ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Η βιώσιμη μεταλλεία


Η  ΣτΕ  ΕΑ 398/2012 για τα Μεταλλεία Κασσάνδρας θα προκαλέσει αρκετή συζήτηση όπως αναμένεται. Με αφορμή λοιπόν αυτή τη συζήτηση θα εισφέρουμε κάποιες πληροφορίες που αναδεικνύουν το ρόλο της εξορυκτικής δραστηριότητας στη σύγχρονη Ευρώπη και τη διαμόρφωση της νομοθεσίας.

Στην Ευρώπη υπάρχουν πολλά μεταλλεία χρυσού και σε χώρες μάλιστα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Σουηδία (8 μεταλλεία της Boliden, το Blaiken mine, το Svartliden mine και το Faboliden mine), η Φινλανδία (Pahtavaara mine, Kittila mine, Orivesi mine), η Ισπανία (2 μεταλλεία της Rio Narcea), η Γροιλανδία (μεταλλείο Nalunaq), η Ιρλανδία (μεταλλείο Omagh), η Πορτογαλία με μεγάλα μεταλλευτικά έργα και σημαντικά έργα έρευνας για χρυσό. Επίσης υπάρχουν έργα έρευνας χρυσού και σε άλλες χώρες όπως η Ιταλία και η Σλοβακία. Ιδίως για την ανάπτυξη της εξορυκτικής βιομηχανίας χρυσού στη Φινλανδία και τις μεθόδους επεξεργασίας που χρησιμοποιεί με τρόπο πρωτοπόρο βλ. το παράρτημα 6 του παρόντος.

Στα Βαλκάνια  στη Βουλγαρία λειτουργεί το Chelopech, αδειοδοτήθηκε το Kardzhali και αδειοδοτείται το Krumovgrand, στην Ρουμανία αναμένεται η αδειοδότηση του μεταλλείου χρυσού της Rosia Montana, στη Σερβία ανακοινώθηκε η παραχώρηση τριών Δημόσιων Μεταλλείων σε μεγάλη εταιρεία χρυσού για την συνέχιση των ερευνών.
Στην γειτονική Τουρκία λειτουργούν τα μεταλλεία χρυσού του Cayeli του Mastra και του Kisladag  υπό κατασκευή δυο ακόμα μεταλλεία χρυσού το Efemcukuru και το Copler. Στην Τουρκία βρίσκονται σε εξέλιξη περίπου 70 έργα έρευνας χρυσού.

Η συγκεκριμένη δραστηριότητα απασχολεί τα κοινοτικά όργανα και οδηγεί σε ειδική εκτίμηση της σχέσης αυτής της δραστηριότητας με την περιβαλλοντική νομοθεσία. Τούτο ιδίως έγινε κρίσιμο μετά το γνωστό δυστύχημα στη Ρουμανία που επέβαλε μια συνολική αναθεώρηση των κοινοτικών θέσεων για την εξορυκτική βιομηχανία και ιδίως την εξόρυξη χρυσού. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία δεκαετία έχει αποδώσει σημαντικούς καρπούς και συμπεράσματα τα οποία υιοθετήθηκαν σε κανονιστικό επίπεδο[1].
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η όλη κοινοτική νομοθεσία έχουν αναλωθεί τα τελευταία χρόνια σε μία έντονη ενασχόληση για την ωρίμανση των απόψεων και των νομοθετικών κειμένων την οποία εκφράζει σε σειρά εγγράφων και κειμένων συμπεριλαμβανόμενης και της ειδικής οδηγίας για τα απόβλητα για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω. Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για την σχέση της μεταλλευτικής βιομηχανίας και του οικοσυστήματος (σχετικά βλ και το συνημμένο Παράρτημα στην παρούσα  3  Εγγραφο Κατευθύνσεων με τίτλο Εξόρυξη ορυκτών πλην ενεργειακών και το Δίκτυο Naruta 20000) του έτους 2011. Στην ανάπτυξη των θέσεων αυτών υιοθετούνται ας σημειωθεί απόψεις της φινλανδικής νομοθεσίας και πρακτικών που εκεί αναπτύχθηκαν λόγω της προωθημένης τεχνολογίας που έχει αναπτύξει η Φινλανδία.

« Μεταλλεία, μέταλλα και ανόργανα στοιχεία[2]
                    Λατομικά ορυκτά
Ο υπο-τομέας των λατομικών ορυκτών αποτελεί τον μεγαλύτερο τομέα  όσον αφορά τις ποσότητες των μετάλλων που εξορύσσονται και τον αριθμό των επιχειρήσεων και των εργαζομένων. Επίσης έχει τον υψηλότερο κύκλο εργασιών και την υψηλότερη προστιθέμενη αξία. Τα λατομικά ορυκτά είναι αδρανή υλικά (άμμος, χαλίκι και συνθλιμμένη φυσική πέτρα),διάφορα μωσαϊκά αργίλου, γύψος και φυσική διακοσμητική ή πέτρα. Η Eurostat  καταγράφει τα δεδομένα στους κωδικούς NACE CB14.1 και CB14.21.
Η ζήτησή τους είναι γενικά υψηλή (η Ευρώπη παράγει περίπου 3 δισεκατομμύρια τόνους το χρόνο) ενώ  συνήθως το κόστος τους ανά τόνο είναι σχετικά χαμηλό, και απαιτούν ένα πυκνό δίκτυο ορυχείων και λατομείων προκειμένου να μειώνονται οι αποστάσεις για τη μεταφορά και thus να περιορίζεται το κόστος (και οι σχετικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις) της μεταφοράς. Ο τομέας αποτελείται κυρίως από SMEs που λειτουργούν σε παραπάνω από 20.000 τόπους εξόρυξης, προμηθεύοντας κατά βάση τις τοπικές και περιφερειακές αγορές.
Ανταγωνισμός και εμπόριο
Η ζήτηση για αδρανή υλικά, γύψο και dimension πέτρα συνδέεται στενά το επίπεδο κατασκευής νεόδμητης κατοικίας, τη συντήρηση και επιδιόρθωση κτιρίων και την κλίμακα και έκταση των σχεδίων δημοσίων έργων. Σε περιόδους χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης, η επισκευή και η συντήρηση (ανακαίνιση) του υπάρχοντος κτιριακού δυναμικού θεωρείται ότι είναι στην πρώτη γραμμή της ζήτησης, αν και αυτό εξαρτάται επίσης από την έκταση του υπάρχοντος κτιριακού δυναμικού και τον αριθμό των εθνικών και τοπικών προγραμμάτων αστικής ανάπλασης. Ο κατασκευαστικός τομέας τυγχάνει ιδιαίτερης προσοχής ως ένας από τους σημαντικούς τομείς που επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από την χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση το 2008/2009.
Το σύνηθες κόστος για ένα λατομείο αδρανών υλικών μπορεί να ποικίλλει από περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ για ένα μικρό λατομείο με παραγωγή 0.25-0.5 εκατομμύρια τόνους το χρόνο έως μεταξύ 7 και 25 εκατομμύρια ευρώ για ένα μεγάλο λατομείο που παράγει παραπάνω από 1 εκατομμύριο τόνους το χρόνο. Ένα υπερ-λατομείο, που παράγει για περισσότερες χώρες, μπορεί να φτάσει το κόστος του άνω των 45 εκατομμυρίων ευρώ.
Η Ευρώπη είναι αυτάρκης όσον αφορά στην συνολική  παραγωγή, και το διεθνές εμπόριο είναι περιορισμένο, εξαιρουμένων του Βελγίου και της Ολλανδίας. Γενικά υπάρχει μια καλή σχέση συνολικής κατανάλωσης και πληθυσμού.
Η εξορυκτική παραγωγή γύψου στην ΕΕ έχει γενικά αυξηθεί από τις αρχές του 1990 και έφτασε περίπου τους 25 εκατομμύρια τόνους το 2004. Η Ισπανία είναι μακράν η μεγαλύτερη παραγωγός ορυκτού γύψου(πάνω από 10 εκατομμύρια τόνους το χρόνο) και, μαζί με την Γαλλία και την Γερμανία, αντιπροσωπεύουν τα 2/3 της παραγωγής στην ΕΕ. Η ΕΕ είναι η μεγαλύτερη παραγωγός ορυκτού γύψου στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας το 25% περίπου της παγκόσμιας παραγωγής.
Περίπου το 35% της παγκόσμιας παραγωγής φυσικής πέτρας γίνεται στην Ευρώπη, εκ των οποίων πάνω από το 80% στην Ιταλία, την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ο τομέας αντιμετωπίζει αυξανόμενο ανταγωνισμό τα τελευταία χρόνια από χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία. Ένας από τους λόγους της δυναμικής  της παραγωγής φυσικής πέτρας μέσα στην ΕΕ είναι ο πολύ μεγάλος αριθμός παλιών ιστορικών κτιρίων που απαιτούν με τους υπολογισμούς για τον αριθμό των πέτρινων μνημείων, κτιρίων και οδών που απαιτούν ανακαίνιση να κυμαίνεται μεταξύ 12 ως 18 φορές την παρούσα ετήσια κατανάλωση πέτρας στην ΕΕ.
Μια σχετικά μικρή αλλά αυξανόμενη ποσότητα αδρανών υλικών παράγεται από υποπροϊόντα άλλων βιομηχανικών διεργασιών, όπως φύσημα ή σκωρίες ηλεκτρικών κλιβάνων ή υπολείμματα της επεξεργασίας των ορυκτών όπως καολίνη(λευκός άργιλος) άμμος και υπολείμματα λατομικής πέτρας("δευτερεύοντα αδρανή υλικά") καθώς και από την επανεπεξεργασία υλικών που είχαν χρησιμοποιηθεί στον κατασκευαστικό κλάδο, περιλαμβανομένης της κατασκευής και κατεδάφισης και των ερμών των σιδηροδρομικών γραμμών("ανακυκλωμένα αδρανή υλικά").
Το 2004 πάνω από το 5% των αδρανών υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στην ΕΕ ανακυκλώθηκαν, αν και η σχετική συμβολή ποίκιλε σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των κρατών μελών. Στο χαμηλότερο επίπεδο, μερικές χώρες αναφέρουν ότι δεν χρησιμοποιούν καθόλου δευτερεύοντα ή ανακυκλωμένα αδρανή υλικά, ενώ άλλες αναφέρουν ότι πάνω από το 20% της εθνικής τους κατανάλωσης προέρχεται από τέτοιες πηγές χάρη σε ειδικά στοχευμένες εθνικές πολιτικές.
Επίσης στην περίπτωση του γύψου, εναλλακτικές πηγές, και πιο συγκεκριμένα ο συνθετικός γύψος που παράγεται σε σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύση άνθρακα ως υποπροϊόν της αποθείωσης των καυσαερίων(FGD), χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο.
Αειφορία
Η εξόρυξη λατομικών ορυκτών αναπόφευκτα επιδρά στη χρήση γης, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο είναι προσωρινό λόγω της μετέπειτα αποκατάστασης του εδάφους. Στην επιφανειακή εξόρυξη αυτό είναι συνήθως ορατό από την τρύπα που δημιουργείται από την μετακίνηση χώματος, υπερκειμένων και  ορυκτού-σωρούς αποθήκευσης από χώμα και υπερκείμενα-spoil tips και λεκάνες(επίσης γνωστές ως χώροι εναπόθεσης και ταμιευτήρες), μαζί με εξοπλισμό της μονάδας(π.χ. θραυστήρες και ιμάντες μεταφοράς), κτίσματα και δρόμους πρόσβασης.
Οι σύγχρονες μέθοδοι εργασίας, που περιλαμβάνουν την προοδευτική εξόρυξη και αποκατάσταση(εισάγοντας νέες έννοιες όπως "συνδυαστική λειτουργία"), προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν την έκταση γης πάνω στην οποία γίνονται εργασίες κάθε φορά(ήτοι το "αποτύπωμα" της βιομηχανίας), ενώ προσεκτικές εργασίες εξωραϊσμού(π.χ. χρησιμοποιώντας δέντρα ) μπορούν να περιορίσουν την ορατότητα των περιοχών.
Εκτός από θέματα διαχείρισης της γης, η βιομηχανία είναι πιθανόν να έχει ορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις(π.χ. αλλαγές στη ροή των υπόγειων υδάτων, απώλεια της βιοποικιλότητας, σκόνη και θόρυβο). Η αποτελεσματική διαχείριση αυτών των επιπτώσεων απαιτεί οι δραστηριότητες να είναι σύμφωνες με τη σχετική νομοθεσία που καλύπτει αυτά τα θέματα.
Ωστόσο, η βιομηχανία έχει κάνει πρόσφατα μεγάλα βήματα για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής της απόδοσης, και είναι γενικά αποδεκτό στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτό τον τομέα ότι πρέπει να συνδυάζουν τις δραστηριότητές τους με τη βιώσιμη ανάπτυξη και τις περιβαλλοντικές ανησυχίες.
Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Οργάνωση Αδρανών Υλικών UEPG συμμετείχε στην Αντίστροφη Μέτρηση 2010 πρωτοβουλία της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας(IUCN) για να συμβάλλει στην ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας μέχρι το 2010.
Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα μεμονωμένων εταιριών που έχουν ξεκινήσει προγράμματα από κοινού με περιβαλλοντικές οργανώσεις. Το Διεθνές Συμβούλιο Ορυκτών και Μετάλλων έχει επίσης καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές για την βιομηχανία εξόρυξης για να ενσωματώσει τους προβληματισμούς για τη βιοποικιλότητα στις εταιρικές στρατηγικές και πρακτικές.
Δεδομένου ότι η βιομηχανία και οι αντιπρόσωποι μερικών κρατών μελών αναγνώρισαν ότι η Οδηγία Habitats και η απαίτησή της να χαρακτηρίζει εδάφη ως περιοχές κοινοτικής σημασίας και να διαμορφώσει ένα δίκτυο προστατευόμενων περιοχών(Natura 2000) είχε τη μεγαλύτερη δυνατή επίδραση στην βιομηχανία, η Επιτροπή επί του παρόντος οριστικοποιεί τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς το πώς να συμβιβάσει τις εξορυκτικές δραστηριότητες με ένα υψηλό επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χθες(4 Οκτωβρίου) παρείχε νέες κατευθυντήριες γραμμές για να συμβιβάσει τη ζήτηση για εξόρυξη πολύτιμων πρώτων υλών με το πρόγραμμα Natura 2000 για τις προστατευόμενες περιοχές.
Οι απόψεις αυτές καταδεικνύουν ότι η εξορυκτική βιομηχανία δεν είναι ασύμβατη με τη Natura 2000 και τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου (το σχετικό κείμενο προσαρτάται στο παρόν ως παράρτημα 3).
Οι νέες κατευθυντήριες γραμμές εφαρμόζονται στην αποκαλούμενη "μη ενεργειακή εξορυκτική βιομηχανία"-μεταλλεία, μέταλλα και ανόργανα στοιχεία-της οποίας η μέθοδος εξόρυξης μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της βιοποικιλότητας.
Περιοχές που περιέχουν πόρους όπως λίθιο, μαγνήσιο και πλατίνα, που είναι βασικά υλικά για την κατασκευή καθημερινών προϊόντων όπως υπολογιστών και φαρμάκων, μπορεί να βρίσκονται σε περιοχές εντασσόμενες στο δίκτυο προστατευόμενων οικολογικών περιοχών του Natura 2000.
O Ευρωπαίος Επίτροπος Περιβάλλοντος Janez Potocnik και ο συνάδελφός του Antonio Tajani, υπεύθυνος για τη βιομηχανία και την επιχειρηματικότητα, δήλωσαν ότι οι κατευθυντήριες γραμμές θα βοηθήσουν τα κράτη μέλη και τις εξορυκτικές βιομηχανίες να συμμορφωθούν με τις Οδηγίες της ΕΕ για τους οικοτόπους και τα πουλιά.
" Αυτές οι νέες κατευθυντήριες γραμμές θα δώσουν στα κράτη και τη βιομηχανία μια σαφή εικόνα σχετικά με την ανάληψη μη-ενεργειακών εξορυκτικών δραστηριοτήτων σε συμφωνία με τις απαιτήσεις του Natura 2000. Δεν πρόκειται για αλλαγή στη νομοθεσία ή στην πολιτική, αλλά απλά για κατευθυντήριες γραμμές πάνω σε υπάρχον δίκαιο", ανέφεραν οι δύο σε δήλωσή τους.
Η εξορυκτική βιομηχανία δέχεται συστάσεις για το πώς να ελαχιστοποιεί την περιβαλλοντική ζημία με το υποβάλλεται σε μια "κατάλληλη αξιολόγηση". Συνεπώς, ρυπογόνα εξορυκτικά προγράμματα μπορεί ακόμα να επιτρέπονται, εάν έχουν παρθεί μέτρα που περιορίζουν τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον.
Ένας από τους σκοπούς του τρέχοντος Προγράμματος Δράσης για το Περιβάλλον είναι να εξασφαλίσει ότι η κατανάλωση των πόρων "δεν υπερβαίνει την φέρουσα ικανότητα του περιβάλλοντος" και ότι η σύνδεση μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και χρήσης πόρων δεν διασπάται.
Οι επικριτές υποστηρίζουν, όμως, ότι η κίνηση ισοδυναμεί με "'άνοιγμα" των προστατευόμενων περιοχών για εξόρυξη κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Έτους Βιοποικιλότητας. "Ο βασικός μας στόχος είναι να ανταποκριθούμε στις ανάγκες της βιομηχανίας ,"δήλωσαν οι επίτροποι, "και ταυτόχρονα να αποφύγουμε τις αρνητικές επιπτώσεις στην άγρια ζωή και τη φύση".
Τα νέα μέλη της ΕΕ όπως η Πολωνία προσπαθούν να εφαρμόσουν τις Οδηγίες για τους οικοτόπους και τα πουλιά ενώ χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό τον άνθρακα και άλλους φυσικούς πόρους. Ο ετήσιος κύκλος εργασιών της εξορυκτικής μη-ενεργειακής βιομηχανίας της ΕΕ για καθοριστικής σημασίας πόρους είναι 49 δισεκατομμύρια ευρώ, απασχολώντας 287.000 άτομα.
Η λίστα των περιοχών που εντάσσονται στο πρόγραμμα δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, αλλά αφορά δυνητικά τις 26.000 υπάρχουσες περιοχές Natura, οι περισσότερες από τις οποίες είναι ιδιόκτητες.
Εξόρυξη και βιοποικιλότητα: φίλοι ή εχθροί?
Η τελευταία αναφορά από το πρόγραμμα των Οικονομικών των Οικοσυστημάτων και της Βιοποικιλότητας(TEEB) υποστήριζε ότι  αρκετοί βιομηχανικοί τομείς δείχνουν ενδιαφέρον για την προστασία της φύσης, υπολογίζοντας την ετήσια αξία της απώλειας δασών σε όλο τον κόσμο σε $2-5 τρισεκατομμύρια, για παράδειγμα.
Πράγματι, η αποστράγγιση των μεταλλείων μπορεί να προκαλέσει την ύπαρξη βαρέων μετάλλων που επηρεάζουν την ποιότητα του εδάφους και του νερού, που είναι εξίσου σημαντικά τόσο για τα οικοσυστήματα όσο και για την βιομηχανία.
Οι εξορυκτικές εταιρίες έχουν υποστηρίξει, όμως, ότι αντί να βλάπτουν το περιβάλλον, η δραστηριότητά τους μπορεί στην πραγματικότητα να δημιουργεί και να διαφυλάττει νέους οικοτόπους με το να διατηρεί ρηχές δεξαμενές πάνω από τις εξορυκτικές μονάδες όπου αμφίβια μπορούν να αναπαράγονται, για παράδειγμα, αντί να ξαναγεμίζονται οι χρησιμοποιημένοι λάκκοι.
Η Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών για την Βιοποικιλότητα θα συνεδριάσει στην Nagoya, Ιαπωνία μεταξύ 18 και 29 Οκτωβρίου προκειμένου να διαπραγματευτεί ένα μετα-2010 πλαίσιο για την εξόρυξη πόρων σε συνδυασμό με την ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας. Ο τελευταίος στόχος δεν επετεύχθη στο πρόγραμμα Natura 2000 της ΕΕ, το οποίο έτρεξε ως το 2001".

Δεν υπάρχουν σχόλια: