ένα σχέδιο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/42, πρέπει να εξεταστεί αν το σχέδιο αυτό αποτελεί σχέδιο ή πρόγραμμα κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής.
94      Κατά το άρθρο 2, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2001/42, ως «σχέδια και προγράμματα» νοούνται τα σχέδια και προγράμματα, που απαιτούνται βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.
95      Εντούτοις, το εν λόγω σχέδιο δεν φαίνεται να αποτελεί πράξη η οποία καθορίζει τα κριτήρια και τις λεπτομέρειες της χωροταξικής οργανώσεως και η οποία καθιερώνει κανόνες και διαδικασίες ελέγχου που διέπουν την εφαρμογή ενός ή περισσοτέρων σχεδίων (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 22ας Μαρτίου 2012, C‑567/10, Inter-Environnement Bruxelles κ.λπ., που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 30).
96      Επομένως, στο έβδομο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι σχέδιο μερικής εκτροπής των υδάτων ποταμού, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, δεν πρέπει να θεωρείται ως σχέδιο ή πρόγραμμα το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/42.
 Επί του όγδοου και του ένατου ερωτήματος
97      Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο έβδομο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο όγδοο και στο ένατο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
 Επί του δέκατου ερωτήματος
98      Με το δέκατο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν οι περιοχές οι οποίες περιλαμβάνονταν στον εθνικό κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 92/43 και οι οποίες κατόπιν περιελήφθησαν στον κατάλογο των ΤΚΣ που εγκρίθηκε με την απόφαση 2006/613 καταλαμβάνονταν από την προστασία της οικείας οδηγίας πριν τη δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως.
99      Υπογραμμίζεται ότι η απόφαση 2006/613, με την οποία η Επιτροπή ενέκρινε τον κατάλογο των προστατευόμενων ΤΚΣ για τη μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή, τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 254, παράγραφος 3, ΕΚ, με την κοινοποίησή της στα κράτη μέλη.
100    Όπως επισήμανε η Επιτροπή, χωρίς να αντικρουσθεί επ’ αυτού, η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε πράγματι στην Ελληνική Δημοκρατία στις 19 Ιουλίου 2006, ήτοι πριν την έκδοση, στις 2 Αυγούστου 2006, του νόμου 3481/2006 με τον οποίο εγκρίθηκε το σχέδιο μερικής εκτροπής των υδάτων του ποταμού Αχελώου.
101    Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/43, τα μέτρα προστασίας του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας αυτής επιβάλλονται μόνο σε σχέση με τους τόπους οι οποίοι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας, έχουν εγγραφεί στον κατάλογο των τόπων που επελέγησαν ως τόποι κοινοτικής σημασίας ο οποίος καταρτίστηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 21 της οδηγίας αυτής (βλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2005, C-117/03, Dragaggi κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I-167, σκέψη 25).
102    Επομένως, το οικείο κράτος μέλος όφειλε, μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως 2006/613 σε αυτό, να θεσπίσει τα μέτρα προστασίας που προβλέπονται από το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 92/43.
103    Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, κατόπιν της ακυρώσεως, το 2005, των διοικητικών αποφάσεων με τις οποίες είχε επιτραπεί η υλοποίηση του επίμαχου στην κύρια δίκη σχεδίου, οι διατάξεις του νόμου 3481/2006 με τις οποίες εγκρίθηκε το επίμαχο σχέδιο κατατέθηκαν στο ελληνικό κοινοβούλιο ως τροπολογία στις 6 Ιουλίου 2006, ενώ η απόφαση 2006/613 κοινοποιήθηκε στο οικείο κράτος μέλος στις 19 Ιουλίου 2006. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 92/43 θα αφορούσε, εν πάση περιπτώσει, κατάσταση μη δυνάμενη να θεωρηθεί ως ήδη διαμορφωθείσα.
104    Πάντως, πρέπει εν πάση περιπτώσει να υπομνησθεί ότι, ακόμη και πριν την έναρξη ισχύος της αποφάσεως 2006/613, τα κράτη μέλη υπέχουν υποχρέωση προστασίας των τόπων, αφ’ ης στιγμής τους προτείνουν, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43, με τον εθνικό κατάλογο που διαβιβάζουν στην Επιτροπή, ως δυναμένους να χαρακτηρισθούν τόποι κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Dragaggi κ.λπ., σκέψη 26). Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει της οδηγίας αυτής, να λαμβάνουν μέτρα προστασίας δυνάμενα, υπό το πρίσμα του σκοπού της διατηρήσεως τον οποίο επιδιώκει η οδηγία, να διαφυλάξουν το ουσιώδες οικολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι τόποι αυτοί σε εθνικό επίπεδο (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Dragaggi κ.λπ., σκέψη 30) και, επομένως, δεν μπορούν να επιτρέπουν παρεμβάσεις που ενδέχεται να θέσουν σοβαρά σε κίνδυνο τα οικολογικά χαρακτηριστικά των τόπων αυτών όπως, μεταξύ άλλων, παρεμβάσεις οι οποίες μπορούν είτε να ελαττώσουν σημαντικά την έκταση ενός τόπου είτε να προκαλέσουν την εξαφάνιση ειδών προτεραιότητας που απαντούν στον τόπο είτε, τέλος, να έχουν ως αποτέλεσμα την καταστροφή του εν λόγω τόπου ή την εξάλειψη των αντιπροσωπευτικών του χαρακτηριστικών (βλ. αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, C-244/05, Bund Naturschutz in Bayern κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I-8445, σκέψη 46, καθώς και της 15ης Μαρτίου 2012, C-340/10, Επιτροπή κατά Κύπρου, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 44).
105    Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δέκατο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι περιοχές οι οποίες περιλαμβάνονταν στον εθνικό κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 92/43 και οι οποίες κατόπιν περιελήφθησαν στον κατάλογο των ΤΚΣ που εγκρίθηκε με την απόφαση 2006/613 καταλαμβάνονταν από την προστασία της οικείας οδηγίας από της κοινοποιήσεως της ανωτέρω αποφάσεως στο οικείο κράτος μέλος και πριν ακόμη δημοσιευθεί η εν λόγω απόφαση. Συγκεκριμένα, το οικείο κράτος μέλος όφειλε, μετά την κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως σε αυτό, να λάβει επίσης τα μέτρα προστασίας που προβλέπονται από το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της ως άνω οδηγίας.
 Επί του ενδέκατου ερωτήματος
106    Με το ενδέκατο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 92/43 έχει την έννοια ότι απαγορεύει την υλοποίηση σχεδίου εκτροπής ύδατος μη άμεσα συνδεόμενου ή αναγκαίου για τη διατήρηση ζώνης ειδικής προστασίας (ΖΕΠ), πλην όμως δυνάμενου να επηρεάσει σημαντικά τη ΖΕΠ αυτή, ελλείψει στοιχείων ή αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων για την ορνιθοπανίδα της περιοχής αυτής.
107    Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409 επιβάλλει στα κράτη μέλη να κατατάξουν σε ΖΕΠ τα εδάφη που πληρούν τα ορνιθολογικά κριτήρια που καθορίζουν οι διατάξεις αυτές (βλ., ιδίως, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C‑418/04, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2007, σ. I-10947, σκέψη 36).
108    Από το άρθρο 7 της οδηγίας 92/43 προκύπτει ότι το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας αυτής αντικαθιστά το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 79/409 από την ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας 92/43 ή από την ημερομηνία κατά την οποία κράτος μέλος κατατάσσει συγκεκριμένη περιοχή στις ΖΕΠ βάσει της οδηγίας 79/409, εφόσον η τελευταία αυτή ημερομηνία είναι μεταγενέστερη (βλ. αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C‑418/04, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2007, σ. I-10947, σκέψη 173, και της 24ης Νοεμβρίου 2011, C-404/09, Επιτροπή κατά Ισπανίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 97).
109    Πάντως, από την απόφαση περί παραπομπής καθώς και από τις προφορικές παρατηρήσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι οι ΖΕΠ τις οποίες αφορά το επίμαχο στην κύρια δίκη σχέδιο είχαν ήδη χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ πριν την έκδοση του νόμου 3481/2006. Κατά συνέπεια, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 92/43 είχαν εφαρμογή σε αυτές κατά τον χρόνο εγκρίσεως του εν λόγω σχεδίου.
110    Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 προβλέπει διαδικασία εκτιμήσεως, με την οποία σκοπείται να διασφαλισθεί, βάσει προηγουμένου ελέγχου, ότι σχέδιο μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του οικείου τόπου, αλλά δυνάμενο να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο αυτό, δεν εγκρίνεται παρά μόνον εφόσον δεν πρόκειται να παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου αυτού (βλ. αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑127/02, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, Συλλογή 2004, σ. I-7405, σκέψη 34, καθώς και 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C-304/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2007, σ. I-7495, σκέψη 56).
111    Όσον αφορά την κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43 έννοια της «δέουσας εκτιμήσεως» πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία δεν καθορίζει ειδική μέθοδο για τη διεξαγωγή μιας τέτοιας εκτιμήσεως (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 57).
112    Το Δικαστήριο έχει πάντως κρίνει ότι η εκτίμηση αυτή πρέπει να διενεργείται κατά τρόπον ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να βεβαιωθούν ότι ένα σχέδιο δεν πρόκειται να έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα του οικείου τόπου, δεδομένου ότι, στην περίπτωση κατά την οποία παραμένουν αμφιβολίες ως προς την απουσία τέτοιων συνεπειών, οι εν λόγω αρχές οφείλουν να αρνηθούν την παροχή της αιτούμενης εγκρίσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 58).
113    Όσον αφορά τα στοιχεία βάσει των οποίων οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποκτήσουν την αναγκαία βεβαιότητα, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι πρέπει να αποκλεισθεί η διατήρηση, από επιστημονικής απόψεως, οποιασδήποτε εύλογης αμφιβολίας, ενώ εξυπακούεται ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να στηριχθούν στις πλέον εξελιγμένες επιστημονικές γνώσεις επί του θέματος (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, σκέψεις 59 και 61, καθώς και Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 59).
114    Περαιτέρω, η γνώση των επιπτώσεων ενός σχεδίου ή προγράμματος όσον αφορά τους στόχους διατηρήσεως κάποιου συγκεκριμένου τόπου συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43 διότι, χωρίς τα στοιχεία αυτά, κανένας όρος εφαρμογής της παρεκκλίσεως αυτής δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί. Για την εξέταση των ενδεχόμενων επιτακτικών λόγων σημαντικού δημοσίου συμφέροντος καθώς και του ζητήματος αν υπάρχουν λιγότερο επιβλαβείς εναλλακτικές λύσεις απαιτείται πράγματι στάθμιση σε σχέση με τις βλάβες που θα προξενήσει στον τόπο το υπό κρίση σχέδιο. Περαιτέρω, προκειμένου να καθοριστεί το είδος των ενδεχόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, απαιτείται ακριβής προσδιορισμός των βλαβών που θα επέλθουν στον τόπο αυτόν (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 83, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 74).
115    Κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι έχει γίνει η δέουσα εκτίμηση όταν δεν υπάρχουν στοιχεία ή αξιόπιστα και επικαιροποιημένα δεδομένα για την ορνιθοπανίδα της οικείας ΖΕΠ.
116    Πάντως, στο μέτρο που η έγκριση ενός σχεδίου ακυρωθεί ή ανακληθεί επειδή δεν έγινε η δέουσα εκτίμηση, δεν αποκλείεται οι αρμόδιες εθνικές αρχές να προβούν εκ των υστέρων στη συγκέντρωση αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων για την ορνιθοπανίδα της οικείας ΖΕΠ και, βάσει των δεδομένων αυτών και της κατ’ αυτόν τον τρόπο συμπληρωθείσας εκτιμήσεως, να καθορίσουν αν το σχέδιο εκτροπής ύδατος έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα της οικείας ΖΕΠ καθώς και ποια αντισταθμιστικά μέτρα πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η υλοποίηση του σχεδίου δεν θα θέσει σε κίνδυνο την προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000.
117    Επομένως, στο ενδέκατο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 92/43, και ιδίως το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, αυτής, έχει την έννοια ότι απαγορεύει την υλοποίηση σχεδίου εκτροπής ύδατος μη άμεσα συνδεόμενου ή αναγκαίου για τη διατήρηση ΖΕΠ, πλην όμως δυνάμενου να επηρεάσει σημαντικά τη ΖΕΠ αυτή, ελλείψει στοιχείων ή αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων για την ορνιθοπανίδα της περιοχής αυτής.
 Επί του δωδέκατου ερωτήματος
118    Με το δωδέκατο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 92/43 έχει την έννοια ότι λόγοι, αφενός, αρδευτικοί και, αφετέρου, υδρευτικοί, για τους οποίους επιχειρείται σχέδιο εκτροπής ύδατος, μπορούν να αποτελέσουν επιτακτικό δημόσιο συμφέρον ικανό να δικαιολογήσει την υλοποίηση σχεδίου το οποίο έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα των οικείων περιοχών.
119    Το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43 προβλέπει ότι στην περίπτωση κατά την οποία, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτιμήσεως που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, ένα πρόγραμμα ή σχέδιο πρέπει να υλοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, και εφόσον δεν υφίστανται εναλλακτικές λύσεις, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000 (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 81, καθώς και Solvay κ.λπ., σκέψη 72).
120    Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 100, 101, 107 και 108 της παρούσας αποφάσεως, η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή τόσο στις ΖΕΠ όσο και στους ΤΚΣ που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που εγκρίθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 92/43.
121    Το συμφέρον που μπορεί να δικαιολογήσει, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43, την υλοποίηση ενός σχεδίου πρέπει να είναι συγχρόνως «δημόσιο» και «σημαντικό», πράγμα που συνεπάγεται ότι πρέπει να είναι τέτοιας σημασίας ώστε να μπορεί να σταθμιστεί με τον σκοπό της προστασίας των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Solvay κ.λπ., σκέψη 75).
122    Η ύδρευση και η άρδευση πληρούν καταρχήν τις προϋποθέσεις αυτές και μπορούν, επομένως, να δικαιολογήσουν την υλοποίηση σχεδίου εκτροπής ύδατος ελλείψει εναλλακτικών λύσεων.
123    Εντούτοις, όταν ο ΤΚΣ για τον οποίο πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας και/ή ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 92/43, μόνο λόγοι σχετικοί με την υγεία των ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικοί με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.
124    Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν έχει γνωμοδοτήσει, πρέπει να εξεταστεί αν η ύδρευση και η άρδευση μπορούν να θεωρηθούν ότι περιλαμβάνονται μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη.
125    Όσον αφορά την άρδευση, προκύπτει ότι, καταρχήν, αυτή δεν συνδέεται με λόγους αναγόμενους στην υγεία των ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια. Αντιθέτως, η άρδευση είναι πιο πιθανό, υπό ορισμένες περιστάσεις, να έχει θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον.
126    Η ύδρευση, αντιθέτως, περιλαμβάνεται, καταρχήν, μεταξύ των λόγων που συνδέονται με την υγεία των ανθρώπων.
127    Εν πάση περιπτώσει, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν το επίμαχο στην κύρια δίκη σχέδιο έχει πράγματι επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα ενός ή περισσοτέρων ΤΚΣ όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας και/ή ένα είδος προτεραιότητας.
128    Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δωδέκατο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 92/43, και, ιδίως, το άρθρο 6, παράγραφος 4, αυτής, έχει την έννοια ότι λόγοι, αφενός, αρδευτικοί και, αφετέρου, υδρευτικοί, για τους οποίους επιχειρείται σχέδιο εκτροπής ύδατος, μπορούν να αποτελέσουν επιτακτικό δημόσιο συμφέρον ικανό να δικαιολογήσει την υλοποίηση σχεδίου το οποίο έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα των οικείων περιοχών. Στην περίπτωση που το σχέδιο αυτό έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα ΤΚΣ όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας και/ή ένα είδος προτεραιότητας, η υλοποίηση του σχεδίου μπορεί, καταρχήν, να δικαιολογηθεί από λόγους υδρευτικούς. Υπό ορισμένες περιστάσεις, η υλοποίηση του σχεδίου θα μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει των θετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας που η άρδευση έχει για το περιβάλλον. Αντιθέτως, η άρδευση δεν συνδέεται, καταρχήν, με λόγους αναγόμενους στην υγεία των ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια, οι οποίοι να δικαιολογούν την υλοποίηση σχεδίου όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη.
 Επί του δέκατου τρίτου ερωτήματος
129    Με το δέκατο τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 92/43 έχει την έννοια ότι, για τη διαπίστωση της καταλληλότητας των αντισταθμιστικών μέτρων, πρέπει να ληφθούν υπόψη κριτήρια όπως το εύρος της εκτροπής ύδατος και το μέγεθος των έργων που αυτή συνεπάγεται.
130    Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 92/43, εάν παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να υλοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000.
131    Όπως αναφέρεται στη σκέψη 114 της παρούσας αποφάσεως, προκειμένου να καθοριστεί το είδος των ενδεχόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, απαιτείται ακριβής προσδιορισμός των βλαβών που θα επέλθουν στον τόπο αυτόν.
132    Το εύρος της εκτροπής ύδατος και το μέγεθος των έργων που αυτή συνεπάγεται αποτελούν στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη για τον ακριβή προσδιορισμό των βλαβών που θα επέλθουν στον οικείο τόπο εξαιτίας του σχεδίου και, επομένως, για τον καθορισμό του είδους των αντισταθμιστικών μέτρων που είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000.
133    Κατά συνέπεια, στο δέκατο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατά την έννοια της οδηγίας 92/43 και, ιδίως, του άρθρου 6, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, αυτής, για τη διαπίστωση της καταλληλότητας των αντισταθμιστικών μέτρων πρέπει να ληφθούν υπόψη το εύρος της εκτροπής ύδατος και το μέγεθος των έργων που αυτή συνεπάγεται.
 Επί του δέκατου τέταρτου ερωτήματος
134    Με το δέκατο τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 92/43, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της αρχής της αειφόρου αναπτύξεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 ΕΚ, επιτρέπει, προκειμένου περί περιοχών εντός του δικτύου Natura 2000, τη μετατροπή φυσικού ποτάμιου οικοσυστήματος σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα.
135    Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η μετατροπή φυσικού ποτάμιου οικοσυστήματος σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα περιοχών του δικτύου Natura 2000, πάντως το γεγονός αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το σχέδιο στο οποίο οφείλεται η εν λόγω μετατροπή δεν μπορεί να εγκριθεί.
136    Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώνεται στη σκέψη 119 της παρούσας αποφάσεως, το εν λόγω σχέδιο θα μπορούσε να εγκριθεί, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43, το οποίο αφορά τις περιοχές του δικτύου Natura 2000, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει η οικεία διάταξη.
137    Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/43, δεδομένου ότι ο κυριότερος σκοπός της είναι να ευνοήσει τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και περιφερειακές απαιτήσεις, η εν λόγω οδηγία συμβάλλει στον γενικό σκοπό μιας διαρκούς αναπτύξεως. Η διατήρηση της βιοποικιλότητας αυτής ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να απαιτεί τη διατήρηση ή και την ενθάρρυνση ανθρώπινων δραστηριοτήτων.
138    Επομένως, το άρθρο 6, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 92/43, και, ιδίως, η προϋπόθεση κατά την οποία το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000, πρέπει να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα της αρχής της αειφόρου αναπτύξεως της οποίας επίκληση γίνεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας και η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 ΕΚ.
139    Κατά συνέπεια, στο δέκατο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 92/43, και ιδίως το άρθρο 6, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, αυτής, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της αρχής της αειφόρου αναπτύξεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 ΕΚ, επιτρέπει, προκειμένου περί περιοχών εντός του δικτύου Natura 2000, τη μετατροπή φυσικού ποτάμιου οικοσυστήματος σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει η διάταξη αυτή της οικείας οδηγίας.
 Επί των δικαστικών εξόδων
140    Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
1)      Τα άρθρα 13, παράγραφος 6, και 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, έχουν την έννοια ότι ορίζουν, αντιστοίχως, την 22α Δεκεμβρίου 2009 ως ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας που τάσσεται στα κράτη μέλη για τη δημοσίευση των σχεδίων διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού και την 22α Δεκεμβρίου 2003 ως ημερομηνία εκπνοής της απώτατης προθεσμίας που έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη μέλη για τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη της οδηγίας και, ιδίως, των άρθρων της 3 έως 6, 9, 13 και 15.
2)      Η οδηγία 2000/60 έχει την έννοια ότι:
–        δεν απαγορεύει, καταρχήν, εθνική ρύθμιση με την οποία επιτρέπεται, πριν τις 22 Δεκεμβρίου 2009, η μεταφορά ύδατος από μια λεκάνη απορροής ποταμού σε άλλη λεκάνη απορροής ποταμού ή από μια περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού σε άλλη περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού, όταν δεν έχουν ακόμη εκπονηθεί, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, τα σχέδια διαχειρίσεως των οικείων περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού·
–        η μεταφορά αυτή δεν πρέπει να είναι ικανή να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία·
–        εντούτοις η εν λόγω μεταφορά, στο μέτρο που μπορεί να έχει ως προς τα ύδατα τις αρνητικές συνέπειες που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 7, της ίδιας οδηγίας, μπορεί να επιτραπεί, αν πληρούνται τουλάχιστον οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα σημεία α΄ έως δ΄ της ίδιας διατάξεως, και
–        το γεγονός ότι η λεκάνη απορροής ποταμού ή η περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού υποδοχής αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες της για ύδρευση, άρδευση ή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με τους δικούς της υδάτινους πόρους δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου η μεταφορά αυτή να είναι σύμφωνη με την εν λόγω οδηγία, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προεκτεθείσες προϋποθέσεις.
3)      Η έγκριση από εθνικό κοινοβούλιο σχεδίων διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού, όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στο πλαίσιο της κύριας δίκης, χωρίς να έχει τηρηθεί η διαδικασία ενημερώσεως, διαβουλεύσεως και συμμετοχής του κοινού δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14 της οδηγίας 2000/60 και ιδίως στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.
4)      Η οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, και ιδίως το άρθρο 1, παράγραφος 5, αυτής, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει νόμο, όπως ο νόμος 3481/2006, που ψηφίστηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο στις 2 Αυγούστου 2006 και με τον οποίο εγκρίθηκε σχέδιο μερικής εκτροπής των υδάτων ποταμού, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, βάσει μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων του σχεδίου αυτού η οποία είχε χρησιμεύσει ως βάση για την έκδοση διοικητικής αποφάσεως κατόπιν διαδικασίας σύμφωνης με τις υποχρεώσεις ενημερώσεως και συμμετοχής του κοινού που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία και ενώ η διοικητική αυτή απόφαση ακυρώθηκε δικαστικώς, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω νόμος συνιστά ειδική νομοθετική πράξη, κατά τρόπον ώστε η επίτευξη των σκοπών της εν λόγω οδηγίας να καθίσταται δυνατή μέσω της νομοθετικής διαδικασίας. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν πληρούνται οι δύο αυτές προϋποθέσεις.
5)      Σχέδιο μερικής εκτροπής των υδάτων ποταμού, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, δεν πρέπει να θεωρείται ως σχέδιο ή πρόγραμμα το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων.
6)      Οι περιοχές οι οποίες περιλαμβάνονταν στον εθνικό κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας που διαβιβάστηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, και οι οποίες κατόπιν περιελήφθησαν στον κατάλογο των ΤΚΣ που εγκρίθηκε με την απόφαση 2006/613/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 2006, περί εγκρίσεως, κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του καταλόγου των προστατευόμενων τόπων κοινοτικής σημασίας για τη μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή, καταλαμβάνονταν από την προστασία της οικείας οδηγίας από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως 2006/613 στο οικείο κράτος μέλος και πριν ακόμη δημοσιευθεί η εν λόγω απόφαση. Συγκεκριμένα, το οικείο κράτος μέλος όφειλε, μετά την κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως σε αυτό, να λάβει επίσης τα μέτρα προστασίας που προβλέπονται από το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της ως άνω οδηγίας.
7)      Η οδηγία 92/43, και ιδίως το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, αυτής, έχει την έννοια ότι απαγορεύει την υλοποίηση σχεδίου εκτροπής ύδατος μη άμεσα συνδεόμενου ή αναγκαίου για τη διατήρηση ζώνης ειδικής προστασίας, πλην όμως δυνάμενου να επηρεάσει σημαντικά τη ζώνη αυτή, ελλείψει στοιχείων ή αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων για την ορνιθοπανίδα της περιοχής αυτής.
8)      Η οδηγία 92/43, και, ιδίως, το άρθρο 6, παράγραφος 4, αυτής, έχει την έννοια ότι λόγοι, αφενός, αρδευτικοί και, αφετέρου, υδρευτικοί, για τους οποίους επιχειρείται σχέδιο εκτροπής ύδατος, μπορούν να αποτελέσουν επιτακτικό δημόσιο συμφέρον ικανό να δικαιολογήσει την υλοποίηση σχεδίου το οποίο έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα των οικείων περιοχών. Στην περίπτωση που το σχέδιο αυτό έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα τόπου κοινοτικής σημασίας όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας και/ή ένα είδος προτεραιότητας, η υλοποίηση του σχεδίου μπορεί, καταρχήν, να δικαιολογηθεί από λόγους υδρευτικούς. Υπό ορισμένες περιστάσεις, η υλοποίηση του σχεδίου θα μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει των θετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας που η άρδευση έχει για το περιβάλλον. Αντιθέτως, η άρδευση δεν συνδέεται, καταρχήν, με λόγους αναγόμενους στην υγεία των ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια, οι οποίοι να δικαιολογούν την υλοποίηση σχεδίου όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη.
9)      Κατά την έννοια της οδηγίας 92/43, και, ιδίως, του άρθρου 6, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, αυτής, για τη διαπίστωση της καταλληλότητας των αντισταθμιστικών μέτρων πρέπει να ληφθούν υπόψη το εύρος της εκτροπής ύδατος και το μέγεθος των έργων που αυτή συνεπάγεται.
10)    Η οδηγία 92/43, και ιδίως το άρθρο 6, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, αυτής, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της αρχής της αειφόρου αναπτύξεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 ΕΚ, επιτρέπει, προκειμένου περί περιοχών εντός του δικτύου Natura 2000, τη μετατροπή φυσικού ποτάμιου οικοσυστήματος σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει η διάταξη αυτή της οικείας οδηγίας.
(υπογραφές)


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 13ης Οκτωβρίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑43/10
Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ.
[αίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ελλάδα)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προστασία του περιβάλλοντος – Οδηγία 2000/60/ΕΚ – Πολιτική υδάτων της Ενώσεως – Εκτροπή του ρου ποταμού – Προθεσμία για την κατάρτιση σχεδίων διαχειρίσεως της περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού – Εκ των προτέρων επίδραση – Συμμετοχή του κοινού – Οδηγία 2001/42/ΕΚ – Περιβαλλοντική εκτίμηση σχεδίων και προγραμμάτων – Διαχρονική εφαρμογή – Οδηγία 85/337/ΕΟΚ – Εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων – Δυνατότητα χρησιμοποιήσεως παλαιοτέρων μελετών – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Προστασία της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Προστασία των τόπων κοινοτικής σημασίας – Οδηγία 79/409/ΕΟΚ – Προστασία των πτηνών – Προστασία των ειδικών οικοτόπων – Εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων – Απαγόρευση υποβαθμίσεως – Δικαιολόγηση των επιπτώσεων»



Περιεχόμενα
I –   Εισαγωγή
II – Το νομικό πλαίσιο
Α –   Το δίκαιο της Ενώσεως
1.     Η οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα
2.     Η οδηγία ΕΠΕΕ
3.     H οδηγία ΣΕΠΕ
4.     Η οδηγία περί προστασίας των πτηνών
5.     Η οδηγία περί οικοτόπων
Β –   Το ελληνικό δίκαιο
III – Το ιστορικό της διαφοράς και η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
IV – Νομική εκτίμηση
Α –   Επί της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα
1.     Επί του πρώτου ερωτήματος – Το χρονικό σημείο της εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα
2.     Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου ερωτήματος – Η νομιμότητα της εκτροπής υδάτων σε άλλες περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού
α)     Επί των υποχρεώσεων διατηρήσεως και εξυγιάνσεως κατά το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα
β)     Επί της εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα στα σχέδια
γ)     Επί της καλής καταστάσεως των υδάτων
δ)     Επί της παρεκκλίσεως από τους περιβαλλοντικούς σκοπούς
3.     Επί του δευτέρου ερωτήματος – Επί του αναγκαίου χαρακτήρα της διαχειρίσεως για περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού
4.     Επί του δεύτερου σκέλους του τρίτου ερωτήματος – Οι θεμιτοί σκοποί μιας εκτροπής
5.     Επί του τρίτου σκέλους του τρίτου ερωτήματος – Εξέταση των εναλλακτικών λύσεων
6.     Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος – Η εκ των προτέρων ανάπτυξη αποτελεσμάτων της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα
α)     Επί της νομολογίας για την εκ των προτέρων ανάπτυξη αποτελεσμάτων των οδηγιών
β)     Επί των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου
γ)     Επί της διαφοράς της κύριας δίκης
7.     Επί του πέμπτου ερωτήματος – Η συμμετοχή του κοινού
Β –   Επί της οδηγίας ΕΠΕΕ
Γ –   Επί της οδηγίας ΣΕΠΕ
1.     Επί του εβδόμου ερωτήματος – Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ
α)     Επί των όρων «σχέδια και προγράμματα»
β)     Επί της υποχρεώσεως εκτιμήσεως των σχεδίων διαχειρίσεως
2.     Επί του ογδόου ερωτήματος – Η διαχρονική εφαρμογή της οδηγίας ΣΕΠΕ
α)     Επί της προετοιμασίας των σχεδίων διαχειρίσεως
β)     Επί της προετοιμασίας σχεδίου για την εκτροπή του Αχελώου
γ)     Πρόταση ως προς το όγδοο ερώτημα
3.     Επί του ενάτου ερωτήματος – Το εύρος της περιβαλλοντικής εκτιμήσεως
Δ –   Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος
1.     Επί του δεκάτου ερωτήματος – Προστασία προτεινομένων τόπων κατά τη θέσπιση του νόμου 3481/2006
α)     Επί της προσωρινής προστασίας προτεινομένων τόπων
β)     Επί της προστασίας των τόπων μετά την ένταξη στον κοινοτικό κατάλογο
γ)     Πρόταση επί του δεκάτου ερωτήματος
2.     Επί του ενδεκάτου ερωτήματος
α)     Επί της εφαρμοσιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων
β)     Επί του άρθρου 6, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας περί οικοτόπων
γ)     Πρόταση επί του ενδεκάτου ερωτήματος
3.     Επί του δωδεκάτου ερωτήματος – Επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος
4.     Επί του δεκάτου τρίτου ερωτήματος – Μέτρα προς εξασφάλιση της συνοχής του Natura 2000
5.     Επί του δεκάτου τετάρτου ερωτήματος – Μετατροπή φυσικού ποταμίου οικοσυστήματος
V –   Πρόταση
I –    Εισαγωγή
1.        Επί 20 έτη και άνω οι ελληνικές αρχές επιδιώκουν τη μερική εκτροπή του ρου του ποταμού Αχελώου της Δυτικής Ελλάδας προς τον ποταμό Πηνειό της Ανατολικής Ελλάδας και τη χρησιμοποίηση του άνω ρου του ποταμού αυτού για την παραγωγή ενέργειας. Πάντως, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε κατ’ επανάληψη τις σχετικές αποφάσεις εγκρίσεως του σχεδίου εκτροπής. Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά το κύρος νόμου του 2006, με τον οποίο εγκρίθηκε εκ νέου το σχέδιο αυτό.
2.        Το κέντρο βάρους της λίαν ευρείας και περίπλοκης αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως έγκειται στο ζήτημα αν και κατά πόσον ο νόμος αυτός πρέπει να εκτιμηθεί επί τη βάσει της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα (2), μολονότι, όσον αφορά τις κρίσιμες υποχρεώσεις που προβλέπει η οδηγία αυτή, κατά την έκδοση του νόμου έτρεχε ακόμη η μεταβατική προθεσμία. Παράλληλα, πρέπει να διευκρινιστεί κατά πόσον συνάδει προς την οδηγία ΕΠΕΕ (3) η παραπομπή, στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας, σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας. Περαιτέρω, ζητείται να διευκρινιστεί αν έπρεπε να εφαρμοστεί η οδηγία σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (4) (στο εξής: οδηγία ΣΕΠΕ, όπου ΣΕΠΕ είναι τα αρχικά των λέξεων: στρατηγική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων) και αν, ενδεχομένως, παράλληλα προς την προαναφερθείσα εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ήταν αναγκαίο να πραγματοποιηθεί εκτίμηση και κατά την οδηγία ΣΕΠΕ. Τέλος, πρέπει να εξετασθούν ορισμένα ζητήματα σχετικά με την προστασία των οικείων περιοχών Natura 2000 κατά την οδηγία περί οικοτόπων (5).
II – Το νομικό πλαίσιο
 Το δίκαιο της Ενώσεως
1.      Η οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα
3.        Οι βασικοί περιβαλλοντικοί σκοποί της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα και ενδεχόμενες εξαιρέσεις καθιερώνονται στο άρθρο 4:
«1.      Προκειμένου να καταστούν λειτουργικά τα προγράμματα για τη λήψη μέτρων που καθορίζονται στα σχέδια διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού:
α)      για τα επιφανειακά ύδατα:
i)      τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη της υποβάθμισης της κατάστασης όλων των συστημάτων επιφανειακών υδάτων, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παραγράφων 6 και 7 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8·
ii)      τα κράτη μέλη προστατεύουν, αναβαθμίζουν και αποκαθιστούν όλα τα συστήματα των επιφανειακών υδάτων, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του σημείου iii για τα τεχνητά και ιδιαιτέρως τροποποιημένα υδατικά συστήματα, με σκοπό την επίτευξη μιας καλής κατάστασης των επιφανειακών υδάτων το αργότερο δεκαπέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος V, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρατάσεων που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 και της εφαρμογής των παραγράφων 5, 6 και 7 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8·
iii)      τα κράτη μέλη προστατεύουν και αναβαθμίζουν όλα τα τεχνητά και ιδιαιτέρως τροποποιημένα υδατικά συστήματα, με σκοπό την επίτευξη καλού οικολογικού δυναμικού και καλής χημικής κατάστασης των επιφανειακών υδάτων, το αργότερο δεκαπέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος V, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρατάσεων που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 και της εφαρμογής των παραγράφων 5, 6 και 7 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8·
iv)      […]
με την επιφύλαξη των σχετικών διεθνών συμφωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 1 για τα ενδιαφερόμενα μέρη·
β)      για τα υπόγεια ύδατα:
[…]
3.      Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν ένα σύστημα επιφανειακών υδάτων ως τεχνητό ή ιδιαιτέρως τροποποιημένο όταν:
α)      οι αλλαγές στα υδρομορφολογικά χαρακτηριστικά του συστήματος αυτού που είναι αναγκαίες για την επίτευξη καλής οικολογικής κατάστασης θα προκαλούσαν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις:
i)      στο ευρύτερο περιβάλλον·
ii)      στη ναυσιπλοΐα, συμπεριλαμβανομένων των λιμενικών εγκαταστάσεων, ή στην αναψυχή·
iii)      σε δραστηριότητες για τους σκοπούς των οποίων αποθηκεύεται ύδωρ, όπως η υδροδότηση, η παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας ή η άρδευση·
iv)      στη ρύθμιση του ύδατος, στην προστασία από πλημμύρες, στην αποξήρανση εδαφών ή
v)      άλλες εξίσου σημαντικές ανθρώπινες δραστηριότητες για τη βιώσιμη ανάπτυξη·
β)      οι χρήσιμοι στόχοι που εξυπηρετούνται από τα τεχνητά ή τροποποιημένα χαρακτηριστικά του υδατικού συστήματος δεν μπορούν, λόγω τεχνικής αδυναμίας ή δυσανάλογου κόστους, να επιτευχθούν λογικά με άλλα μέσα τα οποία αποτελούν πολύ καλύτερη περιβαλλοντική επιλογή.
Ειδική μνεία του καθορισμού αυτού και της αιτιολόγησής του θα γίνεται στα σχέδια διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού που επιβάλλει το άρθρο 13 και τα οποία αναθεωρούνται ανά εξαετία.
4.      […]
5.      Τα κράτη μέλη μπορούν να επιδιώκουν περιβαλλοντικούς στόχους λιγότερο αυστηρούς από αυτούς που απαιτούνται δυνάμει της παραγράφου 1 για συγκεκριμένα υδατικά συστήματα, όταν επηρεάζονται τόσο από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, ή η φυσική τους κατάσταση είναι τέτοια ώστε η επίτευξη των στόχων αυτών να είναι ανέφικτη ή δυσανάλογα δαπανηρή, και εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)      οι περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονομικές ανάγκες που εξυπηρετούνται από την ανθρώπινη αυτή δραστηριότητα δεν μπορούν να επιτευχθούν με άλλα μέσα τα οποία αποτελούν πολύ καλύτερη επιλογή για περιβαλλοντική πρακτική, η οποία δεν συνεπάγεται δυσανάλογο κόστος·
β)      τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν:
–        για τα επιφανειακά ύδατα, ότι επιτυγχάνεται το μέγιστο δυνατό οικολογικό δυναμικό και η καλύτερη δυνατή χημική κατάσταση, δεδομένων των επιπτώσεων που δεν μπορούσαν ευλόγως να έχουν αποφευχθεί λόγω της φύσεως της ανθρώπινης δραστηριότητας ή της ρύπανσης,
–      […]
γ)      δεν σημειώνεται περαιτέρω υποβάθμιση της κατάστασης του πληγέντος υδατικού συστήματος·
δ)      η καθιέρωση λιγότερο αυστηρών περιβαλλοντικών στόχων και η αντίστοιχη αιτιολογία εκτίθενται ειδικά στο σχέδιο διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού που επιβάλλει το άρθρο 13, οι δε στόχοι αυτοί αναθεωρούνται ανά εξαετία.
6.      […]
7.      Τα κράτη μέλη δεν παραβιάζουν την παρούσα οδηγία εφόσον:
–        η αδυναμία επίτευξης καλής κατάστασης των υπόγειων υδάτων, καλής οικολογικής κατάστασης ή, κατά περίπτωση, καλού οικολογικού δυναμικού ή πρόληψης της υποβάθμισης της κατάστασης ενός συστήματος επιφανειακών ή υπόγειων υδάτων οφείλεται σε νέες τροποποιήσεις των φυσικών χαρακτηριστικών του συστήματος επιφανειακών υδάτων ή σε μεταβολές της στάθμης των συστημάτων υπόγειων υδάτων ή
–        η αδυναμία πρόληψης της υποβάθμισης από την άριστη στην καλή κατάσταση ενός συστήματος επιφανειακών υδάτων είναι αποτέλεσμα νέων ανθρώπινων δραστηριοτήτων βιώσιμης ανάπτυξης,
και εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)      λαμβάνονται όλα τα πρακτικώς εφικτά μέτρα για τον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων στην κατάσταση του υδατικού συστήματος·
β)      η αιτιολογία των τροποποιήσεων ή των μεταβολών εκτίθεται ειδικά στο σχέδιο διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού που επιβάλλει το άρθρο 13, οι δε στόχοι αναθεωρούνται ανά εξαετία·
γ)      οι λόγοι για τις τροποποιήσεις ή τις μεταβολές αυτές υπαγορεύονται επιτακτικά από το δημόσιο συμφέρον ή/και τα οφέλη για το περιβάλλον και την κοινωνία από την επίτευξη των στόχων, που εξαγγέλλονται στην παράγραφο 1, υπερκαλύπτονται από τα οφέλη των νέων τροποποιήσεων ή μεταβολών για την υγεία των ανθρώπων, για τη διαφύλαξη της ασφάλειάς τους ή για τη βιώσιμη ανάπτυξη και
δ)      οι ευεργετικοί στόχοι τους οποίους εξυπηρετούν αυτές οι τροποποιήσεις ή μεταβολές των υδάτινων συστημάτων δεν μπορούν για τεχνικούς λόγους ή λόγω υπέρμετρου κόστους να επιτευχθούν με άλλα μέσα που συνιστούν πολύ καλύτερη περιβαλλοντική επιλογή.
8.      Κατά την εφαρμογή των παραγράφων 3, 4, 5, 6 και 7 τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η εφαρμογή να μην αποκλείει μονίμως ή να μην υπονομεύει την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας σε άλλα υδατικά συστήματα της ίδιας περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού και να συμβαδίζει με την εφαρμογή άλλων κοινοτικών περιβαλλοντικών νομοθετημάτων.
9.      Πρέπει να ληφθούν μέτρα για να διασφαλισθεί ότι η εφαρμογή των νέων διατάξεων, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των παραγράφων 3, 4, 5, 6 και 7, εγγυάται τουλάχιστον το ίδιο επίπεδο προστασίας με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία.»
4.        Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας περί υδάτων, τα κράτη μέλη πρέπει να πραγματοποιήσουν μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 2004 ανάλυση ορισμένων χαρακτηριστικών κάθε περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού. Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να καταρτίσουν προγράμματα μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 2006 για την παρακολούθηση της καταστάσεως των υδάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας τα κράτη μέλη πρέπει να υποβάλουν συνοπτικές εκθέσεις στην Επιτροπή σχετικά με τα δύο μέτρα, εντός τριών μηνών από την ολοκλήρωσή τους.
5.        Το άρθρο 11 ρυθμίζει τα προγράμματα μέτρων που πρέπει να καταρτίσουν τα κράτη μέλη για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού. Η προθεσμία για την κατάρτισή τους καθορίζεται στην παράγραφο 7 του άρθρου αυτού:
«Τα προγράμματα μέτρων καταρτίζονται το αργότερο εννέα έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας και όλα τα μέτρα είναι έτοιμα προς εφαρμογή το αργότερο δώδεκα έτη μετά την ημερομηνία αυτή.»
6.        Το άρθρο 13 της οδηγίας ρυθμίζει την κατάρτιση σχεδίων διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού. Η παράγραφος 1 προβλέπει την υποχρέωση καταρτίσεώς τους και η παράγραφος 6 την προθεσμία δημοσιεύσεώς τους:
1.      Για τις λεκάνες απορροής των ποταμών που ανήκουν εξ ολοκλήρου στην επικράτειά τους, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την εκπόνηση αποκλειστικά και μόνο ενός σχεδίου διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας.
[…]
6.      Τα σχέδια διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού δημοσιεύονται το αργότερο εννέα έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.»
7.        Το άρθρο 14 της οδηγίας περιέχει κανόνες για τη συμμετοχή του κοινού:
«1.      Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την ενεργό συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών στην υλοποίηση της παρούσας οδηγίας, ιδίως δε στην εκπόνηση, την αναθεώρηση και την ενημέρωση των σχεδίων διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού. Τα κράτη μέλη, για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού, δημοσιεύουν και θέτουν στη διάθεση του κοινού, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών, για τη διατύπωση παρατηρήσεων:
α)      χρονοδιάγραμμα και πρόγραμμα εργασιών για την εκπόνηση του σχεδίου, συμπεριλαμβανομένης κατάστασης των ληπτέων μέτρων διαβουλεύσεων, τουλάχιστον τρία έτη πριν από την έναρξη της περιόδου στην οποία αναφέρεται το σχέδιο·
β)      ενδιάμεση επισκόπηση των σημαντικών ζητημάτων διαχείρισης των υδάτων που εντοπίστηκαν στη λεκάνη απορροής ποταμού, τουλάχιστον δύο έτη πριν από την έναρξη της περιόδου στην οποία αναφέρεται το σχέδιο·
γ)      αντίγραφο του προσχεδίου διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού, τουλάχιστον ένα έτος πριν από την έναρξη της περιόδου στην οποία αναφέρεται το σχέδιο.
Κατόπιν σχετικής αίτησης, παρέχεται πρόσβαση σε βοηθητικά έγγραφα και πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν για την εκπόνηση του προσχεδίου διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού.
2.      Τα κράτη μέλη παρέχουν προθεσμία τουλάχιστον έξι μηνών για την υποβολή γραπτών παρατηρήσεων σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα, προκειμένου να υπάρξει δυνατότητα ενεργού συμμετοχής και διαβουλεύσεων.»
8.        Η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο έληξε στις 22 Δεκεμβρίου 2003.
2.      Η οδηγία ΕΠΕΕ
9.        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕΕ καθορίζει τον σκοπό της οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε πριν χορηγηθεί η άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, να χρειάζονται άδεια και εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Αυτά τα σχέδια καθορίζονται στο άρθρο 4.»
10.      Το άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας ΕΠΕΕ περιέχει, πάντως, μια εξαίρεση για τις νομοθετικές πράξεις:
«Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα σχέδια που εγκρίνονται καταλεπτώς με ειδική εθνική νομοθετική πράξη, καθότι οι στόχοι που επιδιώκονται με την παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένης και της επιδιωκόμενης παροχής πληροφοριών, επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας.»
11.      Το άρθρο 5 της οδηγίας ΕΠΕΕ προβλέπει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον:
«1.      Στην περίπτωση των σχεδίων που, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4, πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ο κύριος του έργου να παρέχει, υπό την κατάλληλη μορφή, τις πληροφορίες που καθορίζονται στο παράρτημα ΙV, στο μέτρο που:
α)      τα κράτη μέλη κρίνουν ότι οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται σε ένα δεδομένο στάδιο της διαδικασίας για άδεια και στα ειδικά χαρακτηριστικά ενός συγκεκριμένου σχεδίου ή ενός τύπου σχεδίου και των στοιχείων του περιβάλλοντος που ενδέχεται να θιγούν·
β)      τα κράτη μέλη κρίνουν ότι μπορούν εύλογα να απαιτήσουν από τον κύριο του έργου να συλλέξει τα στοιχεία, λαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη τις υπάρχουσες γνώσεις και μεθόδους εκτίμησης.»
12.      Στο παράρτημα Ι, σημεία 12 και 15, της οδηγίας ΕΠΕΕ αναγράφονται κανόνες για την εκτροπή υδάτινων πόρων και σχέδια κατασκευής φραγμάτων.
3.      H οδηγία ΣΕΠΕ
13.      Το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας ΣΕΠΕ ορίζει την έννοια των σχεδίων και των προγραμμάτων:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:
α)      ως “σχέδια και προγράμματα” νοούνται τα σχέδια και προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καθώς και οι τροποποιήσεις τους:
–        που εκπονούνται ή/και εγκρίνονται από μια αρχή σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο ή που εκπονούνται από μια αρχή προκειμένου να εγκριθούν, μέσω νομοθετικής διαδικασίας, από το Κοινοβούλιο ή την κυβέρνηση, και
–        που απαιτούνται βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.»
14.      Το άρθρο 3 της οδηγίας ΣΕΠΕ ρυθμίζει τα σχέδια και τα προγράμματα που υπόκεινται σε εκτίμηση. Κρίσιμες είναι μεταξύ άλλων οι παράγραφοι 1 έως 5:
«1.      Πραγματοποιείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 9, για σχέδια και προγράμματα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 4, και τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
2.      Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, πραγματοποιείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων για όλα τα σχέδια και προγράμματα, 
α)      τα οποία εκπονούνται για τη γεωργία, δασοπονία, αλιεία, ενέργεια, βιομηχανία, μεταφορές, διαχείριση αποβλήτων, διαχείριση υδάτινων πόρων, τηλεπικοινωνίες, τουρισμό, χωροταξία ή χρήση του εδάφους και τα οποία καθορίζουν το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, ή
β)      για τα οποία, λόγω των συνεπειών που ενδέχεται να έχουν σε ορισμένους τόπους, απαιτείται εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.
3.      Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 σχέδια και προγράμματα που καθορίζουν τη χρήση μικρών περιοχών σε τοπικό επίπεδο και οι ήσσονες τροποποιήσεις των αναφερόμενων στην παράγραφο 2 σχεδίων και προγραμμάτων υποβάλλονται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων μόνον όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν ότι ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
4.      Τα κράτη μέλη αποφασίζουν εάν τα σχέδια και προγράμματα, πλην των αναφερόμενων στην παράγραφο 2, τα οποία καθορίζουν το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων, ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
5.      Τα κράτη μέλη αποφασίζουν κατά πόσον τα σχέδια και προγράμματα που αναφέρονται στις ανωτέρω παραγράφους 3 και 4 ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον είτε εξετάζοντας χωριστά κάθε περίπτωση, είτε καθορίζοντας συγκεκριμένους τύπους σχεδίων και προγραμμάτων, είτε συνδυάζοντας τις δύο αυτές προσεγγίσεις. Προς τον σκοπό αυτό τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη σε κάθε περίπτωση τα κατάλληλα κριτήρια που εκτίθενται στο παράρτημα ΙΙ προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα σχέδια και προγράμματα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.
6.      [...]»
15.      Το άρθρο 11 της οδηγίας ΣΕΠΕ ρυθμίζει τη σχέση μεταξύ των επιταγών της οδηγίας ΕΠΕΕ και άλλων διαδικασιών περιβαλλοντικής εκτιμήσεως:
«1.      Η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία διεξάγεται βάσει της παρούσας οδηγίας, δεν θίγει οποιεσδήποτε απαιτήσεις της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ ούτε οποιεσδήποτε άλλες απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου.
2.      Όσον αφορά σχέδια και προγράμματα για τα οποία η υποχρέωση διεξαγωγής εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων απορρέει ταυτοχρόνως από την παρούσα οδηγία και από άλλες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν συντονισμένες ή κοινές διαδικασίες οι οποίες πληρούν τις απαιτήσεις της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας προκειμένου, μεταξύ άλλων, να αποφεύγεται η επανάληψη των εκτιμήσεων.
3.      [...]»
16.      Σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, η οδηγία ΣΕΠΕ έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο μέχρι τις 21 Ιουλίου 2004.
17.      Το άρθρο 13, παράγραφος 3, ρυθμίζει το διαχρονικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ. Κατ’ αρχήν, η οδηγία εφαρμόζεται μόνο σε διαδικασίες οι οποίες κινήθηκαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Στις διαδικασίες που κινήθηκαν προηγουμένως εφαρμόζεται μόνο με περιορισμούς:
«Η υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, εφαρμόζεται για τα σχέδια και προγράμματα των οποίων η πρώτη τυπική προπαρασκευαστική πράξη είναι μεταγενέστερη της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 ημερομηνίας. Σχέδια και προγράμματα των οποίων η πρώτη τυπική προπαρασκευαστική πράξη είναι προγενέστερη της ημερομηνίας αυτής και τα οποία εγκρίνονται ή υποβάλλονται στη νομοθετική διαδικασία μετά την πάροδο περισσοτέρων από 24 μήνες από αυτήν υπόκεινται στην υποχρέωση του άρθρου 4, παράγραφος 1, εκτός εάν τα κράτη μέλη αποφασίσουν σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση ότι αυτό δεν είναι εφικτό και ενημερώσουν το κοινό για την απόφασή τους.»
4.      Η οδηγία περί προστασίας των πτηνών
18.      Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (6) (στο εξής: οδηγία περί προστασίας των πτηνών), προβλέπει ότι τα κράτη μέλη κατατάσσουν τα πιο κατάλληλα εδάφη για την προστασία των πτηνών κατά το παράρτημα Ι της οδηγίας και για την προστασία των αποδημητικών πτηνών σε ζώνες ειδικής προστασίας (στο εξής: ΖΕΠ).
19.      Το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί προστασίας των πτηνών ρυθμίζει την προστασία των ΖΕΠ:
«Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφύγουν στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου.»
5.      Η οδηγία περί οικοτόπων
20.      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 1) της οδηγίας περί οικοτόπων, τα κράτη μέλη προτείνουν στην Επιτροπή έναν κατάλογο τόπων, όπου υποδεικνύεται ποιοι τύποι φυσικών οικοτόπων από τους αναφερόμενους στο παράρτημα I και ποια τοπικά είδη από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II απαντώνται στους εν λόγω τόπους. Η Επιτροπή επιλέγει, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, και το παράρτημα ΙΙΙ (στάδιο 2), μεταξύ αυτών των προτάσεων, τους τόπους οι οποίοι θα ενταχθούν στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας (στο εξής: ΤΚΣ).
21.      Το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας περί οικοτόπων ρυθμίζει το διαχρονικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για την προστασία των τόπων:
«Μόλις ένας τόπος εγγραφεί στον κατάλογο του τρίτου εδαφίου της δεύτερης παραγράφου, υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 6.»
22.      Με την απόφαση 2006/613/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 2006, σχετικά με την έγκριση, σύμφωνα με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (7), του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας για τη μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή, περιελήφθησαν στον κατάλογο, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι τόποι:
–        «Δέλτα Αχελώου, λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου-Αιτωλικού, Εκβολές Εύηνου, Νήσοι Εχινάδες, Νήσος Πεταλάς» (GR2310001),
–        «Λίμνη Αμβρακία» (GR2310007),
–        «Λίμνη Οζερός» (GR2310008),
–        «Λίμνες Τριχωνίδα και Λυσιμαχία» (GR2310009) και
–        «Ασπροπόταμος» (GR1440001 (8)).
23.      Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε, σύμφωνα με την τράπεζα δεδομένων ΕUR-Lex, στα κράτη μέλη στις 19 Ιουλίου 2006 (9) και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την ημερομηνία 21 Σεπτεμβρίου 2006.
24.      Το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων περιλαμβάνει τις διατάξεις περί ειδικών ζωνών διατηρήσεως:
«2.      Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας.
3.      Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.
4.      Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε.
Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.»
25.      Το άρθρο 7 της οδηγίας περί οικοτόπων προβλέπει την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στις ΖΕΠ κατά την οδηγία περί προστασίας των πτηνών.
 Το ελληνικό δίκαιο
26.      Η οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον νόμο 3199/2003 (10) και το προεδρικό διάταγμα 51/2007 (11). Η υπό κρίση υπόθεση αφορά τις τροποποιήσεις του νόμου 3199/2003 με τον νόμο 3481/2006 (12).
27.      Το άρθρο 9 του νόμου 3481/2006 προσέθεσε την παράγραφο 5 στο άρθρο 7 του νόμου 3199/2003:
«5.      Μέχρι την έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Διαχείρισης και Προστασίας του υδατικού δυναμικού της χώρας και την έκδοση των οικείων Σχεδίων Διαχείρισης των Περιφερειών επιτρέπεται η υδροληψία από συγκεκριμένη λεκάνη απορροής, καθώς και η μεταφορά ύδατος σε άλλη λεκάνη, με βάση εγκεκριμένο Σχέδιο Διαχείρισης των υδάτων της λεκάνης ή των λεκανών αυτών για
α)      την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών ύδρευσης πόλεων και οικισμών,
β)      [...]
γ)      [...] ή
δ)      την παραγωγή ενέργειας από μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα, με ισχύ μεγαλύτερη των 50 MW. [...]»
28.      Το άρθρο 13 του νόμου 3481/2006 αφορά το επίδικο σχέδιο:
«1.      Τα έργα μερικής εκτροπής του άνω ρου του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία χαρακτηρίζονται ως έργα μεγάλης κλίμακας και εθνικής σημασίας.
2.      Εγκρίνεται το Σχέδιο Διαχείρισης των λεκανών απορροής των ποταμών Αχελώου και Πηνειού Θεσσαλίας [...].
3.      Εγκρίνονται οι περιβαλλοντικοί όροι και περιορισμοί, για τους οποίους τηρήθηκαν πλήρως όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων και των διαδικασιών δημοσιοποίησης και διαβούλευσης με το ενδιαφερόμενο κοινό και τις συναρμόδιες υπηρεσίες, από τις κείμενες διατάξεις της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας για το περιβάλλον και την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς και οι οποίοι αναφέρονται στην κατασκευή και λειτουργία των έργων μερικής εκτροπής του άνω ρου του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία. [...]
4.      Δημόσια έργα, καθώς και έργα της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (στο εξής: ΔΕΗ), τα οποία δημοπρατήθηκαν και κατασκευάσθηκαν ή βρίσκονται στο στάδιο κατασκευής και αφορούν σε έργα εκτροπής του άνω ρου του ποταμού Αχελώου προς Θεσσαλία και έργα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, επιτρέπεται να λειτουργήσουν ή να ολοκληρωθεί η κατασκευή τους σύμφωνα με το εγκρινόμενο σχέδιο διαχείρισης και τους εγκρινόμενους κατά την προηγούμενη παράγραφο περιβαλλοντικούς όρους.»
III – Το ιστορικό της διαφοράς και η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
29.      Το επίδικο ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου σχέδιο αφορά τη μερική εκτροπή του άνω ρου του ποταμού Αχελώου (Δυτική Ελλάδα) προς τον ποταμό Πηνειό (Θεσσαλία). Εκτός από την ίδια την εκτροπή, το σχέδιο περιλαμβάνει και διάφορα φράγματα τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ενέργειας.
30.      Ο ποταμός Αχελώος, με μήκος 220 χιλιόμετρα περίπου και πλάτος έως 90 μέτρα, πηγάζει από την οροσειρά της Πίνδου, στην περιοχή του Μετσόβου, και, εμπλουτιζόμενος με τα ύδατα αρκετών παραποτάμων, εκβάλλει δυτικά του Μεσολογγίου, στον Πατραϊκό Κόλπο: είναι ένα από τα σημαντικότερα υδατικά διαμερίσματα της χώρας και συνιστά ιδιαίτερα σημαντικό ποτάμιο οικοσύστημα.
31.      Ο ποταμός Πηνειός πηγάζει ομοίως από την οροσειρά της Πίνδου, ακολουθεί όμως κατεύθυνση προς τα ανατολικά μέσω της πεδιάδας της Θεσσαλίας και εκβάλλει στον κόλπο της Θεσσαλονίκης.
32.      Για την πραγματοποίηση του έργου εκδόθηκαν διάφορες υπουργικές αποφάσεις και, πλέον πρόσφατα, ο νόμος 3481/2006.
33.      Συγκεκριμένα, με κοινές υπουργικές αποφάσεις των ετών 1991 και 1992 εγκρίθηκαν, αρχικώς, περιβαλλοντικοί όροι για επιμέρους τεχνικά έργα, εντασσόμενα στο συνολικό σχέδιο εκτροπής υδάτων του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία. Οι εν λόγω κοινές υπουργικές αποφάσεις ακυρώθηκαν με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας του 1994.
34.      Μετά την έκδοση των εν λόγω δικαστικών αποφάσεων, καταρτίσθηκε, με ευθύνη του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ενιαία μελέτη για όλα τα επιμέρους έργα που περιλαμβάνονται στο έργο της εκτροπής. Το 1995 εκδόθηκαν δύο υπουργικές αποφάσεις για τη χωροθέτηση και τους περιβαλλοντικούς όρους. Οι εν λόγω αποφάσεις ακυρώθηκαν επίσης με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας του 2000.
35.      Μετά την ως άνω ακυρωτική απόφαση του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας, το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων εκπόνησε συμπληρωματική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων της εκτροπής του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία. Το 2003 εκδόθηκε κοινή υπουργική απόφαση περί εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή και λειτουργία του έργου. Η εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση ακυρώθηκε με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας του 2005.
36.      Κατά συνέπεια, στις 6 Ιουλίου 2006 κατατέθηκαν προτάσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας θεσπίσεως του νόμου 3481/2006, οι οποίες προέβλεπαν διαχειριστικά σχέδια για τη λεκάνη απορροής του Αχελώου και του Πηνειού και την έγκριση του προαναφερθέντος σχεδίου. Ο νόμος θεσπίσθηκε με τις διατάξεις αυτές και τέθηκε σε ισχύ με τη δημοσίευσή του στις 2 Αυγούστου 2006.
37.      Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. ζητούν να ακυρωθεί το σχέδιο στο σύνολό του. Για να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού, το Συμβούλιο της Επικρατείας υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα 14 ερωτήματα:
«1)      Με τη διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 6, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (EE L 327) τίθεται απλώς ένα απώτατο χρονικό όριο (22.12.2009) για την κατάρτιση των σχεδίων διαχειρίσεως υδάτινων πόρων ή θεσπίζεται μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία ειδική προθεσμία μεταφοράς των σχετικών διατάξεων των άρθρων 3, 4, 5, 6, 9, 13 και 15 της ως άνω οδηγίας;
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κρίνει ότι με την ως άνω διάταξη της οδηγίας τίθεται απλώς ένα απώτατο χρονικό όριο για την κατάρτιση των σχεδίων διαχειρίσεως υδάτινων πόρων, θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
2)      Εθνική ρύθμιση με την οποία επιτρέπεται η μεταφορά ύδατος από συγκεκριμένη Λεκάνη Απορροής Ποταμού (ΛΑΠ) σε άλλη ΛΑΠ, χωρίς να έχουν ακόμη εκπονηθεί τα σχέδια των Περιοχών Λεκάνης Απορροής Ποταμού (ΠΛΑΠ) εντός των οποίων βρίσκονται οι ΛΑΠ από και προς τις οποίες θα γίνει μεταφορά ύδατος, είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 9, 13 και 15 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 15 της ως άνω οδηγίας, βασική μονάδα διαχειρίσεως της ΛΑΠ είναι η ΠΛΑΠ, στην οποία ανήκει;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
3)      Κατά την έννοια των άρθρων 2, 3, 5, 6, 9, 13 και 15 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ επιτρέπεται η μεταφορά ύδατος από μια ΠΛΑΠ σε γειτονική ΠΛΑΠ; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ο σκοπός αυτής της μεταφοράς μπορεί να είναι μόνο η κάλυψη αναγκών ύδρευσης ή μπορεί επίσης να εξυπηρετούνται η άρδευση και η παραγωγή ενέργειας; Σε κάθε περίπτωση απαιτείται, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων της οδηγίας, να έχει κριθεί αιτιολογημένα από τη Διοίκηση και επί τη βάσει της αναγκαίας επιστημονικής μελέτης, ότι η ΠΛΑΠ υποδοχής αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες που έχει για ύδρευση, άρδευση κ.λ.π. με τους δικούς της υδάτινους πόρους;
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κρίνει, ως προς το ερώτημα υπό στοιχείο 1, ότι με την διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 6,της οδηγίας 2000/60/ΕΚ δεν τίθεται απλώς ένα απώτατο χρονικό όριο (22.12.2009) για την κατάρτιση των σχεδίων διαχειρίσεως υδάτινων πόρων, αλλά θεσπίζεται ειδική προθεσμία μεταφοράς των σχετικών διατάξεων των άρθρων 3, 4, 5, 6, 9, 13 και 15 της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
4)      Εθνική ρύθμιση, θεσπιζόμενη εντός της ανωτέρω ειδικής προθεσμίας μεταφοράς, με την οποία επιτρέπεται η μεταφορά ύδατος από συγκεκριμένη Λεκάνη Απορροής Ποταμού (ΛΑΠ) σε άλλη ΛΑΠ, χωρίς να έχουν ακόμη εκπονηθεί τα σχέδια των Περιοχών Λεκάνης Απορροής Ποταμού (ΠΛΑΠ), εντός των οποίων βρίσκονται οι ΛΑΠ, από και προς τις οποίες θα γίνει μεταφορά ύδατος, θέτει, άνευ ετέρου, σε κίνδυνο το χρήσιμο αποτέλεσμα της εν λόγω οδηγίας ή πρέπει για να εκτιμηθεί το ζήτημα, αν τίθεται σε κίνδυνο το χρήσιμο αποτέλεσμα της οδηγίας, να ληφθούν υπ’ όψη κριτήρια, όπως η κλίμακα των προβλεπομένων επεμβάσεων και οι σκοποί της μεταφοράς ύδατος;
5)      Νομοθετική ρύθμιση, η οποία θεσπίζεται από εθνικό κοινοβούλιο και με την οποία εγκρίνονται σχέδια διαχειρίσεως ΛΑΠ χωρίς να προβλέπεται, από τους κρίσιμους εθνικούς κανόνες, στάδιο διαβουλεύσεως με το κοινό στη διαδικασία ενώπιον του εθνικού κοινοβουλίου και χωρίς να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη στην οδηγία διαδικασία διαβουλεύσεως ενώπιον της Διοικήσεως, είναι σύμφωνη με τις ρυθμίσεις των άρθρων 13, 14 και 15 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ που αφορούν στις διαδικασίες ενημέρωσης, διαβούλευσης και συμμετοχής του κοινού;
6)      Κατά την έννοια της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997 (ΕΕ L 73), Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που αφορά στην κατασκευή φραγμάτων και στην μεταφορά ύδατος και που εισήχθη προς έγκριση ενώπιον του εθνικού κοινοβουλίου μετά από την δικαστική ακύρωση της πράξεως, με την οποία είχε ήδη εγκριθεί και για την οποία είχε ήδη τηρηθεί η διαδικασία δημοσιότητας, χωρίς να τηρηθεί εκ νέου η διαδικασία αυτή, καλύπτει τις απαιτήσεις των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 5, 6, 8 και 9 της ως άνω οδηγίας για ενημέρωση και συμμετοχή του κοινού;
7)      Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ L 197) σχέδιο εκτροπής ποταμού, το οποίο
α)      αφορά στην κατασκευή φραγμάτων και στη μεταφορά ύδατος από μια ΠΛΑΠ σε άλλη,
β)      εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23.10.2000 για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327),
γ)      αφορά σε έργα της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175) και
δ)      ενδέχεται να έχει περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε περιοχές της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206);
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
8)      Κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, μπορούν να θεωρηθούν ως τυπικές προπαρασκευαστικές πράξεις που εκδόθηκαν πριν από τις 21 Ιουλίου 2004, έτσι ώστε να μην υφίσταται υποχρέωση για εκπόνηση μελέτης στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, πράξεις που αφορούσαν στο επίδικο έργο και έχουν ακυρωθεί αναδρομικώς με δικαστικές αποφάσεις;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
9)      Κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, σε περίπτωση που σχέδιο εμπίπτει ταυτόχρονα στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, καθώς και σε αυτό των οδηγιών 2000/60/ΕΚ και 85/337/ΕΚ που, επίσης, απαιτούν την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου, αρκούν για την τήρηση των απαιτήσεων της οδηγίας 2001/42/ΕΚ οι μελέτες που έχουν εκπονηθεί, με βάση τα οριζόμενα στις οδηγίες 2000/60/ΕΚ και 85/337/ΕΚ, ή θα πρέπει να εκπονηθεί αυτοτελής μελέτη στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης;
10)      Κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206), οι περιοχές που περιλαμβάνονταν στους εθνικούς καταλόγους των τόπων κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) και, τελικώς, συμπεριελήφθησαν στον κοινοτικό κατάλογο των ΤΚΣ, καταλαμβάνονταν από την προστασία της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, πριν από το χρόνο δημοσιεύσεως της 2006/613/ΕΚ απόφασης της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 2006, με την οποία εγκρίθηκε ο κατάλογος των προστατευόμενων ΤΚΣ για τη μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή;
11)      Είναι δυνατόν, κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, οι αρμόδιες εθνικές αρχές να παράσχουν άδεια για την πραγμάτωση σχεδίου εκτροπής ύδατος, μη άμεσα συνδεόμενου ή αναγκαίου για τη διατήρηση περιοχής που εντάσσεται σε Ζώνη Ειδικής Προστασίας, όταν σε όλες τις μελέτες που περιλαμβάνονται στο φάκελο του έργου αυτού διαπιστώνεται η παντελής έλλειψη στοιχείων ή η απουσία αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων για την ορνιθοπανίδα της περιοχής αυτής;
12)      Κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, λόγοι κυρίως αρδευτικοί και δευτερευόντως υδρευτικοί, για τους οποίους επιχειρείται σχέδιο εκτροπής ύδατος, μπορούν να αποτελέσουν το επιτακτικό δημόσιο συμφέρον που απαιτεί η οδηγία, προκειμένου να επιτραπεί η διενέργεια του έργου αυτού, παρ’ όλες τις αρνητικές επιπτώσεις του στις προστατευόμενες από την ως άνω οδηγία περιοχές;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, θα πρέπει, περαιτέρω, να υποβληθεί το εξής προδικαστικό ερώτημα:
13)      Για τον καθορισμό της επάρκειας των αντισταθμιστικών μέτρων που είναι αναγκαία, προκειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής μιας περιοχής Natura 2000, η οποία βλάπτεται από σχέδιο εκτροπής ύδατος, είναι, κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, ληπτέα υπ’ όψιν κριτήρια, όπως το εύρος της ως άνω εκτροπής και το μέγεθος των έργων που αυτή συνεπάγεται;
14)      Κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, ερμηνευομένων υπό το φως της αρχής της αειφόρου αναπτύξεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ, δύνανται οι αρμόδιες εθνικές αρχές να παράσχουν άδεια για την πραγμάτωση σχεδίου εκτροπής ύδατος εντός περιοχής Natura 2000, μη άμεσα συνδεόμενου ή αναγκαίου για τη διατήρηση της συνοχής της περιοχής αυτής, όταν από τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του εν λόγω σχεδίου προκύπτει ότι αυτό θα έχει ως συνέπεια την μετατροπή φυσικού ποτάμιου οικοσυστήματος σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα;»
38.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. (Δυτική Ελλάδα), οι θεσσαλικές Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις Λάρισας, Μαγνησίας (13), Καρδίτσας και Τρικάλων κ.λπ. (14), η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Νορβηγίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εκτός από τη Νορβηγία, οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία εκπροσωπήθηκαν και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 24ης Μαΐου 2011.
IV – Νομική εκτίμηση
39.      Το Συμβούλιο της Επικρατείας θέτει 14 περίπλοκα ερωτήματα για την ερμηνεία των τεσσάρων διαφορετικών οδηγιών, τα οποία θα εξετάσω διαδοχικά: το κέντρο βάρους της υποθέσεως έγκειται στην οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα (συναφώς υπό Α), η οποία, πάντως, ratione temporis, τυγχάνει κατ’ ουσίαν εφαρμογής λόγω της εκ των προτέρων επιδράσεώς της (15). Στη συνέχεια, πρέπει να δοθεί απάντηση σε ερώτημα σχετικό με την οδηγία ΕΠΕΕ, ακριβέστερα σχετικά με τις επιταγές που τάσσει η οδηγία αυτή όσον αφορά την έγκριση σχεδίου με νόμο (συναφώς υπό Β). Περαιτέρω, πρέπει να εξετασθούν η καθ’ ύλην και κατά χρόνον εφαρμογή της οδηγίας ΣΕΠΕ καθώς και η δυνατότητα συνδυασμένης περιβαλλοντικής εκτιμήσεως κατά την οδηγία αυτή, την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα και την οδηγία ΕΠΕΕ (συναφώς υπό Γ). Τέλος, θα εξετάσω πλείονα ζητήματα σχετικά με τη δυνατότητα καθ’ ύλην και κατά χρόνον εφαρμογής της οδηγίας περί οικοτόπων και των επιταγών της στο επίδικο σχέδιο (συναφώς υπό Δ).
40.      Πάντως, επιβάλλεται να τονισθεί εκ προοιμίου ότι το επιχείρημα της ΔΕΗ ότι το σχέδιο του φράγματος της Μεσοχώρας πρέπει να αποχωριστεί από το συνολικό σχέδιο είναι άνευ σημασίας για τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Επειδή το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν υπέβαλε σχετικά ερωτήματα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί συναφώς.
 Επί της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα
41.      Το πρώτο ερώτημα του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορά το αν είναι δυνατή η εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα στον νόμο 3481/2006 (συναφώς υπό 1). Στη συνέχεια, πρέπει να διευκρινιστεί αν επιτρέπεται γενικά η εκτροπή υδάτων μεταξύ περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού (συναφώς υπό 2), αν η εκτροπή αυτή προϋποθέτει σχέδια διαχειρίσεως υπό την έννοια της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα (συναφώς υπό 3), ποιοι σκοποί μπορούν να δικαιολογήσουν μια εκτροπή (συναφώς υπό 4) και κατά πόσον πρέπει να αναζητηθούν εναλλακτικές λύσεις (συναφώς υπό 5). Επειδή καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι κανόνες αυτοί, ratione temporis, δεν μπορούν ακόμη να τύχουν εφαρμογής, η εκ των προτέρων επίδρασή τους είναι καθοριστικής σημασίας (συναφώς υπό 6). Τέλος, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί διευκρινίσεις ως προς την αναγκαία συμμετοχή του κοινού κατά την εκπόνηση σχεδίων διαχειρίσεως σύμφωνα με την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα (συναφώς υπό 7).
1.      Επί του πρώτου ερωτήματος – Το χρονικό σημείο της εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα
42.      Με το πρώτο ερώτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 13, παράγραφος 6, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα θέτει απλώς ένα απώτατο χρονικό όριο για την κατάρτιση των σχεδίων διαχειρίσεως υδάτινων πόρων ή ειδική προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων οι οποίες αφορούν τα σχέδια αυτά.
43.      Το άρθρο 13, παράγραφος 6, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα προβλέπει ότι τα σχέδια διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού δημοσιεύονται το αργότερο εννέα έτη μετά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της οδηγίας, δηλαδή στις 22 Δεκεμβρίου 2009. Η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εξέπνευσε, αντιθέτως, κατά το άρθρο 24, ήδη στις 22 Δεκεμβρίου 2003.
44.      Για τη διαφορά της κύριας δίκης και την προδικαστική παραπομπή ενδιαφέρον παρουσιάζει πρωτίστως ο συνδυασμός των σχεδίων διαχειρίσεως και του άρθρου 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα. Η διάταξη αυτή περιέχει τους βασικούς περιβαλλοντικούς σκοπούς της οδηγίας. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο i, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη της υποβαθμίσεως της καταστάσεως όλων των συστημάτων επιφανειακών υδάτων, επομένως, για παράδειγμα, του ποταμού Αχελώου. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημεία ii και iii, επιβάλλει στα κράτη μέλη περαιτέρω την υποχρέωση να προστατεύουν, να αναβαθμίζουν και να εξυγιαίνουν όλα τα συστήματα επιφανειακών υδάτων, ώστε το αργότερο 15 έτη μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας, δηλαδή στις 22 Δεκεμβρίου 2015, να επιτευχθεί μια καλή κατάσταση των επιφανειακών υδάτων.
45.      Η Ελλάδα όφειλε, κατ’ αρχήν, να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο και το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα εντός της τριετούς προθεσμίας του άρθρου 24 (16). Οι περιβαλλοντικοί σκοποί του άρθρου 4, παράγραφος 1, δεν ισχύουν όμως για οποιαδήποτε ενέργεια, αλλά μόνο σε σχέση με την εφαρμογή των προγραμμάτων μέτρων που ορίζονται στα σχέδια διαχειρίσεως. Τα σχέδια διαχειρίσεως υπόκεινται στη μεταβατική προθεσμία των εννέα ετών του άρθρου 13, παράγραφος 6. Η ίδια προθεσμία ισχύει, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 7, για την κατάρτιση των προγραμμάτων μέτρων. Για την εφαρμογή των εν λόγω προγραμμάτων μέτρων προβλέπεται περαιτέρω προθεσμία τριών ετών, λήγουσα δηλαδή στις 22 Δεκεμβρίου 2012.
46.      Κατά συνέπεια, τα εν λόγω σχέδια και προγράμματα πρέπει να υφίστανται και να τεθούν σε εφαρμογή από τις 22 Δεκεμβρίου 2009. Μέχρι το τέλος του επομένου έτους, τα προγράμματα μέτρων πρέπει να έχουν ήδη εφαρμοστεί. Επομένως, οι ελληνικές αρχές υποχρεούνται, από το τέλος του 2009, να εφαρμόζουν το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, δηλαδή πρέπει να εξετάζουν αν ήδη εγκεκριμένα μέτρα, επί παραδείγματι το σχέδιο εκτροπής, μπορούν, υπό το πρίσμα των περιβαλλοντικών σκοπών, να εκτελεσθούν περαιτέρω ή πρέπει να τροποποιηθούν και ενδεχομένως ακόμη και να εγκαταλειφθούν.
47.      Πάντως, οι υφιστάμενες από το τέλος του 2009 υποχρεώσεις δεν έχουν, ενδεχομένως, άμεση σημασία για τη διαφορά της κύριας δίκης, η οποία αφορά το κύρος διατάξεων του νόμου 3481/2006. Πρέπει, δηλαδή, να θεωρηθεί συναφώς ότι, κατά το εφαρμοστέο εθνικό διαδικαστικό δίκαιο, καθοριστικής σημασίας είναι η νομική κατάσταση κατά την έκδοση του νόμου. Κατά τα άρθρα 13, παράγραφος 6, και 11, παράγραφος 7, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, το έτος 2006 δεν χρειαζόταν όμως να υπάρχουν σχέδια διαχειρίσεως ή προγράμματα μέτρων. Χωρίς τέτοια σχέδια και προγράμματα οι υποχρεώσεις του άρθρου 4 δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν, παρά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο.
48.      Με το άρθρο 13, παράγραφος 2, του νόμου 3481/2006 εγκρίθηκαν, πάντως, σχέδια διαχειρίσεως για τους ποταμούς Αχελώο και Πηνειό. Εάν το Συμβούλιο της Επικρατείας διαπίστωνε ότι πρόκειται για σχέδια υπό την έννοια του άρθρου 13 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, τότε θα μπορούσε να καταλήξει και στο συμπέρασμα ότι το επίδικο σχέδιο είναι τμήμα προγράμματος μέτρων υπό την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας.
49.      Κατά συνέπεια, το πρώτο ερώτημα μπορεί να εκληφθεί και υπό την έννοια ότι ζητείται να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα ήταν ήδη εφαρμόσιμο όταν οι προθεσμίες για την πλήρωση των προϋποθέσεων εφαρμογής του δεν είχαν μεν ακόμη εκπνεύσει, πλην όμως οι προϋποθέσεις αυτές ήδη συνέτρεχαν.
50.      Επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η διαπίστωση ότι, κατά το κανονιστικό σύστημα της οδηγίας, δεν υφίστατο ακόμη καμία αντίστοιχη υποχρέωση κατά το επίδικο χρονικό σημείο. Η υποχρέωση εφαρμογής του άρθρου 4 γεννήθηκε με την εκπνοή της προθεσμίας για την κατάρτιση των σχεδίων διαχειρίσεως και των προγραμμάτων μέτρων. Πριν από το χρονικό αυτό σημείο, το δίκαιο της Ενώσεως επέτρεπε να μην εφαρμοστεί ακόμη το άρθρο 4.
51.      Τούτο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα στο εσωτερικό δίκαιο, ιδίως του άρθρου 4, να ήταν εφαρμοστέες ανεξαρτήτως του δικαίου της Ενώσεως, επί προώρως καταρτισθέντων σχεδίων διαχειρίσεως και προγραμμάτων μέτρων  (17). Εξάλλου, τέτοια σχέδια και προγράμματα, κατά τη βούληση του αρμόδιου για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο νομοθέτη, εφαρμόζονταν πριν από και μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την κατάρτισή τους κατά τον ίδιο τρόπο.
52.      Η υπό κρίση περίπτωση, πάντως, παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα ότι το επίδικο σχέδιο διαχειρίσεως και διάφορα μέτρα, ιδίως η έγκριση του επίδικου σχεδίου, εχώρησαν υπό τη μορφή νόμου, ο οποίος τροποποίησε τις ελληνικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα (18). Κατά συνέπεια, είναι μάλλον απίθανο το εθνικό δίκαιο για τη μεταφορά της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα να αποκλείει το επίδικο σχέδιο.
53.      Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 13, παράγραφος 6, και 11, παράγραφος 7, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα δεν θέτουν προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο για το άρθρο 4 της οδηγίας, αλλά απλώς ένα απώτατο χρονικό όριο για την κατάρτιση των σχεδίων διαχειρίσεως ή των προγραμμάτων μέτρων. Πάντως, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, η οδηγία δεν επιβάλλει υποχρέωση εφαρμογής του άρθρου 4.
54.      Επί τη βάσει της απαντήσεως αυτής, πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι τα υποβληθέντα υπό την αίρεση διαφορετικής απαντήσεως ερωτήματα υπ’ αριθμόν 2 και 3 σχετικά με τις επιταγές που θέτει η οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα ως προς την εκτροπή υδάτων σε άλλες περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού δεν παρουσιάζουν άμεσα περαιτέρω ενδιαφέρον για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ενδέχεται, πάντως, να είναι διαφωτιστικά για τον καθορισμό της εκ των προτέρων επιδράσεως της οδηγίας. Κατά συνέπεια, θα τα εξετάσω επικουρικώς υπό τα σημεία 2, 3, 4 και 5.
2.      Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου ερωτήματος – Η νομιμότητα της εκτροπής υδάτων σε άλλες περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού
55.      Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξετασθεί το πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, δηλαδή αν η μεταφορά ύδατος από μια περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού σε γειτονική περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού μπορεί να συνάδει προς την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα.
56.      Συναφώς, το Συμβούλιο της Επικρατείας διαπιστώνει ότι η οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα δεν περιέχει καμία ρύθμιση για την εκτροπή υδάτων μεταξύ περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού. Κατά συνέπεια, ορθώς φρονεί ότι δεν υφίσταται πλήρης απαγόρευση της εκτροπής υδάτων.
57.      Το γεγονός ότι –όπως τονίζει το Συμβούλιο της Επικρατείας– στο παράρτημα Ι, σημείο 12, της οδηγίας ΕΠΕΕ γίνεται μνεία των σχεδίων για την εκτροπή υδάτινων πόρων δεν αλλάζει τίποτα συναφώς. Η ΔΕΗ ορθώς επισημαίνει ότι η οδηγία ΕΠΕΕ ούτε επιτρέπει ούτε απαγορεύει τα σχέδια των οποίων γίνεται μνεία στα παραρτήματά της. Η εκτροπή υδάτων μεταξύ δύο περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Στην περίπτωση αυτή, θα ήταν αναμενόμενο ότι η εκτροπή δεν συνάδει προς τους περιβαλλοντικούς σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα. Το άρθρο 4, πάντως, επιτρέπει παρεκκλίσεις από τους σκοπούς αυτούς υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
58.      Κατά συνέπεια, καθοριστικής σημασίας είναι πρωτίστως το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα.
 α)     Επί των υποχρεώσεων διατηρήσεως και εξυγιάνσεως κατά το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα
59.      Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα επιβάλλει την υποχρέωση αποτροπής του ενδεχομένου υποβαθμίσεως της καταστάσεως όλων των συστημάτων επιφανειακών υδάτων και την επίτευξη καλής καταστάσεως των υδάτων αυτών μέχρι το τέλος του 2015. Στην περίπτωση τεχνητών και ιδιαιτέρως τροποποιημένων υδατικών συστημάτων, πρέπει να επιτευχθεί τουλάχιστον καλό οικολογικό δυναμικό και καλή χημική κατάσταση.
60.      Το ζήτημα αν ο Αχελώος πρέπει να θεωρηθεί ως τεχνητό ή ιδιαίτερα τροποποιημένο υδατικό σύστημα θα πρέπει να λυθεί επί τη βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα. Πάντως, πριν από την εκτέλεση του σχεδίου εκτροπής, η κατάταξη αυτή φαίνεται απίθανη. Κατά συνέπεια, θα θεωρήσω στις επόμενες αναλύσεις μου ότι ο ποταμός αυτός δεν αποτελεί τεχνητό ή ιδιαίτερα τροποποιημένο υδατικό σύστημα.
61.      Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, να αποτρέψει κάθε περαιτέρω υποβάθμιση του Αχελώου και μάλιστα να λάβει μέτρα για την επίτευξη καλής καταστάσεως του ποταμού αυτού, εφόσον η κατάστασή του δεν θεωρηθεί καλή. Η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει, συνεπώς, να άρει δυσμενείς επιπτώσεις υφισταμένων σχεδίων και υποβαθμίσεις των υδάτων που προκλήθηκαν στο παρελθόν.
 β)     Επί της εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα στα σχέδια
62.      Το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα δεν περιέχει μόνο προγραμματικές υποχρεώσεις, αλλά αφορά και μεμονωμένα σχέδια, εν πάση περιπτώσει όταν αυτά επηρεάζουν αισθητά την κατάσταση υδατικού συστήματος. Το άρθρο 4, παράγραφος 7, δεν επιτρέπει, πράγματι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τις αρνητικές επιπτώσεις στην κατάσταση των υδάτων λόγω νέων τροποποιήσεων. Οι τροποποιήσεις αυτές μπορούν ιδίως να είναι σχέδια.
63.      Επομένως, το σχέδιο περί εκτροπής μπορεί να ενταχθεί, κατ’ αρχήν, και στο πρόγραμμα μέτρων για την περιοχή της λεκάνης απορροής του Αχελώου. Τέτοια προγράμματα μπορούν, πράγματι, κατά το παράρτημα VI, μέρος Β, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, να περιλαμβάνουν ελέγχους αντλήσεως (σημείo viii) και έργα δομικών κατασκευών (σημείο xi).
 γ)     Επί της καλής καταστάσεως των υδάτων
64.      Κατά συνέπεια, το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα μπορεί να απαγορεύσει την εκτροπή των υδάτων σε άλλη περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού, εάν αυτή εμποδίζει τη διατήρηση ή την επίτευξη καλής καταστάσεως του υδατικού συστήματος.
65.      Η οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα ορίζει την επιδιωκόμενη κατάσταση των υδάτων. Κατά το άρθρο 2, σημείο 18, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, η κατάσταση επιφανειακού υδατικού συστήματος είναι καλή, εφόσον χαρακτηρίζεται τουλάχιστον «καλή», τόσο από οικολογική όσο και από χημική άποψη. Η καλή χημική κατάσταση συνδέεται, κατά το άρθρο 2, σημείο 24, με τη συγκέντρωση ρύπων. Οι επιταγές όσον αφορά την καλή οικολογική κατάσταση απορρέουν από το άρθρο 2, σημείο 22, και από το παράρτημα V.
66.      H μερική εκτροπή ποταμού, δηλαδή η άντληση μεγαλυτέρων ποσοτήτων ύδατος από περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού, δεν καλύπτεται ρητώς από τα κριτήρια της καλής καταστάσεως των επιφανειακών υδάτων. Η Επιτροπή, πάντως, ισχυρίζεται σαφώς ότι η κατακράτηση επιφανειακών υδάτων με σκοπό τη μερική εκτροπή έχει αρνητικές επιπτώσεις στην κατάστασή τους. Και η μείωση της ποσότητας των υδάτων μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την οικολογική ή χημική κατάσταση του υδατικού συστήματος. Επομένως, κατά το παράρτημα V, σημείο 1.1.1., της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, πρέπει να ληφθούν υπόψη, στην περίπτωση των ποταμών, και το υδρολογικό καθεστώς, δηλαδή ιδίως η ποσότητα των υδάτινων ροών, και οι μορφολογικές συνθήκες, ήτοι η διακύμανση του βάθους και του πλάτους του ποταμού, η δομή και το υπόστρωμα του πυθμένα, καθώς και η δομή της παρόχθιας ζώνης. Συναφώς, το παράρτημα VI, τμήμα Β, σημείο viii, προβλέπει ότι το πρόγραμμα μέτρων μπορεί να περιλαμβάνει περιορισμούς αντλήσεως, το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, σημείο i, επιτάσσει την παρακολούθηση του όγκου και της στάθμης ή του ρυθμού ροής των υδάτων, στο μέτρο που αφορά την οικολογική και τη χημική τους κατάσταση και το οικολογικό τους δυναμικό, και, κατά την αιτιολογική σκέψη 41, για την ποσότητα του ύδατος θα πρέπει να ορίζονται γενικές αρχές ελέγχου στην άντληση και κατακράτηση υδάτων για την εξασφάλιση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των σχετικών υδατικών συστημάτων.
67.      Εάν το Συμβούλιο της Επικρατείας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο εκτροπής εμποδίζει τη διατήρηση ή την επίτευξη καλής καταστάσεως του υδατικού δυναμικού, αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο προς τους περιβαλλοντικούς σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα.
 δ)     Επί της παρεκκλίσεως από τους περιβαλλοντικούς σκοπούς
68.      Η αντίθεση προς τους περιβαλλοντικούς σκοπούς δεν αποτελεί, πάντως, ανυπέρβλητο εμπόδιο για ένα σχέδιο. Πράγματι, το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα περιέχει διατάξεις και για την παρέκκλιση από τους περιβαλλοντικούς σκοπούς.
69.      Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα επιτρέπει την παράταση των προθεσμιών για την επίτευξη καλής καταστάσεως. Αυτό αφορά πρωτίστως την υποχρέωση εξυγιάνσεως των υδάτων. Η απαγόρευση της υποβαθμίσεως των υδάτων, αντιθέτως, δεν σχετικοποιείται. Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην έγκριση μέτρου που έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην κατάσταση των υδάτων.
70.      Το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα επιτρέπει, για συγκεκριμένα υδατικά συστήματα, την επιδίωξη λιγότερο αυστηρών περιβαλλοντικών σκοπών, όταν αυτά επηρεάζονται από ανθρώπινες δραστηριότητες, οπότε η επίτευξη των σκοπών αυτών είναι ανέφικτη ή δυσανάλογα δαπανηρή, και εφόσον πληρούνται ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις. Η διάταξη αυτή μπορεί να αποκτήσει σημασία μετά την υλοποίηση του σχεδίου εκτροπής, πλην όμως δεν μπορεί ακόμη να εφαρμοστεί για την έγκριση του σχεδίου αυτού.
71.      Το άρθρο 4, παράγραφος 6, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα ομοίως δεν ασκεί επιρροή, επειδή η διάταξη αυτή αφορά μόνο την προσωρινή υποβάθμιση της καταστάσεως των υδάτων.
72.      Για την εν προκειμένω υπό εξέταση περίπτωση νέου σχεδίου, το παραδεκτό της παρεκκλίσεως από τους περιβαλλοντικούς σκοπούς πρέπει, αντιθέτως, να κριθεί κατά το άρθρο 4, παράγραφος 7, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει διεξοδικώς τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκκλιση από τους περιβαλλοντικούς σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, με νέα σχέδια, λόγω επιτακτικών συμφερόντων. Περαιτέρω επιταγές όσον αφορά τις παρεκκλίσεις από την παράγραφο 1 απορρέουν από το άρθρο 4, παράγραφοι 8 και 9. Οι επιταγές που απορρέουν από το άρθρο 4, παράγραφοι 7 έως 9, περιλαμβάνονται εν μέρει στα λοιπά στοιχεία του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.
73.      Εάν το Δικαστήριο απαντήσει στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει, συνοπτικώς, η ακόλουθη απάντηση: η έγκριση της εκτροπής υδάτων από περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού σε γειτονική περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού συνάδει προς την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφοι 1, 7, 8 και 9, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα.
3.      Επί του δευτέρου ερωτήματος – Επί του αναγκαίου χαρακτήρα της διαχειρίσεως για περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού
74.      Με το δεύτερο ερώτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν εθνική ρύθμιση συνάδει προς την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα, εφόσον με αυτήν επιτρέπεται η μεταφορά ύδατος από συγκεκριμένη λεκάνη απορροής ποταμού σε άλλη λεκάνη απορροής ποταμού, χωρίς να έχουν ακόμη εκπονηθεί τα σχέδια των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού εντός των οποίων ευρίσκονται οι λεκάνες απορροής ποταμού από και προς τις οποίες θα γίνει μεταφορά ύδατος.
75.      Εκ πρώτης όψεως, το ερώτημα αυτό φαίνεται υποθετικό, επειδή ο νόμος 3481/2006 περιέχει σχέδια διαχειρίσεως για τις δύο οικείες λεκάνες απορροής ποταμού. Δεν είναι προφανές ότι οι εκάστοτε περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού περιέχουν περαιτέρω λεκάνες απορροής ποταμού για τις οποίες δεν υφίστανται ακόμη σχέδια διαχειρίσεως. Πάντως, είναι αμφίβολη η ισχύς των εκδοθέντων σχεδίων διαχειρίσεως. Επιπλέον, το Συμβούλιο της Επικρατείας φρονεί ότι, κατά τα άρθρα 3, παράγραφος 1, 5, παράγραφος 1, 11, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, τα σχέδια διαχειρίσεως και τα προγράμματα μέτρων δεν μπορούν, όπως εν προκειμένω, να καταρτίζονται μεμονωμένα για συγκεκριμένες λεκάνες απορροής ποταμού, αλλά χρειάζεται γενική εθνική και περιφερειακή χωροθέτηση. Διαφορετικά δεν επιτρέπεται, εν πάση περιπτώσει, η εκτροπή υδάτων από μια περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού σε άλλη. Επομένως, δεν πρόκειται μόνο για το αν υφίστανται σχέδια διαχειρίσεως για τις συγκεκριμένες περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού αλλά και για το αν πρέπει να υφίστανται σχέδια για την υπόλοιπη Ελλάδα.
76.      Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, όλες οι λεκάνες απορροής ποταμού υπάγονται σε περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι καταρτίζεται σχέδιο διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού που ευρίσκεται εξ ολοκλήρου στο έδαφός τους. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, κάθε κράτος μέλος μεριμνά για τη θέσπιση, για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού ή για το τμήμα διεθνούς περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού που ευρίσκεται εντός της επικράτειάς του, προγράμματος μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των αναλύσεων που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 5, προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 4.
77.      Τα κράτη μέλη υποχρεούνται βεβαίως να καταρτίσουν, μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας, για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού σχέδιο διαχειρίσεως, πλην όμως από τις διατάξεις αυτές δεν συνάγεται άμεσα ότι η εκτροπή υδάτων μεταξύ περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού δεν επιτρέπεται εφόσον δεν υφίστανται σχέδια διαχειρίσεως για όλες τις περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού.
78.      Πάντως, όπως ήδη εκτέθηκε, μια τέτοια εκτροπή μπορεί να αντιβαίνει προς το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, εφόσον εμποδίζει τη διατήρηση ή την επίτευξη καλής καταστάσεως των επιφανειακών υδάτων. Στην υπό κρίση υπόθεση, η εκτροπή θα επιτρεπόταν μόνον εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 7.
79.      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, η αιτιολογία του σχεδίου που αντιβαίνει στους περιβαλλοντικούς σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, εκτίθεται ειδικά στο σχέδιο διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού που επιβάλλει το άρθρο 13, οι δε σκοποί αναθεωρούνται ανά εξαετία. Επιπλέον, σε κάθε παρέκκλιση πρέπει, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 8, να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να μην αποκλείεται μονίμως ή να μην υπονομεύεται η επίτευξη των σκοπών της παρούσας οδηγίας σε άλλα υδατικά συστήματα της ίδιας περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού.
80.      Επομένως, οι οικείες περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού πρέπει να αναλύονται συνολικά και η διαχείρισή τους πρέπει να σχεδιάζεται πριν από την εκτέλεση των μέτρων τα οποία δεν συνάδουν προς τους περιβαλλοντικούς στόχους του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα.
81.      Η οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα δεν περιέχει, αντιθέτως, καμία διάταξη η οποία να εξαρτά ρητώς τα μέτρα αυτά από την ανάλυση άλλων περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού ή από την κατάρτιση σχεδίων διαχειρίσεως για λεκάνες απορροής ποταμών των περιοχών αυτών. Τέτοιες αναλύσεις και χωροθετήσεις μπορούν να απαιτηθούν μόνο σε κατ’ ιδίαν περιπτώσεις, εφόσον η αναφορά σε άλλες περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού συνιστά ενδεχόμενη εναλλακτική λύση για την προβλεφθείσα εκτροπή.
82.      Κατά συνέπεια, εάν το Δικαστήριο απαντήσει στο ερώτημα αυτό, θα διαπιστώσει ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί γενική ανάλυση των οικείων περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού και να σχεδιασθεί η χωροθέτησή τους πριν από την εκτέλεση μέτρων τα οποία δεν συνάδουν προς τους περιβαλλοντικούς σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα. Αναλύσεις άλλων περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού και αντίστοιχα σχέδια διαχειρίσεως για λεκάνες απορροής ποταμού των περιοχών αυτών απαιτούνται μόνο στο μέτρο που η αναφορά στις εν λόγω περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού συνιστά ενδεχόμενη εναλλακτική λύση σε σχέση με τα προβλεπόμενα μέτρα.
4.      Επί του δεύτερου σκέλους του τρίτου ερωτήματος – Οι θεμιτοί σκοποί μιας εκτροπής
83.      Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν ο σκοπός της εκτροπής μπορεί να είναι μόνον η κάλυψη αναγκών υδρεύσεως ή μπορεί επίσης να εξυπηρετούνται η άρδευση και η παραγωγή ενέργειας.
84.      Συναφώς, από το άρθρο 4, παράγραφος 7, στοιχείο γ΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα προκύπτει ότι οι λόγοι για τις τροποποιήσεις ή τις μεταβολές αυτές πρέπει να είναι επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, τα δε οφέλη για το περιβάλλον και την κοινωνία από την επίτευξη των σκοπών που εξαγγέλλονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, πρέπει να υπερκαλύπτονται από τα οφέλη των νέων τροποποιήσεων ή μεταβολών για την υγεία των ανθρώπων, για τη διαφύλαξη της ασφάλειάς τους ή για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
85.      Η επαρκής κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού σε πόσιμο νερό συνιστά, κατά κανόνα, επιτακτικό δημόσιο συμφέρον και έχει περαιτέρω μεγάλη σημασία για την υγεία των ανθρώπων. Συναφώς, η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα χαρακτηρίζει την ύδρευση ως υπηρεσία κοινής ωφέλειας.
86.      Οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις Καρδίτσας και Τρικάλων ορθώς υποστηρίζουν άλλωστε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, σημείο iii, της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα αναγνωρίζει, παράλληλα προς την υδροδότηση, και την παραγωγή ενέργειας και την άρδευση ως κατ’ αρχήν δικαιολογούντα παρεκκλίσεις δημόσια συμφέροντα. Τα δύο προαναφερθέντα συμφέροντα έχουν, πάντως, μικρότερη σημασία από την ύδρευση, επειδή είναι πρωτίστως οικονομικής φύσεως.
87.      Αντιθέτως, η υδροηλεκτρική ενέργεια, παρά τα μειονεκτήματά της για το περιβάλλον, είναι τυπικό παράδειγμα αειφόρου παραγωγής ενέργειας.
88.      Δεν πρέπει επίσης να αποκλειστεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο να θεωρηθεί η άρδευση γεωργικών εκτάσεων ως επιτακτικό δημόσιο συμφέρον ή –ίσως– ως μέτρο αειφόρου αναπτύξεως. Η διευκόλυνση, δηλαδή, της αρδεύσεως σε ορισμένες περιοχές μπορεί να συνιστά θεμιτό σκοπό γεωργικής πολιτικής των κρατών μελών.
89.      Πάντως, η αναγνώριση των σκοπών αυτών δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι δικαιολογούν το σχέδιο. Πράγματι, και οι δύο παραλλαγές δικαιολογητικού σκοπού που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 7, στοιχείο γ΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα ανάγονται σε στάθμιση μεταξύ του οφέλους που αντλείται από το μέτρο και των δυσμενών επιπτώσεών του στη διατήρηση ή την επίτευξη καλής καταστάσεως των υδάτων. Για μέτρα προς όφελος της υγείας των ανθρώπων, για τη διαφύλαξη της ασφάλειάς τους ή για τη βιώσιμη ανάπτυξη προβλέπεται ρητώς στάθμιση. Πρέπει δηλαδή να αποδίδεται σε διαφορετικό –εκ φύσεως το λιγότερο σημαντικό– δημόσιο συμφέρον, το οποίο προβάλλεται προς δικαιολόγηση ενός μέτρου, μεγαλύτερη βαρύτητα από ό,τι στις δυσμενείς συνέπειες του μέτρου, προκειμένου το συμφέρον αυτό να αναγνωριστεί ως «επιτακτικό».
90.      Κατά τη στάθμιση αυτή, αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, επειδή πρόκειται για περίπλοκη απόφαση η οποία προϋποθέτει προβλέψεις (19). Πάντως, πρέπει ιδίως να ληφθεί υπόψη, όσον αφορά το συμφέρον για την άρδευση, το επιχείρημα που προέβαλαν η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση της Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ., ότι η καλλιέργεια βαμβακιού μπορεί να είναι ιδιαιτέρως επιβλαβής για το περιβάλλον (20). Το συμφέρον για μια ιδιαιτέρως επιβλαβή μορφή γεωργίας είναι συγκριτικά μικρότερης σημασίας. Αντιθέτως, πάντως, προς όσα υποστηρίζουν η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ., δεν μπορεί να γίνει δεκτό κατά απόλυτο τρόπο ότι η ευρωπαϊκή γεωργική πολιτική αντιτίθεται στην καλλιέργεια βαμβακιού. Τουναντίον, η ενίσχυση της καλλιέργειας αυτής εξακολουθεί να είναι κατοχυρωμένη στο πρωτογενές δίκαιο, δηλαδή στο πρωτόκολλο 4 για το βαμβάκι, στο παράρτημα στην πράξη προσχωρήσεως της Ελλάδας (21), και, κατά συνέπεια, υλοποιείται και στο δευτερογενές δίκαιο (22).
91.      Επομένως, στο δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος θα πρέπει, ενδεχομένως, να δοθεί η απάντηση ότι οι σκοποί της υδρεύσεως, της αρδεύσεως και της παραγωγής ενέργειας, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 7, στοιχείο γ΄, μπορούν να δικαιολογήσουν μέτρα τα οποία δεν συνάδουν προς τους περιβαλλοντικούς σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, εάν η συμβολή των μέτρων αυτών στην επίτευξη του πρώτου εκ των προαναφερθέντων σκοπών κατισχύει των δυσμενών επιπτώσεων όσον αφορά τους περιβαλλοντικούς σκοπούς.
5.      Επί του τρίτου σκέλους του τρίτου ερωτήματος – Εξέταση των εναλλακτικών λύσεων
92.      Για την έρευνα της βαρύτητας που έχουν οι προαναφερθέντες στόχοι, σημασία έχει, παράλληλα προς άλλους παράγοντες, το τρίτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν, σε κάθε περίπτωση, απαιτείται να έχει κριθεί αιτιολογημένα από τη διοίκηση και επί τη βάσει της αναγκαίας επιστημονικής μελέτης ότι η περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού υποδοχής αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες που έχει για ύδρευση, άρδευση κ.λπ. με τους δικούς της υδάτινους πόρους.
93.      Όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, η ανάγκη να διαπιστωθεί η ζήτηση στην περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού προκύπτει από την προβλεπόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 7, στοιχείο δ΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα εξέταση των εναλλακτικών λύσεων. Κατά τη διάταξη αυτή, η δικαιολογία μιας παρεκκλίσεως από τους περιβαλλοντικούς σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, προϋποθέτει ότι οι ευεργετικοί σκοποί τους οποίους εξυπηρετούν οι τροποποιήσεις ή οι μεταβολές των υδάτινων συστημάτων δεν μπορούν, για τεχνικούς λόγους ή λόγω υπέρμετρου κόστους, να επιτευχθούν με άλλα μέσα που συνιστούν πολύ καλύτερη περιβαλλοντική επιλογή.
94.      Κατά συνέπεια, πριν από την πραγματοποίηση εκτροπής, πρέπει να εξετασθεί αν η υπό εξέταση περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες της σε ύδατα με σχετικά χαμηλό κόστος από τους δικούς της πόρους και αν αυτό θα συνιστούσε ουσιωδώς καλύτερη περιβαλλοντική επιλογή. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να εξετασθεί και η αναδιάρθρωση της γεωργίας με την επιλογή άλλων, λιγότερο υδροβόρων καλλιεργειών (23).
95.      Το αποτέλεσμα της εξετάσεως αυτής εντάσσεται στους κατά την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα αναγκαίους λόγους για ενδεχόμενη εκτροπή. Κατά συνέπεια, θα έπρεπε να εκτεθεί ειδικά, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 7, στοιχείο β΄, στο σχέδιο διαχειρίσεως.
96.      Επομένως, στο τρίτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος θα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 7, στοιχεία β΄ και δ΄, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στο σχέδιο ότι η οικεία περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες της σε ύδατα με τους δικούς της υδάτινους πόρους ή ότι αυτό δεν συνιστά πολύ καλύτερη περιβαλλοντική επιλογή.
6.      Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος – Η εκ των προτέρων ανάπτυξη αποτελεσμάτων της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα
97.      Το Συμβούλιο της Επικρατείας υποβάλλει το τέταρτο ερώτημα για την περίπτωση κατά την οποία ιδίως το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα δεν πρέπει, ratione temporis, να εφαρμοστεί στο επίδικο σχέδιο. Επομένως, κατά την άποψη που υιοθετήθηκε στις προτάσεις αυτές σχετικά με το πρώτο ερώτημα (24), πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό.
98.      Το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον τίθεται σε κίνδυνο η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα εάν η εκτροπή των υδάτων από μια λεκάνη απορροής ποταμού σε άλλη επιτραπεί χωρίς να έχουν ακόμη εκπονηθεί τα σχέδια αυτών των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού, ή κατά πόσον πρέπει να ληφθούν υπόψη κριτήρια όπως η κλίμακα των προβλεπομένων επεμβάσεων και οι σκοποί της μεταφοράς ύδατος.
 α)     Επί της νομολογίας για την εκ των προτέρων ανάπτυξη αποτελεσμάτων των οδηγιών
99.      Το ζήτημα αυτό στηρίζεται στην πάγια νομολογία κατά την οποία, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή. Η υποχρέωση αποχής επιβάλλεται σε όλους τους φορείς δημόσιας εξουσίας και καλύπτει τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου, γενικού ή ειδικού, ικανού να προκαλέσει έναν τέτοιο κίνδυνο (25). Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 288, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το ίδιο ισχύει όσον αφορά μια μεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας επιτρέπεται στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τα εθνικά τους συστήματα, έστω και αν δεν είναι σύμφωνα με την περί ης πρόκειται οδηγία (26).
100. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη οφείλουν και κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου για την εκπόνηση των σχεδίων διαχειρίσεως και των προγραμμάτων μέτρων να μη λαμβάνουν μέτρα τα οποία μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο τους σκοπούς που επιδιώκονται με την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα.
101. Όσον αφορά την απαγόρευση υποβαθμίσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο i, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, η υποχρέωση αυτή δικαιολογείται ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι στην περίπτωση άλλων οδηγιών. Πράγματι, οι περιβαλλοντικοί σκοποί της ρυθμίσεως αυτής δεν εξαντλούνται στην εν λόγω απαγόρευση υποβαθμίσεως, δηλαδή στην υποχρέωση προλήψεως των δυσμενών επιπτώσεων. Αντιθέτως, προστίθεται, το αργότερο μετά την εκπνοή της μεταβατικής προθεσμίας για την εκπόνηση των σχεδίων διαχειρίσεως σύμφωνα με το σημείο ii, η υποχρέωση εξυγιάνσεως, δηλαδή η υποχρέωση επιτεύξεως καλής καταστάσεως των υδάτων. Θα ήταν αντιφατικό να υποβαθμιστεί αρχικώς η κατάσταση των υδάτων, ώστε να χρειάζεται, στη συνέχεια, να εξυγιανθεί εκ νέου.
 β)     Επί των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου
102. Ούτε οι αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου αποκλείουν τη δυνατότητα να αναπτύσσει εκ των προτέρων αποτελέσματα η απαγόρευση υποβαθμίσεως.
103. Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης περιλαμβάνεται στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τα δε κράτη μέλη οφείλουν να την τηρούν κατά την άσκηση των εξουσιών που τους απονέμουν οι κανόνες του ενωσιακού δικαίου (27). Αντιβαίνει στην αρχή αυτή η τροποποίηση της εφαρμοστέας ρυθμίσεως που στερεί αναδρομικά τον ιδιώτη από δικαίωμα που έχει αποκτήσει βάσει της προγενέστερης ρυθμίσεως (28). Από τη νομολογία προκύπτει, ιδίως, ότι οι ουσιαστικοί κανόνες του δικαίου της Ενώσεως πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι μπορούν να εφαρμοστούν επί καταστάσεων που έχουν ήδη διαμορφωθεί προ της ενάρξεως της ισχύος τους, μόνον εφόσον προκύπτει σαφώς από το γράμμα τους, τους σκοπούς ή την οικονομία τους ότι πρέπει να τους αναγνωρισθεί αναδρομική ισχύς (29).
104. Εν προκειμένω, όμως, δεν υφίστανται κεκτημένα δικαιώματα για την έγκριση του σχεδίου εκτροπής, επειδή το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε όλες τις προηγουμένως χορηγηθείσες εγκρίσεις. Η κατάσταση δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί (30). Το γεγονός και μόνον ότι κινήθηκε διαδικασία εγκρίσεως δεν δικαιολογεί και δικαίωμα ότι η διαδικασία αυτή θα ολοκληρωθεί επιτυχώς.
105. Δεν συνιστά επίσης παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια διαδικασίας εγκρίσεως καθίστανται εφαρμοστέες αυστηρότερες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγκρίσεως. Αντιθέτως, επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, να εφαρμόζεται ο νέος κανόνας πάραυτα στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί υπό το κράτος του παλαιότερου κανόνα (31). Πράγματι, το πεδίο εφαρμογής της αρχής δεν μπορεί να επεκταθεί τόσο ώστε να αποκλείει, κατά γενικό τρόπο, την εφαρμογή του νέου κανόνα στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που γεννήθηκαν υπό το κράτος του παλαιότερου κανόνα (32).
106. Η τρέχουσα διαδικασία εγκρίσεως πρέπει να θωρηθεί ως πραγματική κατάσταση η οποία γεννήθηκε υπό το κράτος του προηγούμενου κανόνα· η τελική απόφαση είναι μια μελλοντική συνέπεια της καταστάσεως αυτής η οποία πρέπει να καθοριστεί επί τη βάσει του νέου κανόνα (33). Συναφώς δεν έχει εφαρμογή η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
107. Η δυνατότητα, πάντως, της διατάξεως που απαγορεύει την υποβάθμιση να αναπτύσσει εκ των προτέρων αποτελέσματα περιορίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με την εφαρμογή βασικών τροποποιήσεων διαδικαστικών κανόνων επί διαδικασιών οι οποίες είχαν ήδη κινηθεί, όταν τέθηκαν σε ισχύ οι αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας. Βεβαίως, οι κανόνες που διέπουν τη διαδικασία εφαρμόζονται γενικώς επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους (34). Πάντως, όπως τονίζουν οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις της Θεσσαλίας και η ΔΕΗ, το Δικαστήριο αρνήθηκε, στο πλαίσιο του δικαίου του περιβάλλοντος (35) όπως και στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων (36), μάλιστα μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, να εφαρμόσει σημαντικές αλλαγές διαδικαστικών κανόνων σε τρέχουσες διαδικασίες. Οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν, αφενός μεν, το ζήτημα της εκτιμήσεως, στο πλαίσιο διαδικασιών εγκρίσεως που είχαν ήδη κινηθεί, και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά την οδηγία ΕΠΕΕ, πράγμα το οποίο θα απαιτούσε την εκπόνηση δαπανηρών μελετών και τη συμμετοχή του κοινού, αφετέρου δε, στο πλαίσιο του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, το ζήτημα αν σε ήδη κινηθείσες διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιταγές της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ (37) όσον αφορά την επίσημη προκήρυξη. Πάντως, το Δικαστήριο είχε την πρόθεση να αποτρέψει το ενδεχόμενο διαδικασίες, ήδη περίπλοκες επί εθνικού επιπέδου και οι οποίες έχουν ήδη κινηθεί πριν από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, να επιβαρύνονται και να καθυστερούν συνεπεία ειδικών επιταγών που θέτει η οδηγία και για τον λόγο αυτό να επηρεάζονται δημιουργηθείσες ήδη καταστάσεις (38). Επομένως, η εκ των προτέρων ανάπτυξη αποτελεσμάτων της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα δεν πρέπει να έχει ως συνέπεια αντίστοιχες πρόσθετες δαπανηρές διαδικαστικές ενέργειες. Διαφορετική, πάντως, είναι η περίπτωση εφαρμογής επιταγών του ουσιαστικού δικαίου, όπως, επί παραδείγματι, της απαγορεύσεως υποβαθμίσεως (39).
108. Για τον καθορισμό της ακριβούς εκτάσεως των αποτελεσμάτων που μπορεί να αναπτύξει εκ των προτέρων η απαγόρευση της υποβαθμίσεως, χρήσιμες είναι οι σκέψεις που αναπτύχθηκαν σχετικά με το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα στο πλαίσιο του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος. Πάντως, κάθε επαπειλούμενη παράβαση του άρθρου 4 δεν συνιστά σοβαρή διακινδύνευση των σκοπών της οδηγίας. Αντιθέτως, η διακινδύνευση πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την εκπνοή των προθεσμιών για την εφαρμογή του άρθρου 4 και τούτο όχι μόνο προσωρινώς. Περαιτέρω, η διακινδύνευση πρέπει να είναι σοβαρή, δηλαδή να μην είναι ήσσονος σημασίας. Τέλος, η εκ των προτέρων ανάπτυξη αποτελεσμάτων της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα δεν μπορεί να φθάνει μέχρι του σημείου ώστε τα κράτη μέλη να πρέπει να προεξοφλήσουν τις ενέργειες για την προετοιμασία της εφαρμογής της οδηγίας ή την υποχρέωση εξυγιάνσεως έναντι του ρητώς προβλεφθέντος χρονοδιαγράμματος.
 γ)     Επί της διαφοράς της κύριας δίκης
109. Επομένως, όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης παρατηρούνται τα εξής.
110. Ο διαρκής χαρακτήρας του σχεδίου εκτροπής είναι προφανής. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές, ενδεχομένως δε το Συμβούλιο της Επικρατείας, πρέπει να εξετάσουν αν οι επιδιωκόμενοι με την οδηγία σκοποί τίθενται σε σοβαρό κίνδυνο.
111. Πάντως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται σοβαρός κίνδυνος επειδή η εκτροπή πραγματοποιείται πριν από την εκπόνηση των σχεδίων διαχειρίσεως για τις οικείες περιοχές. Μετά την εκπνοή της μεταβατικής προθεσμίας, τα σχέδια αυτά θα ήσαν βεβαίως, κατά τις αναλύσεις σχετικά με το δεύτερο ερώτημα (40), αναγκαία, πλην όμως θα μπορούσε να συναχθεί εντελώς ανεξάρτητα από τα σχέδια αυτά ότι η εκτροπή ουδόλως ή σε ελάχιστο βαθμό αντιβαίνει στους περιβαλλοντικούς σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα.
112. Κατά συνέπεια, το πρώτο βήμα για τη διαπίστωση ότι η εκτροπή θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τους σκοπούς της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα έγκειται στην έρευνα, επί τη βάσει των κριτηρίων της οδηγίας, των επιπτώσεων του σχεδίου στους σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1.
113. Εάν συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι σκοποί αυτοί τίθενται σε σοβαρό κίνδυνο, πρέπει επιπλέον να εξετασθεί αν το μέτρο είναι δικαιολογημένο. Πράγματι, πριν από την εκπνοή της μεταβατικής προθεσμίας, η ελευθερία δράσεως δεν μπορεί να περιορισθεί περισσότερο από ό,τι κατά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα. Όπως δε προανέφερα, ενέργεια αντίθετη προς τους περιβαλλοντικούς σκοπούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί.
114. Δύο νομικές βάσεις μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη δικαιολόγηση: πρώτον, η ήδη εξετασθείσα αντιμετώπιση του σχεδίου ως νέας τροποποιήσεως των φυσικών χαρακτηριστικών ενός συστήματος επιφανειακών υδάτων ή ως νέας ανθρώπινης δραστηριότητας βιώσιμης αναπτύξεως υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 7, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα (41) και, δεύτερον, η αντιμετώπιση των υδάτων υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, ως ήδη επηρεαζομένων από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η τελευταία διάταξη θα διευκόλυνε τη δικαιολόγηση. Αμφότεροι οι δικαιολογητικοί λόγοι πρέπει να εφαρμοστούν τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφοι 8 και 9.
115. Το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα δεν εξετάσθηκε ακόμη, επειδή μέχρι τώρα εξετάστηκε το ζήτημα νέων αλλαγών σε υδατικό σύστημα. Οι αλλαγές αυτές εμπίπτουν στο άρθρο 4, παράγραφος 7. Στο πλαίσιο της εκ των προτέρων αναπτύξεως αποτελεσμάτων της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, πρέπει να αποτραπεί η λήψη μέτρων τα οποία σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, δηλαδή κατά την εκπνοή της μεταβατικής προθεσμίας για την εφαρμογή του άρθρου 4, θα είχαν ως συνέπεια τη δημιουργία καταστάσεως η οποία δεν συνάδει προς τη διάταξη αυτή. Επομένως, εάν ο νόμος 3481/2006 είχε ως συνέπεια ότι ο Αχελώος υφίστατο αρνητικές επιπτώσεις κατά το τέλος του 2009 από ανθρώπινες δραστηριότητες, τότε η υποβάθμιση αυτή και, συνακολούθως, ο νόμος θα πρέπει να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 5.
116. Από τα στοιχεία που παρέσχον οι μετέχοντες στη διαδικασία προκύπτει βεβαίως ότι είχε ενδεχομένως ήδη κατασκευαστεί σε μεγάλο βαθμό ιδίως ένα φράγμα, πλην όμως η ίδια η εκτροπή δεν είχε μέχρι τούδε πραγματοποιηθεί ακόμη. Κατά συνέπεια, φαίνεται απίθανο ότι ο Αχελώος υφίσταται ήδη αρνητικές επιπτώσεις, σε σχέση με την εκτροπή, υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα.
117. Επομένως, σημασία και για την εξέταση του ζητήματος αν το σχέδιο εκτροπής θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τους σκοπούς της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα έχει μάλλον το άρθρο 4, παράγραφος 7, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα. Συναφώς μπορεί σε μεγάλο βαθμό να γίνει παραπομπή στις αναλύσεις που αφορούν το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
118. Πάντως, σε αντιδιαστολή προς ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση της πλήρους εφαρμογής της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, δεν χρειάζεται, και στο πλαίσιο της δικαιολογήσεως της μη τηρήσεως των περιβαλλοντικών σκοπών κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, να υφίστανται σχέδια διαχειρίσεως. Πράγματι, κατά τις ρητές διατάξεις του άρθρου 13, παράγραφος 6, δεν μπορούσε ακόμη να απαιτηθεί η πλήρης κατάρτιση των σχεδίων αυτών. Και για την έκδοσή τους απαιτείται πολύς χρόνος, λόγω της αναγκαίας συμμετοχής του κοινού (42). Αντιθέτως, η δικαιολόγηση προϋποθέτει παρεμφερή επιστημονική βάση όπως τα σχέδια διαχειρίσεως. Πράγματι, χωρίς αντίστοιχες γνώσεις δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν η επιβαλλόμενη στάθμιση και η εξέταση των εναλλακτικών λύσεων. Οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να εκτιμήσουν δεόντως ούτε τα πλεονεκτήματα του μέτρου ούτε τις αρνητικές επιπτώσεις του.
119. Κατά την έκδοση του νόμου 3481/2006, έπρεπε ήδη να υφίστανται εν μέρει αποτελέσματα της μεταφοράς της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα στο εθνικό δίκαιο, τα οποία θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα κατά την εξέταση αυτή. Πράγματι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, έπρεπε, μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 2004, να πραγματοποιηθούν για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού ανάλυση των χαρακτηριστικών της, επισκόπηση των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στην κατάσταση των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων και οικονομική ανάλυση της χρήσεως ύδατος. Επίσης, τα προγράμματα παρακολουθήσεως της καταστάσεως των υδάτων κατά το άρθρο 8, καθώς και τα χρονοδιαγράμματα και προγράμματα εργασιών για την εκπόνηση των σχεδίων διαχειρίσεως κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, έπρεπε να έχουν ήδη προετοιμαστεί σε μεγάλο βαθμό, εφόσον στις 22 Δεκεμβρίου 2006 έληγε η προθεσμία καταρτίσεώς τους. Μόνο στο μέτρο που για τη δικαιολόγηση ήσαν αναγκαίες εκτενείς γνώσεις, θα έπρεπε να έχουν εκπονηθεί πριν από τη μεταφορά της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα στο εσωτερικό δίκαιο.
120. Εξάλλου, για τη δικαιολόγηση αυτή, όπως αναφέρθηκε στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του τρίτου ερωτήματος (43), σημασία έχουν οι σκοποί του μέτρου.
121. Συνοπτικά, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εθνική ρύθμιση η οποία θεσπίστηκε πριν από την εκπνοή της προθεσμίας για την εκπόνηση σχεδίων διαχειρίσεως ή προγραμμάτων μέτρων και με την οποία επιτρέπεται η εκτροπή υδάτων από μια συγκεκριμένη λεκάνη απορροής ποταμού σε άλλη επηρεάζει ουσιωδώς τους σκοπούς της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, εάν η εκτροπή δημιουργεί μονίμως και όχι μόνο σε ελάχιστο βαθμό ασυμβίβαστη προς το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα κατάσταση υδάτων. Συναφώς είναι δυνατή και στο πλαίσιο της εκ των προτέρων αναπτύξεως αποτελεσμάτων του άρθρου 4 η δικαιολόγηση με την επίκληση επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος: τα σχέδια διαχειρίσεως είναι μεν σημαντικά, πλην όμως η εθνική ρύθμιση πρέπει να θεσπιστεί βάσει επαρκών στοιχείων.
7.      Επί του πέμπτου ερωτήματος – Η συμμετοχή του κοινού
122. Με το πέμπτο ερώτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν εθνική ρύθμιση η οποία θεσπίζεται από εθνικό Κοινοβούλιο και με την οποία εγκρίνονται σχέδια διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού χωρίς να προβλέπεται, από τους κρίσιμους εθνικούς κανόνες, στάδιο διαβουλεύσεως με το κοινό στη διαδικασία ενώπιον του εθνικού Κοινοβουλίου και χωρίς να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη στην οδηγία διαδικασία διαβουλεύσεως ενώπιον της διοικήσεως είναι σύμφωνη με την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα.
123. Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Μαγνησίας και η ΔΕΗ φρονούν ότι το ερώτημα αυτό έχει βεβαίως υποθετικό χαρακτήρα, επειδή, κατά τη θέσπιση του επίδικου νόμου, η οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα δεν επέβαλλε ακόμη καμία υποχρέωση για την εκπόνηση σχεδίων διαχειρίσεως. Εν τούτοις, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά και δύο σχέδια διαχειρίσεως τα οποία εγκρίθηκαν με τον νόμο 3481/2006 και, κατά τα φαινόμενα, εξακολουθούν να είναι σε ισχύ, δηλαδή και μετά την εκπνοή της μεταβατικής προθεσμίας. Εξάλλου, το Συμβούλιο της Επικρατείας κλίνει προς την άποψη ότι τα εν λόγω σχέδια διαχειρίσεως ήσαν αναγκαία κατά το ελληνικό δίκαιο, το οποίο είχε την πρόθεση να εφαρμόσει προνοητικά κατά τρόπο σύμφωνο προς τις διαδικαστικού δικαίου επιταγές της οδηγίας. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αναγκαία για την απόφαση επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
124. Η έλλειψη διαβουλεύσεως θα μπορούσε να συνιστά παράβαση του άρθρου 14 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα. Κατά τη διάταξη αυτή, οι ιδιώτες και οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν το δικαίωμα να μετάσχουν ενεργά στην εφαρμογή της οδηγίας και, μεταξύ άλλων, στην εκπόνηση, την αναθεώρηση και την προσαρμογή των σχεδίων διαχειρίσεως λεκάνης απορροής ποταμού (44).
125. Προς τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 14 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα επιβάλλει τη δημοσίευση διαφόρων εγγράφων σε καθορισμένα διαστήματα πριν από την έναρξη της χρονικής περιόδου την οποία αφορά το σχέδιο. Τουλάχιστον τρία έτη πριν από την έναρξη ισχύος του σχεδίου πρέπει να δημοσιευθεί ένα χρονοδιάγραμμα για την εκπόνησή του, δύο έτη πριν από την έναρξη της ισχύος του ενδιάμεση επισκόπηση των σημαντικών ζητημάτων διαχειρίσεως των υδάτων που εντοπίστηκαν στη λεκάνη απορροής ποταμού και τουλάχιστον ένα έτος πριν από την έναρξη της ισχύος πρέπει να είναι προσβάσιμα αντίγραφα του προσχεδίου διαχειρίσεως. Κατόπιν αιτήσεως, πρέπει να παρέχεται πρόσβαση σε περαιτέρω βοηθητικά έγγραφα. Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη παρέχουν προθεσμία τουλάχιστον έξι μηνών για την υποβολή γραπτών παρατηρήσεων σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα, προκειμένου να υπάρξει δυνατότητα ενεργού συμμετοχής και διαβουλεύσεων.
126. Δεν προβλέπεται παρέκκλιση από τις επιταγές αυτές κατά την εκπόνηση σχεδίων διαχειρίσεως. Ειδικότερα, δεν υφίσταται καμία εξαίρεση για νομοθετικά μέτρα, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας ΕΠΕΕ.
127. Αντιθέτως προς την άποψη της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Λάρισας, δεν υφίσταται συναφώς κενό νόμου το οποίο θα έπρεπε να πληρωθεί κατ’ αναλογική εφαρμογή της οδηγίας ΕΠΕΕ (45). Πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ότι ο νομοθέτης της Ενώσεως συνειδητά απέσχε από την πρόβλεψη παρεμφερούς εξαιρέσεως για τις νομοθετικές διαδικασίες. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν ιδίως η υφιστάμενη κατά την έκδοση της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα απόφαση WWF κ.λπ. (46) και η τότε εκκρεμής υπόθεση Linster (47), που αφορούσαν, αμφότερες, τις επιταγές σχετικά με την εξαίρεση της οδηγίας ΕΠΕΕ για τις νομοθετικές διαδικασίες καθώς και την οδηγία ΣΕΠΕ που εκδόθηκε λίγο αργότερα, η οποία προβλέπει ρητώς τη συμμετοχή του κοινού κατά την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων των νομοθετικών μέτρων.
128. Είναι επίσης αβάσιμο το επιχείρημα της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Λάρισας ότι, ελλείψει εξαιρέσεως για τις νομοθετικές διαδικασίες, τα κράτη μέλη θα κωλύονταν να υιοθετήσουν σχέδια διαχειρίσεως υπό τη μορφή νόμων. Αντιθέτως, μπορούν οπωσδήποτε να επιλέξουν αυτή την προσέγγιση, εάν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 14 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα ενέργειες εντάσσονται στη νομοθετική τους διαδικασία ή στην προετοιμασία της από τη διοίκηση.
129. Επομένως, στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν συνάδει προς το άρθρο 14 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα η εκπόνηση σχεδίων διαχειρίσεως χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί η προβλεπόμενη συμμετοχή του κοινού.
 Επί της οδηγίας ΕΠΕΕ
130. Το έκτο ερώτημα αφορά την οδηγία ΕΠΕΕ. Ως φαίνεται, πριν από τη θέσπιση του νόμου 3481/2006 δεν πραγματοποιήθηκε καμία νέα εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων σχετικά με την κατασκευή φραγμάτων και τη μεταφορά ύδατος. Αντ’ αυτού έγινε παραπομπή στην ήδη πραγματοποιηθείσα μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στην οποία στηριζόταν η ακυρωθείσα δικαστικώς το 2005 έγκριση του σχεδίου του 2003. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ερωτά αν η προσέγγιση αυτή πληροί τις επιταγές της οδηγίας ΕΠΕΕ.
131. Συναφώς, το Συμβούλιο της Επικρατείας φρονεί ότι η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων της ακυρωθείσας εγκρίσεως περιελάμβανε όλες τις πληροφορίες οι οποίες ήσαν αναγκαίες κατά την οδηγία ΕΠΕΕ. Πάντως, η συμμετοχή του κοινού εξαντλήθηκε στη δημοσίευση της μεταγενεστέρως ακυρωθείσας δικαστικώς εγκρίσεως του 2003.
132. Οι επιταγές της οδηγίας ΕΠΕΕ έχουν σημασία μόνον εάν η οδηγία είναι οπωσδήποτε εφαρμόσιμη. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 5, δεν εφαρμόζεται, πάντως, στα σχέδια που εγκρίνονται καταλεπτώς με ειδική εθνική νομοθετική πράξη. Η διάταξη ορίζει ρητώς συναφώς ότι οι σκοποί που επιδιώκονται με την οδηγία, περιλαμβανομένης και της παροχής πληροφοριών, επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας.
133. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι αυτή απαλλάσσει από τη διαδικασία εκτιμήσεως τα προβλεπόμενα από την οδηγία ΕΠΕΕ σχέδια υπό δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη απαιτεί το σχέδιο να εγκρίνεται καταλεπτώς με ειδική νομοθετική πράξη· σύμφωνα με τη δεύτερη, οι σκοποί της οδηγίας, περιλαμβανομένου και αυτού της παροχής πληροφοριών, πρέπει να επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας (48).
134. Οι σκοποί της οδηγίας επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας μόνον όταν ο νομοθέτης έχει στη διάθεσή του πληροφορίες αντίστοιχες προς εκείνες που θα παρέχονταν στην αρμόδια αρχή στο πλαίσιο συνήθους διαδικασίας χορηγήσεως αδείας προς εκτέλεση κάποιου σχεδίου (49).
135. Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ένας νόμος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εγκρίνει ένα σχέδιο λεπτομερώς, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 5, της οδηγίας ΕΠΕΕ, όταν, αφενός, δεν περιέχει τα αναγκαία στοιχεία για την εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου αυτού στο περιβάλλον, αλλά επιβάλλει, αντιθέτως, την πραγματοποίηση μελέτης προς τον σκοπό αυτό η οποία πρέπει να εκπονηθεί εκ των υστέρων, και, αφετέρου, καθιστά αναγκαία την έκδοση άλλων πράξεων για να παράσχει στον κύριο του έργου το δικαίωμα να πραγματοποιήσει το σχέδιο (50).
136. Η γενική εισαγγελέας Ε. Sharpston προσφάτως διευκρίνισε συναφώς ότι δεν τίθεται, αναφορικά με την οδηγία ΕΠΕΕ, ζήτημα τυπολατρίας, αλλά ότι ο σκοπός της έγκειται στην εξασφάλιση αποτελεσματικών εκτιμήσεων περιβαλλοντικών επιπτώσεων για όλα τα μεγάλα σχέδια και στην εγγύηση επαρκούς συμμετοχής του κοινού στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων (51). Στο μέτρο που ο νομοθέτης διαθέτει τις αναγκαίες πληροφορίες και εκτελεί τα δημοκρατικά του καθήκοντα κατά τρόπο ορθό και αποτελεσματικό, δηλαδή οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του κοινού είχαν την δυνατότητα να εξετάσουν και να συζητήσουν το προτεινόμενο έργο, η νομοθετική διαδικασία θα επιτύχει τους σκοπούς της οδηγίας ΕΠΕΕ (52). Αντιθέτως, νομοθετική διαδικασία με την οποία απλώς επικυρώνεται επισήμως προηγούμενη διοικητική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας έχουν ήδη ληφθεί πρακτικά οι σχετικές αποφάσεις, δεν παρέχει τις ίδιες εγγυήσεις με αυτές που προβλέπει η οδηγία ΕΠΕΕ (53).
137. Κατά συνέπεια, πρέπει να διευκρινιστεί, όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης, αν ο νομοθέτης, πρώτον, διέθετε τις αναγκαίες ως προς τη διαδικασία που προβλέπει η οδηγία ΕΠΕΕ πληροφορίες και, δεύτερον, αν μπορούσε να εξετάσει και να συζητήσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του σχεδίου.
138. Όσον αφορά τον επίκαιρο χαρακτήρα των πληροφοριών, η οδηγία ΕΠΕΕ δεν περιέχει ιδιαίτερες απαιτήσεις. Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις ενός σχεδίου μπορούν, πάντως, να αξιολογηθούν δεόντως μόνον επί τη βάσει των καλύτερων –κατά τον χρόνο της εγκρίσεως– διαθέσιμων γνώσεων. Επομένως, ιδίως το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕΕ περιέχει ενδείξεις περί του ότι πρέπει να προσκομισθούν νεότερα στοιχεία, εάν αυτό προκύπτει από τις συνθήκες της οικείας περιπτώσεως.
139. Πράγματι, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας ΕΠΕΕ επιτάσσει να καθορίζεται η έκταση των πληροφοριών που πρέπει να συλλέξει ο κύριος του έργου, λαμβανομένων υπόψη των υπαρχουσών γνώσεων. Αυτό είναι, κατά κανόνα, το επίπεδο των γνώσεων κατά την έναρξη της διαδικασίας χορηγήσεως αδείας, επειδή κατά το χρονικό αυτό σημείο πρέπει να καθοριστεί ποιες πληροφορίες προσκομίζει ο κύριος του έργου. Πάντως, η έκταση των πληροφοριών κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας ΕΠΕΕ εξαρτάται και από το αν οι πληροφορίες αυτές ενδιαφέρουν ένα δεδομένο στάδιο της διαδικασίας χορηγήσεως αδείας λαμβανομένων υπόψη και των ειδικών χαρακτηριστικών ενός έργου ή τύπου έργου και των στοιχείων περιβάλλοντος που ενδέχεται να θιγούν.
140. Κατά συνέπεια, εάν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας χορηγήσεως της άδειας αποδειχθεί ότι είναι αναγκαίες επικαιροποιημένες πληροφορίες, για να αξιολογηθούν σωστά οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις σχεδίου, οι πληροφορίες αυτές πρέπει να ζητηθούν (54).
141. Επομένως, το Συμβούλιο της Επικρατείας πρέπει να εξετάσει αν οι επαρκείς για το έτος 2003 πληροφορίες επαρκούν και το 2006 για να εκτιμηθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του σχεδίου. Εάν αυτό συμβαίνει, ήταν θεμιτή η εκ νέου χρησιμοποίηση των αντιστοίχων εγγράφων κατά τη νομοθετική διαδικασία.
142. Συναφώς, πρέπει να εξετασθεί ιδίως αν οι πληροφορίες ήσαν ακόμη αρκούντως επίκαιρες και –όπως ορθώς φρονούν η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ.–, στο πλαίσιο αυτό, αν το σχέδιο τροποποιήθηκε έναντι της προηγούμενης εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά τρόπο που θα προκαλούσε εντονότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον (55). Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. θέτουν το απολύτως σχετικό ερώτημα αν αρκεί να στηριχθεί η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων το 2006 σε πληροφορίες οι οποίες συνελέγησαν, ως προς σημαντικά τμήματά τους, πριν από το 1995 και απλώς συμπληρώθηκαν πριν από το 2003. Το Συμβούλιο της Επικρατείας τονίζει με την ίδια την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ότι δεν υφίστανται αξιόπιστα και επικαιροποιημένα δεδομένα για την ορνιθοπανίδα στις οικείες προστατευόμενες περιοχές (56).
143. Κατά την άποψη της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. σχετικά με την κοινοβουλευτική διαδικασία κατά τη θέσπιση των άρθρων 9 και 13 του νόμου 3481/2006, η διαδικασία αυτή χρήζει περαιτέρω ακριβέστερης εξετάσεως. Εάν οι βουλευτές δεν ήσαν πράγματι ενήμεροι για το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών καθώς και για το εγκριθέν σχέδιο (57), είναι άκρως αμφίβολο αν μπορούσαν να εξετάσουν και να συζητήσουν κατά πρόσφορο τρόπο τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του.
144. Κατά συνέπεια, στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων που εισήχθη προς έγκριση ενώπιον του εθνικού Κοινοβουλίου μετά από τη δικαστική ακύρωση της πράξεως, με την οποία είχε ήδη εγκριθεί από τη Διοίκηση, πληροί τις επιταγές του άρθρου 1, παράγραφος 5, της οδηγίας ΕΠΕΕ, εάν, πρώτον, έθεσε στη διάθεση του νομοθέτη τις αναγκαίες κατά τη διαδικασία της οδηγίας –δηλαδή αρκούντως επικαιροποιημένες και πλήρεις– πληροφορίες και, δεύτερον, ο νομοθέτης μπορούσε επί της βάσεως αυτής να εξετάσει και να συζητήσει κατά πρόσφορο τρόπο τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του σχεδίου.
 Επί της οδηγίας ΣΕΠΕ
145. Με τα ερωτήματα 7, 8 και 9, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί επίσης αν ο νόμος 3481/2006 πληροί τις επιταγές της οδηγίας ΣΕΠΕ. Προς τον σκοπό αυτόν ερωτά αν τα σχέδια εμπίπτουν στο καθ’ ύλην και, ενδεχομένως, στο κατά χρόνο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ (συναφώς υπό 1 και 2). Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ζητεί να διευκρινιστεί αν, εκτός από τις εκτιμήσεις κατά την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα και την οδηγία ΕΠΕΕ, απαιτείται χωριστή περιβαλλοντική εκτίμηση κατά την οδηγία ΣΕΠΕ (συναφώς υπό 3).
1.      Επί του εβδόμου ερωτήματος – Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ
146. Με το έβδομο ερώτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν σχέδιο εκτροπής ποταμού εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ, όταν το σχέδιο αφορά στην κατασκευή φραγμάτων και στη μεταφορά ύδατος από μια περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού σε άλλη, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, αφορά σε έργα της οδηγίας ΕΠΕΕ και ενδέχεται να έχει περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε περιοχές της οδηγίας περί οικοτόπων.
147. Για να διαπιστωθεί αν ένα τέτοιο σχέδιο εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ, πρέπει να εξετασθεί, πρώτον, αν συνιστά σχέδιο ή πρόγραμμα υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής και, δεύτερον, αν εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφοι 2 έως 4.
 α)     Επί των όρων «σχέδια και προγράμματα»
148. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας ΣΕΠΕ, ως «σχέδια και προγράμματα» κατά την οδηγία αυτή νοούνται τα σχέδια και προγράμματα που εκπονούνται ή/και εγκρίνονται από μια αρχή ή που εκπονούνται από μια αρχή προκειμένου να εγκριθούν σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και που απαιτούνται βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.
149. Από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει αν ένα «σχέδιο εκτροπής ποταμού» πρέπει να εκπονηθεί επί τη βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων. Στο μέτρο που ένα σχέδιο διαμορφώνεται ανεξαρτήτως υποχρεώσεως, δεν χρήζει περιβαλλοντικής εκτιμήσεως κατά την οδηγία ΣΕΠΕ (58).
150. Κατά την άποψη της ΔΕΗ, φαίνεται βεβαίως πιθανόν ότι σχέδιο εκτροπής μπορεί να είναι αντικείμενο σχεδίου χρήσεως γης που προβλέπεται από το ελληνικό δίκαιο. Ένα τέτοιο σχέδιο δεν είναι, πάντως, αντικείμενο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, αλλά, κατά την άποψη της ΔΕΗ, δεν είχε θεωρηθεί αναγκαίο από το Συμβούλιο της Επικρατείας σε προηγούμενη απόφασή του.
151. Εάν συγκεκριμένα σχέδια χρήζουν εγκρίσεως, δεν θα πρέπει, κατά κανόνα, κατά την οδηγία ΣΕΠΕ, να είναι αναγκαία η περιβαλλοντική εκτίμηση. Η έγκριση του σχεδίου αφεαυτής δεν είναι σχέδιο ή πρόγραμμα.
152. Πάντως, το ερώτημα αφορά και τα σχέδια διαχειρίσεως για τις περιοχές λεκάνης απορροής του Αχελώου και του Πηνειού, τα οποία αποτελούν τμήμα του ρυθμιστικού αντικειμένου του νόμου 3481/2006. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται συναφώς για σχέδια υπό την έννοια της οδηγίας ΣΕΠΕ. Πρέπει να εκπονηθούν σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα. Πρέπει επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από μια αρχή προκειμένου να εγκριθούν από το Κοινοβούλιο διά της νομοθετικής διαδικασίας.
 β)     Επί της υποχρεώσεως εκτιμήσεως των σχεδίων διαχειρίσεως
153. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας ΣΕΠΕ, πραγματοποιείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 9, για σχέδια και προγράμματα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 4 και τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
154. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας ΣΕΠΕ, υποβάλλονται σε συστηματική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων τα σχέδια και προγράμματα τα οποία, αφενός, εκπονούνται για ορισμένους τομείς και, αφετέρου, καθορίζουν το πλαίσιο για δυνητικές στο μέλλον άδειες έργων που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας ΣΕΠΕ.
155. Τα σχέδια διαχειρίσεως θέτουν το πλαίσιο για την έγκριση τέτοιων σχεδίων, δηλαδή για την εκτροπή υδάτινων πόρων σύμφωνα με το παράρτημα Ι, σημείο 12, της οδηγίας ΕΠΕΕ, και για την έγκριση φραγμάτων σύμφωνα με το παράρτημα Ι, σημείο 15. Πάντως, δεν πρόκειται συναφώς πρωτίστως για τις άδειες εκτελέσεως τμήματος του σχεδίου εκτροπής, επειδή τα σχέδια διαχειρίσεως δεν ήσαν ακόμη δεσμευτικά κατά το δίκαιο της Ενώσεως. Ωστόσο, από της εκπνοής της προθεσμίας για την εκπόνηση των σχεδίων διαχειρίσεως, πρέπει κάθε περαιτέρω άδεια αντίστοιχων σχεδίων να τηρεί το τεθέν από αυτά πλαίσιο.
156. Εξάλλου, και πολλά στοιχεία συνηγορούν –τουλάχιστον στην υπό κρίση περίπτωση–, υπέρ της απόψεως ότι υφίσταται υποχρέωση εκτιμήσεως κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας ΣΕΠΕ. Η διάταξη αυτή καλύπτει σχέδια, για τα οποία, λόγω των συνεπειών που ενδέχεται να έχουν σε ορισμένους τόπους, απαιτείται εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας περί οικοτόπων. Στο πεδίο εφαρμογής των σχεδίων διαχειρίσεως εμπίπτουν ζώνες προστασίας σύμφωνα με την οδηγία αυτή. Θα μπορούσαν να υποστούν δυσμενείς επιπτώσεις κατά την εφαρμογή των σχεδίων, ιδίως εάν τα σχέδια αυτά προβλέπουν σε μεγάλο βαθμό την εκτροπή υδάτων (59).
157. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα σχέδια διαχειρίσεως υπό την έννοια του άρθρου 13 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα πρέπει να υποβάλλονται, κατ’ αρχήν, σε περιβαλλοντική εκτίμηση σύμφωνα με την οδηγία ΣΕΠΕ.
2.      Επί του ογδόου ερωτήματος – Η διαχρονική εφαρμογή της οδηγίας ΣΕΠΕ
158. Κατά συνέπεια, με το όγδοο ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν πράξεις οι οποίες αφορούσαν το επίδικο σχέδιο και ακυρώθηκαν αναδρομικώς με δικαστικές αποφάσεις μπορούν να θεωρηθούν ως τυπικές προπαρασκευαστικές πράξεις οι οποίες εκδόθηκαν πριν από τις 21 Ιουλίου 2004, οπότε δεν υφίσταται υποχρέωση για την εκπόνηση μελέτης στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτιμήσεως.
159. Το ερώτημα αυτό αφορά το άρθρο 13, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ΣΕΠΕ, το οποίο, υπό το πρίσμα της προθεσμίας μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, ορίζει τον κανόνα της εφαρμογής της οδηγίας: σχέδια και προγράμματα, των οποίων η πρώτη προπαρασκευαστική πράξη εκπονήθηκε μετά τις 21 Ιουλίου 2004, υπόκεινται σε περιβαλλοντική εκτίμηση.
160. Κατά συνέπεια, οι δικαστικώς ακυρωθείσες άδειες δεν λαμβάνονται συναφώς υπόψη, διότι συνιστούσαν το (προσωρινό) αποτέλεσμα της διαδικασίας χορηγήσεως της άδειας. Ως προπαρασκευαστικές πράξεις λαμβάνονται υπόψη μόνον ενέργειες για την κίνηση της διαδικασίας χορηγήσεως της άδειας. Επομένως, το ζήτημα αν η άδεια ακυρώθηκε αναδρομικώς είναι σαφώς άνευ σημασίας.
161. Αντιθέτως, για τη διαφορά της κύριας δίκης έχει σημασία το αν η κίνηση της διαδικασίας χορηγήσεως άδειας μπορεί να θεωρηθεί ως προπαρασκευαστική πράξη για τα σχέδια διαχειρίσεως ή αν ενδέχεται να είναι η προπαρασκευαστική πράξη για σχέδιο εκτροπής του Αχελώου.
 α)     Επί της προετοιμασίας των σχεδίων διαχειρίσεως
162. Η οδηγία ΣΕΠΕ δεν ορίζει βεβαίως την έννοια της «τυπικής προπαρασκευαστικής πράξεως». Πάντως, σκοπός της έννοιας αυτής είναι προφανώς να θεμελιώσει ένα αξιόπιστο κριτήριο για το χρονικό σημείο της κινήσεως μιας διαδικασίας. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργεί ασφάλεια δικαίου και συμβάλλει στην πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας (60). Κατά συνέπεια, μια τυπική προπαρασκευαστική πράξη διαδικασίας υπό την έννοια της οδηγίας ΣΕΠΕ πρέπει να αποσκοπεί σαφώς στην εκπόνηση του σχεδίου ή του προγράμματος το οποίο εμπίπτει στην οδηγία.
163. Στο πλαίσιο της οδηγίας ΕΠΕΕ, το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι ανεπίσημες επαφές και συνομιλίες μεταξύ των αρμοδίων αρχών και του κυρίου του έργου δεν αρκούν ως κριτήριο ενάρξεως διαδικασίας (61).
164. Ομοίως δεν είναι δυνατόν να αρκεί στο πλαίσιο της οδηγίας ΣΕΠΕ η κίνηση συγκεκριμένων διαδικασιών για σχέδια τα οποία αφορούσε σχέδιο διαχειρίσεως, επί παραδείγματι η διαδικασία για τη χορήγηση άδειας εκτροπής υδάτων. Πράγματι, δεν συνάγεται από τις διαδικασίες αυτές ότι αποσκοπούν (και) σε σχέδιο διαχειρίσεως.
165. Άλλωστε, ένα σχέδιο διαχειρίσεως ουδόλως θα μπορούσε να υποβληθεί ratione temporis σε περιβαλλοντική εκτίμηση, εάν οι διαδικασίες που άρχισαν πριν από τις 21 Ιουλίου 2004 για την άδεια των οικείων σχεδίων θα έπρεπε να θεωρηθούν ως τυπικές προπαρασκευαστικές πράξεις μεταγενεστέρων σχεδίων διαχειρίσεως. Πράγματι, στο πεδίο εφαρμογής κάθε σχεδίου διαχειρίσεως περιλαμβάνεται πλειάδα υφισταμένων σχεδίων, τα οποία λόγω της απαγορεύσεως της υποβαθμίσεως και της υποχρεώσεως εξυγιάνσεως κατά το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα είναι δυνατόν να επηρεαστούν από αυτό.
166. Τέλος, στην περίπτωση της κύριας δίκης, και η χρονολογική σειρά αποκλείει το ενδεχόμενο να εκπονήθηκε η πρώτη τυπική προπαρασκευαστική πράξη για τα σχέδια διαχειρίσεως πριν από τις 21 Ιουλίου 2004. Η έλλειψη των σχεδίων διαχειρίσεως για τις περιοχές λεκάνης απορροής του Αχελώου και του Πηνειού επικρίθηκε για πρώτη φορά με την απόφαση 1688/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας, επομένως μετά τις 21 Ιουλίου 2004. Τούτο καταδεικνύει ότι οι προετοιμασίες για την έκδοσή τους επίσης άρχισαν μετά την ημερομηνία αυτή.
 β)     Επί της προετοιμασίας σχεδίου για την εκτροπή του Αχελώου
167. Διαφορετική θα ήταν η κατάσταση, εάν –αντιθέτως προς την απάντηση που δόθηκε στο έβδομο ερώτημα– υφίστατο, κατ’ αρχήν, υποκείμενο σε περιβαλλοντική εκτίμηση σχέδιο για τη μερική εκτροπή του Αχελώου.
168. Ο κανόνας για τις προπαρασκευαστικές πράξεις πρέπει να διευκολύνει την ολοκλήρωση τρεχουσών διαδικασιών χωρίς παρεμβολές από νέες κατά βάση διαδικαστικές επιταγές. Αντιθέτως, δεν πρέπει να αποσκοπεί στον αποκλεισμό της περιβαλλοντικής εκτιμήσεως σχεδίων, μόνον επειδή, σε σχέση με το ίδιο αντικείμενο, ελήφθησαν οποιαδήποτε διοικητικά μέτρα στο παρελθόν.
169. Κατά συνέπεια, σημασία έχει αν η διαδικασία για την έγκριση του σχεδίου συνέχισε να εξελίσσεται περαιτέρω. Οι δικαστικές αποφάσεις στο πλαίσιο αυτό δεν πρέπει να εκτιμηθούν ως διακοπή, εάν οι αρμόδιες αρχές έλαβαν αμελλητί τα αναγκαία μέτρα για να καλύψουν τις δικαστικώς διαπιστωθείσες ελλείψεις. Ούτε η μετάβαση από διοικητική διαδικασία σε νομοθετική διαδικασία θα πρέπει να θεωρηθεί ως διακοπή.
170. Επομένως, η κίνηση της διαδικασίας για την έγκριση του σχεδίου εκτροπής θα μπορούσε να συνιστά τυπική προπαρασκευαστική πράξη για την εκπόνηση υποκειμένου σε περιβαλλοντική εκτίμηση σχεδίου μέσω του πρώτου.
171. Πρέπει να τονισθεί επικουρικώς ότι, στην περίπτωση της κύριας δίκης, δεν υφίσταται υποχρέωση εκτιμήσεως κατά το άρθρο 13, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας ΣΕΠΕ. Η υποχρέωση εφαρμόζεται όταν σχέδια και προγράμματα των οποίων η πρώτη τυπική προπαρασκευαστική πράξη είναι προγενέστερη της 21ης Ιουλίου 2004 εγκρίνονται ή υποβάλλονται στη νομοθετική διαδικασία μετά την πάροδο περισσοτέρων από 24 μήνες από αυτήν. Πάντως, οι επίδικες διατάξεις του νόμου 3481/2006 υποβλήθηκαν, κατά την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, στο ελληνικό Κοινοβούλιο ήδη στις 6 Ιουλίου 2006 (62).
 γ)     Πρόταση ως προς το όγδοο ερώτημα
172. Κατά συνέπεια, στο όγδοο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ούτε οι ακυρωθείσες εγκρίσεις σχεδίου για την εκτροπή ποταμού ούτε η κίνηση των αντίστοιχων διαδικασιών εγκρίσεως κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας ΣΕΠΕ μπορούν να θεωρηθούν ως τυπικές προπαρασκευαστικές πράξεις για τα σχέδια διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού κατά την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα. Η κίνηση διαδικασίας χορηγήσεως εγκρίσεως θα μπορούσε, πάντως, να θεωρηθεί ως προπαρασκευαστική πράξη υποκειμένου σε εκτίμηση σχεδίου για την εκτροπή ποταμού, εάν η διαδικασία χορηγήσεως της εγκρίσεως συνεχιζόταν χωρίς διακοπή.
3.      Επί του ενάτου ερωτήματος – Το εύρος της περιβαλλοντικής εκτιμήσεως
173. Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο όγδοο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να δοθεί απάντηση και στο ένατο ερώτημα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν πρέπει να διεξαχθεί αυτοτελής εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων όταν έχουν ήδη διεξαχθεί εκτιμήσεις κατά την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα και την οδηγία ΕΠΕΕ.
174. Η απάντηση προκύπτει από το παρατεθέν από το Συμβούλιο της Επικρατείας άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΣΕΠΕ. Κατά το άρθρο 1, η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία διεξάγεται βάσει της παρούσας οδηγίας, δεν θίγει οποιεσδήποτε απαιτήσεις της οδηγίας ΕΠΕΕ ούτε οποιεσδήποτε άλλες απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Πάντως, το άρθρο 2 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα, όσον αφορά σχέδια και προγράμματα για τα οποία η υποχρέωση διεξαγωγής εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων απορρέει ταυτοχρόνως από την οδηγία ΣΕΠΕ και από άλλες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, να θεσπίζουν συντονισμένες ή κοινές διαδικασίες οι οποίες πληρούν τις απαιτήσεις της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας προκειμένου, μεταξύ άλλων, να αποφεύγεται η επανάληψη των εκτιμήσεων.
175. Οι διατάξεις αυτές καταδεικνύουν ότι οι διάφορες περιβαλλοντικές εκτιμήσεις του δικαίου της Ενώσεως δεν χρειάζεται να αποτελέσουν αντικείμενο τυπολατρικής επεξεργασίας. Αντιθέτως, σημασία έχει να εφαρμόζονται οι επιταγές των διαφόρων ρυθμίσεων. Εάν αυτό συμβαίνει, δεν έχει σημασία ο χαρακτηρισμός της αντίστοιχης εκτιμήσεως (63).
176. Το ζήτημα αν ορισμένες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν επί τη βάσει άλλων διατάξεων πληρούν τις επιταγές της οδηγίας ΣΕΠΕ χρήζει συγκεκριμένης εκτιμήσεως κατά περίπτωση, η οποία ανήκει στα εθνικά δικαστήρια. Τέτοιες μελέτες πρέπει να πληρούν τόσο τις ουσιαστικές όσο και τις διαδικαστικές επιταγές της οδηγίας ΣΕΠΕ. Λόγω της εκτεταμένης συγκλίσεως των οδηγιών ΕΠΕΕ και ΣΕΠΕ αυτό είναι, κατ’ αρχήν, δυνατόν, εάν αμφότερες οι εκτιμήσεις έχουν το ίδιο εύρος, δηλαδή αν το πρόγραμμα και το σχέδιο συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό. Δεν αποκλείεται επίσης το ενδεχόμενο η πλήρωση των επιταγών όσον αφορά ένα σχέδιο διαχειρίσεως κατά το άρθρο 13, παράγραφος 4, και το παράρτημα VII της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα να πληροί τις επιταγές όσον αφορά την περιβαλλοντική εκτίμηση του σχεδίου κατά την οδηγία ΣΕΠΕ.
177. Πάντως, ενόψει των σκέψεων που αφορούν την οδηγία ΕΠΕΕ (64), πρέπει να τονισθεί ότι ενδεχόμενες ελλείψεις της περιβαλλοντικής εκτιμήσεως κατά την οδηγία αυτή θα πρέπει κατά πάσα πιθανότητα να θεωρηθούν και ως ελλείψεις περιβαλλοντικής εκτιμήσεως κατά την οδηγία ΣΕΠΕ. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας ΣΕΠΕ ορίζει ρητώς σαφέστερα από την οδηγία ΕΠΕΕ ότι η εκτίμηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες γνώσεις και μεθόδους εκτιμήσεως. Και το άρθρο 8 αμφοτέρων των οδηγιών επιτάσσει να λαμβάνονται υπόψη οι κτηθείσες γνώσεις στο πλαίσιο της σχετικής αποφάσεως.
178. Κατά συνέπεια, στο ένατο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας ΣΕΠΕ, σε περίπτωση που σχέδιο εμπίπτει ταυτόχρονα στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, καθώς και σε αυτό της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα και της οδηγίας ΕΠΕΕ, που, επίσης, απαιτούν την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου, δεν χρειάζεται να εκπονηθεί αυτοτελής μελέτη στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτιμήσεως, εφόσον οι μελέτες που διεξήχθηκαν επί τη βάσει της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα και της οδηγίας ΕΠΕΕ πληρούν τις επιταγές της οδηγίας ΣΕΠΕ από απόψεως περιεχομένου και όσον αφορά τη διεξαχθείσα διαδικασία.
 Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος
179. Τέλος, πρέπει να εξετασθούν ορισμένα ζητήματα σχετικά με το ενωσιακό δίκαιο της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί διευκρινίσεις για την προσωρινή προστασία προτεινομένων τόπων κοινοτικής σημασίας (στο εξής: ΤΣΚ), πριν αυτοί περιληφθούν στον κοινοτικό κατάλογο (συναφώς υπό 1), για τον θεμιτό χαρακτήρα άδειας χωρίς γνώση της οικείας ορνιθοπανίδας (συναφώς υπό 2), για τη δικαιολόγηση επιπτώσεων στους προστατευόμενους τόπους μέσω των αρδευτικών και υδρευτικών σκοπών (συναφώς υπό 3), ενδεχομένως για τα πιθανά μέτρα εξασφαλίσεως συνοχής (συναφώς υπό 4) καθώς και για το αν συνάδει προς την οδηγία περί οικοτόπων η μετατροπή φυσικού ποταμίου οικοσυστήματος σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα (συναφώς υπό 5).
180. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά επηρεάζεται καθοριστικά από το γεγονός ότι η διαδικασία για την έγκριση της μερικής εκτροπής του Αχελώου διεξάγεται ήδη επί μακρό χρόνο. Άρχισε ήδη πριν από την έκδοση της οδηγίας περί οικοτόπων. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διαδικασία της προηγούμενης εκτιμήσεως σχεδίων κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, αλλά μόνον η απαγόρευση της υποβαθμίσεως σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2.
1.      Επί του δεκάτου ερωτήματος – Προστασία προτεινομένων τόπων κατά τη θέσπιση του νόμου 3481/2006
181. Με το δέκατο ερώτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν οι περιοχές που περιλαμβάνονταν στους εθνικούς καταλόγους των ΤΚΣ και, τελικώς, συμπεριλήφθησαν στον κοινοτικό κατάλογο των ΤΚΣ, πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως 2006/613, με την οποία εγκρίθηκε ο κατάλογος των προστατευόμενων ΤΚΣ για τη μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή, καταλαμβάνονταν από το καθεστώς προστασίας της οδηγίας περί οικοτόπων.
182. Συναφώς το Συμβούλιο της Επικρατείας αναφέρεται σε πέντε ΤΚΣ (65), οι οποίοι περιελήφθησαν, με την προαναφερθείσα απόφαση, στον κατάλογο και επηρεάζονται από το σχέδιο.
183. Στο πλαίσιο του ερωτήματος αυτού, το Συμβούλιο της Επικρατείας φρονεί ότι οι αποφασιστικής σημασίας διατάξεις του νόμου 3481/2006, τα άρθρα 9 και 13, δημοσιεύθηκαν και τέθηκαν σε ισχύ μαζί με τον νόμο, στις 2 Αυγούστου 2006, ενώ η απόφαση 2006/613 δημοσιεύθηκε μόλις στις 21 Σεπτεμβρίου 2006. Εάν το χρονικό σημείο της δημοσιεύσεως αυτής ήταν καθοριστικό για την ένταξη των οικείων τόπων στον κοινοτικό κατάλογο, το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας περί οικοτόπων θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας αυτής, από τις 21 Σεπτεμβρίου 2006 (66), επομένως μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 3481/2006.
184. Πάντως, η απόφαση 2006/613 τέθηκε σε ισχύ, κατά το τότε εφαρμοστέο άρθρο 254, παράγραφος 3, ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 297, παράγραφος 2, εδάφιο 3, ΣΛΕΕ), με την κοινοποίησή της στους αποδέκτες, που είναι, κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως, τα κράτη μέλη (67). Δεν χρειάζεται να κριθεί εν προκειμένω αν ήταν δυνατόν να αντιταχθεί στους ιδιώτες η προστασία των οικοτόπων πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Το Συμβούλιο της Επικρατείας θα πρέπει να διαπιστώσει τον χρόνο της κοινοποιήσεως, η οποία κατά τη βάση δεδομένων του δικαίου της Ενώσεως (EUR-Lex) είναι η ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως, δηλαδή η 19η Ιουλίου 2006 (68).
 α)     Επί της προσωρινής προστασίας προτεινομένων τόπων
185. Εάν προκύπτει ότι η απόφαση της Επιτροπής κοινοποιήθηκε στην Ελλάδα μετά τη θέσπιση του νόμου 3481/2006, τότε θα πρέπει η Ελλάδα να διασφαλίσει την προσωρινή προστασία των προτεινομένων τόπων: Κατά την οδηγία περί οικοτόπων, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν, όσον αφορά τους χαρακτηρισθέντες προς εγγραφή στον κοινοτικό κατάλογο τόπους, τα κατάλληλα μέτρα προστασίας προκειμένου να διατηρούνται τα οικολογικά χαρακτηριστικά των εν λόγω τόπων. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιτρέπουν έργα που ενδέχεται να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο τα οικολογικά χαρακτηριστικά των τόπων αυτών. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν η παρέμβαση μπορεί είτε να ελαττώσει σημαντικά την έκταση του τόπου, είτε να προκαλέσει την εξαφάνιση ειδών προτεραιότητας που απαντούν στον τόπο, είτε, τέλος, να έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή του τόπου ή την εξάλειψη των αντιπροσωπευτικών χαρακτηριστικών του (69).
 β)     Επί της προστασίας των τόπων μετά την ένταξη στον κοινοτικό κατάλογο
186. Αντιθέτως, εάν η Επιτροπή είχε ήδη κοινοποιήσει την απόφασή της στην Ελλάδα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του νόμου 3481/2006, τότε θα ίσχυαν, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας περί οικοτόπων, για τους εγγραφέντες στον κατάλογο τόπους, κατ’ αρχήν, οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 4. Πάντως, θα καταδείξω στη συνέχεια ότι το γεγονός ότι η διαδικασία για τη χορήγηση της εγκρίσεως της μερικής εκτροπής του Αχελώου διεξήγετο ήδη επί μακρόν αντέβαινε προς την εφαρμογή της προηγούμενης εκτιμήσεως κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3. Εφαρμοστέο είναι, μάλλον, το άρθρο 6, παράγραφος 2, σε συνδυασμό, εν ανάγκη, με τις επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 4, όσον αφορά τη δυνατότητα να δικαιολογηθούν ενδεχόμενες επιπτώσεις στους προστατευόμενους τόπους.
Επί της εφαρμοσιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων
187. Θα ήταν εύλογο να απαιτηθεί εκτίμηση της εκτροπής του Αχελώου ως προς τις επιπτώσεις της στους οικείους τόπους, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών διατηρήσεως που έχουν τεθεί για τους τόπους αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων. Κατά την ως άνω διάταξη, τα σχέδια ή προγράμματα τα οποία μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά προστατευόμενο τόπο πρέπει να εκτιμώνται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις τους στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών διατηρήσεώς του.
188. Πάντως, το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι όταν ένα σχέδιο έχει εγκριθεί πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας περί οικοτόπων στο εσωτερικό δίκαιο ή όταν η προθεσμία χορηγήσεως εγκρίσεως κινήθηκε πριν από την προσχώρηση του οικείου κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτό δεν υπόκειται στους κανόνες του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων, όσον αφορά την προηγούμενη εκτίμηση των επιπτώσεών του στον οικείο τόπο (70). Επομένως, δεν θα ήταν σκόπιμο διαδικασίες, ήδη περίπλοκες επί εθνικού επιπέδου και οι οποίες έχουν ήδη κινηθεί πριν από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, να επιβαρύνονται και να καθυστερούν συνεπεία ειδικών επιταγών που θέτει η οδηγία και για τον λόγο αυτό να επηρεάζονται δημιουργηθείσες ήδη καταστάσεις (71).
189. Η υπό κρίση περίπτωση δεν αφορά βεβαίως ούτε οριστική άδεια πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας περί οικοτόπων στο εθνικό δίκαιο ούτε διαδικασία χορηγήσεως εγκρίσεως, η οποία άρχισε πριν από την προσχώρηση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πάντως, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ακόμη και αν οι οικείοι τόποι κατά τη θέσπιση του νόμου 3481/2006 είχαν ήδη περιληφθεί στον κοινοτικό κατάλογο.
190. Πράγματι, οι διαδικασίες για τη χορήγηση εγκρίσεως της μερικής εκτροπής του Αχελώου άρχισαν ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1990 –επομένως, ενδεχομένως πριν από την έκδοση της οδηγίας περί οικοτόπων– και δεν υπήγοντο, μέχρι την κοινοποίηση της αποφάσεως για τον κοινοτικό κατάλογο σε σχέση με τους οικείους ΤΚΣ, στη διαδικασία της προηγούμενης εκτιμήσεως (72). Η εφαρμογή μάλιστα της διαδικασίας αυτής λίγο πριν από την έκδοση του νόμου 3481/2006 θα επιβάρυνε πράγματι ουσιωδώς και θα καθυστερούσε τη διεξαγωγή της διαδικασίας.
191. Περαιτέρω, ήταν πρακτικώς δύσκολο να προβλεφθεί πότε η Επιτροπή θα εξέδιδε τον κοινοτικό κατάλογο. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, ο κατάλογος θα έπρεπε να έχει καταρτισθεί ήδη το 1998, ενώ άλλοι μερικοί κατάλογοι είχαν ήδη δημοσιευθεί πολύ πριν από τον κατάλογο για τη μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή που περιελάμβανε την Ελλάδα (73). Κατά συνέπεια, η Ελλάδα δεν χρειαζόταν να υπολογίζει οπωσδήποτε ότι το καθεστώς προστασίας της οδηγίας περί οικοτόπων θα καθίστατο εφαρμόσιμο πριν από την έγκριση του σχεδίου.
192. Επομένως, δεν χρειαζόταν εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε σχέση με τους ΤΚΣ κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων.
Επί της εφαρμοσιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων
193. Πάντως, η ανωτέρω νομολογία αφορά μόνο διαδικαστικά ζητήματα του καθεστώτος προστασίας της οδηγίας περί οικοτόπων. Αντιθέτως, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προστασίας των ειδικών ζωνών διατηρήσεως κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, το Δικαστήριο έχει τονίσει επανειλημμένως ότι αυτές δεν αποκλείονται λόγω αδειών οι οποίες έχουν ήδη χορηγηθεί. Η διάταξη αυτή απαγορεύει την υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών στους ειδικούς τόπους προστασίας, καθώς και τις ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.
194. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 2, καθιστά δυνατή την επιδίωξη του ουσιώδους σκοπού της διατηρήσεως και της προστασίας της ποιότητας του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένης της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, όπως τονίζεται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, σε περίπτωση που σχέδιο το οποίο έχει εγκριθεί κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων αποδειχθεί μεταγενέστερα –έστω και ελλείψει οιασδήποτε πλάνης των αρμοδίων εθνικών αρχών– ότι δύναται να επιφέρει υποβάθμιση ή σημαντικές ενοχλήσεις (74). Επιπλέον, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων μπορεί να επιβάλει εκ των υστέρων έλεγχο χορηγηθείσας αδείας (75) και, συνακολούθως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως η εκτέλεση έργου το οποίο είχε εγκριθεί πριν από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας περί οικοτόπων στο εσωτερικό δίκαιο (76).
195. Συνεπώς, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη των αναγκαίων μέτρων και όσον αφορά τα παλαιότερα σχέδια, προκειμένου να αποτρέψουν την υποβάθμιση και τις ενοχλήσεις των ζωνών προστασίας. Τα νόμιμα συμφέροντα των κατόχων αδειών θα πρέπει εν ανάγκη να ικανοποιηθούν διά της χορηγήσεως αποζημιώσεων (77).
196. Η εν λόγω νομολογία δεν αντιβαίνει στην απαγόρευση της αναδρομικής εφαρμογής των κανόνων δικαίου. Τουναντίον, νέος κανόνας δικαίου ισχύει, κατ’ αρχήν, από τη θέσπισή του. Δεν εφαρμόζεται μεν επί των δικαιωμάτων τα οποία δημιουργήθηκαν και αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του προϊσχύσαντος δικαίου, αλλά δεν παύει να αφορά τις μελλοντικές επιδράσεις τους (78). Επομένως, και τα σχέδια τα οποία δύνανται να υποβαθμίσουν ή να διαταράξουν σημαντικά τις ζώνες προστασίας μπορούν να εγκριθούν μόνο στον βαθμό που συνάδουν με την προστασία του οικείου τόπου, ακόμη και αν η διαδικασία εγκρίσεώς τους δεν υπέκειτο ακόμη στις διαδικαστικές επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων (79).
197. Κατά συνέπεια, εάν η Επιτροπή περιέλαβε τους οικείους ΤΚΣ στον κοινοτικό κατάλογο πριν από τη θέσπιση του νόμου 3481/2006, πρέπει το Συμβούλιο της Επικρατείας να εξετάσει αν ο νόμος συνάδει προς το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων.
Επί της δικαιολογήσεως των επιπτώσεων στους ΤΚΣ
198. Εάν το Συμβούλιο της Επικρατείας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή του νόμου 3481/2006 θα είχε ως συνέπεια, όσον αφορά τους ΤΚΣ, την υποβάθμιση ή την πρόκληση σημαντικών οχλήσεων σε φυσικούς οικοτόπους ή οικοτόπους ειδών, ή σε είδη, ανακύπτει το ερώτημα αν οι επιπτώσεις αυτές μπορούν να δικαιολογηθούν.
199. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων δεν προβλέπει σχετική δικαιολόγηση λόγω υπέρτερων συμφερόντων –όπως επί της διατηρήσεως των εν τοις πράγμασι ζωνών προστασίας πτηνών κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί προστασίας των πτηνών. Η προστασία περιοχής κατά τις διατάξεις της οδηγίας περί οικοτόπων στηρίζεται, δηλαδή, στη σκέψη ότι η υποβάθμιση ή οι σημαντικές ενοχλήσεις των ζωνών προστασίας θα πρέπει να εγκρίνονται (και εν ανάγκη να δικαιολογούνται) σε κάθε περίπτωση κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4. Αν τέτοιου είδους έγκριση στηρίζεται στη δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων, δεν υπάρχει, κατ’ αρχήν, περιθώριο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων (80).
200. Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας περί οικοτόπων δεν μπορούσε ακόμη να τύχει εφαρμογής. Ωστόσο, όσον αφορά τα σχέδια τα οποία, λόγω του χρόνου εγκρίσεώς τους, δεν εκτιμήθηκαν εκ των προτέρων κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3 και 4, της οδηγίας περί οικοτόπων, θα ήταν άδικο να αποκλεισθούν από τη δυνατότητα της κατ’ εξαίρεση χορηγήσεως αδείας, όπως την προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων. Τα σχέδια αυτά θα περιορίζονταν εντονότερα σε σχέση με μεταγενέστερα σχέδια τα οποία εμπίπτουν συνολικά στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων (81).
201. Κατά συνέπεια, η υποβάθμιση ή οι σημαντικές ενοχλήσεις κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων επιτρέπονται και ως προς τα παλαιότερα σχέδια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 4, ήτοι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, ελλείψει εναλλακτικών λύσεων και αντισταθμιστικών μέτρων ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000 (82).
202. Πρέπει να εξετασθούν συγκεκριμένα οι επιταγές όσον αφορά τη δικαιολόγηση κατά την απάντηση στα επόμενα ερωτήματα.
 γ)     Πρόταση επί του δεκάτου ερωτήματος
203. Επομένως, στο δέκατο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, πριν από την κοινοποίηση του κοινοτικού καταλόγου των ΤΚΣ, τα κράτη μέλη όφειλαν να λάβουν, για τις περιοχές που περιλαμβάνονταν στους εθνικούς καταλόγους των ΤΚΣ και, τελικώς, συμπεριλήφθησαν στον κοινοτικό κατάλογο, κατάλληλα κατά την οδηγία περί οικοτόπων μέτρα προστασίας, για να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά των περιοχών αυτών (83). Από της κοινοποιήσεως πρέπει τα κράτη μέλη, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, να μην υιοθετούν σχέδια των οποίων η διαδικασία εγκρίσεως κινήθηκε πριν από την κοινοποίηση, που υποβαθμίζουν φυσικούς οικοτόπους ή οικοτόπους ειδών που βρίσκονται στους ΤΚΣ ή προκαλούν σοβαρές ενοχλήσεις στα είδη αυτά, εφόσον ενδεχόμενες επιπτώσεις στους τόπους αυτούς δεν είναι δικαιολογημένες.
2.      Επί του ενδεκάτου ερωτήματος
204. Με το ενδέκατο ερώτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν, κατά την οδηγία περί οικοτόπων, να παράσχουν άδεια για την πραγμάτωση σχεδίου εκτροπής ύδατος χωρίς αξιόπιστα και επικαιροποιημένα δεδομένα για την ορνιθοπανίδα στον οικείο προστατευόμενο τόπο.
205. Βεβαίως, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Μαγνησίας αντιτάσσει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν μπορεί, κατά το δικονομικό δίκαιο στο οποίο υπάγεται, να διαπιστώσει την έλλειψη δεδομένων για την ορνιθοπανίδα, οπότε το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο. Πάντως, η αντίρρηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο δεσμεύεται, κατ’ αρχήν, από τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο και δεν μπορεί να εξετάσει αν το δικαστήριο υπερέβη τις αρμοδιότητές του κατά το εθνικό δίκαιο (84).
206. Υπό τις συνθήκες αυτές, στο ενδέκατο ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση. Θα πρέπει να εφαρμοστεί συναφώς το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων. Πάντως, επειδή η διαδικασία χορηγήσεως εγκρίσεως διεξάγεται ήδη επί μακρόν, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Αντί αυτής εφαρμόζεται το άρθρο 6, παράγραφος 2.
 α)     Επί της εφαρμοσιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων
207. Καθοριστικής σημασίας για την έγκριση των σχεδίων και τις πληροφορίες που πρέπει να ληφθούν υπόψη συναφώς είναι, κατ’ αρχήν, η διαδικασία της προηγούμενης εκτιμήσεως κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων. Η εκτίμηση αυτή θα πρέπει να στηριχθεί στις πλέον εξελιγμένες επιστημονικές γνώσεις επί της ορνιθοπανίδας στον οικείο τόπο (85).
208. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων δεν είναι μεν, όπως ήδη εκτέθηκε (86), εφαρμόσιμο στους οικείους ΤΚΣ, πλην όμως η διάταξη αυτή θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής σε σχέση με τους οικείους ειδικούς τόπους προστασίας κατά την οδηγία για τα πτηνά, που είχαν ήδη χαρακτηρισθεί προηγουμένως. Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας περί οικοτόπων, εφαρμόζεται για τους τόπους αυτούς το άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 4, τούτο δε από την ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή μεταγενέστερα από την ημερομηνία της ταξινομήσεως ή της αναγνωρίσεως εκ μέρους ενός κράτους μέλους δυνάμει της οδηγίας για τα πτηνά.
209. Η οδηγία περί οικοτόπων κατέστη εφαρμοστέα με την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο, το έτος 1994. Επομένως, το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ήταν εφαρμοστέο το νωρίτερο από το χρονικό αυτό σημείο και το αργότερο από τον μεταγενέστερο χαρακτηρισμό της οικείας ΖΕΠ.
210. Πάντως, η διαδικασία για την έγκριση της μερικής εκτροπής του Αχελώου άρχισε ήδη πριν από το 1994, επειδή οι πρώτες εγκρίσεις χορηγήθηκαν το 1992. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε μεν τις εγκρίσεις αυτές όπως ακριβώς και τις μεταγενέστερες, πλην όμως πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι η έγκριση του σχεδίου ήταν αντικείμενο αδιαλείπτως διεξαγόμενης διαδικασίας μέχρι την έκδοση των επίδικων εν προκειμένω διατάξεων του νόμου 3481/2006 (87).
211. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η διαδικασία χορηγήσεως εγκρίσεως είχε κινηθεί πριν από την έναρξη της εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων. Επομένως, η ήδη εκτεθείσα νομολογία για τη διαδικασία εγκρίσεως, η οποία είχε κινηθεί πριν τις θεσπισθείσες σημαντικές τροποποιήσεις των διαδικαστικών κανόνων (88), αποκλείει υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεων κατά τη διάταξη αυτή.
 β)     Επί του άρθρου 6, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας περί οικοτόπων
212. Αντιθέτως, μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων (89).
213. Η ανάγκη εφαρμογής του κανόνα αυτού είναι, στην περίπτωση των περιοχών προστασίας των πτηνών, ακόμη σαφέστερη από ό,τι στις περιοχές προστασίας επί τη βάσει της οδηγίας περί οικοτόπων, δηλαδή στους ΤΚΣ. Πράγματι, η υποχρέωση καθορισμού των περιοχών προστασίας των πτηνών υφίστατο στην Ελλάδα από τον χρόνο κατά τον οποίο εξέπνευσε η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας περί προστασίας των πτηνών στο εσωτερικό δίκαιο, δηλαδή από τις 6 Απριλίου 1981 (90). Ακόμη και αν δεν έχει γίνει η επιβαλλόμενη ταξινόμηση, οι οικείες περιοχές υπήγοντο ήδη από το χρονικό αυτό σημείο στην προστασία του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο (91).
214. Επομένως, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει να εξετασθεί αν το εγκριθέν σχέδιο υποβαθμίζει τους οικοτόπους πτηνών, για τα οποία έχει ορισθεί η ΖΕΠ, ή ενοχλεί τα είδη αυτά κατά τρόπο που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους σκοπούς της οδηγίας αυτής (92).
215. Εάν διαπιστωθούν οι εν λόγω υποβαθμίσεις ή ενοχλήσεις, πρέπει να εξετασθεί αν αυτές δικαιολογούνται επί τη βάσει των ουσιαστικών κριτηρίων του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων. Όπως ήδη εκτέθηκε, η δικαιολόγηση αυτή προϋποθέτει ιδίως στάθμιση, εξέταση των εναλλακτικών λύσεων και αντισταθμιστικά μέτρα (93).
216. Δεν απαιτείται, βεβαίως, τυπική εκτίμηση των επιπτώσεων κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων, αλλά απόκειται στα κράτη μέλη να θέσουν όρια κατά τη δικαιολόγηση των σχετικών επιπτώσεων (94).
217. Πράγματι, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων μπορεί να εφαρμοστεί μόνον κατόπιν αναλύσεως των επιπτώσεων ενός σχεδίου σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας. Ειδικότερα, η γνώση των επιπτώσεων αυτών όσον αφορά τους σκοπούς διατηρήσεως του οικείου τόπου συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 4. Χωρίς τα στοιχεία αυτά, κανένας όρος εφαρμογής της παρεκκλίσεως αυτής δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί. Για την εξέταση των ενδεχόμενων επιτακτικών λόγων σημαντικού δημοσίου συμφέροντος καθώς και του ζητήματος αν υπάρχουν λιγότερο επιβλαβείς εναλλακτικές λύσεις απαιτείται πράγματι στάθμιση με τις βλάβες που θα προξενήσει στον τόπο το υπό κρίση σχέδιο. Περαιτέρω, προκειμένου να καθοριστεί το είδος των ενδεχόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, απαιτείται ακριβής προσδιορισμός των βλαβών που θα επέλθουν στον τόπο αυτόν (95).
218. Συνεπώς, και κατά τη δικαιολόγηση των επιπτώσεων κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, πρέπει να εξετασθούν με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αυτά είναι ικανά να θεμελιώσουν τα εξ αυτών αντλούμενα συμπεράσματα (96). Επομένως, και στο πλαίσιο αυτό η στάθμιση, η εξέταση των εναλλακτικών λύσεων και τα αντισταθμιστικά μέτρα προϋποθέτουν τη δέουσα αξιολόγηση των επιπτώσεων οι οποίες χρήζουν δικαιολογήσεως (97).
219. Οι επιπτώσεις μπορούν να αξιολογηθούν δεόντως μόνον επί τη βάσει αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων για την ορνιθοπανίδα στους οικείους τόπους. Διαφορετικά θα εμφιλοχωρούσαν μόνον υποθετικές επιπτώσεις στη στάθμιση, στην εξέταση των εναλλακτικών λύσεων και στη θέσπιση αντισταθμιστικών μέτρων. Δεν θα διασφαλιζόταν ότι ελήφθησαν υπόψη οι πραγματικές επιπτώσεις.
 γ)     Πρόταση επί του ενδεκάτου ερωτήματος
220. Κατά συνέπεια, στο ενδέκατο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, να χορηγήσουν άδεια για την υλοποίηση σχεδίου για την εκτροπή υδάτων, το οποίο υποβαθμίζει τους οικοτόπους πτηνών για τα οποία έχει ορισθεί η ΖΕΠ, ή ενοχλεί τα είδη αυτά κατά τρόπο που θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις όσον αφορά τους σκοπούς της οδηγίας, μόνον εάν το σχέδιο αυτό δικαιολογείται επί τη βάσει αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων για την ορνιθοπανίδα στις οικείες ΖΕΠ.
3.      Επί του δωδεκάτου ερωτήματος – Επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος
221. Με το δωδέκατο ερώτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν λόγοι κυρίως αρδευτικοί και δευτερευόντως υδρευτικοί, για τους οποίους επιχειρείται σχέδιο εκτροπής ύδατος, μπορούν να δικαιολογήσουν δυσμενείς επιπτώσεις σε προστατευόμενη ζώνη.
222. Το δωδέκατο ερώτημα έχει ως αντικείμενο την πρώτη από τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων, δηλαδή τους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων και λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως. Όπως διαπιστώθηκε ήδη σε σχέση με την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα, η άρδευση και η υδροδότηση μπορούν, κατ’ αρχήν, να συνιστούν τέτοιους λόγους (98).
223. Πάντως, εάν στον οικείο τόπο ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου και/ή ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων, να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.
224. Τρεις από τους μνημονευόμενους στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ΤΚΣ περιλαμβάνουν είδη προτεραιότητας ή φυσικούς οικοτόπους: «Δέλτα Αχελώου, λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου-Αιτωλικού, Εκβολές Εύηνου, Νήσοι Εχινάδες, Νήσος Πεταλάς» (GR2310001), «Λίμνες Τριχωνίδα και Λυσιμαχία» (GR2310009) και «Ασπροπόταμος» (GR1440001) (99).
225. Επειδή, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή δεν εξέδωσε γνωμοδότηση, ο κύκλος των πιθανών δικαιολογητικών συμφερόντων κατά το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων θα ήταν πολύ περιορισμένος. Η άρδευση δεν συνιστά, κατά τη διάταξη αυτή, συμφέρον το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει το σχέδιο, επειδή δεν είναι αναγκαία ούτε για την υγεία των ανθρώπων, ούτε για τη δημόσια ασφάλεια, ούτε έχει θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον. Αντιθέτως, η υδροδότηση θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο σταθμίσεως σε συνδυασμό με την ανθρώπινη υγεία.
226. Πάντως, θα ήταν απρόσφορο να εφαρμοστούν οι εν λόγω αυστηρότερες επιταγές όσον αφορά τη δικαιολόγηση δυσμενών επιπτώσεων εάν δεν θίγονται τα πρωταρχικής σημασίας στοιχεία των εκάστοτε περιοχών. Επειδή η Επιτροπή διατύπωσε δημοσίως την άποψη αυτή (100), παρέλκει στις περιπτώσεις αυτές η γνωμοδότησή της πριν από τη λήψη υπόψη άλλων συμφερόντων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας πρέπει να διαπιστώσει αν θίγονται πρωταρχικής σημασίας στοιχεία των οικείων περιοχών και, κατά συνέπεια, αν επιβάλλονται αυστηρότερες απαιτήσεις όσον αφορά την πιθανή δικαιολόγηση.
227. Εξάλλου, οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να υλοποιηθεί ένα σχέδιο είναι επιτακτικοί και σημαντικοί εφόσον έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις αρνητικές τους επιπτώσεις στους τόπους που προστατεύονται από την οδηγία περί οικοτόπων (101).
228. Κατά συνέπεια, στο δωδέκατο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τόσο η άρδευση όσο και η υδροδότηση υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων είναι επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος για σχέδιο εκτροπής υδάτων, εάν οι λόγοι αυτοί κατισχύουν των αρνητικών επιπτώσεων του σχεδίου αυτού στις προστατευόμενες από την ως άνω οδηγία περιοχές. Πάντως, εάν θίγονται τύποι οικοτόπων ή είδη προτεραιότητας, τότε λαμβάνεται υπόψη, χωρίς γνωμοδότηση της Επιτροπής, μόνον η υδροδότηση ως δικαιολογητικός λόγος.
4.      Επί του δεκάτου τρίτου ερωτήματος – Μέτρα προς εξασφάλιση της συνοχής του Natura 2000
229. Με το δέκατο τρίτο ερώτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν για τη διαπίστωση της καταλληλότητας των αντισταθμιστικών μέτρων πρέπει να ληφθούν υπόψη το εύρος της ως άνω εκτροπής και το μέγεθος των έργων που αυτή συνεπάγεται.
230. Το ερώτημα αυτό αφορά την τρίτη προϋπόθεση της δικαιολογήσεως των δυσμενών επιπτώσεων σε προστατευόμενες περιοχές σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων, δηλαδή τα αναγκαία αντισταθμιστικά μέτρα για να διασφαλιστεί ότι –παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις σε μια περιοχή– προστατεύεται η συνολική συνοχή του Natura 2000. Δεν πρόκειται, δηλαδή, παρά το περιεχόμενο των υπ’ αριθ. 13 και 14 ερωτημάτων, για τη συνοχή συγκεκριμένων ζωνών, αλλά για τη συνοχή ενός δικτύου προστατευομένων ζωνών.
231. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, το Natura 2000 αποτελεί ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών προστασίας. Το δίκτυο αυτό αποτελείται από τους τόπους όπου ευρίσκονται τύποι φυσικών οικοτόπων που εμφαίνονται στο παράρτημα Ι και τους οικοτόπους των ειδών που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙ, καθώς και από τις ΖΕΠ για τα πτηνά που μνημονεύονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας περί αγρίων πτηνών και για τα αποδημητικά είδη πτηνών των οποίων η έλευση είναι τακτική. Το Natura 2000 πρέπει να διασφαλίζει τη διατήρηση ή, ενδεχομένως, την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως των τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των οικείων ειδών στην περιοχή της φυσικής κατανομής των ειδών αυτών (102).
232. Ως εκ τούτου, τα αναγκαία μέτρα μπορούν να προσδιορισθούν μόνο σε συσχετισμό με τη βλάβη στον οικείο τόπο. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να διαπιστώσουν κατά πόσον μειώθηκε η συμβολή στο Natura 2000 του τόπου που υποβαθμίστηκε λόγω του σχεδίου και να αποφανθούν με ποιον τρόπο πρέπει να αντισταθμιστεί αυτή η απώλεια, ώστε τελικώς να διαφυλαχθεί, κατ’ αποτέλεσμα, η συνοχή του δικτύου (103).
233. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προκειμένου να καθοριστεί το είδος των ενδεχόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, απαιτείται ακριβής προσδιορισμός των βλαβών που θα επέλθουν στον προστατευόμενο τόπο (104). Επομένως, κατά τον προσδιορισμό των αντισταθμιστικών μέτρων, πρέπει να ληφθούν υπόψη το εύρος της εκτροπής του Αχελώου και το μέγεθος των έργων που αυτή συνεπάγεται, στο μέτρο που αυτά επηρεάζουν ζώνες προστασίας.
234. Συνεπώς, στο δέκατο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι για τη διαπίστωση της καταλληλότητας των αντισταθμιστικών μέτρων τα οποία είναι αναγκαία, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων, προκειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής μιας περιοχής Natura 2000 πρέπει να ληφθούν υπόψη το εύρος της εκτροπής ποταμού και το μέγεθος των έργων που αυτή συνεπάγεται, στο μέτρο που αυτά έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις ζώνες προστασίας του Νatura 2000.
5.      Επί του δεκάτου τετάρτου ερωτήματος – Μετατροπή φυσικού ποταμίου οικοσυστήματος
235. Με το δέκατο τέταρτο ερώτημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζητεί να διευκρινιστεί αν η οδηγία περί οικοτόπων, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της αρχής της αειφόρου αναπτύξεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 11 ΣΛΕΕ), επιτρέπει τη μετατροπή φυσικού ποταμίου οικοσυστήματος σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα.
236. Μπορεί να θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι η μετατροπή φυσικού ποταμίου οικοσυστήματος σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα, δηλαδή μια σειρά από ταμιευτήρες, θα υποβάθμιζε υφιστάμενους προστατευόμενους οικοτόπους υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων. Ειδικότερα, αυτό θα πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα των εκάστοτε σκοπών διατηρήσεως.
237. Πάντως, ενδεχόμενη υποβάθμιση δεν σημαίνει ότι το επίδικο σχέδιο εκτροπής θα ήταν σε κάθε περίπτωση ανεπίτρεπτο. Αντιθέτως, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει των κριτηρίων του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων.
238. Η αρχή της αειφορίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της δικαιολογήσεως, δηλαδή κατά την αξιολόγηση των λόγων δημοσίου συμφέροντος, των δυσμενών επιπτώσεων και των εναλλακτικών λύσεων. Εάν το σχέδιο δεν μπορεί να επιτύχει κατά τρόπο βιώσιμο εν όλω ή εν μέρει τους σκοπούς του, το γεγονός αυτό μειώνει τη σημασία των εν λόγω σκοπών στο πλαίσιο της σταθμίσεως. Ομοίως, οι προσωρινές και μόνον επιπτώσεις έχουν μικρότερη σημασία από ό,τι οι μόνιμες επιπτώσεις.
239. Επομένως, στο δέκατο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μπορεί να εγκριθεί σχέδιο για την εκτροπή υδάτων εντός περιοχής Νatura 2000 το οποίο θα μετέτρεπε φυσικό ποτάμιο οικοσύστημα σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων.
V –    Πρόταση
240. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ως εξής:
1.      Τα άρθρα 13, παράγραφος 6, και 11, παράγραφος 7, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, δεν θέτουν προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο για το άρθρο 4 της οδηγίας, αλλά απλώς ένα απώτατο χρονικό όριο για την κατάρτιση των σχεδίων διαχειρίσεως ή των προγραμμάτων μέτρων. Πάντως, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, η οδηγία δεν επιβάλλει υποχρέωση εφαρμογής του άρθρου 4.
2.      Εθνική ρύθμιση η οποία θεσπίστηκε εντός της προθεσμίας εκπονήσεως σχεδίων διαχειρίσεως ή προγραμμάτων μέτρων και με την οποία επιτρέπεται η εκτροπή υδάτων από μια συγκεκριμένη λεκάνη απορροής ποταμού σε άλλη επηρεάζει ουσιωδώς τους σκοπούς της οδηγίας 2000/60, εάν η εκτροπή δημιουργεί μονίμως και όχι μόνον σε ελάχιστο βαθμό ασυμβίβαστη προς το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/60 κατάσταση υδάτων. Συναφώς είναι δυνατή και στο πλαίσιο της εκ των προτέρων αναπτύξεως αποτελεσμάτων του άρθρου 4 η δικαιολόγηση με την επίκληση επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος: τα σχέδια διαχειρίσεως είναι μεν σημαντικά, πλην όμως η εθνική ρύθμιση πρέπει να θεσπιστεί βάσει επαρκών στοιχείων.
3.      Δεν συνάδει προς το άρθρο 14 της οδηγίας 2000/60 η εκπόνηση σχεδίων διαχειρίσεως χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί η προβλεπόμενη συμμετοχή του κοινού.
4.      Μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων που εισήχθη προς έγκριση ενώπιον του εθνικού Κοινοβουλίου μετά από τη δικαστική ακύρωση της πράξεως, με την οποία είχε ήδη εγκριθεί από τη διοίκηση, πληροί τις επιταγές του άρθρου 1, παράγραφος 5, της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2003/35/ΕΚ, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον, εάν, πρώτον, έθεσε στη διάθεση του νομοθέτη τις αναγκαίες κατά τη διαδικασία της οδηγίας –δηλαδή αρκούντως επικαιροποιημένες και πλήρεις– πληροφορίες και, δεύτερον, ο νομοθέτης μπορούσε επί της βάσεως αυτής να εξετάσει και να συζητήσει κατά πρόσφορο τρόπο τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του σχεδίου.
5.      Τα σχέδια διαχειρίσεως υπό την έννοια του άρθρου 13 της οδηγίας 2000/60 πρέπει να υποβάλλονται, κατ’ αρχήν, σε περιβαλλοντική εκτίμηση σύμφωνα με την οδηγία 2001/42/ΕΚ, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων.
6.      Ούτε οι πράξεις οι οποίες αφορούσαν την έγκριση μεμονωμένου σχεδίου για την εκτροπή ποταμού και ακυρώθηκαν αναδρομικώς με δικαστικές αποφάσεις ούτε η κίνηση της σχετικής διαδικασίας εγκρίσεως μπορούν να θεωρηθούν, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/42, ως τυπικές προπαρασκευαστικές πράξεις για τα σχέδια διαχειρίσεως των περιοχών λεκάνης απορροής ποταμού κατά την οδηγία 2000/60. Μπορούν, πάντως, να θεωρηθούν ως προπαρασκευαστικές πράξεις υποκειμένου σε εκτίμηση σχεδίου για την εκτροπή ποταμού, εάν η διαδικασία χορηγήσεως της εγκρίσεως συνεχιζόταν χωρίς διακοπή.
7.      Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/42, σε περίπτωση που σχέδιο εμπίπτει ταυτόχρονα στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, καθώς και σε αυτό των οδηγιών 2000/60 και 85/337, που, επίσης, απαιτούν την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου, δεν χρειάζεται να εκπονηθεί αυτοτελής μελέτη στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτιμήσεως, εφόσον οι μελέτες που διεξήχθηκαν επί τη βάσει των οδηγιών 2000/60 και 85/337 πληρούν τις επιταγές της οδηγίας 2001/42 από απόψεως περιεχομένου και όσον αφορά τη διεξαχθείσα διαδικασία.
8.      Πριν από την κοινοποίηση του κοινοτικού καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ), τα κράτη μέλη όφειλαν να λάβουν, για τις περιοχές που περιλαμβάνονταν στους εθνικούς καταλόγους των ΤΚΣ και, τελικώς, συμπεριλήφθησαν στον κοινοτικό κατάλογο, κατάλληλα κατά την οδηγία 92/43, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, μέτρα προστασίας, για να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά των περιοχών αυτών. Από της κοινοποιήσεως πρέπει τα κράτη μέλη, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/43, να μην υιοθετούν σχέδια, των οποίων η διαδικασία εγκρίσεως κινήθηκε πριν από την κοινοποίηση, που υποβαθμίζουν φυσικούς οικοτόπους ή οικοτόπους ειδών που βρίσκονται στους ΤΚΣ ή προκαλούν σοβαρές ενοχλήσεις στα είδη αυτά, εφόσον δεν δικαιολογούνται ενδεχόμενες επιπτώσεις στους οικείους τόπους.
9.      Οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/43, να χορηγήσουν άδεια για την υλοποίηση σχεδίου για την εκτροπή υδάτων, το οποίο υποβαθμίζει τους οικοτόπους πτηνών για τα οποία έχει ορισθεί η Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) ή ενοχλεί τα είδη αυτά κατά τρόπο που θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις όσον αφορά τους σκοπούς της οδηγίας, μόνον εάν το σχέδιο αυτό δικαιολογείται επί τη βάσει αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων για την ορνιθοπανίδα στις οικείες ΖΕΠ.
10.      Τόσο η άρδευση όσο και η υδροδότηση υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43 είναι επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος για σχέδιο εκτροπής υδάτων, εάν οι λόγοι αυτοί κατισχύουν των αρνητικών επιπτώσεων του σχεδίου αυτού στις προστατευόμενες από την ως άνω οδηγία περιοχές. Πάντως, εάν θίγονται τύποι οικοτόπων ή είδη προτεραιότητας, τότε λαμβάνεται υπόψη, χωρίς γνωμοδότηση της Επιτροπής, μόνον η υδροδότηση ως δικαιολογητικός λόγος.
11.      Για τη διαπίστωση της καταλληλότητας των αντισταθμιστικών μέτρων τα οποία είναι αναγκαία κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43 προκειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής μιας περιοχής Natura 2000, πρέπει να ληφθούν υπόψη το εύρος της εκτροπής ποταμού και το μέγεθος των έργων που αυτή συνεπάγεται, στο μέτρο που αυτά έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις ζώνες προστασίας του Νatura 2000.
12.      Μπορεί να εγκριθεί σχέδιο για την εκτροπή υδάτων εντός περιοχής Νatura 2000, το οποίο θα μετέτρεπε φυσικό ποτάμιο οικοσύστημα σε ανθρωπογενές ποτάμιο και λιμναίο οικοσύστημα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43.

1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.

2 – Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2455/2001/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2001, για τη θέσπιση του καταλόγου ουσιών προτεραιότητος στον τομέα της πολιτικής των υδάτων και τροποποίησης της οδηγίας 2000/60/ΕΚ (ΕΕ L 331, σ. 1).

3 – Οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ L 156, σ. 17).

4 – Οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001 (ΕΕ L 197, σ. 30).

5 – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, περί προσαρμογής στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου των διατάξεων των σχετικών με τις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή στην άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της, οι οποίες προβλέπονται από πράξεις υποκείμενες στη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 284, σ. 1).

6 – ΕΕ L 103, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 807/2003 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003, περί προσαρμογής προς την απόφαση 1999/468/ΕΚ των διατάξεων των σχετικών με τις επιτροπές που επικουρούν την Επιτροπή στην άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της, οι οποίες προβλέπονται από πράξεις του Συμβουλίου που εκδόθηκαν σύμφωνα με τη διαδικασία διαβούλευσης (ομοφωνία) (ΕΕ L 122, σ. 36), που κωδικοποιήθηκε αργότερα με την οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ 2010, L 20, σ. 7).

7 – ΕΕ L 259, σ. 1.

8 – Στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται συναφώς –προφανώς εσφαλμένως– ο κωδικός GR2310001.

9 – Http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:32006D0613(1):EL:NOT, υπό «Ημερομηνίες».

10 – ΦΕΚ Α΄ 280 της 9ης Δεκεμβρίου 2003.

11 – ΦΕΚ Α΄ 54 της 8ης Μαρτίου 2007.

12 – ΦΕΚ Α΄ 162 της 2ας Αυγούστου 2006.

13 – Το υπόμνημα της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Μαγνησίας συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τμήματα του υπομνήματος της ΔΕΗ.

14 – Τα υπομνήματα της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Καρδίτσας και της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Τρικάλων κ.λπ. ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό.

15 – Βλ., κατωτέρω, Α.6., σημεία 97 επ.

16 – Βλ. την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2006, C‑32/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2006, σ. Ι-11323, ιδίως σκέψη 63), με την οποία δεν αμφισβητήθηκε η προθεσμία αυτή για τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα.

17 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C-81/05, Condero Alonso (Συλλογή 2006, σ. Ι-7569, σκέψη 29), και της 21ης Ιουλίου 2011, C-2/10, Azienda Agro-Zootecnica Francini και Eolica di Altamura) (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 70).

18 – Βλ. σημείο 27 του νομικού πλαισίου.

19 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, τις αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑67/96, Albany (Συλλογή 1999, σ. Ι-5751, σκέψη 119), της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑77/02, Steinicke (Συλλογή 2003, σ. Ι-9027, σκέψη 61), της 22ας Νοεμβρίου 2005, C‑144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I‑9981, σκέψη 63), και της 12ης Oκτωβρίου 2010, C‑45/09, Rosenbladt (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 41 και 68), για κοινωνικούς και επαγγελματικούς σκοπούς, καθώς και, στο δίκαιο του περιβάλλοντος, τις προτάσεις μου της 13ης Μαρτίου 2008, C‑188/07, Commune de Mesquer (Συλλογή 2008, σ. I-4501, σημείο 125), και της 23ης Απριλίου 2009, C‑254/08, Futura Immobiliare κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I‑6995, σημείο 58).

20 – Βλ. τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του εν τω μεταξύ ακυρωθέντος κανονισμού (ΕΚ) 1051/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την ενίσχυση της βαμβακοπαραγωγής (ΕΕ L 148, σ. 3): «Η καλλιέργεια βαμβακιού σε περιοχές σχετικώς ακατάλληλες ενδέχεται να έχει αρνητική επίπτωση στο περιβάλλον και στη γεωργική οικονομία των περιοχών, για τις οποίες η εν λόγω καλλιέργεια είναι σημαντική.». Βλ. και την κατ’ εντολή της Επιτροπής εκπονηθείσα μελέτη της Alliance Environnement, Évaluation des impacts sur l'environnement des mesures de la PAC relatives au coton (2007), όπως εμφανιζόταν στον δικτυακό τόπο http://ec.europa.eu/agriculture/eval/reports/coton/index_fr.htm στις 11 Ιουλίου 2011.

21 – ΕΕ 1979, L 291, σ. 174.

22 – Βλ. τον κανονισμό (ΕΚ) 637/2008 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2008, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 και την εισαγωγή προγραμμάτων αναδιάρθρωσης του τομέα του βαμβακιού (ΕΕ L 178, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 472/2009 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2009 (ΕΕ L 144, σ. 1).

23 – Βλ. την παρατεθείσα στην υποσημείωση 20 μελέτη, σ. 12.

24 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 53.

25 – Αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C‑129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. I‑7411, σκέψη 45), και της 26ης Μαΐου 2011, C‑165/09 έως C‑167/09, Stichting Natuur en Milieu κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

26 – Αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2005, C‑316/04, Stichting Zuid-Hollandse Milieufederatie (Συλλογή 2005, σ. I‑9759, σκέψη 42), της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑138/05, Stichting Zuid-Hollandse Milieufederatie (Συλλογή 2006, σ. I‑8339, σκέψη 42), καθώς και Stichting Natuur en Milieu κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 79).

27 – Αποφάσεις της 26ης Απριλίου 1988, 316/86, Krücken (Συλλογή 1988, σ. 2213, σκέψη 22), και της 11ης Ιουλίου 2002, C‑62/00, Marks & Spencer (Συλλογή 2002, σ. I‑6325, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28 – Βλ. για την αξίωση επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων την απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, C‑107/10, Enel Maritsa Iztok 3 (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29 – Αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 2002, C‑162/00, Pokrzeptowicz-Meyer (Συλλογή 2002, σ. I‑1049, σκέψη 49), και της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C‑334/07 P, Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen (Συλλογή 2008, σ. I‑9465, σκέψη 44).

30 – Βλ. την απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2003, C‑512/99, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑845, σκέψη 45).

31 – Αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1999, C‑60/98, Butterfly Music (Συλλογή 1999, σ. I‑3939, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), Επιτροπή κατά Freisstaat Sachsen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 43), και της 14ης Ιανουαρίου 2010, C‑226/08, Stadt Papenburg (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46).

32 – Απόφαση Επιτροπή κατά Freisstaat Sachsen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

33 – Απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψεις 46 επ.).

34 – Αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9), της 1ης Ιουλίου 2004, C‑361/02 και C‑362/02, Tσάπαλος και Διαμαντάκης (Συλλογή 2004, σ. I‑6405, σκέψη 19), και της 29ης Μαρτίου 2011, C‑201/09 P και C‑216/09 P, ArcelorMittal Luxemburg κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 75).

35 – Αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1998, C-81/96, Gedeputeerde Staten van Noord-Holland (Συλλογή 1998, σ. I‑3923, σκέψη 23), και της 23ης Μαρτίου 2006, C‑209/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2006, σ. Ι-2755, σκέψεις 56 επ., στο εξής: απόφαση Lauteracher Ried), όσον αφορά την οδηγία περί οικοτόπων.

36 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000, C-337/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. Ι-8377, σκέψεις 35 επ.).

37 – Οδηγία του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 199, σ. 84).

38 – Βλ. τις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 35 αποφάσεις Gedeputeerde Staten van Noord-Holland και Lauteracher Ried.

39 – Βλ., όσον αφορά την οδηγία περί οικοτότων, τις προτάσεις μου της 28ης Ιουνίου 2011 επί της εκκρεμούς υποθέσεως C‑404/09, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σημεία 69 επ., στο εξής: υπόθεση Alto Sil).

40 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 75 επ.

41 – Βλ. συναφώς, ανωτέρω, σημεία 72 επ.

42 – Βλ. συναφώς, κατωτέρω, σημείο 125.

43 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 84 επ.

44 – Απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 80).

45 – Βλ. συναφώς, κατωτέρω, σημεία 131 επ.

46 – Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑435/97, WWF κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. Ι‑5613).

47 – Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-287/98, Linster (Συλλογή 2000, σ. Ι‑6917).

48 – Απόφαση WWF κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 46, σκέψη 57).

49 – Απόφαση Linster (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 47, σκέψη 54).

50 – Αποφάσεις WWF κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 46, σκέψη 62) και Linster (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 47, σκέψη 57).

51 – Προτάσεις της 19ης Μαΐου 2011 στις εκκρεμούσες υποθέσεις C‑128/09, C‑129/09, C‑130/09, C‑131/09, C‑134/09 και C‑135/09, Boxus και Rοua κ.λπ. (σημείο 79).

52 – Προτάσεις στην υπόθεση Boxus και Rοua κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σημεία 84 και 87).

53 – Προτάσεις στην υπόθεση Boxus και Rοua κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σημείο 88).

54 – Βλ. την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2011, C‑50/09, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40).

55 – Βλ. την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2008, C‑247/06, Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψεις 49 επ., στο εξής: απόφαση Nivelsteiner Sandwerke).

56 – Βλ., κατωτέρω, σημείο 204.

57 – Σημείο 44 των παρατηρήσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ.

58 – Το ζήτημα αν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ΣΕΠΕ εμπίπτουν και σχέδια και προγράμματα τα οποία απλώς προβλέπονται σε νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις αποτελεί αντικείμενο της εκκρεμούς υποθέσεως C‑567/10, Inter-Environnement Bruxelles κ.λπ. Ως «προβλεπόμενο» σχέδιο θα μπορούσαν να θεωρηθούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κατά την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα σχέδια διαχειρίσεως των οποίων η προθεσμία καταρτίσεως δεν έχει ακόμη λήξει, τα οποία εξετάζονται στη συνέχεια, υπό το στοιχείο β΄.

59 – Βλ., όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα της εκτιμήσεως κατά περίπτωση, τις προτάσεις μου της 4ης Μαρτίου 2010, C‑105/09 και C‑110/09, Terre wallonne (απόφαση της 17ης Ιουνίου 2010, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 87 επ.).

60 – Βλ., όσον αφορά την οδηγία ΕΠΕΕ, την απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C‑431/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-2189, σκέψη 32, στο εξής: απόφαση Großkrotzenburg).

61 – Απόφαση Großkrotzenburg, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 60.

62 – Σημείο 29 της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.

63 – Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, C-295/10, Valčiukienė κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 62). Βλ., όσον αφορά την οδηγία ΕΠΕΕ, τις αποφάσεις Großkrotzenburg (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψεις 41 επ.) και της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑227/01, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2004, σ. I‑8253, σκέψη 56), καθώς και τις προτάσεις μου της 29ης Νοεμβρίου 2007, C‑2/07, Abraham κ.λπ. (απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, σ. I‑1197, σημείο 84).

64 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 141 επ.

65 – Αυτοί παρατίθενται ανωτέρω, στο σημείο 22.

66 – Απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2005, C‑117/03, Dragaggi κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑167, σκέψη 25).

67 – Βλ., όσον αφορά την έναρξη ισχύος των αποφάσεων, την απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2008, C‑18/08, Foselev Sud-Ouest (Συλλογή 2008, σ. I‑8745, σκέψη 18).

68 – Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 9.

69 – Αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, C-244/05, Bund Naturschutz in Bayern κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑8445, σκέψεις 44 και 46), Stadt Papenburg (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 49) και της 20ής Μαΐου 2010, C‑308/08, Επιτροπή κατά Ισπανίας (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 21, στο εξής: απόφαση Iberischer Luchs).

70 – Αποφάσεις Lauteracher Ried (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 53 έως 62), και Stadt Papenburg (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 48). Αναφέρθηκα στις σκέψεις αυτές κατά τη συζήτηση της εκ των προτέρων αναπτύξεως αποτελεσμάτων της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα κατά τη διάρκεια της μεταβατικής προθεσμίας για την εκπόνηση των σχεδίων διαχειρίσεως και των προγραμμάτων μέτρων, βλ., ανωτέρω, σημεία 107 επ.

71 – Απόφαση Lauteracher Ried (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 57, με παραπομπή στη νομολογία για την οδηγία ΕΠΕΕ).

72 – Απόφαση Dragaggi κ.λπ., προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 66.

73 – Πράγματι, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2002/11/EΚ για θέσπιση του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας για τη μακαρονησιωτική βιογεωγραφική περιφέρεια, δυνάμει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (EE 2002, L 5, σ. 16) στις 28 Δεκεμβρίου 2001. Μέχρι την απόφαση 2006/613 ακολούθησε η έκδοση αποφάσεων για τέσσερις άλλες βιογεωγραφικές περιοχές.

74 – Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑127/02, Waddenvereniging und Vogelbeschermingsvereniging (Συλλογή 2004, σ. I‑7405, σκέψη 37).

75 – Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, C‑6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2005, σ. I‑9017, σκέψη 58).

76 – Απόφαση Stadt Papenburg (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 49).

77 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Alto Sil (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σημεία 70 επ.).

78 – Αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 2010, C‑428/08, Monsanto Technology (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 66), και της 16ης Δεκεμβρίου 2010, C‑266/09, Stichting Natuur en Milieu (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 32). Βλ. και ανωτέρω, όσον αφορά την εκ των προτέρων ανάπτυξη αποτελεσμάτων της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, σημεία IV –A –6.β. Κατά συνέπεια, μπορούν και νέοι νομικοί κανόνες για την προστασία διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας να περιορίσουν το εύρος της προστασίας υφισταμένων διπλωμάτων (βλ. την απόφαση Monsanto Technology, σκέψη 69).

79 – Βλ., όσον αφορά την άσκηση υφισταμένων εγκρίσεων, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Alto Sil (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σημείο 72).

80 – Βλ. την απόφαση Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 74, σκέψη 35) και τις προτάσεις μου στην υπόθεση Alto Sil (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 108).

81 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Alto Sil (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σημείο 110).

82 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Alto Sil (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σημείο 111).

83 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 185.

84 – Απόφαση WWF κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 46, σκέψεις 31 έως 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

85 – Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C-304/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2007, σ. I-7495, σκέψη 59, στο εξής: απόφαση Santa Caterina,).

86 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 188 επ.

87 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 169.

88 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 188 επ.

89 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 193 επ.

90 – Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, C‑334/04, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2007, σ. Ι‑9215, σκέψη 32).

91 – Βλ. τις αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑374/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Basses Corbières, Συλλογή 2000, σ. Ι-10799, σκέψεις 47 και 57), της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑388/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2007, σ. Ι-7555, σκέψη 18, στο εξής: απόφαση Valloni e steppe pedegarganiche,), και της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑186/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2007, σ. Ι-12093, σκέψη 26, στο εξής: απόφαση Kanal Segarra-Garrigues).

92 – Βλ., όσον αφορά την πραγματοποίηση τέτοιας εξετάσεως, την απόφαση Santa Caterina (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 85, σκέψεις 91 επ.) καθώς και τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση εκείνη στις 19 Απριλίου 2007, σημεία 61 επ.

93 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 199 επ.

94 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Alto Sil (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σημείο 112).

95 – Απόφαση Santa Caterina (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 85, σκέψη 83).

96 – Βλ., όσον αφορά τον έλεγχο της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής, τις αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2007, C‑326/05 P, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑6557, σκέψη 77), και της 6ης Νοεμβρίου 2008, C‑405/07 P, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑8301, σκέψη 55), καθώς και την εκάστοτε εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

97 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Alto Sil (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σημείο 112).

98 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 83 επ.

99 – Οι τόποι αυτοί χαρακτηρίζονται στην απόφαση 2006/613 με ένα αστέρι στη στήλη Γ.

100 – Βλ. τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, Διαχείριση των τόπων της Natura 2000 – Οι διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας περί οικοτόπων (92/43/ΕΟΚ), Λουξεμβούργο 2000, σ. 54.

101 – Βλ. την απόφαση Santa Caterina, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 85.

102 – Βλ. τις προτάσεις μου της 27ης Οκτωβρίου 2005 στην υπόθεση Lauteracher Ried (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35), σημείο 83.

103 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Lauteracher Ried (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 102, σημείο 84).

104 – Απόφαση Santa Caterina (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 83).


Δεν υπάρχουν σχόλια: