ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

ΣΤΕ ΟΛ 376/2014 THE ATHENS MALL

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΧΟΥΜΕ.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕ ΟΛ 376/2014 ΕΔΩ



Αριθμός 376/2014 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Ρόζος, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ευθ. Αντωνόπουλος, Π. Καρλή, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Π. Μπραΐμη, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, 
Κ. Κονιδιτσιώτου, Σ. Κωνσταντίνου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι K. Φιλοπούλου και Δ. Μακρής καθώς και η Πάρεδρος 
Σ. Κωνσταντίνου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. 
Για να δικάσει την από 19 Φεβρουαρίου 2004 αίτηση: 
των : 1) Παναγιώτη Κ. Θεοδωρόπουλου, κατοίκου Αθηνών (Πλ. Αγίων Θεοδώρων 2), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Αικατερίνη Ψάλτη (Α.Μ. 15040), που νομιμοποιήθηκε στην προηγούμενη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, 2) Δορύλαου Κλαπάκη, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (Όθωνος 4), ο οποίος με την από 2 Μαΐου 2006 έγγραφη δήλωσή του παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης και 3) Σωματείου με την επωνυμία «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής (Νερατζιωτίσης 35), το οποίο παρέστη με την ίδια ως άνω δικηγόρο Αικατερίνη Ψάλτη, που νομιμοποιήθηκε στην προηγούμενη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, 
κατά των : 1) Υπουργού Εσωτερικών, 2) Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, 3) Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, 4) Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και 5) Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, οι οποίοι παρέστησαν με την Αφροδίτη Κουτούκη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους, 
και κατά των παρεμβαινόντων : 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Lamda Olympia Village Ανώνυμη Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων» (πρώην «Δημοτική Επιχείρηση Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας του Δήμου Αμαρουσίου»), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής (Λαοδικείας 16 και Νυμφαίου), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους : α) Χρήστο Πολίτη (Α.Μ. 2740), β) Φίλιππο Σπυρόπουλο (Α.Μ. 7310) και γ) Γεώργιο Δελλή (Α.Μ.15582), που τους διόρισε με πληρεξούσιο και 2) Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.), που εδρεύει στην Αθήνα (Σολωμού 60), ο οποίος καταργήθηκε με τις υπ΄ αριθμ. 7 και 9/2012 Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) και προς τακτοποίηση των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων, η ορισθείσα Προσωρινή Ενιαία Διοικούσα Επιτροπή (ΠΕΔΕ) παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Γιαννόπουλο (Α.Μ. 4399), που τον διόρισε ο Πρόεδρος της με Πράξη του. 
Η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στην Ολομέλεια μετά την υπ’ αριθμ. 4076/2010 αναβλητική απόφασή της και κατόπιν της από 13 Ιουλίου 2012 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. β΄, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989. 
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν «οι εις το ΦΕΚ Α΄ 302/24.12.2003, υπό το ένδυμα νόμου (3207/03, αρθ. 6), εμπεριεχόμενες πολεοδομικές ρυθμίσεις, ήτοι εγκρίσεως ρυμοτομικού σχεδίου στον χώρον Ο.Α.Κ.Α. Αμαρουσίου, εγκρίσεως πράξεων εφαρμογής, άδεια κατασκευής εγκαταστάσεων, καθορισμός χρήσεων, εγκρίσεως της θέσεως και διατάξεως των κτιρίων διά χαρακτηρισμού της τοιαύτης εγκρίσεως ως πολεοδομική άδεια και, τέλος, άδεια απ’ ευθείας εκποιήσεως των ακινήτων του Ο.Ε.Κ.». 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ν. Ρόζου. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια δικηγόρο των αιτούντων που παρέστησαν, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξούσιους των παρεμβαινόντων και την αντιπρόσωπο των Υπουργών, που ζήτησαν την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ειδικά έντυπα παραβόλου σειράς Α΄ 657024 και 670724 του 2004). 
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση «των εις το ΦΕΚ Α΄ 302/24.12.2003, υπό το ένδυμα νόμου (3207/03, αρθ. 6), εμπεριεχομένων πολεοδομικών ρυθμίσεων, ήτοι εγκρίσεως ρυμοτομικού σχεδίου στον χώρον Ο.Α.Κ.Α. Αμαρουσίου, εγκρίσεως πράξεων εφαρμογής, αδείας κατασκευής εγκαταστάσεων, καθορισμού χρήσεων, εγκρίσεως της θέσεως και διατάξεως των κτιρίων δια χαρακτηρισμού της τοιαύτης εγκρίσεως ως πολεοδομικής αδείας και, τέλος, αδείας απ’ ευθείας εκποιήσεως των ακινήτων του Ο.Ε.Κ.». 
3. Επειδή, με δήλωσή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας (Π2428/2.5.2006) ο δεύτερος από τους αιτούντες (Δορύλαος Κλαπάκης) υπέβαλε παραίτηση από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως. Επίσης, με δήλωσή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η Α.Ε. με την επωνυμία «Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων - Αθήνα 2004 Α.Ε.» υπέβαλε παραίτηση από το δικόγραφο της παρεμβάσεως που είχε ασκήσει στην ανοιγείσα με την υπό κρίση αίτηση δίκη. 
4. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Α.Ε. «ΟΕΟΑ Αθήνα 2004 Α.Ε.», στο πλαίσιο της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004, ανέλαβε την υποχρέωση να εξασφαλίσει επαρκή και κατάλληλη φιλοξενία στους διαπιστευμένους, κατά την διάρκεια των Αγώνων, εκπροσώπους των μέσων μαζικής ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.). Ενόψει της υποχρεώσεώς της αυτής υπέγραψε μνημόνιο στις 20.3.2001 και, ακολούθως, στις 13.12.2001, σύμβαση με τον Δήμο Αμαρουσίου, με την οποία ο Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση να διαμορφώσει κατάλληλα και να παραδώσει στην προαναφερόμενη Α.Ε. την χρήση χώρου ιδιοκτησίας αυτού για την φιλοξενία των εν λόγω εκπροσώπων των Μ.Μ.Ε. Ο χώρος αυτός αποτελείται από ιδιωτικά ακίνητα του Δήμου ή από ακίνητα που ο Δήμος απέκτησε εξ αγοράς από ιδιώτες ή κατόπιν απαλλοτριώσεως ή πολεοδομήσεως, βάσει πράξεων εφαρμογής, και ευρίσκεται δίπλα στις εγκαταστάσεις του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθηνών, στην Πολεοδομική Ενότητα υπ’ αριθμ. 6 του ισχύοντος Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου. Εξ άλλου, ο αυτός Δήμος μαζί με την Α.Ε. υπό την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας του Δήμου Αμαρουσίου Α.Ε.» (ήδη LAMDA OLYMPIA VILLAGE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ) υπέγραψαν στις 20 Νοεμβρίου 2001 προγραμματική συμφωνία με τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) για την εκμετάλλευση ακινήτου ιδιοκτησίας του τελευταίου, εκτάσεως 43.711 τ.μ., συνορεύοντος με τον προαναφερθέντα χώρο ιδιοκτησίας του Δήμου. Στο πλαίσιο της προγραμματικής αυτής συμφωνίας, ο Δήμος και η προαναφερθείσα Α.Ε. ανέλαβαν την υποχρέωση να κατασκευάσουν αυτοτελές κτίριο γραφείων, για λογαριασμό του Ο.Ε.Κ. στο τελευταίο αυτό ακίνητο, που ευρίσκεται σε περιοχή στερούμενη εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως κατά το χρόνο υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας αλλά μέσα στα όρια της Πολεοδομικής Ενότητας 17 του ισχύοντος Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (εφεξής Γ.Π.Σ.) του Δήμου Αμαρουσίου. Και για τις δύο αυτές Πολεοδομικές Ενότητες (6 και 17), το Γ.Π.Σ. του Δήμου, με την τελευταία του τροποποίηση πριν από την θέση σε ισχύ του Ν. 2947/2001 «Θέματα Ολυμπιακής Φιλοξενίας, Έργων Ολυμπιακής Υποδομής κ.λπ.» (ΦΕΚ 228 Α’/9.10.2001) προέβλεπε μέσο συντελεστή δόμησης 0,8. Η τροποποίηση αυτή θεσπίστηκε, όπως προκύπτει από το προοίμιο της σχετικής αποφάσεως του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. 31477/6487/27.10.1997 (ΦΕΚ 977 Δ΄/11.11.1997), ύστερα από εκτίμηση των στόχων και κατευθύνσεων του Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αθήνας (εφεξής Ρ.Σ.Α., Ν. 1515/1985, ΦΕΚ 18 Α΄). Ως προς τις χρήσεις γης των συγκεκριμένων περιοχών των Πολεοδομικών Ενοτήτων 6 και 17 (δηλαδή των ως άνω χώρων ιδιοκτησίας του Δήμου Αμαρουσίου και του Ο.Ε.Κ., αντίστοιχα), είχε με την εν λόγω τροποποίηση του Γ.Π.Σ. καθορισθεί ως χρήση εκείνη της «αμιγούς κατοικίας». Εν συνεχεία δημοσιεύτηκε ο ανωτέρω Ν. 2947/2001, στο άρθρο 2 του οποίου καθορίζονται διάφορες περιοχές για την υποδοχή εγκαταστάσεων φιλοξενίας των εκπροσώπων των Μ.Μ.Ε. (τα επονομαζόμενα «χωριά τύπου»), όπως οι περιοχές αυτές απεικονίζονται σε θεωρημένο διάγραμμα υπό κλίμακα 1:25.000, αντίγραφο του οποίου σε φωτοσμίκρυση δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ. Μεταξύ των περιοχών αυτών είναι και περιοχή προσδιοριζόμενη ως εξής : «Εκτάσεις ιδιοκτησίας του Δήμου Αμαρουσίου, ιδιοκτησίας του Ο.Ε.Κ. και ιδιοκτησίας ιδιωτών στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής» (παρ. 1 περιπτ. δ’ του εν λόγω άρθρου 2). Στην ίδια διάταξη ορίζεται, περαιτέρω, αφ’ ενός μεν ότι ο συντελεστής δόμησης για το σύνολο των οικοδομησίμων χώρων των παραπάνω εκτάσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1, αφ’ ετέρου δε ότι από τις επίμαχες περιοχές η μεν περιοχή ιδιοκτησίας του Ο.Ε.Κ. (περιοχή για την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, επί τη βάσει της προαναφερθείσης προγραμματικής συμφωνίας ο Δήμος Αμαρουσίου ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει για λογαριασμό του εν λόγω Οργανισμού κτίριο γραφείων) θα λειτουργήσει μετά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων ως χώρος υποδοχής χρήσεων πολεοδομικού κέντρου, ενώ οι υπόλοιπες περιοχές (οι εκτάσεις δηλαδή ιδιοκτησίας του Δήμου Αμαρουσίου) ως χώροι αμιγούς κατοικίας. Ακολούθως στην παρ. 2α του ίδιου άρθρου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΠΕ.Χ.Ω.Δ.Ε.) και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδονται ύστερα από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (Κ.Σ.Χ.Ο.Π.), οριοθετούνται οι παραπάνω περιοχές και καθορίζονται και εγκρίνονται ειδικότερα οι γενικοί και ειδικοί όροι και περιορισμοί δομήσεως, οι τυχόν ειδικότερες χρήσεις γης, η γενική διάταξη των σχετικών εγκαταστάσεων και των συνοδευτικών τους δραστηριοτήτων καθώς και τα προβλεπόμενα δίκτυα υποδομής. Τέλος, στην παρ. 2β του αυτού άρθρου ορίζεται ότι με τις κοινές αυτές υπουργικές αποφάσεις εγκρίνεται ή τροποποιείται επιπλέον και το ρυμοτομικό σχέδιο των παραπάνω περιοχών και ότι η δημοσίευση των σχετικών εγκριτικών αποφάσεων έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλης κατά το Ν.Δ/μα της 17.7/16.8.1923. Κατόπιν δημοσιεύτηκε ο Ν.3010/2002 «Εναρμόνιση του Ν. 1650/1986 με τις Οδηγίες 97/11 Ε.Ε. και 96/61 Ε.Ε., διαδικασία οριοθέτησης και ρυθμίσεις θεμάτων για τα υδατορέματα και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 91 Α’/25.4.2002). Με το άρθρο 11 παρ. 2 περιπτ. β’ αυτού αντικαταστάθηκε η διάταξη του προπαρατεθέντος άρθρου 2 παρ. 1 περιπτ. δ’ του Ν. 2947/2001, με την οποία είχε ορισθεί ότι ο συντελεστής δόμησης για το σύνολο των οικοδομησίμων χώρων των επιμάχων εκτάσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1 και ορίστηκε, αντ’ αυτού ότι «Ο μέσος συντελεστής δόμησης για το σύνολο των οικοδομησίμων χώρων των παραπάνω εκτάσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1 και ο συντελεστής δόμησης κάθε οικοδομικού τετραγώνου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το 2». Η διάταξη αυτή προτάθηκε ενώπιον της Βουλής με τροπολογία της 8ης Μαρτίου 2002 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, όπως δε ρητώς αναφέρεται στην αιτιολογική της έκθεση, με την νέα αυτή ρύθμιση επιδιώχτηκε να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι ο ήδη καθορισθείς με το Ν. 2947/2001 γιά την επίμαχη περιοχή συντελεστής δόμησης 1 είναι ο μέσος και ότι το όριο αυτό του 1 έχει τεθεί γιά το σύνολο των οικοδομησίμων χώρων. Περαιτέρω από τις συζητήσεις ενώπιον της Βουλής σχετικά με την τροπολογία αυτή (βλ. παρεμβάσεις της Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. κυρίως κατά τη συνεδρίαση ΡΙΔ΄ 3.4.2002 - Πρακτικά Ολομελείας Ι Περιόδου Συνόδου Β΄ σελ. 4935, 4936 και 4950) προκύπτει ότι η ρύθμιση αυτή προτείνεται για να δοθεί η προαναφερθείσα διευκρίνιση, αλλά και προκειμένου να καταστεί εφικτό να καθορισθεί συντελεστής δόμησης ακόμη μεγαλύτερος από τον συντελεστή 1 (που είχε, κατά τα ανωτέρω, ήδη προβλεφθεί κατ’ ανώτατο όριο με την προαναφερθείσα διάταξη του Ν. 2947/2001) και μέχρι 2 στον χώρο ιδιοκτησίας του Ο.Ε.Κ., για τον οποίο η τελευταία αυτή διάταξη είχε προβλέψει ως χρήσεις γης τις χρήσεις πολεοδομικού κέντρου και για τον οποίο υπήρχε η πρόθεση να χρησιμοποιηθεί, εκτός από γραφεία του Ο.Ε.Κ., και για την εγκατάσταση εμπορικού κέντρου. Κατ’ επίκληση των διατάξεων αυτών του άρθρου 2 παρ. 1 (περ. δ) και παρ. 2 (περ. α, β) του Ν. 2947/2001, όπως τροποποιηθείσες κατά τα ανωτέρω με το Ν. 3010/2002 ισχύουν, εκδόθηκε η κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως, ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως 16043/12.8.2002 (ΦΕΚ 705 Δ’/14.8.2002), με την οποία οριοθετήθηκε η επίμαχη έκταση του χώρου φιλοξενίας των εκπροσώπων των Μ.Μ.Ε. και του προσωπικού ασφαλείας για την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων (παρ. Ι 1), εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της προοριζομένης, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 2947/2001, για την υποδοχή εγκαταστάσεων φιλοξενίας των εκπροσώπων των Μ.Μ.Ε. περιοχής, που αποτελούσε την Πολεοδομική Ενότητα 17 του Γ.Π.Σ. του Δήμου Αμαρουσίου, τροποποιήθηκε το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο (παρ. Ι 2) και καθορίστηκαν η γενική διάταξη των κτιρίων (παρ. Ι 3) καθώς και οι όροι και περιορισμοί δομήσεως της περιοχής αυτής αναλυτικά (παρ. ΙΙ), στο πλαίσιο της προαναφερθείσης διατάξεως του Ν. 2947/2001 (αρθρ. 2 παρ. 1 περ. δ’ - όπως ήδη κατά τα ανωτέρω ίσχυε). Συγκεκριμένα, με την προαναφερόμενη διοικητική πράξη η περιοχή διαιρέθηκε σε 4 οικοδομικά τετράγωνα (εφεξής Ο.Τ.) και σε χώρο παιδικού σταθμού - αναψυχής. Για το Ο.Τ. 1 (έκταση ιδιοκτησίας του Ο.Ε.Κ.) καθορίστηκε συντελεστής δομήσεως 2 (κατ’ εξάντληση του ανωτάτου ορίου της επίμαχης διατάξεως του ν. 2947/2001, όπως τροποποιήθηκε) και κάλυψη 70, σε ό,τι δε αφορά τις χρήσεις γης απλώς επαναλήφθηκε η πιο πάνω νομοθετική πρόβλεψη και ορίστηκε ότι το Ο.Τ. αυτό θα υποδεχθεί τις εν γένει χρήσεις πολεοδομικού κέντρου (κατά την έννοια του από 23.2.1987 π.δ/τος), με εξαίρεση τα επαγγελματικά εργαστήρια χαμηλής όχλησης, τα πρατήρια βενζίνης και τις εγκαταστάσεις μέσων μαζικής μεταφοράς. Για τα υπόλοιπα οικοδομικά τετράγωνα (τα αντιστοιχούντα δηλ. στις εκτάσεις ιδιοκτησίας του Δήμου Αμαρουσίου), σε ό,τι μεν αφορά τις χρήσεις γης επαναλήφθηκε με την παραπάνω απόφαση η ρύθμιση του νόμου, που προέβλεπε για τα οικοδομικά αυτά τετράγωνα χρήση αμιγούς κατοικίας, σε ό,τι δε αφορά τον συντελεστή δομήσεως και, ενόψει του ότι για το Ο.Τ. 1 είχε καθορισθεί συντελεστής 2, καθορίστηκαν γι’ αυτά συντελεστές δομήσεως από 0,55 μέχρι 0,85, προκειμένου να καταστεί εφικτή η τήρηση της επιταγής του νόμου, δηλαδή ο μέσος συντελεστής όλων των Ο.Τ. να μην υπερβαίνει το 1. Ειδικότερα, για το Ο.Τ. 2 καθορίστηκε συντελεστής δομήσεως 0,55 και κάλυψη 40%, για το Ο.Τ. 3 συντελεστής δομήσεως 0,75 με μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση 8.207,7 τ.μ. και κάλυψη 40%, για το Ο.Τ. 4 συντελεστής δομήσεως 0,85 με μέγιστη δόμηση 13.457,81 τ.μ. και κάλυψη 40% και για το χώρο παιδικού σταθμού, αναψυχής, αθλητισμού, συντελεστής δομήσεως 0,10, μέγιστη δόμηση 220 τ.μ., μέγιστο ύψος 4,50 μέτρα και κάλυψη 10%. Η ως άνω Κ.Υ.Α. ακυρώθηκε τελικώς με την 1528/2003 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που δημοσιεύτηκε την 6.6.2003, με την ακόλουθη αιτιολογία : «Με τη διάταξη του αρθρ. 2 παρ. 1 περιπτ. δ’ του ν. 2947/2001, ο νομοθέτης αφενός μεν προέβη στον καθορισμό ως χρήσεων γης για την έκταση ιδιοκτησίας του Ο.Ε.Κ. καθόσον αφορά για την χρονική περίοδο μετά την λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων προβλέποντας τη χρήση του «πολεοδομικού κέντρου» ενώ … σύμφωνα με το προϊσχύον πολεοδομικό καθεστώς (απόφαση υπ’ αριθμ. 31477/6487/ 27.10.1997 του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. περί τροποποιήσεως του Γ.Π.Σ.) είχε θεσπισθεί για την έκταση αυτή η χρήση της αμιγούς κατοικίας, αφετέρου δε προέβη σε αύξηση του συντελεστού δόμησης για το σύνολο της επίμαχης περιοχής από 0,8 κατά μέσο όρο που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε επί τη βάσει του προϊσχύοντος πολεοδομικού καθεστώτος, σε 1, ενώ με την νεότερη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 β του ν. 3010/02 τροποποιήθηκε περαιτέρω η εν λόγω διάταξη για να διευκρινισθεί ότι ο νέος αυτός αυξημένος στο 1 συντελεστής νοείται ως μέσος συντελεστής για το σύνολο των οικοδομικών τετραγώνων της επίμαχης περιοχής. Με τα δεδομένα όμως αυτά, οι συγκεκριμένες αυτές ρυθμίσεις του ν. 2947/2001 επιφέρουν … ανεπίτρεπτη κατ’ άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος επιδείνωση του οικιστικού περιβάλλοντος και των όρων διαβιώσεως των κατοίκων, όπως είχαν διαμορφωθεί με το προϊσχύσαν πολεοδομικό καθεστώς, εφ’ όσον με αυτές μεταβάλλονται στη συγκεκριμένη περιοχή επί τα χείρω οι χρήσεις γης με την επιβολή δυσμενεστέρων από την άποψη της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος χρήσεων, αυξάνεται δε σ’ αυτήν ο μέσος συντελεστής δόμησης, με συνέπεια να αυξάνεται σε σχέση με το παρελθόν ο αριθμός των δυναμένων να οικοδομηθούν συνολικά στην περιοχή επιφανειών. Περαιτέρω οι ρυθμίσεις αυτές, οι οποίες μάλιστα προβλέπονται ως πάγιες για την περίοδο μετά τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων, θεσπίστηκαν χωρίς ούτε στον ίδιο το νόμο ούτε στην εισηγητική του έκθεση να γίνεται επίκληση ειδικού πολεοδομικού λόγου, ο οποίος επέβαλλε την μεταβολή προς την συγκεκριμένη κατεύθυνση των πολεοδομικών ρυθμίσεων που είχαν καθιερωθεί με το μέχρι τότε ισχύον οικείο Γ.Π.Σ. (με πράξη δηλαδή εκδοθείσα επί τη βάσει σταθμίσεων και εκτιμήσεων προβλεπομένων από την πάγια πολεοδομική διαδικασία) σχετικά με τις χρήσεις γης στο συγκεκριμένο Ο.Τ. και με τον μέσο συντελεστή δόμησης στην οριοθετούμενη περιοχή. Τέλος, ούτε από τα οικεία πρακτικά των συζητήσεων του νόμου ενώπιον του οικείου Τμήματος διακοπής εργασιών της Βουλής του θέρους 2001 ούτε εξ άλλου από τα πρακτικά συζητήσεων της Βουλής σχετικά με το μεταγενέστερο νόμο 3010/2002, προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη τέτοιος ειδικός και συγκεκριμένος πολεοδομικός λόγος, ο οποίος, συνδυαζόμενος τυχόν με στάθμιση και άλλων μη αμιγώς πολεοδομικών αναγκών, θα καθιστούσε ενδεχομένως, μετά από εκτίμηση των επιπτώσεων στο οικιστικό περιβάλλον, επιτρεπτές συνταγματικά τις συγκεκριμένες δυσμενείς, κατ’ αρχήν, για το περιβάλλον μεταβολές. Συνεπώς, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής ως αντικείμενες στο άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι εν λόγω διατάξεις του ν. 2947/2001 (άρθρ. 2 παρ. 1 περιπτ. δ’ εδάφια δεύτερο και τέταρτο) όπως ήδη ισχύουν, τροποποιηθείσες κατά τα ανωτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2β του ν. 3010/2002. Δοθέντος δε ότι οι ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης στις περιοχές των πολεοδομικών ενοτήτων εν γένει (χρήσεις γης, συντελεστές δόμησης, ρυμοτομικό σχέδιο, οριοθέτηση) τελούν σε πλήρη αλληλεξάρτηση και είναι άδηλον αν ο κανονιστικός νομοθέτης θα έστεργε στη διατήρηση σε ισχύ επί μέρους ρυθμίσεων, πρέπει η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, που ερείδεται στις εν λόγω αντίθετες με το Σύνταγμα νομοθετικές διατάξεις, να ακυρωθεί στο σύνολό της». Επακολούθησε η έκδοση του Ν. 3207/2003 «Ρύθμιση Θεμάτων Ολυμπιακής προετοιμασίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 302 Α’/24.12.2003). Με την περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. αυτού εγκρίθηκε ρυμοτομικό σχέδιο στον υπερτοπικό πόλο του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθήνας, με τον καθορισμό οικοδομήσιμων χώρων, οδών, πεζοδρόμων, κοινοχρήστου χώρου πρασίνου και τη δημιουργία δευτερεύοντος δικτύου πρασίνου αποκλειστικά για πεζούς, τροποποιήθηκε το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο με την κατάργηση οικοδομικών τετραγώνων, οδών, κοινοχρήστων χώρων, τη δημιουργία νέων οικοδομικών τετραγώνων και τον καθορισμό οδών, πεζοδρόμων, κοινοχρήστων χώρων πρασίνου και χώρου παιδικού σταθμού - αναψυχής - αθλητισμού, όπως οι ρυθμίσεις αυτές φαίνονται στο διάγραμμα κλίμακας 1:2000 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Τοπογραφικών Εφαρμογών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του οποίου αντίτυπο σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύθηκε με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Περαιτέρω, με την ως άνω παράγραφο ορίσθηκε ότι η έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου επέχει θέση έγκρισης Πράξης Εφαρμογής για την παραπάνω περιοχή και ότι για τον σκοπό αυτόν, προτάσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 2947/2001 θεωρείται ότι επάγονται όλα τα έννομα αποτελέσματά τους και για την παρούσα ρύθμιση. Ακολούθως, με την περ. β’ της αυτής παρ. 1 του ως άνω άρθρου 6 καθορίσθηκαν όροι και περιορισμοί δόμησης ανά οικοδομικό τετράγωνο. Ειδικότερα, στο Ο.Τ. 1 καθορίζεται συντελεστής δομήσεως 1,90, μέγιστη δόμηση 70.255 τ.μ. και κάλυψη 60% (με την ακυρωθείσα ΚΥΑ, όπως προαναφέρεται, ήταν αντιστοίχως 2,00 και 70%, χωρίς να καθορίζεται μέγιστη δόμηση), στο Ο.Τ. 2 συντελεστής δομήσεως 0,60 με μέγιστη δόμηση 25.650 τ.μ. και κάλυψη 40% (με την ακυρωθείσα ΚΥΑ, όπως προαναφέρεται, ήταν αντιστοίχως 0,55 χωρίς όριο μέγιστης δομήσεως και η αυτή κάλυψη), στο Ο.Τ. 3 ο αυτός συντελεστής δομήσεως (0,75) αλλά με μέγιστη δόμηση 8.220 τ.μ. αντί 8.207,70 που προέβλεπε η ακυρωθείσα ΚΥΑ, στο Ο.Τ. 4 συντελεστής δομήσεως 1,25 και μέγιστη δόμηση 17.150 (με την ακυρωθείσα ΚΥΑ ήταν αντιστοίχως 0,85 και 13.457,81 τ.μ. η δε κάλυψη αυτή, ήτοι 40%) και στο Ο.Τ. 5 (χώρο παιδικού σταθμού, αθλητισμού, αναψυχής) συντελεστής δομήσεως 0,01 μέγιστη δόμηση 99,55 τ.μ. και ύψος 4,50 τ.μ. (με την ακυρωθείσα ΚΥΑ ήταν αντιστοίχως 0,10, 220 τ.μ. και το αυτό ύψος και κάλυψη, ήτοι 10%). Στην συνέχεια με την περ. γ’ της αυτής παρ. 1 προβλέφθηκε ότι στα οικοδομικά τετράγωνα που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση επιτρέπεται η κατασκευή μόνιμων εγκαταστάσεων για τη δημιουργία Ολυμπιακού Χωριού Φιλοξενίας των Δημοσιογράφων και ότι «μετά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στο οικοδομικό τετράγωνο 1 επιτρέπονται οι χρήσεις που προβλέπονται στην περ. ε’ της παρ. 2.3 του Παραρτήματος Α΄ του άρθρου 15 του Ν. 1515/1985 (Α΄ 18), όπως η παρ. αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2730/1999 (Α΄ 130), με εξαίρεση τις χρήσεις των περιπτώσεων 2, 12, 14, 16, 17, 18 και 19 του άρθρου 8 του από 23.2/6.3.1987 προεδρικού διατάγματος (Δ΄ 166), όπως ισχύει, ενώ με την ακυρωθείσα ΚΥΑ προεβλέπετο η χρήση πολεοδομικού κέντρου. Στα οικοδομικά τετράγωνα 2 και 3 επιτρέπεται η χρήση αμιγούς κατοικίας, όπως και με την ακυρωθείσα ΚΥΑ. Στο οικοδομικό τετράγωνο 4 επιτρέπεται η χρήση κατοικίας και η χρήση γραφείων, ενώ με την ακυρωθείσα προεβλέπετο η χρήση αμιγούς κατοικίας. Στο οικοδομικό τετράγωνο 5, όπως προαναφέρεται επιτρέπεται η χρήση παιδικού σταθμού, αθλητισμού και αναψυχής». Οι ανωτέρω ρυθμίσεις απεικονίζονται σε δύο (2) σχέδια γενικής διάταξης ολυμπιακής και μεταολυμπιακής χρήσης σε κλίμακα 1:2000, τα οποία θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Τοπογραφικών Εφαρμογών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και των οποίων αντίτυπα σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύθηκαν με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στη συνέχεια, με την παρ. 2. του ίδιου άρθρου 6 ορίσθηκε ότι στους πιο πάνω καθοριζόμενους χώρους εγκρίνεται η θέση και η διάταξη των κτιρίων, όπως φαίνονται σε τρία (3) τοπογραφικά διαγράμματα κλίμακας 1:200 και σε ένα (1) τοπογραφικό διάγραμμα 1:500, καθώς και σε τρία (3) διαγράμματα κάλυψης 1:200 και σε ένα (1) διάγραμμα κάλυψης 1:1000, που θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικοδομικών και Κτιριοδομικών Κανονισμών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και των οποίων αντίτυπα σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύθηκαν με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην ίδια παράγραφο ορίσθηκε ότι «η παρούσα έγκριση επέχει θέση αδείας της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής για την εκτέλεση των εργασιών που αφορούν την Ολυμπιακή και μεταολυμπιακή χρήση του έργου. Οι απαιτούμενες, σύμφωνα με τις οικείες προδιαγραφές, μελέτες για την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών κατατίθενται στην υπηρεσία που ορίζεται στην παρ. α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Ν. 2947/2001, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Μελέτες που έχουν υποβληθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού συνεχίζουν να ισχύουν, εφόσον είναι σύμφωνες με τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου». Τέλος με την μεν παρ. 3 του αυτού άρθρου ορίστηκε ότι «Επιτρέπεται στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας … η απ’ ευθείας εκποίηση των ακινήτων κυριότητάς του εντός του ανωτέρω Ο.Τ. 1 … σε υλοποίηση του σκοπού της από 20.11.2001 προγραμματικής συμφωνίας μεταξύ αυτού, του Δήμου Αμαρουσίου και της «Δημοτικής Επιχείρησης Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας του Δήμου Αμαρουσίου Α.Ε. για τη δημιουργία Ολυμπιακού Χωριού Τύπου», με την δε επόμενη παρ. 4 ότι «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται : α) Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 2947/2001, όπως τροποποιήθηκε με τις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του Ν. 3010/2002 (Α΄ 91). β) Η υπ’ αριθμ. 16043/12.8.2002 κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και των Υφυπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Δ΄ 705/14.8.2002). γ) Η υπ’ αριθμ. 61312/25.10.2002 απόφαση του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την οποία χορηγήθηκε η άδεια εκτέλεσης εργασιών για την ανέγερση χωριού Φιλοξενίας Δημοσιογράφων στον Άγιο Θωμά Αμαρουσίου». Σε εκτέλεση της ως άνω παρ. 2 του άρθρου 6 Ν. 3207/2003 η εταιρεία «LAMDA OLYMPIA VILLAGE» υπέβαλε στη Διεύθυνση Οικοδομικών και Κτηριοδομικών Κανονισμών (εφεξής Δ.Ο.Κ.Κ) του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με έγγραφό της σε ηλεκτρονική μορφή που πρωτοκολλήθηκε στο Υπουργείο αυτό με αριθμό 3275/26.1.2004, τα σχέδια ολυμπιακής και μεταολυμπιακής χρήσης του χωριού Φιλοξενίας Δημοσιογράφων στο Μαρούσι 2004. Ύστερα από αιτήσεις του αναφερόμενου στη σκέψη 3 Δ. Κλαπάκη, με τις οποίες αυτός ζητούσε να εγκριθούν οι ως άνω μελέτες από την Δ.Ο.Κ.Κ, η τελευταία με το 9275/8.3.2004 έγγραφό της απάντησε, αφού παρέθεσε τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3207/2003, ότι σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της Ενότητας Β΄ του άρθρου 2 της 59936/24.7.2002 απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (περί της οποίας βλ. σκέψη 9) «την ευθύνη της τήρησης των ειδικών και γενικών κανονισμών κατά τη σύνταξη των μελετών και κατά την κατασκευή των έργων την έχει ο αρμόδιος φορέας», περαιτέρω, δε, με το 16056/3.5.2004 έγγραφό της προς τον ίδιο διευκρίνισε ότι φορέας του έργου δεν είναι η υπηρεσία αυτή αλλά η «LAMDA OLYMPIA VILLAGE» όπως αναγράφεται στα υποβληθέντα σχέδια. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται από τους αιτούντες, από τους οποίους ο πρώτος φέρεται ως δημότης και κάτοικος του Δήμου Αμαρουσίου και το τρίτο αποτελεί σωματείο που κατά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 3ου του κατατεθειμένου το έτος 1998 στο οικείο βιβλίο του Πρωτοδικείου Αθηνών καταστατικού του έχει ως σκοπό την συμβολή στην αναβάθμιση και προστασία του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής των κατοίκων του Αμαρουσίου, η ακύρωση «των εις το ΦΕΚ Α΄ 302/24.12.2003, υπό το ένδυμα νόμου (3207/03, αρθ. 6), εμπεριεχομένων πολεοδομικών ρυθμίσεων, ήτοι εγκρίσεως ρυμοτομικού σχεδίου στον χώρον Ο.Α.Κ.Α. Αμαρουσίου, εγκρίσεως πράξεων εφαρμογής, αδείας κατασκευής εγκαταστάσεων, καθορισμού χρήσεων, εγκρίσεως της θέσεως και διατάξεως των κτιρίων δια χαρακτηρισμού της τοιαύτης εγκρίσεως ως πολεοδομικής αδείας και, τέλος, αδείας απ’ ευθείας εκποιήσεως των ακινήτων του Ο.Ε.Κ.». 
5. Επειδή, με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στη δίκη η Α.Ε. με την επωνυμία «LAMDA OLYMPIA VILLAGE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ», η οποία έχει αναλάβει την υποχρέωση να κατασκευάσει, με δαπάνες, επιμέλεια και φροντίδα της, κατοικίες και λοιπές εγκαταστάσεις φιλοξενίας για 1.600 δημοσιογράφους, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της «ΑΘΗΝΑ 2004», οι οποίες περιλαμβάνονται στη Σύμβαση μεταξύ «ΑΘΗΝΑ 2004» και Δήμου Αμαρουσίου για την παραχώρηση χρήσης χώρου φιλοξενίας. 
6. Επειδή, με ιδιαίτερο δικόγραφο παρεμβαίνει στη δίκη το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ», ο οποίος καταργήθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28 Α΄). Κατ’ εξουσιοδότηση δε της διατάξεως αυτής εκδόθηκε η Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 7 της 28.2.2012 (ΦΕΚ 39 Α΄), στο άρθρο 1 της οποίας ορίσθηκαν τα εξής: «1. Κατά το μεταβατικό διάστημα λειτουργίας των καταργούμενων από 14.2.2012 με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 … ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Οργανισμός Εργατικής Εστίας (ΟΕΕ)» και «Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ)», η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, ορίζεται προσωρινή ενιαία Διοικούσα Επιτροπή, με αρμοδιότητα την τακτοποίηση που αφορά πράξεις λειτουργικής εκκαθάρισης υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, καθώς και κάθε άλλης αναγκαίας και γεγενημένης έννομης σχέσης των δύο καταργούμενων φορέων, εκτός της ανάληψης νέων υποχρεώσεων που προκύπτουν από νέα προγράμματα και παροχές και όχι πάντως πέραν των ανειλημμένων συμβατικών ή γεγενημένων υποχρεώσεων. 2. Η Επιτροπή είναι 5μελής … 3. Η θητεία της Διοικούσας Επιτροπής λήγει την 31.7.2012. 4. Από τη δημοσίευση της απόφασης ορισμού της Διοικούσας Επιτροπής λήγει αζημίως για το Ελληνικό Δημόσιο η θητεία των Προέδρων και των μελών των Δ.Σ. των καταργουμένων φορέων». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 της ανωτέρω ΠΥΣ, οι αρμοδιότητες του Ο.Ε.Κ. μεταφέρονται και ασκούνται από τον ΟΑΕΔ, στο δε άρθρο 3 της ίδιας ΠΥΣ ορίζεται ότι: «Οι πόροι, τα ήδη ταμειακά διαθέσιμα και κάθε έσοδο των … καταργούμενων φορέων μεταφέρονται σε ειδικό λογαριασμό με την επωνυμία «Ειδικός Λογαριασμός Κοινωνικής Πολιτικής» με διοικητική, λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια που συστήνεται με την παρούσα στον ΟΑΕΔ και τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Οι πάσης φύσεως λειτουργικές δαπάνες καθώς και οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη συνέχιση των ανειλημμένων αποκλειστικά και μόνον υποχρεώσεων παροχών προγραμμάτων καλύπτονται από τον παραπάνω ειδικό λογαριασμό». Ακολούθως, με το άρθρο 1 της ΠΥΣ 9 της 8.3.2012 (ΦΕΚ 49 Α΄) ορίστηκαν τα μέλη της ανωτέρω Επιτροπής, στη δε παρ. 2 του άρθρου 2 της τελευταίας αυτής ΠΥΣ ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή αυτή παρίσταται ως διάδικος διορίζοντας πληρεξούσιους δικηγόρους σε εκκρεμείς δίκες του καταργηθέντος Οργανισμού. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 της ΠΥΣ 22 της 24.7.2012 (ΦΕΚ 152 Α΄), η θητεία των μελών της ανωτέρω Επιτροπής παρατάθηκε μέχρι την 30.9.2012 και με την παρ. 1 του άρθρου 1 της Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) της 3.10.2012 (ΦΕΚ 188 Α΄) ορίστηκε ότι η μεταβατική περίοδος λειτουργίας για την περαίωση του έργου της Προσωρινής Ενιαίας Διοικούσας Επιτροπής λήγει στις 31.12.2012. Στη συνέχεια, με το άρθρο μόνο της ΠΥΣ 37 της 4.10.2012 (ΦΕΚ 466 ΥΟΔΔ), παύθηκαν τα μέλη της Επιτροπής που είχαν ορισθεί με την ΠΥΣ 9/2012 και ορίσθηκαν νέα μέλη της Επιτροπής αυτής, ενώ, με το άρθρο 11 της ΠΝΠ της 31.12.2012 (ΦΕΚ 256 Α΄) ορίστηκε ότι η μεταβατική περίοδος λειτουργίας για την περαίωση του έργου της ανωτέρω Επιτροπής λήγει στις 28.2.2013. Τέλος, με το άρθρο 35 του Ν. 4144/2013 (Α΄ 88/18.4.2013) προβλέπεται ότι «1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. καθίσταται καθολικός διάδοχος και υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργηθέντων από 14.2.2012 με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, όπως ισχύει, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με τις επωνυμίες Οργανισμός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.). Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου λήγει η θητεία των μελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της ΠΥΣ 7/28.2.2012 (Α 39). Οι πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης των μελών της Διοικούσας Επιτροπής θεωρούνται νόμιμες. 2. Εκκρεμείς δίκες των καταργηθέντων Ν.Π.Δ.Δ. με τις επωνυμίες Οργανισμός Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.) και Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) συνεχίζονται από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση για τη συνέχισή τους. Απαιτήσεις, υποχρεώσεις και πάσης φύσεως εκκρεμείς υποθέσεις που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού μεταφέρονται από τα ως άνω καταργηθέντα Ν.Π.Δ.Δ. στον Ο.Α.Ε.Δ.», και με το άρθρο 76 του αυτού νόμου ορίζεται ότι «1. Η μεταβατική περίοδος λειτουργίας για την περαίωση του έργου της Προσωρινής Ενιαίας Διοικούσας Επιτροπής που προβλέπεται στο Παράρτημα V2 του ν. 4046/2012 (Α 28) και στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 της ΠΥΣ 7/28.2.2012 (Α 39), η λήξη της οποίας ορίστηκε με το άρθρο 11 της πράξης νομοθετικού περιεχομένου «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας» (Α 256) την 28.2.2013, παρατείνεται από 28.2.2013 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου». Συνεπώς, εν όψει της ημερομηνίας συζητήσεως της παρούσας υποθέσεως (5.4.2013), νομίμως εκπροσωπήθηκε ο ΟΕΚ στην παρούσα δίκη από την ανωτέρω Προσωρινή Ενιαία Διοικούσα Επιτροπή και νομιμοποιήθηκε ο παραστάς κατά τη συζήτηση δικηγόρος με την 1746/8.4.2013 απόφαση του Προέδρου της, εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο με την 38/17.10.2012 (Θέμα 45) απόφαση της προαναφερόμενης Προσωρινής Ενιαίας Διοικούσας Επιτροπής (πρβλ. ΣτΕ 
571, 1704/2013). 
7. Επειδή, το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος πρέπει να υφίσταται κατά την άσκηση της παρεμβάσεως καθώς και κατά τη συζήτηση της σχετικής υποθέσεως (ΣτΕ Ολ. 
2173/2002, 2265/2007, 1647,3681/2010, 2036/2011). Εν προκειμένω, μετά την άσκηση της παρεμβάσεως του Ο.Ε.Κ. (29.10.2004), με το άρθρο 40 του Ν. 3342/2005 (Α΄ 131/6.6.2005) αφ’ ενός μεν επετράπη στον Ο.Ε.Κ. «η απ’ ευθείας εκποίηση στην εταιρία “Δημοτική Επιχείρηση Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας του Δήμου Αμαρουσίου Α.Ε.”, όπως έχει αυτή μετονομασθεί … των ακινήτων κυριότητάς του τα οποία αποτελούν το κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 εδ. β1 του ν. 3207/2003 (ΦΕΚ 302 Α΄) Οικοδομικό Τετράγωνο ένα (Ο.Τ. 1) και έχουν ανεγερθεί επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του, αρχικής εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών σαράντα τριών χιλιάδων (43.000) περίπου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 2947/2001 (ΦΕΚ 228 Α΄) για την κατασκευή ΧΩΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ …» (παρ. 1), αφ’ ετέρου δε καταργήθηκε η παρατιθέμενη στη σκέψη 4 παρ. 3 του άρθρ. 6 του ν. 3207/2003 (παρ. 6). Και ναι μεν κατ’ εφαρμογή της διατάξεως αυτής ο Ο.Ε.Κ. μεταβίβασε στην αναφερόμενη στη σκέψη 5 παρεμβαίνουσα το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει του 20998/1.2.2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης θυγ. Νικ. Παπαϊωάννου, το έννομο συμφέρον του όμως υφίσταται και κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, εφ’ όσον με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η ex tunc ανατροπή της πολεοδομικής ρυθμίσεως εν όψει της οποίας επετράπη η μεταβίβαση του ακινήτου του, ο δε περί του εναντίου προβαλλόμενος, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, από την Προσωρινή Ενιαία Διοικούσα Επιτροπή ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 
8. Επειδή, επί της κρινομένης αιτήσεως εκδόθηκε αρχικώς η 391/2008 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό επταμελή σύνθεση. Με αυτήν, λόγω της μείζονος σπουδαιότητας των θεμάτων που ανέκυψαν, αναγομένων α) στο παραδεκτό της αιτήσεως, εν όψει του αιτήματος αυτής να ακυρωθούν ρυθμίσεις τυπικού νόμου καλύπτουσες υπό το ένδυμά του αυτό θέματα αποτελούντα αντικείμενο ρυθμίσεώς τους με διοικητικές πράξεις και β) του, εν όψει και του Κοινοτικού Δικαίου, ισοδυνάμου της προστασίας που παρέχει ο πολιτικός δικαστής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 57 του Αστικού Κώδικα προς εκείνη που παρέχει η αίτηση ακυρώσεως, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2β του άρθρου 14 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α΄). Επί της παραπομπής αυτής εκδόθηκε η 4076/2010 απόφαση της Ολομελείας, με την οποία καταργήθηκε η δίκη ως προς τον αναφερόμενο στη σκέψη 3 αιτούντα και αναβλήθηκε κατά τα λοιπά η έκδοση αποφάσεως, ώστε να εκδικασθεί η υπόθεση μετά την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως επί εκκρεμών ενώπιόν του προδικαστικών ερωτημάτων εχόντων άμεση σχέση με το ανωτέρω υπό β) θέμα, τα οποία είχε ήδη υποβάλει σε αυτό με αποφάσεις του της 27 και 31.3.2009 το Βελγικό Συμβούλιο της Επικρατείας. Επ’ αυτών εκδόθηκε η απόφαση της 18.10.2011 του ΔΕΚ (τμήμα μείζονος συνθέσεως, υποθέσεις C-128 έως 135/09). 
9. Επειδή, με το άρθρο 2 του Ν. 2730/1999 «Σχεδιασμός, ολοκληρωμένη ανάπτυξη και εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι «1. … 2.α. Ολυμπιακά αθλήματα θα διεξαχθούν επίσης σε υφιστάμενες ή προβλεπόμενες να κατασκευασθούν ή να επεκταθούν αθλητικές εγκαταστάσεις αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού: Στο Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθήνας (Ο.Α.Κ.Α.), … β. Για την κατασκευή ή επέκταση των αθλητικών εγκαταστάσεων της προηγούμενης περιπτώσεως απαιτείται η προηγούμενη έγκριση των περιβαλλοντικών τους όρων, που χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Πολιτισμού … Απαιτείται, επίσης, έκδοση οικοδομικής άδειας που χορηγείται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5. γ. …», με το δε άρθρο 5 του αυτού νόμου ότι «1.α. Οι μελέτες και τα σχέδια των Ολυμπιακών Έργων, των έργων υποδομής και ανέγερσης των συναφών κτιριακών και γενικά οικοδομικών εγκαταστάσεων που καλύπτουν τις ανάγκες υποδομής στις περιοχές υποδοχής των Ολυμπιακών Έργων, συντάσσονται και εκτελούνται από την «Οργανωτική Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων – Αθήνα 2004 Α.Ε.» είτε από την εταιρεία του άρθρου 17 του νόμου αυτού είτε από τρίτους στους οποίους έχει παραχωρηθεί κατά τις κείμενες διατάξεις η εκμετάλλευση των έργων. β. Οι οικοδομικές άδειες για τα έργα αυτά χορηγούνται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την υποβολή των σχετικών μελετών και σχεδίων στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται οι απαραίτητες μελέτες, σχέδια και λοιπά δικαιολογητικά που πρέπει να υποβληθούν για την έκδοση των οικοδομικών αδειών των παραπάνω έργων, η αρμόδια ή οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου για τον έλεγχο των μελετών και σχεδίων, ο χρόνος ισχύος και η διαδικασία αναθεώρησης των αδειών, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. 3. …». Κατ’ εφαρμογή της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως εκδόθηκαν οι εξής αποφάσεις του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.: α) Η οικ. 49493/5.7.2001 «Καθορισμός αρμόδιας Υπηρεσίας για την έκδοση οικοδομικών εργασιών των Ολυμπιακών Έργων» (ΦΕΚ 894 Β΄/11.7.2001), στο στοιχείο 3 του προοιμίου της οποίας γίνεται επίκληση και των άρθρων 52 και 53 του από 17.7.1923 Ν.Δ/τος «Περί σχεδίων πόλεων …» (ΦΕΚ 210 Α΄/16.8.1923), στα οποία ορίζεται, αντιστοίχως, ότι «1. … 2. Προς ανέγερσιν, επισκευήν ή κατεδάφισιν οιασδήποτε οικοδομής και προς εκτέλεσιν οιωνδήποτε εργασιών δομήσεως και εν γένει οιωνδήποτε κατασκευών και εγκαταστάσεων … απαιτείται η προηγούμενη έγγραφος άδεια της αρμοδίας υπηρεσίας …» και ότι «1. Η κατά το προηγούμενον άρθρον άδεια χορηγείται, υπό της αρμοδίας Τεχνικής Υπηρεσίας, επί τη εγγράφω αιτήσει του ενδιαφερομένου, υποβάλλοντος απαραιτήτως την μελέτην του εκτελεσθησομένου έργου …» (όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρ. 1 του Ν.Δ/τος 194/1969, ΦΕΚ 103 Α΄). Η ανωτέρω υπουργική απόφαση έχει ως εξής: «1. Ορίζουμε ως αρμόδια Υπηρεσία για την διαδικασία έκδοσης οικοδομικών αδειών των Ολυμπιακών Έργων, την Διεύθυνση Οικοδομικών και Κτιριοδομικών Κανονισμών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. 2. Ο έλεγχος θα διενεργείται από Ομάδα Υπαλλήλων αποτελούμενη από: α. 3 Αρχιτέκτονες β. 2 Πολιτικούς Μηχανικούς γ. 1 Μηχανολόγο Μηχανικό δ. 1 Φοροτεχνικό ε. 2 Διοικητικούς εκ των οποίων ο ένας τουλάχιστον να είναι χρήστης Η/Υ». Και β) Η Α.Π. οικ. 49882/24.7.2001 «Απαιτούμενα δικαιολογητικά, διαδικασία και Όργανα Ελέγχου για την έκδοση των Οικοδομικών Εργασιών των Ολυμπιακών Έργων» (ΦΕΚ 1044 Β΄/8.8.2001), στην οποία ορίζεται, με το άρθρο 2, ότι «1. Οι οικοδομικές άδειες των Ολυμπιακών Έργων χορηγούνται με Απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., μετά την έγκριση των απαιτούμενων μελετών από την αρμόδια Επιβλέπουσα Υπηρεσία, την έκδοση των απαιτουμένων Αποφάσεων και εγκρίσεων και τον έλεγχο αυτών από την αρμόδια Υπηρεσία. 2. Ο έλεγχος αφορά: α. Στον έλεγχο του τοπογραφικού και του Διαγράμματος Κάλυψης, ως προς την τήρηση των γενικών και ειδικών πολεοδομικών διατάξεων και β. Στον έλεγχο πληρότητας των απαιτούμενων στοιχείων. 3. …», με το άρθρο 3 ότι στα απαιτούμενα δικαιολογητικά περιλαμβάνονται «5. ΣΧΕΔΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ α.1. Θεωρημένο αντίγραφο του Ειδικού Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2730/99 για τα έργα του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου Νόμου. α.2. Γενικό τοπογραφικό για τα υπόλοιπα έργα με θεωρημένους τους όρους δόμησης της περιοχής από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία. β. Σχέδιο υπολογισμού καλυπτόμενων επιφανειών στην κλίμακα που έχει εγκριθεί η μελέτη (Διάγραμμα Κάλυψης) με τους σχετικούς υπολογισμούς, οι οποίοι είναι δυνατόν να περιέχονται σε τεύχος υπολογισμών με αντίστοιχη αρίθμηση των επιμέρους επιφανειών επί του σχεδίου. 6. … Γ. …» και με το άρθρο 7 ότι «Για τον έλεγχο των μελετών και προκειμένου να δοθεί η έγκριση εργασιών για την ανέγερση ή τοποθέτηση των έργων που αναφέρονται: α. Στην παραγρ. 4 του άρθρου 5 του Ν. 2730/1999. β. Στην παραγρ. 3 του άρθρου 4 του Ν. 2819/2000. – Αρμόδια είναι η Δ/νση Οικοδομικών και Κτιριοδομικών Κανονισμών καθώς και για τον έλεγχο που απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 1577/85». Με τον επακολουθήσαντα Ν. 2947/2001, με το άρθρο 2 του οποίου, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 4, καθορίστηκαν ως περιοχή υποδοχής εγκαταστάσεων φιλοξενίας των ΜΜΕ εκτάσεις ιδιοκτησίας του Δήμου Αμαρουσίου, του Ο.Ε.Κ. και ιδιωτών καθώς και οι σχετικοί όροι δομήσεως και χρήσεις (παρ. 1 περ. δ’ αυτού), ορίστηκε επίσης, με την παρ. 3 αυτού, ότι «α. Οι οικοδομικές άδειες για τις μόνιμες κτιριακές εγκαταστάσεις, που θα ανεγερθούν στις περιοχές της παραγράφου 1, χορηγούνται σύμφωνα με τη διαδικασία και από την υπηρεσία που ορίζεται στην παρ. 1 περίπτωση β΄ του άρθρου 5 του Ν. 2730/1999, όπως αντικαθίσταται με το νόμο αυτόν, ύστερα από αίτηση του κυρίου της έκτασης ή του έλκοντος εξ αυτού δικαιώματα. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και για την έκδοση οικοδομικών αδειών για την ανέγερση, επέκταση ή επισκευή κτιριακών εγκαταστάσεων που εξυπηρετούν τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 ή τις ανάγκες της Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων (Ο.Ε.Ο.Α.) – Αθήνα 2004 Α.Ε. και για τις οποίες έχει συναφθεί σύμβαση ή άλλη συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της Ο.Ε.Ο.Α. – Αθήνα 2004 Α.Ε. και του κυρίου της έκτασης ή εκείνου που έλκει από αυτόν δικαιώματα. β. …». Με το δε άρθρο 5 του αυτού Ν. 2947/2001 αντικαταστάθηκε η ανωτέρω αναφερόμενη διάταξη της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 2730/1999 ως εξής: «β. Για την κατασκευή των μόνιμων κτιριακών εγκαταστάσεων που περιλαμβάνονται στα Ολυμπιακά έργα της παραγράφου 1 και στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση οικοδομικών αδειών. Οι οικοδομικές άδειες των εγκαταστάσεων αυτών χορηγούνται από την Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων “Ε.Υ.Δ.Ε./Ο.Ε. 2004” του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που συγκροτήθηκε με το υπ’ αρ. 158/2000 προεδρικό διάταγμα (ΦΕΚ 139 Α΄), όπως αυτό ισχύει, μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από τότε που υποβάλλεται σε αυτήν πλήρης φάκελος για έκδοση της άδειας. Στην αρμοδιότητα της παραπάνω υπηρεσίας ανήκει επίσης η έκδοση οικοδομικών αδειών για τη μετασκευή, επισκευή, εκσυγχρονισμό, προσθήκη και επέκταση των μόνιμων Ολυμπιακών αθλητικών και συνοδευτικών εγκαταστάσεων που ανατίθενται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, βάσει της προβλεπόμενης στην παράγραφο 11 του άρθρου 4 του Ν. 2819/2000 πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται οι απαραίτητες μελέτες, σχέδια και λοιπά δικαιολογητικά που πρέπει να υποβληθούν για την έκδοση των οικοδομικών αδειών των παραπάνω εγκαταστάσεων, η σχετική διαδικασία θεώρησης ή ελέγχου, ο χρόνος ισχύος και η διαδικασία αναθεώρησης των αδειών, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής …» (παρ. 1), ορίστηκε δε περαιτέρω, με την παρ. 3 του αυτού άρθρου 5 ότι «α. … β. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων μπορεί να συνιστάται στην “Ε.Υ.Δ.Ε./Ο.Ε. 2004” Τμήμα Εκδόσεως Οικοδομικών Αδειών και να καθορίζονται οι ειδικότερες αρμοδιότητές του και η διάρθρωση των διοικητικών μονάδων του, τα προσόντα των προϊσταμένων του προσωπικού αυτού, ο αριθμός του προσωπικού και κάθε σχετική λεπτομέρεια … γ. Μέχρι τη σύσταση του τμήματος της περιπτώσεως β΄ της παρούσας παραγράφου, οι σχετικές οικοδομικές άδειες εκδίδονται από την υπηρεσία και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ν. 2730/1999 (ΦΕΚ 130 Α΄), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με τον παρόντα νόμο. 4. …». Όπως όμως προκύπτει από το 21834/27.5.2004 έγγραφο της Δ.Ο.Κ.Κ. προς το Δικαστήριο, δεν έγινε χρήση της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως της περ. β’ της παρ. 3 του άρθρ. 5 του Ν. 2947/2001 και, συνεπώς, παρέμεινε αρμόδια η Δ.Ο.Κ.Κ., κατά την περ. γ’ της παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου 5 και την ανωτέρω 49882/24.7.2001 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. για τον έλεγχο των δικαιολογητικών προς έκδοση της χορηγούμενης με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. οικοδομικής άδειας. Οι ρυθμίσεις αυτές παρέμειναν σε ισχύ και μετά την έκδοση της οικ. 59936/24.7.2002 αποφάσεως της Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ 956 Β΄/25.7.2002), στο προοίμιο της οποίας γίνεται επίκληση των Ν. 2730/1999 και 2947/2001 (στοιχεία 1 και 2 αυτού αντιστοίχως), της προαναφερόμενης 49493/5.7.2001 υπουργικής αποφάσεως αλλά και του από 8.7.1993 π.δ/τος «Τρόπος έκδοσης των οικοδομικών αδειών» (ΦΕΚ 795 Δ΄/13.7.1993), εφ’ όσον με το άρθρο 1 αυτής ορίζεται ότι «Η παρούσα απόφαση αφορά τις μόνιμες και προσωρινές εγκαταστάσεις Ολυμπιακών Έργων, όπως αυτά ορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες σχετικές διατάξεις» και με το υπό τον τίτλο «ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΕΡΓΩΝ» άρθρο 2 ότι «Α. Για την έκδοση των οικοδομικών αδειών απαιτούνται τα εξής δικαιολογητικά: 1. Έγγραφο ή αίτηση του αρμόδιου φορέα με τα στοιχεία του έργου, συνοδευόμενη από την ταυτότητα του έργου, σύμφωνα με το υπόδειγμα και ορισμό των επιβλεπόντων μηχανικών. 2. Κανονιστικές διατάξεις του έργου (χωροθέτηση, Π.Δ., απόφαση κ.λπ.), όπως προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες γενικές διατάξεις για τα Ολυμπιακά Έργα. 3. Τοπογραφικό διάγραμμα, σύμφωνα με τις προδιαγραφές. 4. Εγκρίσεις, όπου απαιτούνται από τις ειδικές διατάξεις του εκάστοτε Ολυμπιακού Έργου. 5. Διάγραμμα κάλυψης, σύμφωνα με τις προδιαγραφές. 6. Τεύχος τεχνικής έκθεσης, η οποία θα περιλαμβάνει: • Αναλυτικά τα στοιχεία του έργου (περιγραφή, εγκρίσεις). • Όταν απαιτείται, τα σχέδια των κτιρίων (κατόψεις, τομές) σε σμίκρυνση με υπολογισμούς μεγεθών (κάλυψη, συντελεστή δόμησης, όγκο) διευκρινιστικούς του διαγράμματος κάλυψης. 7. Οι μελέτες, που προβλέπονται στα εδάφια γ, δ, ε, στ, ζ, η, θ, ι της παρ. 1 του άρθρου 3 του Π.Δ/τος της 8/13.7.1993 (ΦΕΚ 795 Δ΄) υποβάλλονται σε CD. 8. Φορολογική μελέτη (κρατήσεις και αμοιβές μηχανικών), όπου απαιτούνται. Β. Η οικοδομική άδεια χορηγείται με απόφαση Υπουργού μετά τον έλεγχο των ανωτέρω πλην των μελετών των παρ. 7 και 8. Την ευθύνη της τήρησης των ειδικών και γενικών κανονισμών κατά τη σύνταξη των ανωτέρω μελετών και κατά την κατασκευή των έργων έχει ο αρμόδιος φορέας. Ο αρμόδιος φορέας ευθύνεται επίσης για την ορθότητα των δικαιολογητικών της παρ. 8. Γ. Οι ανωτέρω οικοδομικές άδειες ισχύουν για τρία (3) χρόνια και αναθεωρούνται με την ίδια διαδικασία, που εκδίδονται». Κατ’ επίκληση, περαιτέρω, των αυτών Ν. 2730/1999 και 2947/2001, όπως ο τελευταίος τροποποιήθηκε με το άρθρ. 11 του Ν. 3010/2002, εκδόθηκαν αρχικώς η ακυρωθείσα με την 1528/2003 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου ΚΥΑ 16043/12.8.2002, ορίζουσα όρους δομήσεως και χρήσεις στην επίδικη περιοχή, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 4, και, εν συνεχεία, κατ’ επίκληση των αυτών νόμων, καθώς και των προαναφερόμενων αποφάσεων του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. 49493/5.7.2001 και 59936/24.7.2002 και του από 8.7.1993 π.δ/τος, οι αποφάσεις του αυτού Υπουργού 80204/5.9.2002 «Οικοδομική άδεια εκσκαφών και επιχώσεων στο χώρο ανεγέρσεως του χωριού φιλοξενίας δημοσιογράφων Αμαρουσίου στον Αγ. Θωμά Αμαρουσίου» και 61312/25.10.2002 «Οικοδομική άδεια ανέγερσης του Χωριού Φιλοξενίας Δημοσιογράφων Αμαρουσίου στον Αγ. Θωμά Αμαρουσίου», στην επικεφαλίδα των οποίων αναγράφεται ως αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. η Δ.Ο.Κ.Κ. Τέλος, εκδόθηκε ο Ν. 3207/2003, των πολεοδομικών ρυθμίσεων του άρθρ. 6 του οποίου, διαφορετικών εκείνων της ακυρωθείσας Κ.Υ.Α., όπως εκτίθεται στη σκέψη 4, ζητείται η ακύρωση. 
10. Επειδή, οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις του άρθρ. 6 του Ν. 3207/2003 πρέπει να ερμηνευθούν σε συνδυασμό με τις παρατιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις καθώς και με εκείνες του από 8.7.1993 π.δ/τος, επίκληση του οποίου γίνεται, όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις παρατιθέμενες στην ίδια σκέψη οικ. 59936/24.7.2002, 8024/5.9.2002 και 61312/25.10.2002 υπουργικές αποφάσεις. Το π.δ. αυτό εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διατάξεως του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 12 του άρθρ. 17 του Ν. 1337/1983 (ΦΕΚ 33 Α΄), όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 12 του άρθρ. 8 του Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ 4 Α΄), η οποία ορίζει ότι «Με π.δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία έκδοσης των οικοδομικών αδειών και ελέγχου των ανεγειρόμενων οικοδομών, οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος και του μελετητή καθώς και όσων συμπράττουν στην εκτέλεση του έργου». Ορίζεται δε με το άρθρο 1 του π.δ/τος αυτού ότι «Η οικοδομική άδεια είναι εκτελεστή διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση σε οικόπεδο ή γήπεδο των οικοδομικών εργασιών που προβλέπονται στις μελέτες που τη συνοδεύουν, εφόσον οι εργασίες αυτές είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις», με το άρθρο 2 ότι «Αρμόδια όργανα για τη χορήγηση των οικοδομικών αδειών είναι οι Πολεοδομικές Υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ ή οι αρμόδιες Υπηρεσίες των Δήμων ή Κοινοτήτων, στις οποίες μεταβιβάζονται οι σχετικές αρμοδιότητες κατά τις κείμενες διατάξεις» και με το υπό τον τίτλο «Έλεγχος φακέλλου μελέτης – Χορήγηση οικοδομικής άδειας» άρθρο 5 ότι «1. Ο έλεγχος των υποβαλλομένων μελετών γίνεται από εξουσιοδοτημένους από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας υπαλλήλους διπλωματούχους μηχανικούς (Αρχιτέκτονες μηχανικούς, Πολιτικούς μηχανικούς, Τοπογράφους μηχανικούς, Μηχανολόγους μηχανικούς, Ηλεκτρολόγους μηχανικούς, ανάλογα με την ελεγχόμενη μελέτη) και σε περίπτωση έλλειψής των από τεχνικούς κατωτέρων βαθμίδων (υπομηχανικούς, τεχνολόγους, εργοδηγούς). 2. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει: Α. Τον έλεγχο της Αρχιτεκτονικής Μελέτης που αναφέρεται: α) Στον πλήρη και λεπτομερή έλεγχο του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης ως προς την τήρηση των γενικών και ειδικών πολεοδομικών διατάξεων και προδιαγραφών και τον έλεγχο όσων στοιχείων περιλαμβάνονται σ’ αυτά, β) … 3. … 6. Οι οικοδομικές άδειες υπογράφονται τελικώς από τους εξουσιοδοτημένους ελεγκτές μετά από επανέλεγχο του τοπογραφικού ως προς το ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο και τους όρους δόμησης και χορηγούνται καταχωρούμενες σε ειδικό βιβλίο αφού ενημερωθούν τα πρωτόκολλα του τμήματος και της Υπηρεσίας». Περιέχει, συνεπώς, η οικοδομική άδεια, τη διαπίστωση, κατόπιν ελέγχου, της συμφωνίας των μελετών βάσει των οποίων θα εκτελεστούν οι προβλεπόμενες από αυτές οικοδομικές εργασίες προς τις οικείες διατάξεις, που αποτελεί προϋπόθεση για να επιτραπεί η εκτέλεσή τους. Τούτου έπεται ότι η παρεχόμενη με τις ρυθμίσεις του ανωτέρω άρθρ. 6 του Ν. 3207/2003 έγκριση της θέσεως και της διατάξεως των κτηρίων που, κατά την παρ. 2 αυτού, «επέχει θέση άδειας της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής για την εκτέλεση των εργασιών που αφορούν την Ολυμπιακή και μεταολυμπιακή χρήση του έργου», υποκαθιστά κατά περιεχόμενο την προβλεπόμενη από το άρθρ. 1 του ανωτέρω από 8.7.1993 π.δ/τος οικοδομική άδεια, προϋποθέτουσα, επομένως, τη διαπίστωση ότι οι ανωτέρω εργασίες είναι σύμφωνες προς τις πολεοδομικές ρυθμίσεις που το ίδιο το άρθρο τούτο θέτει, δηλαδή ότι κατόπιν ελέγχου και οι μελέτες βάσει των οποίων οι εργασίες θα εκτελεστούν είναι σύμφωνες προς αυτές. Δεδομένου δε ότι, όπως αναφέρεται στη σκέψη 4, μεταξύ των ρυθμίσεων του ανωτέρω άρθρου 6 του Ν. 3207/2003 και εκείνων της ακυρωθείσας ΚΥΑ υπάρχουν διαφορές, με την αυτή παρ. 2 αυτού προβλέπεται: Α. Ότι «οι απαιτούμενες, σύμφωνα με τις οικείες προδιαγραφές, μελέτες για την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών κατατίθενται στην υπηρεσία της περ. α’ της παρ. 3 του άρθρου 2 του Ν. 2947/2001», δηλαδή την Δ.Ο.Κ.Κ., κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 9, Β. ότι «μελέτες που έχουν υποβληθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού συνεχίζουν να ισχύουν εφ’ όσον είναι σύμφωνες προς τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου», απαιτουμένου, συνεπώς, και στις δύο αυτές περιπτώσεις να ελεγχθούν όλες οι μελέτες από την Δ.Ο.Κ.Κ. και να διαπιστωθεί η συμφωνία τους προς τις ρυθμίσεις του. Και Γ. Ότι από τη δημοσίευσή του καταργείται η εκδοθείσα βάσει της ακυρωθείσας και θεσπίζουσας διαφορετικές ρυθμίσεις ΚΥΑ οικοδομική άδεια. Η μετά τον έλεγχο των μελετών από την Δ.Ο.Κ.Κ. διαπίστωση της συμφωνίας των μελετών των ολυμπιακών έργων προς τις οικείες πολεοδομικές ρυθμίσεις αποτελούσε προηγουμένως, κατά τις προαναφερόμενες δηλαδή διατάξεις των Ν. 2730/1999 και 2947/2001 και των βάσει αυτών εκδοθεισών κανονιστικών υπουργικών αποφάσεων, περιεχόμενο της χορηγούμενης από τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. οικοδομικής άδειας. Και ναι μεν με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 3207/2003 δεν προβλέπεται η έκδοση οικοδομικής άδειας, για την εφαρμογή της όμως, την ενεργοποίηση δηλαδή της εγκρίσεως που επέχει θέση άδειας της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών, απαιτείται να διαπιστωθεί από την αρμόδια υπηρεσία, δηλαδή την ΔΟΚΚ, αν τα υποβαλλόμενα σχέδια είναι σύμφωνα προς τις πολεοδομικές ρυθμίσεις του ανωτέρω άρθρου, η διαπίστωση δε της συνδρομής της προϋποθέσεως αυτής είναι δυνατόν, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, να εκδηλώνεται και σιωπηρώς. Η διαπίστωση αυτή, που επιφέρει έννομα αποτελέσματα διότι αποτελεί όρο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, συνάγεται δε εν προκειμένω α) από την υποβολή στο ΥΠΕΧΩΔΕ (αρ. πρωτ. 3275/26.1.2004) σε ηλεκτρονική μορφή, όπως προβλέπεται από την περ. 7 του στοιχ. Α της παρ. 2 της παρατιθέμενης στην προηγούμενη σκέψη 59936/24.7.2002 αποφάσεως της Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., των οικείων μελετών καθώς και β) από το έγγραφο 16056/3.5.2004 της Δ.Ο.Κ.Κ. προς τον παραιτηθέντα αιτούντα, στο οποίο αναφέρεται ότι φορέας του έργου είναι η παρεμβαίνουσα εταιρεία «LAMDA OLYMPIA VILLAGE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ», όπως αναφέρεται στη σκέψη 4. Τούτων έπεται ότι, καθ’ ερμηνεία της, η κρινόμενη αίτηση παραδεκτώς στρέφεται κατά της ανωτέρω σιωπηράς διαπιστώσεως της συμφωνίας των υποβληθεισών μελετών από την ΔΟΚΚ προς τις ρυθμίσεις του άρθρ. 6 του Ν. 3207/2003, όχι όμως και κατά της παρεχομένης με το νόμο «αδείας απ’ ευθείας εκποιήσεως των ακινήτων του Ο.Ε.Κ.», η οποία συνιστά ρύθμιση τυπικού νόμου μη συνδεόμενη με ρητή ή σιωπηρή διοικητική πράξη. Κατά δε τη γνώμη του Συμβούλου Β. Αραβαντινού, με τις διατάξεις των άρθρ. 20 παρ. 1, 87 παρ. 1, 93 παρ. 1 και 4, 94 παρ. 1, 2 και 3 και 95 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος προβλέπεται η επίλυση των διοικητικών διαφορών από τα διοικητικά δικαστήρια, που έχουν την εξουσία να ακυρώσουν την προσβαλλόμενη ενώπιόν τους πράξη όχι μόνο για παράβαση του νόμου βάσει του οποίου εκδόθηκε αλλά και λόγω του ανισχύρου του νόμου αυτού. Κατά διασταύρωση δε της λειτουργικής διακρίσεως των δικαστηρίων, η εκδίκαση μόνο κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας και, πάντως, όχι μεμονωμένων υποθέσεων, μπορεί να ανατεθεί στα πολιτικά δικαστήρια και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα έχει προβλεφθεί και κατάλληλη διαδικασία, ώστε να επιτυγχάνεται ο αυτός βαθμός δικαστικής προστασίας που παρέχει η επίλυση των διαφορών αυτών από τον διοικητικό δικαστή. Περαιτέρω, ναι μεν κατά το προαναφερόμενο άρθρ. 95 παρ. 1 του Συντάγματος απαραδέκτως προσβάλλονται ευθέως ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων διατάξεις τυπικού νόμου, τούτο όμως δεν αποκλείει τον έλεγχο της συνταγματικότητάς τους και στην περίπτωση που με αυτές θεσπίζεται ατομική ρύθμιση. Εξ άλλου, τα ένδικα βοηθήματα που μπορούν να ασκηθούν ενώπιον του πολιτικού δικαστή με βάση το άρθρ. 57 Α.Κ. σε περιπτώσεις που αφορούν το περιβάλλον δεν παρέχουν προστασία ισοδύναμη της παρεχόμενης με την αίτηση ακυρώσεως διότι το έννομο συμφέρον προς άσκησή της δεν ταυτίζεται με τη νομιμοποίηση προς άσκηση των εν λόγω ενδίκων βοηθημάτων και διότι η εξουσία του πολιτικού δικαστή δεν εξικνείται μέχρι την ακύρωση της πράξεως επιβολής της πληττόμενης ρυθμίσεως. Τούτων έπεται ότι, προκειμένου να αποφευχθεί ο αποκλεισμός της αμφισβητήσεως με το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως της συμφωνίας με το Σύνταγμα αλλά και με κανόνες υπέρτερης του νόμου τυπικής ισχύος ατομικών ρυθμίσεων που έχουν θεσπισθεί με νόμο κατ’ απόκλιση, έστω και συνταγματικώς κατ’ αρχήν επιτρεπόμενη, της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών, στις περιπτώσεις, τουλάχιστον, κατά τις οποίες είναι δυνατή η άμεση εκτέλεση της ρυθμίσεως, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η περαιτέρω έκδοση διοικητικής πράξεως, παραδεκτώς αμφισβητείται μόνο η συμφωνία της ρυθμίσεως με κανόνες υπέρτερης του νόμου τυπικής ισχύος, και, αν ο σχετικός λόγος κριθεί βάσιμος, ακυρώνεται η διά του νόμου επιβαλλόμενη ατομική ρύθμιση κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται η εκτέλεσή της με υλικές ενέργειες. Εν προκειμένω, οι διατάξεις του επίμαχου νόμου, κατά των οποίων στρέφεται η κρινόμενη αίτηση, περιέχουν ατομική ρύθμιση αμέσως εφαρμοστέα χωρίς να καταλείπεται στάδιο εκδόσεως διοικητικής πράξεως, αφού, όπως ρητώς αναφέρεται στις πληττόμενες διατάξεις, η ρύθμιση αυτή επέχει θέση οικοδομικής άδειας, η οποία, συνεπώς, έχει ενσωματωθεί στις διατάξεις αυτές του τυπικού νόμου. Κατ’ ακολουθίαν, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, κατά τη γνώμη αυτή, παραδεκτώς κατ’ αρχήν στρέφεται κατά της επίμαχης ρυθμίσεως (ΣτΕ 
391/2008). 
11. Επειδή, από την αποδειχθείσα ιδιότητά του ως κατοίκου Αμαρουσίου ο πρώτος αιτών και εν όψει του αναφερόμενου στη σκέψη 4 σκοπού του καταστατικού του το τρίτο αιτούν, με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση και παραδεκτώς ομοδικούν, εφ’ όσον προβάλλουν κοινούς λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στην αυτή πραγματική και νομική βάση. 
12. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 26 και 28 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι δεν αποκλείεται μεν η, κατ’ απόκλιση από τη συνήθη διοικητική διαδικασία που προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία, επιβολή με τυπικό νόμο μέτρων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού ατομικού χαρακτήρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι με αυτά δεν θίγονται ατομικά δικαιώματα και δεν παραβιάζονται άλλες συνταγματικές διατάξεις ή αρχές, καθώς και οι σχετικοί ορισμοί του ενωσιακού δικαίου. Δεδομένου ότι πρόκειται, πάντως, για απόκλιση από την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, η επιβολή των προαναφερόμενων μέτρων με τυπικό νόμο είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Τούτου έπεται ότι οι λόγοι που επιβάλλουν την ανωτέρω απόκλιση πρέπει να προκύπτουν από την εισηγητική έκθεση του τυπικού αυτού νόμου και τα συνοδεύοντα αυτήν στοιχεία ή (και) από τις συζητήσεις κατά την ψήφισή του στη Βουλή ή, τέλος, από τις συντρέχουσες πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες καθίσταται πρόδηλη η ανάγκη ψηφίσεώς του. Ο έλεγχος δε της απαιτούμενης από το Σύνταγμα συνδρομής των λόγων αυτών, η οποία δεν αφορά απλώς τη διαδικασία ψηφίσεως του νόμου, αλλά την εφαρμογή του Συντάγματος κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, υπόκειται στον οριακό έλεγχο του δικαστή (ΣτΕ 
1847/2008 Ολομ., 3059/2009Ολομ.). 
13. Επειδή, με το άρθρο 24 του Συντάγματος (όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ´ Αναθεωρητικής Βουλής) ορίζει ότι: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας … 2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις; γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης …». Με τις διατάξεις αυτές έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενη αξία το οικιστικό, φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, από το οποίο εξαρτάται η ποιότητα ζωής και η υγεία των κατοίκων των πόλεων και των οικισμών. Οι συνταγματικές αυτές διατάξεις απευθύνουν επιταγές στο νομοθέτη (τυπικό ή κανονιστικό) να ρυθμίσει τη χωροταξική ανάπτυξη και πολεοδομική διαμόρφωση της χώρας με βάση ορθολογικό σχεδιασμό υπαγορευόμενο από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με την ιδιομορφία, την φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιοχής. Κριτήρια για την χωροταξική αναδιάρθρωση και την πολεοδομική ανάπτυξη των πόλεων και των οικιστικών εν γένει περιοχών είναι η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και της αναπτύξεως των οικισμών και η εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης των κατοίκων. Συνεπώς, για τη θέσπιση των σχετικών ρυθμίσεων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο από τη Διοίκηση όσο και από τον τυπικό νομοθέτη τα πορίσματα και οι εφαρμογές των επιστημών της χωροταξίας και της πολεοδομίας, αλλά και κάθε άλλης επιστήμης που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη ρύθμιση (ΣτΕ 
415/2011 Ολομ., 3838/2009,123/2007). Κατ’ ακολουθίαν τούτων, απαγορεύεται, καταρχήν, η λήψη μέτρων που επιφέρουν την επιδείνωση των όρων διαβιώσεως και την υποβάθμιση του υπάρχοντος φυσικού ή του προβλεπόμενου από την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία οικιστικού περιβάλλοντος. (ΣτΕ 1528/2003 Ολομ., 1847/2008Ολομ., 3059/2009 Ολομ., 415/2011 Ολομ.). Εάν δε τέτοια μέτρα ληφθούν με νόμο, πρέπει είτε σε αυτόν είτε στην εισηγητική του έκθεση και τα συνοδεύοντα αυτήν στοιχεία ή τις συζητήσεις στη Βουλή ή, τέλος, τις συντρέχουσες πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες κατέστη αναγκαία η ψήφισή του, να προκύπτει ο ειδικός πολεοδομικός λόγος ο οποίος επέβαλε τη λήψη τους (πρβλ. ΣτΕ 1528/2003 Ολομ.). Η τήρηση της συνταγματικής αυτής επιταγής υπόκειται και στην περίπτωση αυτή στον οριακό έλεγχο του ακυρωτικού δικαστού, ο οποίος οφείλει βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας να σταθμίσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εάν και κατά πόσον υποβαθμίζεται το περιβάλλον (ΣτΕ 3059/2009 Ολομ., 415/2011 Ολομ.) και, σε περίπτωση που τούτο κατ’ εξαίρεση συμβαίνει, εάν προκύπτει ο ανωτέρω ειδικός πολεοδομικός λόγος (ΣτΕ1528/2003 Ολομ.). Ειδικότερα, κατά τον καθορισμό ή την τροποποίηση των χρήσεων γης και τον καθορισμό του συντελεστή δόμησης, που συνιστούν ουσιώδη στοιχεία της κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενης ορθολογικής χωροταξίας και πολεοδομίας και καθορίζουν την πολεοδομική φυσιογνωμία κάθε οικισμού, από την οποία, εν όψει και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, εξαρτάται η λειτουργικότητά του, πρέπει να αναζητείται ο πλέον πρόσφορος τρόπος θεραπείας των πολεοδομικών αναγκών, δυνάμει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, συναπτομένων προς τον σεβασμό του περιβάλλοντος, την ασφάλεια, υγιεινή, αισθητική αλλά και τη λειτουργικότητα των πόλεων και των οικισμών, την ικανότητά τους, δηλαδή, να επιτελούν την κύρια λειτουργία τους και γι’ αυτούς αλλά και για το ευρύτερο χωρικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται (πρβλ. ΣτΕ 415/2011 Ολομ., 3059/2009 Ολομ.). 
14. Επειδή, με το Ν. 1515/1985 (ΦΕΚ Α´ 18) καθορίστηκε το ρυθμιστικό σχέδιο και πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας (Ρ.Σ.Α.), το οποίο περιλαμβάνει το ηπειρωτικό τμήμα του νομού Αττικής και το νησιωτικό τμήμα, πλην των Κυθήρων. Το Ρ.Σ.Α. ορίζεται ως το «σύνολο των στόχων, των κατευθύνσεων, των προγραμμάτων και των μέτρων που προβλέπονται … ως αναγκαία για τη χωροταξική και πολεοδομική οργάνωσή της στα πλαίσια των πενταετών προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης» (αρθρ. 1 παρ. 1). Το Ρ.Σ.Α. αποβλέπει, μεταξύ άλλων, «στο σχεδιασμό και προγραμματισμό της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας μέσα στα πλαίσια της εθνικής χωροταξικής πολιτικής, στη χωροταξική δομή και οργάνωσή της σε επίπεδο περιφέρειας, … στη λήψη μέτρων και στο σχεδιασμό για τη χωροταξική και τη νέα πολεοδομική δομή της πρωτεύουσας και ως περιοχών ή ζωνών ειδικού ενδιαφέροντος ή ειδικών προβλημάτων, στη λήψη μέτρων, όρων και περιορισμών για την εξασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος, στο συντονισμό των προγραμμάτων και των μελετών που έχουν σχέση με το Ρ. Σ. Α. …» (άρθρο 1 παρ. 2). Το πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος περιλαμβάνει μέτρα και κατευθύνσεις για την αναβάθμιση και προστασία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας, όπως οικολογική ανασυγκρότηση της Αθήνας, προστασία του τοπίου και των ακτών, προστασία της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, αναβάθμιση υποβαθμισμένων περιοχών κ.λπ. (άρθρο 2). Το Ρ.Σ.Α. καθορίζει στο άρθρο 3 τους γενικότερους και ειδικότερους στόχους, ενώ στο άρθρο 4 προβλέπει ότι το ρυθμιστικό και το πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος πραγματοποιούνται με τα μέτρα που προβλέπονται στο παράρτημα και τα διαγράμματα του άρθρου 15. Το εν λόγω άρθρο 15, με τίτλο «Παράρτημα – Διαγράμματα», περιέχει αφενός μεν στην ενότητα Α το παράρτημα με «τις ειδικότερες κατευθύνσεις και μέτρα για τη χωροταξική και την πολεοδομική ανασυγκρότηση της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας και για την αντιμετώπιση της ρύπανσης του περιβάλλοντός της», αφετέρου δε στην ενότητα Β τα διαγράμματα. Στο παράρτημα της ενότητας Α, που περιλαμβάνει τις ειδικότερες κατευθύνσεις για την πολεοδομική ανασυγκρότηση της πρωτεύουσας, και ειδικότερα στην περίπτωση δ´ της παραγράφου 2.3. αυτής, προβλέπονται μέτρα «για την αναψυχή – ψυχαγωγία υπερτοπικής σημασίας». Τα μέτρα αυτά συνίστανται, μεταξύ άλλων, στην «δημιουργία συστήματος μεγάλων υπερτοπικών πόλων αναψυχής, αθλητισμού και πολιτιστικών λειτουργιών που εξυπηρετούν ολόκληρη την έκταση της πόλης», καθώς και στην «δημιουργία ενιαίου δικτύου σε ολόκληρη την έκταση του ηπειρωτικού τμήματος της περιοχής της Αθήνας με κατά το δυνατό σύνδεση και ενοποίηση των χώρων αναψυχής και ψυχαγωγίας, των ελεύθερων ορεινών όγκων και των ακτών». Με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. γ´ του Ν. 2730/1999 , ο οποίος έχει τον τίτλο «Σχεδιασμός, ολοκληρωμένη ανάπτυξη και εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων …», προστέθηκε περίπτωση ε´ στην προαναφερθείσα παράγραφο 2.3. του παραρτήματος της ενότητας Α του άρθρου 15 του Ν. 1515/1985. Με την νέα αυτή διάταξη της περιπτώσεως ε´, η οποία έχει τον τίτλο «Για τα Ολυμπιακά Έργα», προβλέφθηκε «δημιουργία συστήματος πόλων υπερτοπικής σημασίας, στους οποίους χωροθετούνται Ολυμπιακά Έργα, καθώς και συμπληρωματικές αθλητικές εγκαταστάσεις», μεταξύ άλλων, και στην περιοχή του ολυμπιακού αθλητικού Κέντρου Αθήνας (Ο.Α.Κ.Α). (άρθρο 2 παρ. 2α, όπως έχει ήδη αναφερθεί στη σκέψη 9) και ορίσθηκε ότι «οι πόλοι αυτοί θα εξυπηρετούν μετά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων συνδυασμένες λειτουργίες αθλητισμού, τουρισμού – αναψυχής, κοινωνικών εξυπηρετήσεων και πολιτισμού της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας». Περαιτέρω, στην εισηγητική έκθεση του αναφερόμενου στη σκέψη 4, όπου παρατίθενται και οι κρίσιμες διατάξεις του (άρθρο 2), Ν. 2947/2001 αναφέρεται ότι «3. Όπως είναι γνωστό, εκτός από τη φιλοξενία των αθλητών, για την οποία έχει ληφθεί ήδη, ειδική μέριμνα από την Πολιτεία με τις ρυθμίσεις για το Ολυμπιακό Χωριό (ν. 2730/1999, άρθρο 1 του ν. 2819/2000), ανάγκες φιλοξενίας πρόκειται να προκύψουν επίσης για τους εκπροσώπους Τύπου, που θα κληθούν να καλύψουν δημοσιογραφικά το παγκόσμιο αυτό αθλητικό γεγονός, καθώς και για το προσωπικό ασφαλείας που θα χρησιμοποιηθεί στη διάρκεια των Αγώνων. Για την αντιμετώπιση των ειδικών αυτών αλλαγών, με το νομοσχέδιο αυτό καθορίζονται περιοχές στις οποίες μπορεί να δημιουργηθούν εγκαταστάσεις φιλοξενίας των εκπροσώπων των μέσων μαζικής ενημέρωσης (χωριά Τύπου) και του προσωπικού ασφαλείας που θα χρησιμοποιηθεί στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Στις περιοχές αυτές υπάρχουν διαθέσιμες εκτάσεις που ανήκουν σε κρατικούς φορείς και σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και οι οποίες προσφέρονται, από χωροταξικής και λειτουργικής απόψεως, για τη δημιουργία μόνιμων ή προσωρινών εγκαταστάσεων φιλοξενίας … Σημειώνεται περαιτέρω ότι βασικό λόγο επιλογής των εκτάσεων αυτών από χωροταξικής απόψεως, αποτελεί η εγγύτητά τους και η συλλειτουργία τους με το βασικό σύστημα Ολυμπιακών πόλεων που έχει προβλεφθεί από το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας και έχει θεσμοθετηθεί με το ν. 2730/1999. Με βάση το σύστημα αυτό, οι εκτάσεις που προορίζονται για τη δημιουργία εγκαταστάσεων φιλοξενίας διαχέονται οργανωμένα σε τέσσερεις μείζονες περιοχές υποδοχής Ολυμπιακών λειτουργιών (ΟΑΚΑ – Μαρούσι, …) … ώστε, σε συνδυασμό με τις αθλητικές εγκαταστάσεις που έχουν χωροθετηθεί σε αυτές και τις υφιστάμενες και προγραμματιζόμενες τεχνικές υποδομές, να αποτελέσουν ένα συνεκτικό και λειτουργικό σύστημα Ολυμπιακών υποδομών που υποστηρίζουν και υπηρετούν την άρτια και ποιοτικά αναβαθμισμένη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Μέσω της βασικής αυτής χωροταξικής επιλογής, δεν αναμένεται να ικανοποιηθούν μόνο οι ανάγκες της Ολυμπιακής διοργάνωσης του 2004, αλλά να δημιουργηθεί περαιτέρω μια σύγχρονη υποδομή για τη φιλοξενία και την εύρυθμη λειτουργία στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής που θα καλύψει μεταολυμπιακά τόσο τις αυξημένες κοινωφελείς απαιτήσεις των επί μέρους φορέων (Π.χ. κατασκηνώσεις Υπουργείων και Δήμου Αθηναίων στον Άγιο Ανδρέα, εγκαταστάσεις εκπαίδευσης στο χώρο της Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε. στο Μαρούσι, Σχολές Αστυνομίας στην Αμυγδαλέζα κ.λπ.), όσο και γενικότερες λειτουργικές ανάγκες της Αθήνας ως Μητροπολιτικού Κέντρου ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Επισημαίνεται επιπλέον ότι οι μόνιμες και προσωρινές εγκαταστάσεις φιλοξενίας που θα δημιουργηθούν εν όψει των Αγώνων, ιδίως αυτές των δημόσιων και κοινωφελών φορέων, θα αποτελέσουν ένα μόνιμο οικιστικό απόθεμα που θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη και άλλων έκτακτων αναγκών στέγασης και φιλοξενίας στην ευρύτερη περιοχή της Πρωτεύουσας (προσωρινή αποκατάσταση ευπαθών ομάδων πληθυσμού, φιλοξενία κατά τη διάρκεια άλλων διεθνών ή ευρωπαϊκών διοργανώσεων κ.λπ.)». Ως προς δε το άρθρο 2 του νόμου αυτού αναφέρεται ότι οι προτεινόμενοι όροι δομήσεως και χρήσεις γης επιδιώχθηκε να είναι συμβατοί με ήπια ανάπτυξη και με το γενικότερο πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής. Τέλος, οι θεσπιζόμενες με τις παρατιθέμενες στη σκέψη 4 διατάξεις των περ. α´, β´ και γ´ της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3207/2003 πολεοδομικές ρυθμίσεις, ισχύουν, κατά το αυτό άρθρο «Στον υπερτοπικό πόλο του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθήνας (Ο.Α.Κ.Α.), όπως αυτός προβλέπεται στο Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας (περίπτωση ε´ της παρ. 2.3. του Παραρτήματος Α του άρθρου 15 του Ν. 1515/1985, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2730/1999, ΦΕΚ 130 Α´), και ειδικότερα στην περιοχή που απεικονίζεται στο διάγραμμα κλίμακας 1:5.000 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας και του οποίου αντίτυπο σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύεται με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: α. … » (παρ. 1). Με τη διάταξη επομένως αυτή, η κατά τα ανωτέρω εγγύς του υπερτοπικού πόλου του Ο.Α.Κ.Α., συλλειτουργούσα με αυτόν περιοχή, κατέστη τμήμα του. Τούτο προκύπτει: α) Από την εισηγητική έκθεση του νόμου όπου ως προς το ανωτέρω άρθρο 6 αναφέρεται ότι «Προκειμένης της τελέσεως των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας, ο ν. 2730/1999 διαμόρφωσε τη χωροταξική προετοιμασία της περιοχής του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών (Ρ.Σ.Α.), προβλέποντας, μεταξύ άλλων (άρθρο 1 παρ. 2), την περιοχή του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθήνας (Ο.Α.Κ.Α.) ως τμήμα συστήματος μεγάλων υπερτοπικών πόλων αναψυχής, αθλητισμού και πολιτιστικών λειτουργιών που εξυπηρετούν ολόκληρη την έκταση της πόλης. Ειδικότερα, το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας, όπως συμπληρώθηκε με το Ν. 2730/1999, όρισε ότι στην ευρύτερη περιοχή του Ο.Α.Κ.Α. χωροθετούνται Ολυμπιακά έργα, όπου θα εξυπηρετούνται μετά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, συνδυασμένες λειτουργίες αθλητισμού, τουρισμού – αναψυχής, κοινωνικών εξυπηρετήσεων και πολιτισμού της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας. Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης ειδικής προβλέψεως του ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών, με την παρούσα ρύθμιση επιδιώκεται η δημιουργία Ολυμπιακού Χωριού Τύπου στην περιοχή του Άγιου Θωμά του Δήμου Αμαρουσίου, η οποία αποτελεί τμήμα του υπερτοπικού Ολυμπιακού πόλου της περιοχής Ο.Α.Κ.Α. και γειτνιάζει άμεσα με μεγάλο αριθμό Ολυμπιακών εγκαταστάσεων (αθλητικό συγκρότημα Ο.Α.Κ.Α., Διεθνές Κέντρο Τύπου, Διεθνές Κέντρο Ραδιοτηλεόρασης κ.λπ.). Ειδικότερα, η προτεινόμενη ρύθμιση αποβλέπει: -Στην υπαγωγή κεντρικής περιοχής του Δήμου Αμαρουσίου, συνολικής εκτάσεως 200 περίπου στρεμμάτων, σε πρόγραμμα οργανωμένης οικιστικής ανάπτυξης, με σκοπό αφ’ ενός τη δημιουργία εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση αναγκών της Ολυμπιακής φιλοξενίας (Χωριό Τύπου) και αφ’ ετέρου την οικιστική αναβάθμιση και οργανωμένη ανάπτυξη μιας ζωτικής οικιστικής ενότητας, που χαρακτηρίζεται σήμερα από διάσπαρτα κτίρια, ασύμβατες χρήσεις γης και κατακερματισμένους ελεύθερους ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους. … Σημειώνεται ότι οι προβλεπόμενες να αναπτυχθούν στην περιοχή πολεοδομικές λειτουργίες είναι σύμφωνες με το χαρακτήρα της περιοχής ως υπερτοπικού Ολυμπιακού πόλου και τις χρήσεις που προβλέπονται στο Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας (ν. 1515/1985, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2730/1999). Αντίστοιχα, οι προτεινόμενοι όροι δόμησης και ειδικώς ο μέσος συντελεστής δόμησης είναι σύμφωνοι με το μέσο συντελεστή δόμησης και τα λοιπά μεγέθη που καθορίζονται για κάθε πολεοδομική ενότητα από το εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Αμαρουσίου (ΥΑ 31477/6487/1997, ΦΕΚ 977 Δ´) …» και β) την 299/8.2.2013 σχετική βεβαίωση του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας προς το Δικαστήριο, 
15. Επειδή, όπως προκύπτει από τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, με το Ρ.Σ.Α., που ψηφίσθηκε με τον Ν. 1515/1985, προβλέφθηκε η δημιουργία υπερτοπικών πόλων ως περιοχών προοριζομένων για αναψυχή, αθλητισμό και πολιτιστικές λειτουργίες, δηλαδή περιοχών, οι οποίες διαμορφώνονται, κατ’ αρχήν, σε ελεύθερους χώρους με υπαίθριες εγκαταστάσεις και στις οποίες δεν αποκλείεται η κατασκευή στεγασμένων κτιριακών εγκαταστάσεων, υπό των όρο ότι είναι τέτοιες (ιδίως ως προς την έκταση και το μέγεθος) που να υπηρετούν τις ανωτέρω λειτουργίες χωρίς να αναιρούν τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της περιοχής (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 
415, 418/2011, 3059/2009, 2403/1997). Με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. γ΄ του Ν. 2730/1999 συμπληρώθηκε το Ρ.Σ.Α. και στην κατηγορία των υπερτοπικών πόλων αναψυχής, αθλητισμού και πολιτιστικών λειτουργιών, που προέβλεπε αρχικώς ο Ν. 1515/1985, προστέθηκε νέα κατηγορία υπερτοπικών πόλεων, που περιλαμβάνουν περιοχές, στις οποίες έχουν χωροθετηθεί έργα, η κατασκευή και η λειτουργία των οποίων είχε κριθεί αναγκαία από τον νομοθέτη για την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, προς εκπλήρωση των σχετικών διεθνών υποχρεώσεων, τις οποίες είχε αναλάβει η χώρα. Με την ανωτέρω δε διάταξη του Ν. 2730/1999 προβλέφθηκε περαιτέρω ότι, μετά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, οι πόλοι αυτοί θα εξυπηρετούν χρήσεις όχι μόνον αναψυχής, αθλητισμού και πολιτιστικές, όπως οι αρχικώς προβλεφθέντες με τον ν. 1515/1985 υπερτοπικοί πόλοι, αλλά και χρήσεις τουρισμού – αναψυχής και κοινωνικών εξυπηρετήσεων. Η διαφορετική αυτή ρύθμιση για την θεσπισθείσα με τον Ν. 2730/1999 νέα κατηγορία υπερτοπικών πόλων δικαιολογείται τόσο από τις ανάγκες που προέκυψαν εν όψει της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων όσο και από την ανάγκη, αφ’ ενός μεν να καταστεί δυνατόν να εξευρεθεί, μετά την λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων, η κατάλληλη για καθεμία από τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις χρήση, ενόψει του είδους της συγκεκριμένης εγκαταστάσεως, της λειτουργίας, που ήταν προορισμένη να επιτελέσει κατά την διάρκεια των Αγώνων, και των ιδιαιτέρων συνθηκών του πόλου, στον οποίο ευρίσκεται (ΣτΕ 415,418/2011), αφ’ ετέρου δε να λειτουργήσει ο πόλος μεταολυμπιακώς κατά πολεοδομικώς ορθό τρόπο. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα συνέτρεχε πολεοδομικός λόγος να επεκταθεί ο προβλεπόμενος από τον Ν. 2730/1999 πόλος ήδη πριν την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων με την προσθήκη σε αυτόν α) γειτονικών εκτάσεων που ήδη συλλειτουργούσαν με αυτόν για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων και β) να προβλεφθεί στην περίπτωση αυτή (της προσθήκης), εξ αρχής και για λόγους ενιαίας ρυθμίσεως του συνόλου των χρήσεων του πόλου, πέραν των χρήσεων εκείνων που συνδέονται με κατασκευές που θα χρησιμοποιηθούν τόσο κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες όσο και μετά από αυτούς, και χρήση συνδεόμενη με κατασκευές που θα εξυπηρετούν την μεταολυμπιακή μόνο λειτουργία του. 
16. Επειδή, εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στις σκέψεις 4 και 9, κατ’ εφαρμογή της Κ.Υ.Α. που ακυρώθηκε με τη δημοσιευθείσα την 6.6.2003 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, είχαν ήδη εκδοθεί την 5.9.2002 και 25.10.2002 αντιστοίχως η οικοδομική άδεια εκσκαφών και επιχώσεων και η οικοδομική άδεια ανεγέρσεως του επίδικου έργου, οι οποίες, έκτοτε εκτελούντο εν όψει της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα επί ένα περίπου έτος πριν από τη δημοσίευση της δικαστικής αυτής αποφάσεως. Η ανάγκη εκ νέου πολεοδομικής ρυθμίσεως της περιοχής ήταν επομένως κατεπείγουσα, όπως προκύπτει από την αμέσως, εντός του Ιουνίου 2003 συνταγείσα «Χωροταξική Πολεοδομική Θεώρηση Ολυμπιακού Χωριού Τύπου», η οποία, κατατεθείσα μαζί με την εισηγητική έκθεση του Ν. 3207/2003 ως Παράρτημα αυτού, αποτελεί την επιστημονική θεμελίωσή του, αλλά και από τις σχετικές συζητήσεις στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη ψήφιση του Ν. αυτού (βλ. Πρακτικά, συνεδρίαση ΝΗ΄/17.12.2003, σ. 2293: «Ο κ. Αλευράς είχε το θάρρος να ομολογήσει στην Επιτροπή: ... Αυτή τη στιγμή είμαστε υποχρεωμένοι να τελειώνουμε, γιατί ο χρόνος περνά» και σ. 2297: «Μας έμειναν περίπου οκτώμιση μήνες από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, ένας χρόνος ιδιαίτερα μικρός, ασφυκτικός θα έλεγε κανείς, για όσα έργα και δράσεις πρέπει να τελειώσουν». Δεδομένου δε και ότι, όπως εκτίθεται ειδικότερα στην προηγούμενη σκέψη, οι χρήσεις γης και οι όροι δομήσεως που καθορίζονται με το άρθρο 6 του Ν. 3207/2003, συνδέονται με τροποποίηση του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας, που έχει θεσπιστεί με τυπικό νόμο, συνέτρεχε η, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη απαιτούμενη από το Σύνταγμα εξαιρετική περίπτωση ρυθμίσεως πολεοδομικού θέματος με τυπικό νόμο. Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει και του ότι στην προαναφερόμενη συνοδεύουσα το Ν. 3207/2003 μελέτη θεμελιώνεται επιστημονικώς η ανάγκη να προστεθεί στον ήδη υφιστάμενο δυνάμει των διατάξεων του Ν. 2730/1999 πόλο η όμορη, ήδη συλλειτουργούσα με αυτόν και προβλεπόμενη από το Ν. 2947/2001 περιοχή, με χρήσεις συνδεόμενες με τη λειτουργία του α) κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, β) τόσο κατ’ αυτούς όσο και κατά την μεταολυμπιακή περίοδο και γ) μόνο κατά τη μεταολυμπιακή περίοδο δεν έρχονται σε αντίθεση προς το άρθρο 24 του Συντάγματος α) η ανωτέρω διάταξη του Ν. 2730/1999 (ΣτΕ Ολομ. 
415, 418/2011), καθώς και β) οι ρυθμίσεις του Ν. 3207/2003 περί επεκτάσεως του υπερτοπικού πόλου του Ο.Α.Κ.Α. και καθορισμού χρήσεων σε αυτόν και κατά την μεταολυμπιακή λειτουργία του. Εξ άλλου, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, οι διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3207/2003 δεν έρχονται σε αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος περί διακρίσεως των λειτουργιών. Κατά τη γνώμη όμως της Συμβούλου Μ. Καραμανώφ, οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις του Ν. 3207/2003 προσκρούουν στο άρθρο 26 του Συντάγματος στο μέτρο που με αυτές προβλέπεται χρήση συνδεόμενη με κατασκευές που θα χρησιμοποιηθούν μόνο μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες, εφ’ όσον στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει ειδικός λόγος θεσπίσεως της ανωτέρω διατάξεως με τυπικό νόμο (κατεπείγον). 
17. Επειδή, ως προς την χρήση τουρισμού-αναψυχής των προβλεπόμενων από τον Ν. 2730/1999 πόλων, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο νόμος αυτός παραπέμπει, για τον προσδιορισμό του περιεχομένου τους, στο άρθρο 8 του από 23.2/6.3.1987 π.δ/τος, στο οποίο άλλωστε, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 4, γίνεται ρητή παραπομπή ως προς το Ο.Τ.1 της επίδικης περιοχής με την περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3207/2003 (ΣτΕ Ολομ. 
415, 418/2011). Ορίζει δε το εν λόγω άρθρο 8, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 2160/1993 (ΦΕΚ 118 Α΄) και την παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 3139/2003 (ΦΕΚ 100 Α΄) ότι επιτρεπόμενες χρήσεις είναι α) ξενώνες, ξενοδοχεία και τουριστικές εγκαταστάσεις, β) κατοικία, γ) εμπορικά καταστήματα, χωρίς να εξαιρούνται οι υπεραγορές και τα πολυκαταστήματα, όπως ορίζεται για τη γενική κατοικία στο άρθρο 3 του αυτού π.δ/τος, δ) εστιατόρια, αναψυκτήρια, στ) κέντρα διασκεδάσεως, αναψυχής, ζ) χώροι συναθροίσεως κοινού, η) πολιτιστικά κτήρια και εν γένει πολιτιστική λειτουργία, θ) κτήρια κοινωνικής πρόνοιας, ι) θρησκευτικοί χώροι, ια) κτήρια, γήπεδο σταθμεύσεως, ιβ) πρατήρια βενζίνης, ιγ) αθλητικές εγκαταστάσεις, ιδ) εγκαταστάσεις μέσων μαζικής μεταφοράς, ιε) συνεδριακά κέντρα, ιστ) ελικοδρόμια, ιζ) καζίνο, ιη) γήπεδα γκόλφ, ιθ) τουριστικοί λιμένες και κ) εγκαταστάσεις εμπορικών εκθέσεων και εκθεσιακά κέντρα. Από τις ανωτέρω χρήσεις στο Ο.Τ.1 με το προαναφερόμενο άρθρ. 6 του Ν. 3207/2003 δεν επιτρέπονται οι υπό στοιχ. β), ιβ), ιδ), ιε), ιζ), ιη) και ιθ). 
18. Επειδή, εν όψει της αναφερόμενης στη σκέψη 13 κατ’ αρχήν απαγορεύσεως, από το Σύνταγμα, να υποβαθμίζονται οι όροι διαβιώσεως, όπως προκύπτει από τις εισηγητικές εκθέσεις των τροποποιητικών του ΡΣΑ Ν. 2730/1999 και 3207/2003, ηθελήθη οι ρυθμίσεις τους να αποκλίνουν μεν κατά το δυνατόν ολιγότερο του υφισταμένου πριν από αυτούς και θεσπισθένος εν όψει του τότε ισχύοντος ΡΣΑ γενικότερου πολεοδομικού σχεδιασμού της περιοχής, χωρίς όμως να ανατρέπεται ο νέος, δυνάμει των νόμων αυτών, προορισμός της ως υπερτοπικού πόλου που προβλέπεται με τις διατάξεις των δύο αυτών Νόμων, οι οποίες είναι κατά τούτο σύμφωνες με το άρθρο 24 του Συντάγματος, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη. Από τη συνταγματικώς απαιτούμενη, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 13 επιστημονική μελέτη, όμως, πρέπει να προκύπτει ότι εξετάστηκαν ειδικώς οι συνέπειες των εισαγομένων νέων ρυθμίσεων στο αστικό περιβάλλον της περιοχής, παρά το ότι δεν συνιστά ανεπίτρεπτη υποβάθμιση των όρων διαβιώσεως μόνη η αντίθεση των εν λόγω νέων ρυθμίσεων προς εκείνες του ανωτέρω προϋφισταμένου αυτών γενικώτερου πολεοδομικού σχεδιασμού. 
19. Επειδή, όπως αναφέρεται στη σκέψη 4 και προκύπτει και από τα στοιχεία που παρατίθενται στην αναφερόμενη στις σκέψεις 14 και 16 επιστημονική μελέτη που συνοδεύει την εισηγητική έκθεση του Ν. 3207/2003 (σελ. 74), στην επίδικη περιοχή προβλεπόταν από το ΓΠΣ χρήση αμιγούς κατοικίας και μέσος συντελεστής δομήσεως 0,8, ενώ με τις ρυθμίσεις του Ν. 3207/2003 προβλέπεται: Α) Για το Ο.Τ.1, εμβαδού 37.154,22 τ.μ., χρήση τουρισμού-αναψυχής (άρθρ. 6 παρ. 1 περ. γ), συντελεστής δομήσεως 1, 9, υψηλότερος του μέσου συντελεστή δομήσεως (μ.σ.δ.) του Γ.Π.Σ., ο οποίος (1,9) αντιστοιχεί μεν σε 70.863 τ.μ. δομήσιμης επιφάνειας πλήν περιορίζεται σε 70.255 (άρθρο 6 παρ. 1 περ. β). Η ανωτέρω δε χρήση συνίσταται, κατά τα αναφερόμενα στη σελ. 52 της προαναφερόμενης μελέτης, σε εμπορικό-ψυχαγωγικό κέντρο. Β. Για το Ο.Τ. 2, εμβαδού 46.436,25 τ.μ., η αυτή χρήση (αμιγούς κατοικίας, άρθρο 6 παρ. 1 περ. γ) με εκείνη του Γ.Π.Σ. και συντελεστής δομήσεως 0,60, χαμηλότερος του μ.σ.δ. του Γ.Π.Σ., ο οποίος (0,60) αντιστοιχεί σε 27.861 τ.μ. δομημένης επιφάνειας πλην περιορίζεται σε 25.650 τ.μ. (άρθρο 6 παρ. 1 περ. β). Γ Για το Ο.Τ. 3, εμβαδού 11.031 τ.μ., η αυτή χρήση αμιγούς κατοικίας (άρθρο 6 παρ. 1 περ. γ), συντελεστής δομήσεως 0,75, χαμηλότερος του μ.σ.δ. του Γ.Π.Σ., ο οποίος (0,75) αντιστοιχεί σε 8.273 τ.μ. δομημένης επιφάνειας πλην περιορίζεται σε 8.220 τ.μ. (άρθρο 6 παρ. 1 περ. β). Δ. Για το Ο.Τ. 4, εμβαδού 15.832,72 τ.μ., χρήση κατοικίας και γραφείων, συνεπώς γενικής κατοικίας, κατ’ άρθρο 3 του από 23.2.1987 π.δ/τος, αλλά με μόνο τις δύο αυτές χρήσεις (άρθρο 6 παρ. 1 περ. γ), συντελεστής δομήσεως 1,25, υψηλότερος του μ.σ.δ. του Γ.Π.Σ., ο οποίος (1,25) αντιστοιχεί σε 19.709 τ.μ. δομήσιμης επιφάνειας πλην περιορίζεται σε 17.150 τ.μ. (άρθρο 6 παρ. 1 περ. β). Ε. Για το Ο.Τ. 5, εκτάσεως 10.920,36 τ.μ., χρήση παιδικού σταθμού, αθλητισμού και αναψυχής (άρθρο 6 παρ. 1 περ. γ), συντελεστής δομήσεως 0,01, χαμηλότερος του μ.σ.δ. του Γ.Π.Σ., ο οποίος (0,01) αντιστοιχεί σε 100,10 τ.μ. δομήσιμης επιφάνειας πλην περιορίζεται σε 99,50 τ.μ. (άρθρο 6 παρ. 1 περ. β). Επί του συνολικού εμβαδού των τεσσάρων Ο.Τ. επομένως (37.151,22 + 46.436,25 + 11.031 + 15.832,72 + 10.920,36 = 121.371,55), με τις ρυθμίσεις του Ν. 3207/2003 επιτρέπεται συνολική δομήσιμη επιφάνεια 70.255 + 25.650 + 8.220 + 17.150+ 99 = 121.374 τ.μ., δηλαδή συντελεστής δομήσεως 1, η οποία είναι κατά 24.277 τ.μ. αυξημένη σε σχέση με εκείνη που θα είχε δομηθεί στο αυτό εμβαδόν με τον μ.σ.δ. 0,80 του Γ.Π.Σ. (121.371,55 Χ 0,80 = 97.097). Διότι, 121.374-97.097 = 24.277. Εξάλλου, στα συνοδεύοντα το Ν. 3207/2003 διαγράμματα φαίνεται η θέση και η διάταξη των κτηρίων, που εγκρίθηκαν με την παρ. 2 του άρθρου 6 αυτού. Η μεταβολή αυτή των όρων δομήσεως (αύξηση του συντελεστή δομήσεως κατά δύο δέκατα) και χρήσεων γης σε τμήμα 48.185,22 τ.μ. (37.154, 22 του Ο.Τ. 1 + 11.031 του Ο.Τ.3) από τα 121.371,55 του συνόλου της περιοχής) δεν συνιστά κατ’ αρχήν ανεπίτρεπτη κατά το Σύνταγμα μεταβολή του πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής εν όψει του νέου προορισμού της ως υπερτοπικού πόλου, ανεξαρτήτως αν η μεταβολή αυτή επέρχεται κατά τη διοικητική διαδικασία που προβλέπεται από την πολεοδομική νομοθεσία, δηλαδή κατά κανόνα με προεδρικό διάταγμα ή επιτρεπτώς με τυπικό νόμο λόγω των συντρεχουσών συνθηκών, όπως εν προκειμένω. Ως προς το Ο.Τ. 1 όμως, για το οποίο προβλέπεται συντελεστής δομήσεως υπερδιπλάσιος του μ.σ.δ. του Γ.Π.Σ., δεν προκύπτει από την ανωτέρω επιστημονική μελέτη, όπως επιβάλλεται κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, ειδικότερη αντιμετώπιση του ζητήματος της οικιστικής επιβαρύνσεως σε σχέση με το σύνολο της περιοχής και των εν γένει συνεπειών στο αστικό περιβάλλον, κατά την αξιολόγηση των οποίων είναι πάντως ληπτέα υπ’ όψει τα δεδομένα που συνδέονται προς το είδος και την ένταση της επιτρεπόμενης στο Ο.Τ. αυτό χρήσεως. Τούτου έπεται ότι δεν προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη σκέψη 13, για τον καθορισμό του εν λόγω συντελεστή δομήσεως και, συνεπώς, είναι ως προς το Ο.Τ. 1 ανίσχυρη η διάταξη της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3207/2003. Τούτου δε παρέπεται ότι είναι ακυρωτέα κατά τούτο, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 10, η αποτελούσα προϋπόθεση εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως και εκτελέσεως των σχετικών έργων σιωπηρή διαπίστωση, από την Δ.Ο.Κ.Κ., της συμφωνίας των σχετικών μελετών προς τη διάταξη αυτή. Κατά τη γνώμη όμως των Αντιπροέδρων Α. Ράντου και Μ. Σάρπ καθώς και των Συμβούλων Δ. Σκαλτσούνη, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινού, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλη και Κ. Φιλοπούλου, ο αυξημένος συντελεστής δομήσεως στο Ο.Τ. αυτό, που αποτελεί ολιγότερον του ενός τρίτου του συνόλου της εκτάσεως της επίδικης περιοχής, είναι αυτόθροη συνέπεια της μεταβολής του προορισμού του υπερτοπικού πόλου και, συνεπώς, δεν απητείτο ειδικότερη αιτιολόγηση του καθορισμού του εν λόγω συντελεστή δομήσεως. Ως εκ τούτου, η ανωτέρω διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, και είναι ισχυρή. Κατά δε τη γνώμη των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνη, Α. Σακελλαροπούλου, Α. Χριστοφορίδου, Γ. Ποταμιά, Μ. Σταματελάτου και Θ. Αραβάνη, η ανωτέρω αύξηση του μ.σ.δ. κατά δύο δέκατα στο σύνολο της επίδικης περιοχής και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στο Ο.Τ.1, σε συνδυασμό προς την προσθήκη ιδιαιτέρως οχλούσης χρήσεως μεγάλου μεγέθους στο Ο.Τ. αυτό και μάλιστα ανεξαρτήτως προς τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, συνεπάγονται υπέρμετρα επιβάρυνση του οικιστικού περιβάλλοντος και των όρων διαβιώσεων των κατοίκων της επίδικης περιοχής σε σχέση με τις ευνοϊκότερες ρυθμίσεις του Γ.Π.Σ. αυτής και συνεπώς, είναι ανίσχυρες οι επίμαχες διατάξεις των περ. β’ και γ’ της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3207/2003, ως αντίθετες προς το άρθρο 24 του Συντάγματος. 
20. Επειδή με το άρθρο 1 παρ. 2 της οδηγίας 85/337 του Συμβουλίου (L 175/5.7.1985), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/11 του Συμβουλίου (L 156/25.6.2003) ορίζεται ως σε σχέδιο: - η υλοποίηση κατασκευαστικών εργασιών ή άλλων εγκαταστάσεων ή έργων, - άλλες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή το τοπίο ...», ως «κύριος του έργου: είτε ο υποβάλλων αίτηση για άδεια που αφορά σχέδιο ιδιωτικού έργου είτε η δημόσια αρχή που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για ένα σχέδιο», ως «άδεια: [η] απόφαση της ή των αρμοδίων αρχών που δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να πραγματοποιήσει το σχέδιο». Σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας, «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε πριν χορηγηθεί η άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, να χρειάζονται άδεια και εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων» (παρ. 1). Με το άρθρο 4 της οδηγίας τα «σχέδια» (projects κατά το αγγλικό κείμενο) κατατάχθηκαν σε δύο κατηγορίες: αυτά που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι και υποβάλλονται οπωσδήποτε σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 5-10, διότι, κατά την αξιολόγηση του κοινοτικού νομοθέτη, έχουν, εκ της φύσεώς τους, επιπτώσεις στο περιβάλλον, και αυτά που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ, τα οποία υποβάλλονται στην ανωτέρω εκτίμηση, μόνον εφόσον τα κράτη μέλη κρίνουν ότι το απαιτούν τα χαρακτηριστικά τους, ιδίως δε η φύση, το μέγεθος ή η θέση τους, διότι, κατά την αξιολόγηση του κοινοτικού νομοθέτη, δεν έχουν, άνευ ετέρου, τέτοιες επιπτώσεις. Για τα σχέδια που εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα «έργα αστικής ανάπτυξης», ειδικότερα δε «η κατασκευή εμπορικών κέντρων και χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων», τα κράτη μέλη μπορεί να αποφασίζουν, ως προς την υποβολή τους ή μη σε εκτίμηση των επιπτώσεών τους, είτε κατά περίπτωση είτε καθορίζοντας κατηγορίες σχεδίων, δυνάμει κριτηρίων ή ορίων, βάσει των αναφερομένων στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας, είτε με συνδυασμό των δύο αυτών τρόπων επιλογής. Όπως πάντως έχει κρίνει το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [ΔΕΚ], η ανωτέρω ευχέρεια δεν περιλαμβάνει, κατά την έννοια της οδηγίας και την εκ προοιμίου εξαίρεση ενός συνόλου σχεδίων από την υποχρέωση εκτιμήσεως των επιπτώσεών τους, εκτός εάν πρόκειται για σύνολο, το οποίο δύναται να θεωρηθεί, βάσει συνολικής εκτιμήσεως, ότι αποκλείεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Σε περίπτωση δε υπερβάσεως του ως άνω περιθωρίου εκτιμήσεως, δεν εφαρμόζονται οι εθνικοί κανόνες που είναι ασύμβατοι προς τις διατάξεις της οδηγίας. Κατά το άρθρο 5 και το παράρτημα IV της ίδιας οδηγίας, οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχει ο κύριος του έργου, το οποίο υποβάλλεται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, περιλαμβάνουν τουλάχιστον περιγραφή του σχεδίου, περιέχουσα στοιχεία σχετικά με τον τόπο πραγματοποιήσεώς του, τη σύλληψή του και το μέγεθός του, περιγραφή των μέτρων που μελετώνται προκειμένου να αποφευχθούν και να μειωθούν και, ει δυνατόν, να αντιμετωπισθούν οι σημαντικότερες δυσμενείς επιπτώσεις, καθώς και τα απαραίτητα στοιχεία για την εξακρίβωση και την εκτίμηση των σημαντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να έχει το σχέδιο στο περιβάλλον. Από τα άρθρα 6 και 8 προκύπτει ότι οι πληροφορίες αυτές πρέπει να τίθενται στη διάθεση των αρχών, τις οποίες, λόγω της ειδικής τους αρμοδιότητας σε θέματα περιβάλλοντος, ενδέχεται να αφορά το σχέδιο, καθώς και του ενδιαφερομένου κοινού, ότι οι ανωτέρω αρχές και το κοινό πρέπει να είναι σε θέση να εκφράζουν την άποψή τους και ότι το σύνολο αυτών των στοιχείων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από την αρμόδια αρχή, στο πλαίσιο της διαδικασίας για τη χορήγηση της άδειας του σχεδίου. Εξ άλλου, στο άρθρο 1 παρ. 5 της οδηγίας ορίζεται ότι αυτή δεν εφαρμόζεται επί σχεδίων «που εγκρίνονται καταλεπτώς με ειδική εθνική νομοθετική πράξη, καθότι οι στόχοι που επιδιώκονται με την ... οδηγία, συμπεριλαμβανομένης και της επιδιωκόμενης παροχής πληροφοριών, επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας». Όπως έκρινε το ΔΕΚ (βλ. απόφαση ΔΕΚ της 16-9-1999 WWF, υπόθεση C-
435/97, απόφαση ΔΕΚ της 19-9-2000, Linster, υπόθεση C-287/98), η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων: (α) η ειδική νομοθετική πράξη πρέπει να εγκρίνει λεπτομερώς το σχέδιο και (β) πρέπει να επιτυγχάνονται οι σκοποί της οδηγίας. Για να θεωρηθεί δε ότι η νομοθετική πράξη εγκρίνει καταλεπτώς το σχέδιο, θα πρέπει αυτή να έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την άδεια του άρθρου 1 παρ. 2, ήτοι να εγκρίνει το σχέδιο επακριβώς και κατά τρόπο οριστικό, ώστε να περιέχει όλα τα κρίσιμα στοιχεία του για την εκτίμηση των επιπτώσεών του στο περιβάλλον. Περαιτέρω, οι σκοποί της οδηγίας επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας, μόνον όταν ο νομοθέτης έχει στη διάθεσή του πληροφορίες, αντίστοιχες προς εκείνες που θα παρέχονταν στην αρμόδια αρχή, στο πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας χορηγήσεως αδείας προς εκτέλεση κάποιου σχεδίου. Επομένως, για την εφαρμογή της οδηγίας, ένας νόμος δεν θεωρείται ότι εγκρίνει καταλεπτώς ένα σχέδιο όταν, αφενός, δεν έχει ενσωματώσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου στο περιβάλλον, αλλά, προς το σκοπό αυτό, επιβάλλει την εκ των υστέρων εκπόνηση μελέτης, και, αφετέρου, προβλέπει την έκδοση άλλων πράξεων, για να παρασχεθεί στον κύριο του έργου το δικαίωμα να το πραγματοποιήσει. Τέλος, η κατά το άρθρο 1 παρ. 2 έννοια της «άδειας» είναι «κοινοτική». Κατά πάγια σχετική νομολογία του ΔΕΚ, ενόψει της αρχής της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και της αρχής της ισότητας, εφ’ όσον το γράμμα της διατάξεως της οδηγίας δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών-μελών, πρέπει να δίνεται στον ανωτέρω όρο αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία, βάσει του σκοπού που επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση (ΔΕΚ 7.1.2004, Walls, C-201/02, 19.9.2000, Linster, C-287/98). 
21. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του αναφερόμενου στη σκέψη 4 Ν. 3010/2002 (Α΄ 91), με απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ «τα δημόσια ή ιδιωτικά έργα και δραστηριότητες κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες και κάθε κατηγορία μπορεί να κατατάσσεται σε υποκατηγορίες, καθώς και σε ομάδες κοινές για όλες τις κατηγορίες, ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον». Η πρώτη (Α) κατηγορία «περιλαμβάνει τα έργα και τις δραστηριότητες που λόγω της φύσης, του μεγέθους ή της έκτασής τους, είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον», η δεύτερη (Β) κατηγορία «περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες, τα οποία, χωρίς να προκαλούν σοβαρές επιπτώσεις, πρέπει να υποβάλλονται για την προστασία του περιβάλλοντος σε γενικές προδιαγραφές, όρους και περιορισμούς που προβλέπονται από κανονιστικές διατάξεις», η τρίτη δε (Γ) κατηγορία «περιλαμβάνει έργα και δραστηριότητες που προκαλούν μικρές επιπτώσεις στο περιβάλλον». Κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού, ενόψει και των ανωτέρω διατάξεων της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, ως ισχύει, εκδόθηκε η ΚΥΑ ΗΠ 15393/2332/2002 (ΦΕΚ 1022 Β΄). Με την απόφαση αυτή, τα έργα και οι δραστηριότητες, κατετάγησαν σε δέκα ομάδες, μεταξύ των οποίων και η ομάδα 6 «Τουριστικές εγκαταστάσεις – Εργασίες πολεοδομίας». Στο Παράρτημα Ι της ως άνω κ.υ.α., στον πίνακα της ομάδας 6 [πίνακας 6] περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, έργο/δραστηριότητα με α/α 12, οριζόμενο ως εξής: «Υπεραγορές (super markets), πολυκαταστήματα, εμπορικά κέντρα (στεγασμένοι χώροι σε ένα ή περισσότερους ορόφους)», το οποίο, εάν αφορά σε χώρους άνω των 20.000 τμ συνολικά, κατατάσσεται στην 1η Υποκατηγορία της Πρώτης Κατηγορίας. Περαιτέρω, στον αυτόν πίνακα, περιλαμβάνονται, ως αυτοτελή «έργα», και τα έργα με α/α 23 «Πολεοδομικός Σχεδιασμός» και α/α 24 «Χωροταξικός Σχεδιασμός», τα οποία κατατάσσονται στην 1η Υποκατηγορία της Πρώτης Κατηγορίας εάν η «έγκριση του σχεδιασμού» γίνεται από τις Κεντρικές Υπηρεσίες και στη 2η Υποκατηγορία της Πρώτης Κατηγορίας εάν η «έγκριση του σχεδιασμού» γίνεται από τις Περιφερειακές Υπηρεσίες, ενώ στην στήλη «Παρατηρήσεις» του πίνακα αυτού ορίζεται ότι «Η περιβαλλοντική αδειοδότηση γίνεται στο πλαίσιο έγκρισης του σχεδιασμού» και ότι το περιεχόμενο της ΜΠΕ θα είναι προσαρμοσμένο «στον χαρακτήρα του έργου και στο επίπεδο σχεδιασμού». Κατά την έννοια των διατάξεων της ανωτέρω κοινής υπουργικής αποφάσεως, που ίσχυε κατά το χρόνο θεσπίσεως της επίμαχης ρυθμίσεως, και του άρθρ. 3 του Ν. 1650/1986, που εκδόθηκαν σε εφαρμογή των ορισμών της οδηγίας 85/337 ΕΟΚ, οι ρυθμίσεις του άρθρου 6 του Ν. 3207/2003, οι οποίες, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σκέψη 16, επιτρεπτώς θεσπίστηκαν κατ’ εξαίρεση με τυπικό νόμο υπό τις υφιστάμενες κατά την έκδοση του νόμου αυτού συνθήκες, και με τις οποίες, όπως προεκτέθηκε, εγκρίνεται το σχέδιο πόλεως σε συγκεκριμένα οικοδομικά τετράγωνα, ορίζεται ότι η έγκριση αυτής επέχει θέση πράξεως εφαρμογής και καθορίζεται η θέση και η διάταξη των επιτρεπομένων εντός αυτών κτηρίων και εγκαταστάσεων, προβλέπονται δεσμευτικώς οι ουσιώδεις παράμετροι του έργου, υπολειπομένης μόνο της διαπιστώσεως της συμφωνίας προς αυτούς των σχετικών μελετών, συνιστούν την κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 20 «άδεια» του έργου. Τούτου παρέπεται ότι οι ρυθμίσεις αυτές, αυτοτελώς, συνιστούν «Πολεοδομικό Σχεδιασμό» σύμφωνα με την ανωτέρω Κ.Υ.Α. ΗΠ 15393/2332/2002, κατατάσσονται δε, με την ίδια απόφαση, στην 1η Υποκατηγορία της Πρώτης Κατηγορίας, στην οποία επίσης κατατάσσεται και το εμπορικό κέντρο στο Ο.Τ. 1, εφόσον η δομήσιμη επιφάνειά του είναι μεγαλύτερη των 20.000 τ.μ. Επομένως, αν και οι πολεοδομικές αυτές ρυθμίσεις δεν επιβλήθηκαν με τήρηση της κατά κανόνα εφαρμοστέας διοικητικής διαδικασίας εκδόσεως προεδρικού διατάγματος, έπρεπε πριν τη θέσπισή τους, με τις ανωτέρω διατάξεις νόμου, να τηρηθούν οι απορρέουσες από την οδηγία 85/337 ΕΟΚ υποχρεώσεις, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 20. Όπως όμως προκύπτει από την ανωτέρω συνοδεύουσα το Ν. 3207/2003 επιστημονική μελέτη, η μελέτη αυτή, η οποία έχει συνταχθεί μόνο από αρχιτέκτονες-πολεοδόμους, αντιμετωπίζει αποκλειστικώς τα πολεοδομικά ζητήματα ενώ τα περιβαλλοντικά μόνο στις σελίδες 55 και 57 και μάλιστα μόνο ως προς την επίδραση του σχεδίου στο αστικό περιβάλλον. Δεν περιέχει, επομένως, τα προβλεπόμενα από την ανωτέρω οδηγία αναγκαία στοιχεία. Τούτου δε έπεται ότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 περ. α’, β’, γ’ και 2 του Ν. 3207/2003 θεσπίστηκαν κατά παράβαση των ορισμών της οδηγίας 85/337 ΕΟΚ και είναι, συνεπώς, ανίσχυρες. Είναι, ως εκ τούτου, και για το λόγο αυτόν ακυρωτέα, η κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 10 αποτελούσα προϋπόθεση εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων σιωπηρή διαπίστωση, από τη Δ.Ο.Κ.Κ., της συμφωνίας των σχετικών μελετών που της υποβλήθηκαν προς τις ανωτέρω διατάξεις. 
22. Επειδή, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να απορριφθούν οι παρεμβάσεις. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Δέχεται την αίτηση ως προς τον πρώτο και τρίτο από τους αιτούντες. 
Ακυρώνει την σιωπηρή διαπίστωση, από τη Διεύθυνση Οικοδομικών και Κτηριοδομικών Κανονισμών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, της συμφωνίας προς τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 1 περ. α’, β’ και γ’ και 2 του Ν. 3207/2003 των μελετών που υποβλήθηκαν σε αυτήν. 
Απορρίπτει τις παρεμβάσεις. 
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. 
Επιβάλλει στους παρεμβαίνοντες και το Δημόσιο ισομέτρως την πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αιτούντων, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση, η οποία ανέρχεται σε χίλια οκτακόσια σαράντα (1.840) ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2013 
 Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας 
  
  
 Κ. Μενουδάκος  Μ. Παπασαράντη 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 2014. 
 Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας 
  
  
 Ν. Ρόζος  Μ. Παπασαράντη 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: