ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

Η αποτελεσματική δικαστική προστασία και το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων


H κοινοτική έννομη τάξη δεν περιορίσθηκε να ρυθμίσει το καθεστώς των δημοσίων συμβάσεων στο πλαίσιο των οικείων οδηγιών που αφορούν τη σύναψή τους. Από το 1989 θέσπισε ιδιαίτερη οδηγία για τις διαδικασίες προσφυγών που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις, αρχικά για τις συμβάσεις έργων και προμηθειών και κατόπιν με τροποποίηση της οδηγίας, επεκτάθηκε και στις υπηρεσίες. Από τα μέσα της δεκαετίας του 80, η διαπίστωση της ανάγκης για διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας κατέστη ορατή και θεσμοθετήθηκε στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων.
Ο κοινοτικός νομοθέτης πλέον ρητά επιδιώκει την εφαρμογή των κανόνων που θέτει, θεσπίζοντας και το πλαίσιο δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων από τη μη τήρησή τους, καθιερώνοντας σταδιακά ένα ενιαίο δικονομικό σύστημα. Το σύστημα αυτό βασίζεται στις γενικές αρχές του δικαίου των ευρωπαϊκών κρατών και στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις καθώς και τις διατάξεις της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δημιουργώντας έτσι ένα πλαίσιο παροχής κοινοτικής δικαστικής προστασίας σύμφωνα με ένα ορθολογικό σύστημα κανόνων. Διαπιστώνεται συνεπώς ότι ενώ η αρχική προσέγγιση του κοινοτικού δικαίου υπήρξε αποσπασματική και ως προς το ζήτημα της παροχής έννομης προστασίας στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου περιοριζόταν από τις διατάξεις της Συνθήκης, σήμερα πλέον η τάση της ερμηνείας τείνει προς τη δημιουργία ενός δομημένου συστήματος, ανατρέποντας την αρχική θέση του κοινοτικού δικαίου και επεκτείνοντας τη σφαίρα επιρροής του στο δικονομικό καθεστώς και των κρατών μελών.

1. Ένα κοινοτικό ατομικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας και ένα πλήρες σύστημα δικαστικής προστασίας

Σε σχέση με τα όσα προεκτέθηκαν αναφέρεται ότι ήδη το ΔΕΚ με αφορμή το υποβληθέν ερώτημα από το Bundesvergabeamt σε σχέση με το αν υφίσταται ατομικό δικαίωμα προσφυγής ενώπιον αρχών ή δικαστηρίων σύμφωνα με την οδηγία 89/665/ΕΟΚ, στην παρ. 22 της απόφασής C- 76/97 τόνισε, κάνοντας μνεία στην απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-54/96, (σκέψη 40), ότι εναπόκειται στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, να προσδιορίσει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί διαφορών στο πλαίσιο των οποίων διακυβεύονται ατομικά δικαιώματα απορρέοντα από την κοινοτική έννομη τάξη, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι τα κράτη μέλη έχουν σε κάθε περίπτωση την ευθύνη της διασφαλίσεως αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων αυτών. Με την επιφύλαξη αυτή, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επεμβαίνει για να επιλύει ζητήματα αρμοδιότητας που μπορούν να ανακύψουν στην οργάνωση των εθνικών δικαστηρίων από τον νομικό χαρακτηρισμό ορισμένων εννόμων καταστάσεων που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο
Με τη διατύπωση αυτή του ΔΕΚ, η μνεία στην ύπαρξη ατομικού δικαιώματος είναι πλέον σαφής. Θα πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι η απόφαση C-54/96, δεν έκρινε επί ερωτήματος σε σχέση με την ύπαρξη ατομικού δικαιώματος όπως προκύπτει από την παράγραφο 7 αυτής. Έτσι η απόφαση C-76/97 αν και φαινομενικά επανέλαβε τη διατύπωση της προηγούμενης στο ίδιο ζήτημα, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι απάντησε έμμεσα στο ερώτημα για την ύπαρξη ατομικού δικαιώματος, το οποίο απορρέει από την κοινοτική έννομη τάξη.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πέραν των θέσεων της Επιτροπής και των κανόνων που τίθενται σε επίπεδο οδηγιών, το κοινοτικό δίκαιο, όπως ερμηνεύεται από το ΔΕΚ, καθιερώνει ρητά την ύπαρξη ατομικού δικαιώματος που απορρέει από την κοινοτική έννομη τάξη για τη δικαστική προστασία σε σχέση με τις δημόσιες συμβάσεις. Το δικαίωμα αυτό, σαφώς συνταγματικής φύσεως, προκύπτει από κοινοτική οδηγία κατ' αρχήν και όχι από την ίδια τη Συνθήκη.

2. Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών

Με την οδηγία του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (89/665/EOK)[1], όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ θεσπίσθηκε το καθεστώς της αποτελεσματικής διαδικασίας προσφυγών για τη διασφάλιση του καθεστώτος των δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με τις οδηγίες 93/37/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ και ορίσθηκε τόσο η υποχρέωση των κρατών μελών να ρυθμίζουν διαδικασίες διοικητικών προσφυγών όσο και δικαστικών διαδικασιών κατά των αποφάσεων των αποφαινομένων επί των προσφυγών αυτών οργάνων.
Η οδηγία εξαίρει την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών και τη θέσπιση επειγουσών διαδικασιών προς αποφυγή περαιτέρω ζημιών ή ενόψει δυνατότητας επανόρθωσης της επαπειλούμενης ζημίας. Τονίζει εξάλλου και την κατοχύρωση τόσο του δικαιώματος αποζημίωσης, όσο και της υποχρέωσης εκτέλεσης των διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων. Σαφής είναι κατά την οδηγία η διάκριση των δικαιοδοτικών και των διοικητικών αρμοδιοτήτων αλλά και των ιδιομορφιών των εννόμων τάξεων των κρατών μελών, λόγω των διαφορετικών νομικών συστημάτων. Έτσι δεν τυγχάνει αυτονόητη η ακυρωτική αρμοδιότητα και διασφαλίζεται υποχρεωτικά η υποχρέωση των κρατών μελών να τη θεσπίζουν. Στην προσπάθεια σύνθεσης των πρακτικών και μεθόδων των διαφόρων νομικών συστημάτων, η οδηγία επιχειρεί να αποτελέσει καταλύτη, προβαίνοντας σε εγκαθίδρυση κάποιων κοινών αρχών και κανόνων. Κατοχυρώνει για το λόγο αυτό την υποχρέωση έγγραφης αιτιολογίας των αποφάσεων των διοικητικών αρχών, και την ανεξαρτησία από την αναθέτουσα αρχή του αρμόδιου για την προσφυγή φορέα ή αρχής. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι η συμφιλίωση των νομικών συστημάτων της ευρωπαϊκής ηπείρου που επιχειρείται με την οδηγία δεν είναι ότι το απλούστερο. Η νομολογιακή επεξεργασία των σχετικών διατάξεων αποδεικνύει του λόγου το αληθές.
Με την οδηγία 89/665 αφού διαπιστώθηκε η ανεπάρκεια των εθνικών συστημάτων των κρατών μελών να διασφαλίσουν την εκπλήρωση του σκοπού των οδηγιών 93/37/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ, καθιερώθηκε η υποχρέωση των κρατών μελών να επιτρέπουν σε κάθε θιγόμενο ενδιαφερόμενο να συνάψει δημόσια σύμβαση να αμφισβητήσει τις αποφάσεις της αναθέτουσας αρχής τόσο ενόψει της νομιμότητάς τους σε σχέση με το κοινοτικό όσο και σε σχέση με το εθνικό δίκαιο χωρίς διακρίσεις και με τρόπο αποτελεσματικό. Οι δικαιούμενοι να ασκήσουν τέτοιου είδους διαδικασίες αμφισβήτησης ορίζονται με ευρύτατο τρόπο, επιτρέπεται όμως στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στον ενδιαφερόμενο να γνωστοποιεί προηγουμένως την πρόθεσή του να αμφισβητήσει διαδικασίες ασκώντας προσφυγή.

Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών έχει ως στόχο την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας 2004/18/ΕΚ για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, προβλέποντας την υποχρέωση των κρατών μελών να καθιερώσουν αποτελεσματικές και γρήγορες εθνικές διαδικασίες προσφυγής σε περίπτωση παράβασης αυτών των διατάξεων.
Με την οδηγία αυτή ρυθμίζεται τόσο το καθεστώς των διοικητικών προσφυγών τις οποίες υποχρεούνται να θεσμοθετούν οι αναθέτουσες αρχές ενόψει των διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων όσο και το καθεστώς της δικαστικής προστασίας που δικαιούται να απολαμβάνει κάθε ενδιαφερόμενος. Οι διαδικασίες πρέπει να είναι ταχείες και αποτελεσματικές και να διασφαλίζουν τη μη διάκριση μεταξύ των ενδιαφερομένων. Διασφαλίζει εξάλλου την κατοχύρωση επιδίκασης δικαστικής αποζημίωσης, τη δυνατότητα ακύρωσης των παρανόμων πράξεων καθώς και την αποτελεσματική εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Κατά συνέπεια το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων ως όλο ρυθμίζει ευθέως και με τρόπο συστηματικό, τόσο τις διαδικασίες για την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων όσο και το καθεστώς της αμφισβήτησης των διαδικασιών ανάθεσης αυτών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στο πλαίσιο αυτής της διαπίστωσης, η αντιμετώπιση της δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου όχι πλέον περιστασιακά αλλά ως αυτόνομο σύστημα δικαστικής προστασίας.
Στις διαδικασίες αυτές έχει πρόσβαση κάθε πρόσωπο που ενδιαφέρεται ή ενδιαφέρθηκε να αναλάβει την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης και το οποίο ζημιώθηκε ή κινδυνεύει να ζημιωθεί από κάποια εικαζόμενη παράβαση.
Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου περί δημόσιων συμβάσεων πρέπει να αποτελούν αντικείμενο αποτελεσματικών και γρήγορων προσφυγών. Οι διαδικασίες προσφυγής σε όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα:
λήψης προσωρινών ασφαλιστικών μέτρων (όπως είναι η αναστολή της διαδικασίας σύναψης της επίμαχης δημόσιας σύμβασης)·
ακύρωσης των παράνομων αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών, οικονομικών και χρηματοδοτικών διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις και περιέχονται στα έγγραφα δημοπράτησης·
καταβολής αποζημίωσης στα πρόσωπα που υπέστησαν ζημία από κάποια παράβαση.

3. Η δικαστική προστασία για τους εξαιρούμενους τομείς

Ανάλογη ρύθμιση με αυτή της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ που αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, έγινε και για τις συμβάσεις των εξαιρουμένων τομέων σε σχέση με την οδηγία 93/38/ΕΟΚ, οπότε με την οδηγία 92/13/ΕΟΚ[2] του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων, οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών καθιερώθηκαν ανάλογα δικαιώματα με αυτά της οδηγίας 89/665. Η οδηγία των εξαιρουμένων τομέων διαφέρει πάντως ουσιαστικά από την οδηγία των έργων και προμηθειών, στο μέτρο ιδίως που προβλέπει ιδιαίτερη διαδικασία συμβιβασμού (άρθρα 9-11 αυτής), την οποία διεξάγει η ίδια η Επιτροπή. Κατά τούτο, η κατά τρία έτη νεώτερη οδηγία, υποδηλώνει τη συνεχώς αυξανόμενη τάση της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής για τη διασφάλιση της τήρησης των κανόνων των οδηγιών. Υποδηλώνει επίσης και μια τάση ευελιξίας, η οποία εκφράζει τη βούληση αποτελεσματικότητας εκ μέρους των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι διατάξεις της οδηγίας αφορούν τέσσερα βασικά θέματα :
την προσαρμογή στους τομείς της ύδρευσης, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (οι γνωστοί ως «ειδικοί» τομείς) των ένδικων μέσων που προβλέπει η οδηγία 89/665/ΕΟΚ, η οποία αφορά τα εθνικά ένδικα μέσα σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών, έργων και υπηρεσιών που συνάπτουν οι δημοπρατούσες αρχές·
μια διαδικασία ελέγχου την οποία μπορούν να χρησιμοποιούν οι αναθέτοντες φορείς·
έναν διορθωτικό μηχανισμό ο οποίος ενισχύει τις δυνατότητες δράσης της Κοινότητας σε περιπτώσεις προφανούς και κατάφωρης παράβασης·
μια διαδικασία συμβιβασμού σε κοινοτικό επίπεδο.

4. Το ελληνικό δίκαιο προσαρμογής
Τα κράτη μέλη προέβαλαν συνεπή αντίσταση στην ενσωμάτωση της σχετικής οδηγίας. Η ελληνική νομοθεσία προσαρμόσθηκε στην οδηγία αυτή με το νόμο 2522/97, «Δικαστική προστασία που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων έργων και κρατικών προμηθειών και υπηρεσιών σύμφωνα με την οδηγία 89/665/ΕΟΚ» (ΦΕΚ 178/8.9.97 Α), μετά από μακρά περίοδο διαφορών με την Επιτροπή.
Το ελληνικό δίκαιο προσαρμόσθηκε και στην οδηγία 92/13/ΕΟΚ με σοβαρή καθυστέρηση πάντως, υιοθετώντας και για τους εξαιρούμενους τομείς διαδικασίες ανάλογες με αυτές του ν. 2522/97 με το νόμο 2854/2000.

5. Η πρόταση της Επιτροπής του 2006

Τον Μάιο του 2006 η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση[3] για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των μέσων προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων τα οποία διαθέτουν οι επιχειρήσεις, όταν κρίνουν αντικανονική την ανάθεση κάποιας δημόσιας σύμβασης, ειδικά στο στάδιο που οι παραβάσεις μπορούν ακόμη να επανορθωθούν. Η πρόταση έχει ως στόχο να επιβάλει στις αναθέτουσες αρχές την υποχρέωση να προβλέπουν μια αναβλητική προθεσμία μεταξύ της ημερομηνίας ανακοίνωσης της κατακύρωσης του διαγωνισμού, είτε με την κοινοποίηση της απόφασης κατακύρωσης σε περίπτωση τυπικής διαδικασίας σύναψης είτε με τη δημοσίευση μιας ανακοίνωσης κατακύρωσης σε περίπτωση απευθείας ανάθεσης, και της ημερομηνίας σύναψης της σύμβασης. Αυτή η αναβλητική προθεσμία, δηλαδή η περίοδος του «παγώματος», αφορά τις δημόσιες συμβάσεις που καλύπτονται από την οδηγία 2004/18/ΕΚ και την οδηγία 2004/17/ΕΚ, οι οποίες αφορούν το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Η πρόταση έχει επίσης ως στόχο την εστίαση του διορθωτικού μηχανισμού στις περιπτώσεις σοβαρής παράβασης.
Την πρόταση αυτή αξίζει να μελετήσει κανείς με προσοχή. Παράλληλα αξίζει να μελετήσει την Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής [4] του 2006 σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο που εφαρμόζεται στο πέρασμα των συμβάσεων που δεν υποβάλλονται ή υποβάλλονται εν μέρει στο καθεστώς των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις κατά το μέρος που αφορά στη παρεχόμενη δικαστική προστασία.

6. Και λίγες ακόμη σκέψεις…
Είναι κοινός τόπος από τα προηγηθέντα ότι οι Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο επιθυμούν να προσφέρουν στα κράτη μέλη και τους πολίτες τους ένα καθεστώς αποτελεσμαστικής δικαστικής προστασίας για τις δημόσιες συμβάσεις. Οσο περνά ο καιρός η επιθυμία τους για αποτελεσματικότητα εντείνεται. Σήμερα αν κάποιος συμμετέχει σε δημόσιους διαγωνισμούς έχει μεγάλο δρόμο να διαβεί. Θα πάει οπωσδήποτε για ασφαλιστικά αφού προσφύγει στη διοίκηση, μετά θα προχωρήσει σε τακτική δίκη. Σε αγωγή αποζημιώσεως? Ο- π-ω-σ-δ-ή-π-ο-τ-ε! Και φυσικά πριν δικαστούν τα ασφαλιστικά θα σπεύσει στην Επιτροπή στις Βρυξέλλες. Αρκετές φορές πιθανόν. Πιθανότατα οι Βρυξέλλες να προσφύγουν στο ΔΕΚ. Πιθανό να σταλεί και παραπεμπτικό στο ΔΕΚ από εθνικό δικαστήριο. Και μετά?
Ε, μετά μπορεί να κάνει ένα μουσείο μοντέρνας τέχνης και να απολαύσει το νόημα της ζωής όπως έκανε ο ενδιαφερόμενος για το Μακεδονικό Μετρό μετά την έκδοση της απόφασης C- 57/01 της της 23ης Ιανουαρίου 2003. Η μήπως η τέχνη τον απασχολούσε τον άνθρωπο και από πριν… ποιος ξέρει?


[1] Οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών [ Βλέπε πράξεις τροποποίησης ].

[2] Οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων των φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς της ύδρευσης, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών [Επίσημη Εφημερίδα L 76 της 23.03.1992]
[3] Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Μαΐου 2006, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων [COM(2006) 195 τελικό/2 - Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα] [COD/2006/0066]
[4] Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής της 23ης Ιουνίου 2006 σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο που εφαρμόζεται στο πέρασμα των συμβάσεων που δεν υποβάλλονται ή υποβάλλονται μερικώς στις οδηγίες «δημόσιες συμβάσεις» [Δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα]
Η παρούσα ανακοίνωση (
DE ) ( EN ) ( FR ) αφορά τις συμβάσεις που καλύπτονται μερικώς από τις οδηγίες «δημόσιες συμβάσεις» (2004/17/Εκ και 2004/18/ΕΚ).
στον Ερμιππο με φιλικούς χαιρετισμούς!

5 σχόλια:

Ermippos είπε...

Ευχαριστώ πολύ Ελένη. Θα είχα πολλά να πω αλλά τα αφήνω για αργότερα.

Πρός το παρόν, και για όσους δεν κρατούν αρχείο, δες τι έγραφε, μεταξύ άλλων πολύ σπουδαίων, την 19/8/2001/ σε μακροσκελή ολοσέλιδη επιστολή του στην Καθημερινή ο υπερκαθηγητής και σημερινός υπερυπουργός Παυλόπουλος.

"IV. Αφησα, για ευνόητους λόγους, τελευταίο το μεγάλο ζήτημα του ν. 2522/1997. Δηλαδή του νόμου εκείνου, τον μηχανισμό του οποίου, ως προς την παροχή δικαστικής προστασίας, μόνο σε χώρες τύπου «Μπανανίας» μπορεί να συναντήσει κανείς. Πρόκειται για νόμο, ο οποίος με τη μέθοδο της «θεμιτής παρανομίας», ουσιαστικά εγγυάται τη θεσμική θωράκιση της διαπλοκής.("Πρ. Παυλόπουλος, Αναμνήσεις από τα πέτρινα χρόνια)

Από τα ανωτέρω συνάγεται μετά βεβαιότητος ότι ο κ. καθηγητής, που στο μεταξύ διατηρεί τον 2522/1997 εν ισχύ, έχει πολύ σοβαρούς λόγους να κρατά την χώρα σε καθεστώς μπανανίας. Άρα είναι απολύτως ακατάλληλος για κάθε δημόσια θέση. Εναλλακτικά θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι ο κ. καθηγητής δεν πιστεύει αυτά που λέει. Απλά δεν τόχει σε τίποτε να λέει ότι ψέμα του κατέβει όταν τον συμφέρει. Σύμφωνα με την τελευταία εκδοχή ο καλός αυτός κύριος είναι τρείς φορές ακατάλληλος για δημόσιος λειτουργός.

Ετσι για να μην ξεχνιόμαστε. Αλλά και για να δώσουμε έναν ικανοποιητικό ορισμό στην έννοια του καιροσκοπισμού. Κάθε είδους καιροσκοπισμού. Πολιτικού ή επιστημονικού. Γιατί ο κ. καθηγητής έχει δώσει μπόλικα δείγματα και των δύο. Όλα αφιερωμένα στον μεγάλο στόχο της σωτηρίας της πατρίδας (μέσω της δικής του προσφοράς ασφαλώς).

σημ. Τα παραπάνω δεν αντανακλούν την δική μου άποψη για τον 2522/1997. Το σχόλιο αφορά αποκλειστικά την ποιότητα της διακυβέρνησης της χώρας.

Ermippos είπε...

Νομίζω πως πριν από οποιαδήποτε αναφορά στα δικονομικά φτιασιδώματα θα πρέπει να απαντηθεί ένα ουσιώδες ερώτημα. Είναι δυνατόν να νοηθεί "αποτελεσματική", -πραγματική δηλαδή-, δικαστική προστασία στο πλαίσιο της ακυρωτικής δίκης; Εάν η απάντηση είναι θετική τότε η συζήτηση γύρω από τις δικονομικές προϋποθέσεις αυτής της διαδικασίας μπορεί να έχει νόημα. Σε διαφορετική περίπτωση θα είναι σαν να συζητάμε πως θα στολίσουμε το πεθαμένο για να τον βγάλουμε στα παζάρι για γαμπρό. Ή τέλος πάντων θα συζητάμε για "αποτελεσματικότερη" και όχι για "αποτελεσματική" προστασία.

Το ίδιο το ΣτΕ έχει ήδη πεί με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως η ακυρωτική δίκη δεν αποτελεί επαρκές πλαίσιο προστασίας του διοικουμένου.

Εξάλλου σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν.χχ/χχχχ, ερμηνευόμενες εν όψει και του σκοπού του νομοθέτη ο οποίος απέβλεψε στην ενίσχυση της δικαστικής προστασίας του διοικουμένου με την θέσπιση ένδικου μέσου συνεπεγόμενου πλήρη δικαστικό έλεγχο, δηλαδή κατ΄ ουσίαν έρευνα της υπόθεσης ... ... (ΣτΕ 2434/1991)

προκύπτει κοιπόν ότι, εν όψει και του σκοπού της δικονομικής οδηγίας, που απαιτεί την θέσπιση κανόνων πραγματικής προστασίας, το ΣτΕ θα έπρεπε ήδη εδώ και πολύ καιρό, (αν ήταν παράλληλα με φύλακας της εσωτερικής έννομης τάξης και φύλακας το ίδιο καλός της κοινοτικής), να αποφανθεί ότι το υφιστάμενο πλαίσιο είναι ανεπαρκές και ότι οι διαφορές που προκύπτουν κατά το στάδιο σύναψης δημοσίων συμβάσεων θα έπρεπε να αποτελούν διαφορές ουσίας.

Αποτελεσματική λοιπόν ή απλά 1% αποτελεσματικότερη;

Ελένη Τροβά είπε...

Ερμιππε, το κοινοτικό δίκαιο δεν ενδιαφέρεται για το ΣτΕ. Αλλωστε τα ασφαλιστικά πηγαίνουν κυρίως στα πολιτικά δικαστήρια. Πίστεψέ με εκεί η κατάσταση είναι ακομη πιό περίπλοκη.
Η αίτηση ακυρώσεως είναι μια άλλη πάλι υπόθεση. Προσωπικά δεν την θεωρώ ότι καλύτερο υπάρχει για τα σημερινά δεδομένα. Ούτε θεωρώ ορθή τη διάκριση πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων. Αλλά δεν μιλάμε τώρα για τις προσωπικές μας θέσεις. Μιλάμε για το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα λέει ότι εφόσον ζεις σε χώρα μέλος της ΕΕ θα βιώνεις τη νομοθεσία της στο πετσί σου. Αρα και το κοινοτικό δίκαιο και τον γαλλικό μιμιτισμό στην αίτηση ακυρώσεως και ... τη λατρεία των συνταγματικών δικαστηρίων κοκ. Εδώ που ζούμε με αυτά τα υλικά θα δουλέψουμε.
Ο καθένας μας με τον τρόπο που μπορεί!

Ελένη Τροβά είπε...

Α! και κάτι ακόμη Ερμιππε. Ισως να είσαι πολύ νέος αλλά πρέπει να σου πω ότι μετά την πρώτη πενταετία της απομάκρυνσης από τα φοιτητικά έδρανα, η ενασχόληση με τους καθηγητές είναι κάπως νοσηρή. Υπάρχουν αρκετοί καθηγητολάγνοι στη χώρα, όπως και αρκετοί πολιτικολάγνοι ή παπαδολάγνοι. Αλλο πράγμα όμως αυτό, άλλο η γνώση, άλλο η δημοκρατία και άλλο ο θεός.
Προσωπικά επιλέγω από τους καθηγητές τη γνώση, από τους πολιτικούς τη δημοκρατία και από τους παπάδες το θεό του καθενός.
Ο καημένος ο Προκόπης δεν φταίει καθόλου για τον ν. 2522/97. Αποτελεί πράξη προσαρμογής στο κοινοτικό δίκαιο που ισχύει ακόμη έτσι και που ως τέτοια την φαντάσθηκε το ΠΑΣΟΚ και μια ομάδα σημαντικών επωνύμων επιστημόνων. Είναι ένα νομοθέτημα που επέτρεψε σε πολύ κόσμο να γίνει ακουστόως όταν με το προγενέστερο καθεστώς δεν θα έφθανε καν στο ακροατήριο ή θα ήταν βέβαιη η απόρριψη της αίτησής του. Οπως και να το κάνεις ήταν βήμα μπροστά και έχω δει τη διοίκηση να ζορίζεται πολύ από προσφυγές παρόλες τις αδυναμίες του νόμου. Για το νόμο λοιπόν δε φταίει καθόλου. Ούτε και για την εφαρμογή του καθώς ο Προκόπης Παυλόπουλος δεν έχει γίνει ακόμη δικαστήριο.
Τώρα τα λοιπά που αναφέρεις, και υποθέτω θα έχεις σοβαρές ενδείξεις για να το κάνεις τι να σου πω. Το ποστ αναφερόταν στο κοινοτικό δίκαιο με αφορμή κάποιες υποθέσεις που μου ανέφερες. Ο ΠΠ δεν έχει καμία σχέση ούτε και θα είχα λόγο να τον κάνω ποστ. Ασχολείται μαζί του όλη η χώρα...

Ermippos είπε...

Ελένη, νομίζω πραγματικά ότι με παρεξήγησες. Δεν είπα ότι ο Προκόπης φταίει για τον ν.2522/97. Και δεν εξέφρασα γνώμη, καλή ή κακή, για τον νόμο. Απλά, μια και το ποστ ήταν αφιερωμένο και σε αυτόν (στον νόμο), θυμήθηκα την άποψη Παυλόπουλου για το συγκεκριμένο ζήτημα, (μια άποψη ιδιαίτερα βαρύνουσα μια και αυτός που την εκφράζει διαθετει εκτός από την επιστημονική εξειδίκευση και την θέση του αρμόδιου υπουργού), όταν ακόμη ήταν βουλευτής της αντιπολίτευσης, και είπα να κάνω ένα αμιγώς πολιτικό σχόλιο. Που δεν νομίζω ότι ήταν ούτε άδικο ούτε άστοχο. Απλά μπορεί να ήταν ατυχές στο πλαίσιο του συγκεκριμένου ποστ.

Ο Παυλόπουλος λοιπόν είχε εκφραστεί με τα χειρότερα λόγια για τον 2522/97. Τον είχε συμπεριλάβει μέσα στα 3-4 νομοθετήματα που ονόμαζε με στόμφο τότε νόμους της διαπλοκής. Και δεν έπαυε με κάθε ευκαιρία να καταφέρεται εναντίον του. Μέχρι πρόταση νόμου είχε καταθέσει στην Βουλή για την τροποποίησή του και εγκαλούσε με βαρύτατες εκφράσεις για το ζήτημα αυτό τον Σταθόπουλο, τον τότε υπουργό δικαιοσύνης. Στις πρώτες του μάλιστα συνεντεύξεις τον Απρίλιο του 2004, ως υπουργός πλέον της κυβέρνησης Καραμανλή, η τροποποίηση του 2522/1997 ήταν από τα πρώτα θέματα. Καταργούμε τους νόμους της διαπλοκής ήταν ο πομπώδης τίτλος. Και έκτοτε άκρα σιωπή. Αυτό είναι πολιτικός καιροσκοπισμός και αυτό ακριβώς επεσήμανα. Τίποτε άλλο. Ότι, αν πραγματικά πίστευε ότι ο νόμος ήταν κακός, όπως τόσο έντονα διακήρυσσε εκ του ασφαλούς, θα έπρεπε, όταν απέκτησε την δύναμη και την αρμοδιότητα, να τον αλλάξει. Άσχετα από το εάν εγώ θεωρώ αυτήν την αλλαγή σωστή ή λανθασμένη.

Και κάτι ακόμη. Στην πολιτική δεν μπαίνεις αφήνοντας στο βεστιάριο την όποια επιστημονική σου ιδιότητα. Την παίρνεις μαζί σου γιατί είναι κάτι που και να θέλεις δεν μπορείς να αποχωριστείς. Ειδικότερα όταν η ιδιότητα αυτή βρίσκεται σε τόσο στενή συνάφεια με την αποστολή που αναλαμβάνεις. Η προσωπικότητα ενός ανθρώπου δεν αποτελείται από πολλά κομμάτια που διαθέτουν στεγανά μεταξύ τους. Αντίθετα υπάρχει ως ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο στο οποίο η επιστημονική γνώση καταλαμβάνει προεξάρχουσα θέση. Κανείς δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα πολιτικός στην βουλή και καθηγητής στο πανεπιστήμιο και να ισχυρίζεται ότι αυτές οι δύο ιδιότητες είναι άσχετες μεταξύ τους και πρέπει να κρίνονται σε διαφορετικό πλαίσιο. Στο κάθε πεδίο κομίζεις αναγκαστικά τις γνώσεις, τις εμπειρίες και τα οράματα που αποκομίζεις από το άλλο. Και μέσα από αυτήν την μίξη βλέπεις τον κόσμο. Μέσα από αυτήν σε βλέπει και αυτός. Στο κάτω κάτω ο Παυλόπουλος σας καθηγητής ψηφίστηκε και δεν εκμεταλλεύτηκε και λίγο στην πολιτική του καριέρα το τεκμήριο της υψηλής του ακαδημαϊκής επάρκειας και ειδίκευσης. Γι αυτό δεν είναι άλλο πράγμα η γνώση και άλλο η δημοκρατία όταν στην σκηνή υπάρχουν περισσότεροι του ενός. Ούτε αποτέλεσμα λαγνείας η άσκηση των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων του πολίτη. Λέει κάπου ο Περικλής στον Επιτάφιο (κείμενο που τόσο πολύ λατρεύουν οι βουλευτές μας και που ανάθεμα με αν κανείς τους τον διάβασε ποτέ):

Και μολονότι είναι λίγοι μόνον αυτοί που μπορούν να δημιουργήσουν μια πολιτική, είμαστε όλοι ικανοί να την κρίνουμε.

Για τον ν.2522/97 και την θεαματική βελτίωση που επέφερε στην αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας, άσχετα από τις αδυναμίες του, συμφωνώ απόλυτα μαζί σου.

Για το εάν το κοινοτικό δίκαιο ενδιαφέρεται ή όχι για το ΣτΕ. Ενδιαφέρεται στον βαθμό που το ΣτΕ δικάζει διαφορές που δημιουργούνται μέσα από διαδικασίες που ρυθμίζονται από το κοινοτικό δίκαιο. Οι διαφορές αυτές δεν είναι ούτε λίγες ούτε ασήμαντες και επιπλέον έχουν πολύ μεγάλη σχέση με την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Σε κάθε περίπτωση το κοινοτικό δίκαιο μπαίνει σταδιακά τόσο βαθιά στην ζωή μας που σε λίγο καιρό πρέπει να περιμένουμε ότι θα ενδιαφέρεται για τα πάντα. Άλλωστε όπως λέει και το ΔΕΚ:

Κατά πάγια νομολογία, ακόμη και αν το ποσό της συμβάσεως που αποτελεί αντικείμενο διαγωνισμού υπολείπεται του κατώτατου ορίου εφαρμογής των οδηγιών με τις οποίες ο κοινοτικός νομοθέτης ρύθμισε τον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και, ως εκ τούτου, η επίμαχη σύμβαση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών, οι αναθέτουσες αρχές που συνάπτουν τις εν λόγω συμβάσεις υποχρεούνται, εντούτοις, να τηρούν τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και, ειδικότερα, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και τη συνακόλουθη υποχρέωση διαφάνειας. … … Κατόπιν των ανωτέρω, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή … ….

Σε ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία.