ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Η Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα



Μικρό αφιέρωμα στην σημερινή εκλογή του νέου Πάπα που θέλει να είναι Προκαθήμενος των φτωχών! Είθε!
 
Κατά την ρωμαιοκαθολική εκκλησιολογία[1] η (Ρωμαϊκή) Καθολική Εκκλησία είναι θείο καθίδρυμα, έχουσα κεφαλή τον Ιησού Χριστό, στοιχούσα στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και τηρούσα απαρασάλευτα τη δογματική διδασκαλία, το Κανονικό Δίκαιο και τις Ιερές Παραδόσεις, διοικείται δε από τον εκάστοτε Επίσκοπο Ρώμης (Πάπα) και των ευρισκόμενων σε κοινωνία με τον Πάπα επισκόπων.
Σύμφωνα με τον Καν. 100 παρ. 1 του Κώδικα Κανονικού Δικαίου (Codex Iuris Canonici) του 1917 [εφεξής “CIC/1917”], ο οποίος επαναλαμβάνεται στον Καν. 113 παρ. 1 Κώδικα Κανονικού Δικαίου (Codex Iuris Canonici) του 1983 [εφεξής “CIC/1983”], «η Καθολική Εκκλησία και η Αγία Έδρα φέρουν θείω δικαίω την ιδιότητα του νομικού προσώπου»[2]. Η άποψη αυτή ωστόσο οφείλει να είναι ενίοτε συμβατή με την κρατική νομιμότητα εφόσον οι σχέσεις διέπονται και από τα εθνικά δίκαια των κρατών. Εν απουσία διμερούς συνθήκης ή άλλης νομοθετικής ρύθμισης το ζήτημα αντιμετωπίζεται κατά τους κανόνες του ισχύοντος δικαίου της κάθε χώρας.
Κατά το ισχύον Σύνταγμα της Ελλάδας (άρθ. 13)  η Καθολική Εκκλησία τυγχάνει πλήρους 
προστασίας ως γνωστή θρησκεία όπως και οι πιστοί της. Ως ιδρυθείσα προ της 
εισαγωγής του Αστικού Κώδικα θεωρείται νομικό πρόσωπο υπαγόμενο στο άρθ. 13 του ΕισΝΑΚ. 
Τούτο όμως ενίοτε [3] αμφισβητήθηκε και οδήγησε μέχρι και στην έκδοση
 αποφάσεων του Δικαστηρίων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου  
Στο πλαίσιο αυτό θεωρείται ότι αποτελεί νομικό πρόσωπο sui generis. 
Τούτο υποστήριξε και η καθολική εκκλησία Χανίων ενώπιον του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων 
του Ανθρώπου το 1997 στο πλαίσιο του άρθ. 13 ΕισΝΑΚ και της συνθήκης των Σεβρών:
 
Το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου παρατήρησε ειδικά ως προς το θέμα τα ακόλουθα:




Το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του ανθρώπου έκρινε επίσης ότι η Ελληνική Κυβέρνηση παραβιάζει το άρθ. 14 λόγω της αμφισβήτησης της φύσης της νομικής προσωπικότητας της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος, χωρίς ωστόσο το ζήτημα αυτό να έχει επιλυθεί ορθολογικά μέχρι σήμερα. 
 

 
Οι ένδεκα Καθολικές Επισκοπές της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίνονται στις αναγνωρισμένες και τις μη αναγνωρισμένες από το ελληνικό κράτος. Οι τελευταίες δεν αναγνωρίζονται επειδή η σύστασή τους έγινε μετά το 1830, δηλαδή μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου το οποίο - όπως αναφέρθηκε - αφορούσε την ελεύθερη άσκηση της θρησκευτικής λατρείας καθώς και την ισοπολιτεία των Ελλήνων Καθολικών. Ως αποτέλεσμα, υπάρχουν σήμερα εκκλησιαστικές «επαρχίες» με ελάχιστους πιστούς οι οποίες έχουν επίσημη αναγνώριση, ενώ «επαρχίες» με χιλιάδες πιστούς δεν αναγνωρίζονται από το ελληνικό κράτος. Οι εκκλησιαστικές «επαρχίες» στις οποίες διαιρείται σήμερα η ελληνική Καθολική Εκκλησία είναι οι ακόλουθες:
1. Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Ιδρύθηκε το 1835 και περιλαμβάνει την Αθήνα, Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα έχοντας περίπου 30.000 μέλη. Διαθέτει τρία δημοτικά σχολεία και έναν οίκο ευγηρίας. Υπάρχει έντονη παρουσία ιερομοναχικών και γυναικείων ταγμάτων που συμπαρίστανται στο ενοριακό έργο. Αρχιεπίσκοπος από το 1973 είναι ο Σεβασμιότατος Νικόλαος Φώσκολος. Πρόκειται για μη αναγνωρισμένη από το επίσημο κράτος επαρχία.
2. Αρχιεπισκοπή Ρόδου.
3. Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου.
4. Επισκοπή Χίου.
5. Αρχιεπισκοπή Κέρκυρας.
6. Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης.
7. Επισκοπή Σύρου.
8. Επισκοπή Θήρας.
9. Επισκοπή Κρήτης.
10. Εξαρχία των Αρμενορύθμων Καθολικών.
11. Αποστολική Εξαρχία των Ελληνόρυθμων Καθολικών ("Ουνιτών").
Στην Εξαρχία υπάγεται και το εδώ τμήμα του γυναικείου και φιλανθρωπικού μοναχικού τάγματος των Μικρών Αδελφών του Ιησού. Έξαρχος είναι ο Σεβασμιότατος Ανάργυρος Πρίντεζης.
II. Το πρόβλημα αναγνώρισης της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Αθηνών
Όταν το 1835 η Αγία Έδρα διόρισε τον τότε Επίσκοπο Σύρου, Λουδοβίκο Βλάγκη, ως Αποστολικό Επιτετραμένο για τις περιοχές της Ελλάδας που δεν είχαν Ιεράρχη, η ελληνική κυβέρνηση αναγνώρισε αυτή την ιδιότητά του, επεκτείνοντας έτσι σιωπηρά την ισχύ του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου στις περιοχές που δεν διέθεταν Επίσκοπο το 1830. Ωστόσο, η επανίδρυση της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Αθηνών το 1875, ως απόροια της μετανάστευσης Καθολικών κυρίως από τα νησιά στην Πρωτεύουσα, δεν αναγνωρίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση, με την αιτιολογία ότι το Πρωτόκολλο του 1830 αφορούσε μόνο τις μέχρι τότε υφιστάμενες Καθολικές επαρχίες.
Μέχρι σήμερα, θέμα έχει επίσης ανακύψει και με τον τίτλο που μπορεί να χρησιμοποιεί ο Καθολικός Ιεράρχης της Αθήνας, αφού «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών», σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, καλείται μόνον ο Ορθόδοξος Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τα προβλήματα αυτά συνεχίζουν να παραμένουν άλυτα και κατά συνέπεια ενώ από τη μια η Καθολική Αρχιεπισκοπή Αθηνών και ο Επίσκοπος δεν τυγχάνουν νομικής αναγνώρισης, από την άλλη το επίσημο κράτος αναγνωρίζει τις Καθολικές ενορίες της Αθήνας και τους διοριζόμενους από τον Επίσκοπο εφημέριους.
ΙΙΙ. Η Ιερά Σύνοδος της Καθολικής Ιεραρχίας στην Ελλάδα
Η Ιερά Σύνοδος ιδρύθηκε το 1965, ενώ το τελευταίο Καταστατικό της εγκρίθηκε από την Αγία Έδρα το 1983 αφού προσαρμόστηκε στο Νέο Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Καθολικής Εκκλησίας. Αποτελεί το ανώτερο διοικητικό όργανο και συνέρχεται σε τακτικές συναντήσεις ανά εξάμηνο. Τα μέλη της είναι έξι: τρεις Αρχιεπίσκοποι, ένας Επίσκοπος και δύο Έξαρχοι (ο ένας είναι τιτουλάριος Επίσκοπος), όλοι Έλληνες πολίτες. Οι Ιεράρχες διορίζονται από την Αγία Έδρα ύστερα από πρόταση της τοπικής Συνόδου της Ιεραρχίας. Ο Πρόεδρος της Συνόδου εκλέγεται ανά τριετία. Τα μέλη δεν είναι ισόβια, παραιτούνται και αντικαθίστανται με τη συμπλήρωση του εβδομηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας τους.
Τα βασικά όργανα της Ιεράς Συνόδου, στα οποία προΐσταται Ιεράρχης και μετέχουν ιερείς, μοναχοί και λαϊκοί, είναι:
- Νομικό Συμβούλιο.

- Εκκλησιαστικά Δικαστήρια πρώτου και δεύτερου βαθμού, που ασχολούνται με τις ακυρώσεις γάμων, εφόσον η Καθολική Εκκλησία δεν δέχεται το διαζύγιο.

- Επιτροπές για: α) την Κατήχηση, β) τη Λειτουργική, γ) την Ποιμαντική του Τουρισμού δ) τη Νεολαία, ε) την Κοινωνική Συμπαράσταση (η οργάνωση ΚΑΡΙΤΑΣ), στ) τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (το Ποντιφικό Συμβούλιο "Δικαιοσύνη και Ειρήνη").
Το καθεστώς της καθολικής εκκλησίας δημιούργησε μακραίωνη αμφισβήτηση η οποία σήμερα έχει λήξει εν μέρει μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Αναλυτικά:
Η Συνθήκη των Σεβρών της 10ης Αυγούστου 1920 «περί προστασίας των εν Ελλάδι Μειονοτήτων», το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με τη προσαρτηθέν στη Συνθήκη της Λωζάννης της 24ης Ιουλίου 1923 16ο Πρωτόκολλο[4], κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 29ης Σεπτεμβρίου/30ης Οκτωβρίου 1923 «Περί κυρώσεως της εν Σέβραις υπογραφείσης υπογραφείσης Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων» (ΦΕΚ 311 Α΄). Στο προοίμιο της αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι:
«η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία, αναγνωρίζουσαι ότι δυνάμει της παρούσης Συνθήκης η Ελλάς αναλαμβάνει διά την διατήρησιν των θρησκευτικών ελευθεριών υποχρεώσεις υπό την εγγύησιν της Κοινωνίας των Εθνών, παραιτούνται, το κατ’ αυτάς, του δικαιώματος όπερ είχεν αναγνωρισθή αυταίς διά του υπ’ αριθ. 3 Πρωτοκόλλου της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου της 3 Φεβρουαρίου 1923 (ν.ημ.), προς εξασφάλισιν της προστασίας των θρησκευτικών ελευθεριών»
Περαιτέρω, στο άρθρο 8 του ως άνω κυρωθέντος Πρωτοκόλλου ορίζονται τα ακόλουθα:
«Οι υπήκοοι έλληνες, οίτινες ανήκουσιν εις εθνικάς, θρησκευτικάς ή γλωσσικάς μειονότητας, θα απολαύωσι νομικώς και πραγματικώς της αυτής προστασίας και των αυτών εγγυήσεων, ων απολαύουσιν οι άλλοι υπήκοοι έλληνες. Θα έχωσιν ιδίως ίσον δικαίωμα να συνιστώσι, διευθύνωσι και ελέγχωσιν, ιδίαις δαπάναις, φιλανθρωπικά θρησκευτικά ή κοινωφελή ιδρύματα, σχολεία και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, μετά του δικαιώματος να ποιώνται ελευθέρως χρήσιν της ιδίας αυτών γλώσσης και να τελώσιν ελευθέρως τα της θρησκείας των εν αυτοίς».
Οι διατάξεις της ανωτέρω Συνθήκης των Σεβρών κατήργησαν το Γ΄ Πρωτόκολλο του 1830 και τις διατάξεις της Συνθήκης του Λονδίνου περί ενώσεως των Ιονίων Νήσων[5]. Ομοίως, και ο ΑΠ καταφάσκει την μέχρι της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης των Σεβρών ισχύ του από 3 Φεβρουαρίου 1830 Γ΄ Πρωτοκόλλου[6].
Η Συνθήκη των Σεβρών επιζεί ως εσωτερικός νόμος της Ελλάδος, σε όση όμως έκταση το περιεχόμενό της καλύπτεται από την πολύ ευρύτερη ΕΣΔΑ, η οποία διασφαλίζει τη θρησκευτική ελευθερία σε όλα τα πρόσωπα και όχι ειδικά στις μειονότητες, καταργήθηκε από το μεταγενέστερο κείμενο που αποβλέπει στον ίδιο σκοπό.
Κατά της αποφάσεως αυτής προσέφυγε ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου ο Ρωμαιοκαθολικός Επίσκοπος Σύρου και Αποστολικός Τοποτηρητής Κρήτης κ. Φραγκίσκος Παπαμανώλης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής «ΕΔΔΑ»), όταν η υπόθεση κατέληξε σε αυτό, έκρινε ότι η νομική προσωπικότητα της Ελληνικής Καθολικής Εκκλησίας και των ενοριακών εκκλησιών δεν είχε ποτέ αμφισβητηθεί από τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους, ούτε από τις διοικητικές αρχές ούτε από τα δικαστήρια[7]. Εξάλλου, το ΕΔΔΑ συμπέρανε οι εκκλησίες αυτές είχαν αποκτήσει, χρησιμοποιήσει και μεταβιβάσει ελεύθερα κινητά και ακίνητα πράγματα, είχαν συνάψει συμβάσεις και είχαν συμμετάσχει σε συναλλαγές κυρίως συμβολαιογραφικές, των οποίων η εγκυρότητα αναγνωρίσθηκε πάντοτε, ενώ στο φορολογικό επίπεδο είχαν τύχει των προβλεπόμενων απαλλαγών από τη νομοθεσία περί φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και μη κερδοσκοπικών σωματείων[8]. Κατά το ΕΔΔΑ, «η πάγια νομολογία και διοικητική πρακτική δημιούργησαν, με το πέρασμα των χρόνων, μία νομική ασφάλεια, τόσο επί περιουσιακών ζητημάτων όσο και σε ό, τι αφορά το θέμα της εκπροσώπησης ενώπιον της δικαιοσύνης των διαφόρων καθολικών ενοριακών εκκλησιών, και στην οποία η αιτούσα εκκλησία μπορούσε βάσιμα να υπολογίζει»[9]. Στο επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι η Καθολική Εκκλησία Χανίων (συνεπώς και τα λοιπά μορφώματα της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος) θα μπορούσε να αποκτήσει νομική προσωπικότητα ή να συγκροτηθεί σε ένωση προσώπων, προκειμένου να αποκτήσει ικανότητα διαδίκου κατ’ άρθρο 62 ΚΠολΔ, το ΕΔΔΑ αντέτεινε τις δυσκολίες προσαρμογής της Εκκλησίας σε αυτή την νομική μορφή και τα ενδεχόμενα διαδικαστικά προβλήματα ενόψει μελλοντικής αντιδικίας, καθώς, όπως δέχθηκε το ΕΔΔΑ, η καθυστερημένη τήρηση της εσωτερικής νομοθεσίας θα κινδύνευε να ερμηνευθεί ως ομολογία ακυρότητας των παρελθουσών αναρίθμητων δικαιοπραξιών, ενώ και η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων σε νεοπαγές νομικό πρόσωπο που θα υποκαθιστούσε την Εκκλησία θα ήταν προβληματική[10]. 
Κατά συνέπεια η Καθολική Εκκλησία σήμερα είναι sui generis ημεδαπό νομικό πρόσωπο που ενεργεί νόμιμα στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθ. 13 του ΕισΝΑΚ και το Κανονικό δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας,  χωρίς ωστόσο να έχει επιλυθεί η ακριβής νομική του φύση και να είναι αποσαφηνισμένη η έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της[11].


[1] Σαλάχας (1978)
[2] Can. 100 — § 1. «Catholica Ecclesia et Apostolica Sedes, moralis personae rationem habent ex ipsa ordinatione divina.

[3]   ΑΠ  360/1994.

[4] Άρθρο 1 περ. 11 του Ν.Δ/τος της 25ης Αυγούστου 1923 «Περί κυρώσεως της εν Λωζάνη συνομολογηθείσης Συνθήκης περί Ειρήνης» (ΦΕΚ 238 Α΄).
[5] Α. Σβώλου – Γ. Βλάχου, Το Σύνταγμα […], όπ.π., σελ. 80-81.
[6] Έτσι και Μ. Φρέρης, Παρατηρήσεις, Ι, στην Απόφαση ΑΠ 360/1994 σε Κέντρο Δικανικών Μελετών, Η θρησκευτική ελευθερία  (επιμ. Κ.Ε.Μπέη), Εκδόσεις Eunomia, Αθήνα 1997, σελ. 436 επ. 437.
[7] Σκέψη 39.
[8] Σκέψη 39.
[9] Αυτόθι, σκέψη 39.
[10] Αυτόθι, σκέψη 40.
[11] Βλ και ΝΣΚ 192/1991 με αναλυτική αναφορά

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

ΕΥΛΟΓΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΚΗΣ: Η ΣΤΕ 4467/12



Aπό τα ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ της Λαμπρινής Δελή - 7/11/2012 1:37:26 μμ
Με την απόφαση 4467/2012 το ΣτΕ αποφαίνεται επί ενός νέου ενδίκου βοηθήματος, που εισήχθη μόνο για τη διοικητική δικαιοδοσία με τον νόμο 4055/2012 ''Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής'' και είναι η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Η αίτηση στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, και αντικείμενό της είναι η επιδίκαση ευλόγου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο λόγο, βλάβης που υπέστη ο διάδικος, λόγω της προσβολής του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης.
Ο λόγος θεσμοθέτησης αυτού του ενδίκου βοηθήματος, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, είναι η συμμόρφωση της Ελλάδας προς την απόφαση- πιλότο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που εκδόθηκε την 21-12-2010 στην υπόθεση Αθανασίου. Η παραβίαση αφορούσε το εύλογο του χρόνου διαδικασίας σε διοικητική δίκη, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο διαπίστωσε το «συστημικό» πρόβλημα σημαντικών καθυστερήσεων που παρουσιάζονται στις διοικητικές δίκες και σε σημαντικό βαθμό και αριθμό στο Συμβούλιο της Επικρατείας και προς τούτο κάλεσε την Ελλάδα να υιοθετήσει μια αποτελεσματική προσφυγή, προκειμένου να αντιμετωπίσει το «συστημικό» αυτό πρόβλημα. Το πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι η διαδικασία της απόφασης-πιλότου υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ακριβώς για να απαλλαγεί από ένα σημαντικό ποσοστό του φόρτου εργασίας, που δημιουργούν παρόμοιες υποθέσεις στις οποίες αναδεικνύεται το ίδιο πρόβλημα και κατά συνέπεια δυσχεραίνουν την ομαλή του λειτουργία. Εξάλλου, ο φόρτος εργασίας των δικαστηρίων λόγω του μεγάλου αριθμού ενδίκων βοηθημάτων που ασκούνται ενώπιον τους είναι αναμφίβολα μία από τις αιτίες καθυστέρησης στην απονομή δικαιοσύνης στη χώρα μας.
Στην επίδικη περίπτωση, η καθυστέρηση αφορούσε σε ακυρωτική δίκη ενώπιον του ΣτΕ, που άνοιξε με την κατάθεση αίτησης ακύρωσης το 2003 και ολοκληρώθηκε με τη δημοσίευση της απόφασης το 2011, δηλαδή οχτώ χρόνια εκκρεμούσε η υπόθεση σε ένα βαθμό δικαιοδοσίας. Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στις οχτώ συνολικά αναβολές που δόθηκαν και οι οποίες οφείλονται κατά ένα μέρος και στην καθυστερημένη αποστολή του φακέλου της διοίκησης. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας εκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και συγκεκριμένα επί τη βάσει τεσσάρων κριτηρίων, όπως προβλέπονται στον ν. 4055, και είναι α)η συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, β)η πολυπλοκότητα των τιθεμένων νομικών ζητημάτων, γ) η στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. Εν προκειμένω, η συμπεριφορά του αιτούντος δεν ήταν παρελκυστική, ενώ το νομικό ζήτημα που ετίθετο είχε ήδη κριθεί με προηγούμενη νομολογία και επιπλέον δεν προέκυπτε ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση οφειλόταν σε φόρτο εργασίας του Τμήματος ή της Ολομέλειας. Εν όψει τούτων, το δικαστήριο αποφαίνεται αφενός ότι συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή δικαιοσύνης αφετέρου ότι η καθυστέρηση αυτή προκάλεσε στον αιτούντα ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην αγωνία, την ταλαιπωρία και την αβεβαιότητα που υπέστη κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας.
Για την αποκατάσταση δε της βλάβης αυτής κρίνεται δικαιολογημένη η επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού ως δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος. Ως προς τον καθορισμό του ύψους του εν λόγω ποσού, το δικαστήριο συνεκτιμά τόσο τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με την πτώση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα λόγω της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της συνεχιζόμενης σοβαρής ύφεσης, που πλήττουν τη χώρα, όσο και το ήσσονος εμβέλειας διακύβευμα της διαφοράς για τον βιοπορισμό του αιτούντος. Τελικά, επιδικάζει στον αιτούντα 4.800 ευρώ για ηθική βλάβη αντί των 30.000 που ζητά ο ίδιος και των 1.500 ευρώ που θεωρεί το Δημόσιο ως ανώτατο όριο.
Η συγκεκριμένη απόφαση λοιπόν θέτει έντονο το ζήτημα της καθυστέρησης της απονομής δικαιοσύνης και τις συνέπειες που έχει αυτή στον προϋπολογισμό του κράτους σε περίοδο οικονομικής κρίσης, λόγω της αποζημιωτικής φύσης της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση. Δεδομένου εξάλλου ότι τόσο στην πολιτική όσο και στην ποινική δικαιοδοσία στην Ελλάδα οι διάδικοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης για την τελική δικαστική κρίση στην υπόθεσή τους και πληθώρα τέτοιων προσφυγών εκκρεμούν στο ΕΔΔΑ, η ενδεχόμενη έκδοση πιλοτικών αποφάσεων και για τις αστικές και ποινικές δίκες θα οδηγήσουν στην γενική θεσμοθέτηση του ενδίκου βοηθήματος δίκαιης ικανοποίησης.
Αυτό που απομένει όμως να αποδειχτεί είναι η αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου ενδίκου βοηθήματος .Άλλωστε, το ΣτΕ ως προς τη χαμηλή αξία αποζημίωσης, επικαλείται νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία το τελευταίο μπορεί να δεχθεί την επιδίκαση χαμηλότερων χρηματικών ποσών σε σχέση με εκείνα που θα επιδίκαζε σε ανάλογες υποθέσεις, εφόσον τα επιδικαζόμενα σε εθνικό επίπεδο ποσά δεν είναι πολύ κατώτερα ενός ευλόγου ορίου («unreasonable») και υπό τον όρο ότι οι σχετικές αποφάσεις, οι οποίες πρέπει να είναι σύμφωνες με τη νομική παράδοση και το βιοτικό επίπεδο («standard of living») της συγκεκριμένης χώρας, εκδίδονται ταχέως, είναι αιτιολογημένες και εκτελούνται άμεσα (βλ. απόφ. ΕΔΑΔ της 10.10.2004, Dubjakova κατά Σλοβακίας και της 26.3.2006, Scordino κατά Ιταλίας). Λαμβανομένων άλλωστε υπόψη και των πράγματι χαμηλών αποζημιώσεων που επιδικάζει το ίδιο το ΕΔΔΑ, καταλήγει κάποιος στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα ούτε στην προστασία του φορέα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας συντείνει ούτε επίλυση του σύνθετου προβλήματος του ευλόγου χρόνου της διαδικασίας προκαλεί.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Το Ελεγκτικό Συνέδριο ως δικαστήριο κράτους μέλους: υπόθεση C-363/2011





 του Βασίλη Δαφνομήλη από τα Νομικά Νέα

Η σχετικά πρόσφατη απόφαση C-363/2011 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2012 σχετικά με την ιδιότητα του Ελεγκτικού Συμβουλίου ως δικαστηρίου κράτους μέλους, το οποίο μπορεί να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ μας επιτρέπει να σχολιάσουμε τα κριτήρια τα οποία δέχεται το τελευταίο, προκειμένου να κρίνει το παραδεκτόν του υποβληθέντος δικαστηρίου.
Το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ ορίζει ότι «Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί έπ’ αυτού.». Επισημαίνεται ότι το δικαστήριο αυτό θα ερωτήσει το ΔΕΕ για ζήτημα το οποίο αφορά την ερμηνεία των Συνθηκών είτε την ερμηνεία ή το κύρος του παράγωγου δικαίου(κυρίως κανονισμών και οδηγιών).
                Το ΔΕΕ έχει τονίσει ότι η έννοια του «δικαστηρίου κράτους μέλους» είναι έννοια η οποία καθορίζεται με κριτήρια τα οποία έχουν ενωσιακή προέλευση και δεν εναπόκειται στο κάθε κράτος μέλος να αποφασίσει αν το συγκεκριμένο του όργανα πληροί αυτά τα κριτήρια. Φυσικά η σχετική κρίση του ΔΕΕ θα γίνει βάσει των εθνικών διατάξεων περί λειτουργίας του οργάνου, αλλά η φύση των κριτηρίων έχουν καθοριστεί από το ΔΕΕ στην απόφαση Vaassen-Gobbels.
                 Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμήσει αν το αιτούν όργανο είναι «δικαστήριο» υπό την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ λαμβάνει υπόψη μια σειρά στοιχείων, όπως είναι η ίδρυση του οργάνου αυτού με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή των κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του. Επίσης θα πρέπει να υπάρχει εκκρεμής διαφορά στο εθνικό δικαστήριο και η διαφορά τουλάχιστον να διέπεται έστω και μερικώς από το ευρωπαϊκό δίκαιο.
                Η νομολογία του ΔΕΕ ωστόσο έχει εξειδικεύσει τα ανωτέρω κριτήρια. Ειδικότερα ο δεσμευτικός χαρακτήρα της δικαιοδοσίας αναλύεται αφενός σε υποχρεωτική επίλυση της διαφοράς από το δικαστήριο κατόπιν υποβολής της διαφοράς από τα μέρη και αφετέρου σε έκδοση δεσμευτικών αποφάσεων από το όργανο. (υπόθεση Dorsch Consult, C-54/96). Στην υπό κρίση περίπτωση της απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου το ΔΕΕ νομολόγησε ότι η αρμοδιότητα που του αποδίδεται από το Σύνταγμα(98 παρ. 1ζ) δεν  μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλήγει σε έκδοση δεσμευτικής απόφασης. (σκέψη 26 της απόφαση C-363/2011).
                Επίσης, δεύτερο κριτήριο το οποίο έχει διαπλαστεί νομολογιακά είναι η κατ’ αντιμωλία διεξαγωγή της διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο δεν πρέπει να κρίνεται με απόλυτο τρόπο, καθώς ακόμα και σε περίπτωση εκούσιας διαδικασίας, αν ο δικαστής έχει την απαιτούμενη ανεξαρτησία της γνώμης, μπορεί να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα(σκέψεις 23-26 του Γενικού Εισαγγελέα στην υπόθεση Corbiau,C-2/92).
Τέλος, ίσως το πιο σημαντικό κριτήριο ως προς την κρίση του ΔΕΕ αποτελεί η αξίωση για ανεξαρτησία του οργάνου που απασχόλησε για άλλη μία φορά το ΔΕΕ και στην υπόθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου(σκέψεις 24-25,29 της απόφασης C-363/2011). Η αξίωση για ανεξαρτησία αναλύεται σε τρεις υπο-αξιώσεις: πρώτον, τα μέλη του οργάνου θα πρέπει να είναι μόνιμα και ισόβια, δεύτερον, θα πρέπει να παρέχουν εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης και τρίτον το όργανο θα πρέπει να έχει θέση τρίτου απέναντι στην υπό κρίση διαφορά. Στην υπόθεση C-363/2011 , το Δικαστήριο προβληματίστηκε σχετικά με τη φύση του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς τη συγκεκριμένη του αρμοδιότητα: «Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει με την Επίτροπό του, η οποία είναι τοποθετημένη στο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού και συνέταξε την υπό κρίση ενώπιόν του έκθεση διαφωνίας, πρόδηλο οργανικό και λειτουργικό δεσμό, γεγονός το οποίο δεν επιτρέπει να του αναγνωρισθεί η ιδιότητα τρίτου σε σχέση με την εν λόγω Επίτροπο (βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσες αποφάσεις Corbiau, σκέψη 16, και Schmid, σκέψη 38).»
                Δύο πράγματα οφείλουμε να τονίσουμε επιλογικά: πρώτον, ότι ένα όργανο μπορεί άλλοτε να κριθεί ως δικαστήριο κράτους μέλους και άλλοτε όχι, αν έχει περισσότερες της μίας αρμοδιότητες, όπως συμβαίνει και με το Ελεγκτικό Συνέδριο. Έτσι, στην υπόθεση Βουγιούκας, C-443/93, το ΔΕΕ νομολόγησε ότι η αρμοδιότητα που ορίζεται στο άρθρο 98, παρ. 1στ σχετικά με την εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων είναι σύμφυτη με την έννοια του ως δικαστηρίου κράτους μέλους. Δεύτερο και σημαντικότερο είναι ότι παρατηρείται μία διαφορετική ανάγνωση των κριτηρίων από τους δικαστές και τους Γενικούς Εισαγγελείς, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την οικογένεια δικαίου από την οποία προέρχονται. Ήτοι, δικαστές που προέρχονται από δίκαια της ηπειρωτικής Ευρώπης τείνουν να κρίνουν strictο sensu τα κριτήρια Vaassen-Gobbels, ενώ οι δικαστές του common law(συμπεριλαμβανομένης και της Γενικής Εισαγελέως της υπόθεσης C-363/2011) τηρούν μία πιο χαλαρή στάση απέναντι σε αυτά τα κριτήρια, με το επιχείρημα ότι όσο πιο εύκολα καταφάσκεται το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος, τόσο διευκολύνεται η ομοιόμορφη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

VINCE SICARI: ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΚΩΜΙΚΟΣ?



του Βασίλη Δαφνομήλη - 7/11/2012 1:37:26 μμ
Δικαστές με αίσθηση του χιούμορ υπάρχουν πολλοί (και το έχει αποδείξει η πρόσφατη δικαστική πραγματικότητα), αλλά δικαστές-κωμικούς είναι σίγουρο ότι δεν έχουμε ξανασυναντήσει. Πάντως, στην Αμερική, ο κ. Vince Sicari το πρωί είναι δικαστής και το βράδυ κωμικός ηθοποιός. Πέραν τούτου ο 43χρονος δικαστής εμφανίζεται στην τηλεόραση σε τηλεοπτικές εκπομπές, τύπου «Candid Camera» με το ψευδώνυμο Vince August, δηλώνοντας ότι ο ρόλος του ως stand up comedian είναι κάτι το οποίο πάντοτε αγαπούσε να κάνει.
Η πειθαρχική επιτροπή, ωστόσο, δεν αντιμετώπισε με τόσο φιλελεύθερη ματιά την ενασχόληση του δικαστή, καλώντας τον να σταματήσει να εμφανίζεται ως ηθοποιός και να περιοριστεί στα δικαστικά του καθήκοντα. Το βασικό επιχείρημα της πειθαρχικής επιτροπής ήταν ότι η ενασχόληση του με αυτές τις δραστηριότητες θα δημιουργήσουν υπόνοιες περί ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της δικαιοσύνης και υποψίες περί αμεροληψίας του ιδίου, ειδικότερα μάλιστα όταν ο κωμικός δικαστής, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της επιτροπής, ενσαρκώνει ομοφοβικούς χαρακτήρες που αντανακλούν ρατσιστικά στερεότυπα. Τονίζεται, ωστόσο, ότι σύμφωνα με τους νόμους της – ιδιαίτερα βαλλόμενης για περιστατικά διαφθοράς-πολιτείας του New Jersey, οι δικαστές μπορούν να ασκούν και άλλο επάγγελμα, με τον όρο ότι δεν θα πληρώνονται. Ο δικαστής λοιπόν προσβάλει την απόφαση της πειθαρχικής επιτροπής και τώρα το ανώτατο δικαστήριο του New Jersey θα αποφασίσει περί του αν δικαιούται ο δικαστής-κωμικός να συνεχίσει να ασχολείται με το προσοδοφόρο χόμπι του.
Τα επιχειρήματα του δικαστή είναι απλά: Επιμένει ότι ουδέποτε έχει διατυπώσει ανέκδοτα σχετικά με δικηγόρους ή δικαστές και ούτε έχει αμαυρώσει το επάγγελμά του. Επιπροσθέτως, τονίζει ότι τα 13000 δολάρια τα οποία λαμβάνει το χρόνο δεν είναι επαρκές ποσό για την διαβίωσή του, και συνεπώς «ασχολήθηκε ενεργώς με την ηθοποιία, προκειμένου να ενισχύσει το μηνιαίο του εισόδημα».
Αυτή είναι η σύντομη ιστορία του κ. Sicari, αλλά σίγουρα μας βάζει σε δύο προβληματισμούς.

Ο πρώτος αφορά στην ανάγκη του Sicari να ενισχύσει το εισόδημά του, γιατί τα 1100 δολάρια δεν ήσαν αρκετά για τη διαβίωσή του. Κάνοντας μία αναγωγή στα ελληνικά δεδομένα, το Σύνταγμά μας στο άρθρο 89 αναφέρει ότι «Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.». Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι αποδοχές των δικαστών είναι το μοναδικό τους εισόδημα. Με τα χρήματα αυτά πρέπει να καλύπτουν τις προσωπικές τους ανάγκες και τα έξοδα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους(μετακινήσεις στον τόπο εργασίας, συντήρηση του γραφείου κ.α.). Επίσης, σε περίπτωση αποσπάσεων και μεταθέσεων με τα χρήματα αυτά πρέπει να χρηματοδοτούν και τις νέες ανάγκες που ενδέχεται να προκύψουν. Συνεπώς, μπορεί το Σύνταγμα να απαγορεύει, αλλά η πραγματικότητα είναι δύσκολα αντιμετωπίσιμη, πόσω μάλλον όταν εξαγγέλλονται περικοπές μισθών και στους δικαστές. Η Διοικητική Ολομέλεια του Άρειου Πάγου, γνωμοδότησε ότι οι ψηφιζόμενες νέες περικοπές, προσκρούουν στο Σύνταγμα και συγκεκριμένα στα άρθρα 26, 87 και 88. Επίσης, το Συμβουλευτικό Συμβούλιο Ευρωπαίων Δικαστών (CCJE), το οποίο ασχολείται με θέματα ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και ικανότητας των δικαστών και είναι το μοναδικό σώμα στην Ευρώπη που λειτουργεί στους κόλπους διεθνούς οργανισμού και αποτελείται αποκλειστικά από δικαστές, στον Χάρτη που εκπόνησε ορίζει στο άρθρο 3 «Το κράτος πρέπει να παρέχει τους απαραίτητους ανθρώπινους, υλικούς και οικονομικούς πόρους που απαιτούνται για την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης».( http://www.ikypros.com/easyconsole.cfm/id/6087)

Ο δεύτερος προβληματισμός αφορά στο επιχείρημα ότι η ενασχόληση των δικαστών με κάποια άλλη δραστηριότητα μπορεί να δημιουργήσει υπόνοιες αμεροληψίας και ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Σίγουρα υπάρχουν περιπτώσεις που μπορούν να δημιουργήσουν υποψίες περί ακεραιότητας του δικαστή (όπως το παράδειγμα του αμερικανού δικαστή του Supreme Court που πήγε για κυνήγι λίγες εβδομάδες με επιχειρηματία πριν την εκδίκαση της υπόθεσης του τελευταίου.) Δεν θεωρώ ότι η δικαστική μελέτη και η συναναστροφή με πολιτικά πρόσωπα είναι καλύτερη από την ενασχόληση με την κωμική ηθοποιία, εφόσον αυτή είναι ουδέτερη χωρίς λαϊκίστικους τόνους. Αδήριτα μπορεί να γίνει ένα φιλικό στο κοινό πρόσωπο, αλλά αυτό είναι διαφορετικό από τον αμερόληπτο τρόπο που πρέπει να ασκεί τα καθήκοντά του.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Ιατρική ευθύνη και Βιοηθική- Σύγχρονες Προσεγγίσεις και προοπτικές του μέλλοντος



της Eλένης Tροβά - 7/11/2012 1:37:26 μμ

Η φίλη μας η Φερενίκη Παναγοπούλου Κουτνατζή μας ενημέρωσε ευτυχώς για μια εξαιρετική επιστημονική προσπάθεια που βλέπει το φως στις 1 και 2 Μαρτίου του 2013 Στην αίθουσα Ποιτιστικών Εκδηλώσεων του Εφετείου Αθηνών με τη χορηγία της Νομικής Βιβλιοθήκης, ένα πλούσιο συνέδριο για τη βιοηθική. Ενα εγγυημένο λοιπόν επιστηνομικό παρασκευοσάββατο με έντονο διεακλαδικό νομικό χαρακτήρα καθώς μιλούν νομικοί πολλών ειδικοτήτων αλλά και κάποιοι επιστήμονες που δεν είναι νομικοί. Η οργάνωση φαίνεται άρτια και η επιστημονική συμμετοχή σπουδαία. Θα πρέπει το ακροατήριο να οργανωθεί και να σπεύσει να εμπλουτίσει λοιπόν την εκδήλωση αυτή με τον καλύτερο εαυτό του. Τα Νομικά Νέα υπόσχονται να προσπαθήσουν να βρουν κάποιες εισηγήσεις για να τις προδημοσιεύσουν και φυσικά σημειώνουν ότι μετέχουν μεταξύ άλλων εκτός από σπουδαίους νομικούς και καθηγητές και αρκετοί φίλοι και συνάδελφοι εκτός της Νίκης που μας έστειλε την πληροφορία. Ευχόμαστε σε όλους καλή επιτυχία και ιδιαίτερα στους παλιούς συμφοιτητές και φίλους τον Τάκη Βιδάλη και την Τίνα Γκαράνη. Επισημαίνουμε επίσης τη ριζοσπαστικότητα της θεματολογίας όπως η εισήγηση του Σπύρου Βλαχόπουλου: Δικαίωμα τεκνοποιίας και για τον άγαμο και μοναχικό πατέρα (!). Για μια συνολική εικόνα του συνεδρίου σας παπαπέμπουμε σε http://www.nb.org/files/Programm_Vioithiki.pdf

ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΚΡΙΣΗΣ: 388 ΑΚ



της ελένης τροβά - 7/11/2012 1:37:26 μμ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης: 414/2012
(Α.Κ.Δ.: 477/2011)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
(Ειδική Δια/σία Μισθωτικών Διαφορών -άρθ. 647επ. ΚΠολΔ)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρία Κακαβά, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Προϊσταμένη
των Υπηρεσιών του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα Μιχαήλ Βλάχο.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 4η Απριλίου 2012, για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.............», που εδρεύει στα Ιωάννινα και
εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά του πληρεξούσιου δικηγόρου (ΔΣ Ιωαννίνων) Νικολάου Σιόντη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ......... και 2) ...... και της .. , κατοίκων Ιωαννίνων, οι οποίοι
παραστάθηκαν στο Δικαστήριο, ο μεν 1ος διά και η 2η μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου (ΔΣ
Ιωαννίνων) Ελευθερίου Κουλίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 18-4-2011 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη
Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 477/19-4-2011,
προσδιορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 2-11-2011 και μετ’ αναβολή για την αναφερόμενη
στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν
δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 7 του π.δ/τος 34/1995 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί
εμπορικών μισθώσεων» προκύπτει, εκτός άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των
προστατευόμενων από το διάταγμα αυτό μισθώσεων, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά τη
σύναψη της μίσθωσης από τους συμβαλλομένους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά
διαστήματα που προβλέπονται στη σύμβαση. Αν δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής ή αυτή
έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά από διετία από την έναρξη της
συμβάσεως χωρίς δικαστική μεσολάβηση στα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του
ως άνω άρθρου. Εν συνεχεία, χωρεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με μόνη προϋπόθεση την
πάροδο έτους από την προηγούμενη, ανέρχεται δε η αναπροσαρμογή σε ποσοστό 75% της
μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον
αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, όπως αυτή υπολογίζεται από την Ελληνική Στατιστική
Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Με την παράγραφο 4 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι «σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 ΑΚ». Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 388 ΑΚ οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση
ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι: α) μεταβολή των
περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη
στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της
κατάρτισης της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να
προβλεφθούν, γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη ενόψει και της αντιπαροχής να
καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Για το ορισμένο της αγωγής αναπροσαρμογής του μισθώματος με βάση το άρθρο 388 του ΑΚ, πρέπει να αναφέρονται όλα εκείνα τα έκτακτα και απρόβλεπτα
πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτέλεσαν το βάθρο της σύμβασης, ήτοι θεμελίωσαν αφενός
την απόφαση των συμβαλλομένων για την κατάρτισή της, αφετέρου το περιεχόμενο της
σύμβασης, και μεταγενεστέρως μεταβλήθηκαν. Τέτοια δε περιστατικά είναι εκείνα τα οποία δεν
επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα
γεγονότα,φυσικά (πλημμύρες, σεισμοί), πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά (κινήματα,επαναστάσεις
κ.λπ.), συνεπεία δε αυτών επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και
αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση να υφίσταται ουσιώδη και
υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απροόπτως, ο δε αντισυμβαλλόμενος να
ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η
οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί. Ειδικότερα, η γενική
οικονομική κρίση,η επιβολή μέτρων λιτότητας και γενικώς δημοσιονομικών και φορολογικών
μέτρων,με αλυσιδωτές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής οικονομίας κρίθηκε ότι
αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, εφόσον δεν
ήταν δυνατό να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες (ΜΠρΑγρ 68/2012 ΕφΑΔ 2012.
346, ΜΠρΚατερ 1/2012 Αρμ 2012. 544, ΜΠρΒολ 49/2011 σε ΝοΒ 2012. 299, ΜΠρΚαλ 34/2011 ΝοΒ
2011. 2314, βλ. και contra ΜΠρΑθ 432/2012 σε ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠατρ 69/2012 Αρμ 2012. 757, όπου
κρίθηκε –χωρίς περαιτέρω επιχειρηματολογία- ότι η οφειλόμενη στη διεθνή οικονομική κρίση
μείωση της καταναλωτικής κίνησης των επιχειρήσεων δεν συνιστά έκτακτο και απρόβλεπτο
γεγονός).Αλλωστε, γενικής φύσεως περιστατικά και δη τυχαία, αλλά συνήθως συμβαίνοντα, όπως
είναι η αυξομείωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση της αξίας του ακίνητου από την
υποτίμηση του νομίσματος και την παρεπόμενη αύξηση του κόστους ζωής, η αύξηση της αξίας
του ακινήτου, η οποία οφείλεται στην αύξηση της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων, ούτε
έκτακτα ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηρισθούν (ΑΠ 1171/2004 ΕλλΔνη 46. 157, ΕφΠατρ
129/2008 ΑχαΝομ 2009. 548). Εφόσον δεν συντρέχει από τις, ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής
του άρθρου 388 ΑΚ, εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι
επιτρεπτή η εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε
περίπτωση κατά την οποία, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, έχει επέλθει μεταβολή των
συνθηκών, η οποία όμως δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις εφαρμογής της ειδικής διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία, ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Παρέχει δε στον δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, αναπροσαρμόζοντας το οφειλόμενο μίσθωμα εμπορικής μίσθωσης (ΑΠ 503/2005 ΕΔΠολ 2005. 133). Για το ορισμένο της αγωγής αναπροσαρμογής με βάση το άρθρο 288 ΑΚ, πρέπει, πλην άλλων, να προσδιορίζεται το καταβαλλόμενο μίσθωμα και, εφόσον αυτή ασκείται από το μισθωτή, να αναφέρεται ότι αυτό είναι ανώτερο από εκείνο που μπορεί να επιτευχθεί με το άρθρο 288 ΑΚ, εις τρόπον ώστε να προκύπτει η διαφορά μεταξύ του ελεύθερου μισθώματος και του καταβαλλόμενου, χωρίς να απαιτείται η παράθεση συγκριτικών στοιχείων με αναφορά των όμορων ακινήτων της περιοχής και του ύψους της μισθωτικής τους αξίας σε σχέση με το επίδικο μίσθιο, καθόσον αυτά είναι ζητήματα ουσίας και αποτελούν αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 893/2010 ΝοΒ 2011. 933, ΑΠ 850/2010 σε ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, μεταβαλλόμενης αυτής ως προς το ύψος του μισθώματος, χωρίς αναδρομικότητα, από την επομένη επίδοσης της αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι η μίσθωση είναι ενεργός (ΑΠ 1487/2005 ΕλλΑνη 47.170, ΑΠ 328/2004 ΕλλΔνη 46.1460). Τέλος, ο δικαστικός καθορισμός του μισθώματος με βάση τις ανωτέρω διατάξεις δεν καταργεί τη συμφωνία των διαδίκων περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος και ισχύει μόνον για το χρονικό διάστημα, για το οποίο κρίθηκε ότι υπάρχει η δυσαρμονία του μισθώματος, χωρίς να επηρεάζει την ισχύ της υπάρχουσας συμφωνίας και επομένως θα εξακολουθήσει να αναπροσαρμόζεται στο μέλλον και πάλι με βάση την υπάρχουσα συμφωνία, όταν θα επέρχεται κάθε επόμενο στάδιο από τα συμβατικώς προβλεφθέντα και μάλιστα αυτόματα χωρίς τη μεσολάβηση άλλης δικαστικής κρίσης, επιφυλασσομένου όμως του δικαιώματος των συμβληθέντων να ζητήσουν στο μέλλον και πάλι αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση τις διατάξεις των άρθρων 288 και 388 του ΑΚ, εάν βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους (ΑΠ 70/2012 ΝοΒ 2012. 1382, στην οποία διατυπώθηκε μειοψηφία δύο μελών για το ότι με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται και τα περιστατικά πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και το σχετικό ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ΑΠ 258/1986 ΕλλΔνη 27. 636, ΕφΠειρ 337/1995 ΕλλΔνη 36. 1614, ΕφΑθ 3155/2001 ΕΔΠολ 2004. 68).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία ιστορεί στην υπό κρίση αγωγή της ότι
δυνάμει του από 30-5-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσε από τους εναγόμενους-
συνεκμισθωτές για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, από την 1-7-2007 έως την 31-6-2016, το
λεπτομερώς περιγραφόμενο ακίνητο (κατάστημα), που ευρίσκεται επί της οδού .... αριθ. . στα
Ιωάννινα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την πώληση υποδημάτων και αξεσουάρ, αντί
συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθώματος ποσού 1.000 ευρώ για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη, πλέον
του τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως, μετά την παρέλευση διετίας, σε
ποσοστό 4,5% και το οποίο (μίσθωμα) κατά το μισθωτικό έτος από 1-7-2010 έως 31-6-2011
ανήλθε στο ποσό των 1.131,33 ευρώ με το χαρτόσημο. Οτι μετά τη σύναψη της προμνησθείσας
μίσθωσης επήλθε απρόοπτη αρνητική μεταβολή των συγκεκριμένων οικονομικών, νομισματικών
και λοιπών συνθηκών, που επικράτησαν στη Χώρα από τις αρχές του έτους 2010, ιδίως λόγω της
εγχώριας οικονομικής κρίσης και της λήψης δημοσιονομικών και άλλων μέτρων, που υποχρέωσαν τη Χώρα να προβεί σε δανεισμό και λήψη μέτρων για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σύμφωνα με το ν. 3845/2010 «Μνημόνιο Ι», προσέτι δε, οδήγησαν στη μείωση των αποδοχών των μισθωτών, στην έλλειψη ρευστού χρήματος και στην αύξηση της ανεργίας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, με περαιτέρω επακόλουθο τη μείωση του δείκτη πωλήσεων στο ευρύτερο λιανικό εμπόριο, τη μείωση της καταναλωτικής κίνησης και των ακαθάριστων εσόδων (τζίρου) της ανωτέρω εν Ιωαννίνοις επιχείρησης και της εν γένει μισθωτικής αξίας των ακινήτων της περιοχής αυτής. Ότι μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής στο μέτρο που είχε συμφωνηθεί, εξαιτίας δε των μεταβολών αυτών η μισθωτική αξία του προρρηθέντος καταστήματος έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 500 ευρώ, με αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις επικρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις. Ότι μεταξύ του συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος και του «ελεύθερου» τούτου προκύπτει μεγάλη διαφορά, ώστε επιβάλλεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η αναπροσαρμογή (μείωση) του μισθώματος στο προσήκον μέτρο, κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, επικουρικά δε κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, προκειμένου να επέλθει η άρση της δυσαναλογίας των εκατέρωθεν παροχών, καθόσον η εμμονή των εναγομένων στην τήρηση της συμφωνίας είναι αντίθετη στην ευθύτητα που απαιτείται στις συναλλαγές. Με βάση τα ανωτέρω ιστορούμενα ζητά α) να αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο μίσθωμα του επίδικου ακινήτου στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι τη λήξη της νόμιμης (30-6-2019), άλλως της συμβατικής (30-6- 2016) διάρκειας της μίσθωσης, β) να καθορισθεί η ετήσια αύξηση επί του καθορισθέντος αυτού μισθώματος από την 1-7-2011 έως την 30-6-2019, επικουρικώς δε έως την 30-6-2016, σε ποσοστό 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, σύμφωνα με τον ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Τέλος, ζητά να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως και εν γένει παραδεκτώς φέρεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ [άρθ. 7, 9, 10, 12, 13, 14 παρ. 1β΄, 29 παρ. 1, 219 παρ.1 ΚΠολΔ, 48 παρ. 1 του π.δ./τος 34/1995, ως το άρθρο 14 παρ. 1β΄ ΚΠολΔ ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθ. 2 του ν. 3994/25-7-2011, ο οποίος (νόμος) δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθόσον, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθ. 72 παρ. 2 του ιδίου νόμου, η κατάθεση της υπό δίκην αγωγής διενεργήθηκε πριν την εισαγωγή του (25-7-2011) και δη στις 19-4-2011, οπότε και αποκρυσταλλώθηκε η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία (αρμοδιότητα) και στην αγωγή αναπροσαρμογής του
μισθώματος εμπορικής μίσθωσης, βάσει των άρθρων 388, 288 του ΑΚ, καθορίζεται με βάση το
συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα, που καταβάλλεται κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης του
δικογράφου της αγωγής (ΑΠ 613/1988 ΕλλΔνη 1989. 754, ΜΠρΘεσ 9309/1998 Αρμ 1998. 1201)].

Είναι επαρκώς ορισμένη (άρθ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς αμφότερες τις σωρευόμενες βάσεις της, καθόσον περιέχει όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία αναφορικά με το καταγόμενο προς κρίση ένδικο δικαίωμα, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα πρόταση, απορριπτομένης της περί του αντιθέτου αιτιάσεως της εναγομένης, δίχως να απαιτείται για το
ορισμένο της αγωγής η παράθεση συγκριτικών στοιχείων με αναφορά των όμορων ακινήτων της περιοχής και του ύψους της μισθωτικής τους αξίας σε σχέση με το επίδικο μίσθιο, το ποσοστό
μείωσης των ακαθάριστων εσόδων της ενάγουσας, η επίκληση των ισολογισμών της επιχείρησής
της κατά τα δέκα προηγούμενα έτη, το ποσοστό της τυχόν υποτίμησης του νομίσματος (ευρώ)
και το ποσοστό μείωσης του τιμαρίθμου, καθόσον αυτά είναι ζητήματα ουσίας και αποτελούν
αντικείμενο αποδείξεως. Είναι και νόμω βάσιμη, ερειδόμενη, κατά την κύρια βάση της, στις
διατάξεις των άρθρων 361, 388, 574 επ. του ΑΚ, 7 παρ. 4, 44 του π.δ/τος 34/1995 «περί
εμπορικών μισθώσεων», ως ισχύει μετά το ν. 3220/2004, 68, 71, 176 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι,
σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και την άποψη που υιοθετεί το παρόν
Δικαστήριο, η επίκληση της οικονομικής κρίσης και της επιβολής αυστηρών δημοσιονομικών
μέτρων με επακόλουθο τη ραγδαία και επιδεινούμενη μείωση της καταναλωτικής κίνησης στις
επιχειρήσεις, αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, που ήταν αδύνατο να διαγνωσθούν
υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες και συνεπώς η κύρια αγωγική βάση περί την αναπροσαρμογή
του μισθώματος αρύεται τη νομική της βασιμότητα από τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ. Εξάλλου,
και η επικουρική βάση της αγωγής είναι νόμω βάσιμη και στηρίζεται στις ίδιες ως άνω διατάξεις,
καθώς και σε αυτήν του άρθρου 288 ΑΚ. Ωστόσο, μη νόμιμα και εκ του λόγου αυτού απορριπτέα
τυγχάνουν, κατά τα προεκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη α) το παρεπόμενο αίτημα περί
προσωρινής εκτελεστότητας της εκδοθησομένης απόφασης, καθόσον το σχετικό δικαίωμα για
αναπροσαρμογή του μισθώματος είναι διαπλαστικό, αφού αποτελεί διαμόρφωση της ενοχής στο
προσήκον μέτρο, συνιστά δηλαδή διάπλαση ενός από τα στοιχεία της μισθωτικής σύμβασης, με
συνέπεια η σχετική αγωγή και η απόφαση που αναπροσαρμόζει το μίσθωμα και ως προς το σημείο
αυτό να είναι διαπλαστική και όχι καταψηφιστική (ΑΠ 2154/2007 ΕλλΔνη 2010.759, ΕφΛαρ
101/2007 Δικογραφία 2007. 237), β) το αίτημα αναπροσαρμογής (μείωσης) του συμβατικά
καθορισθέντος ποσοστού αναπροσαρμογής του μισθώματος ετησίως σε ποσοστό 75% του
τιμαρίθμου του κόστους ζωής, καθόσον ο δικαστικός καθορισμός του μισθώματος με βάση τις
προαναφερθείσες διατάξεις δεν καταργεί τη συμφωνία των διαδίκων περί σταδιακής
αναπροσαρμογής του μισθώματος και ισχύει μόνο για το χρονικό διάστημα για το οποίο κρίθηκε
ότι υπάρχει δυσαρμονία του μισθώματος, χωρίς να επηρεάζει την ισχύ της υπάρχουσας συμφωνίας
και γ) το αίτημα αναπροσαρμογής (μείωσης) του μισθώματος από την επίδοση της αγωγής και
μέχρι την λήξη της νόμιμης (30-6-2019), άλλως της συμβατικής (30-6-2016) διάρκειας της
μίσθωσης, κατά το μέρος που υπερβαίνει την ετήσια διάρκεια αναπροσαρμογής του μισθώματος.
Επομένως, η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα,
δίχως να απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, λόγω του διαπλαστικού της χαρακτήρα.

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που
δόθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με
την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, καθώς και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα
προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε για άμεση
απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθ. 650 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν,
κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα, τα οποία έχουν ουσιώδη
επιρροή στην έκβαση της δίκης: Δυνάμει του από 30-5-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως
ακινήτου, νομίμως θεωρημένου από την αρμόδια Α΄ Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων, η ενάγουσα ανώνυμη
εταιρία με την επωνυμία «.............» μίσθωσε διά του νομίμου εκπροσώπου της από τους
εναγόμενους-συνεκμισθωτές σε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ... , το υπό στοιχείο ΚΑΠΑ
ΤΡΙΑ (Κ-3) ακίνητο (ισόγειο κατάστημα) εμβαδού 21 τ.μ. (μετά του παταριού ίσης εκτάσεως), που
ευρίσκεται στα Ιωάννινα επί της οδού ....... αριθ. . , προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως
επαγγελματική στέγη και δη για την εμπορία και πώληση υποδημάτων και αξεσουάρ. Η μίσθωση
συμφωνήθηκε να έχει χρονική διάρκεια εννέα (9) ετών, αρχόμενη την 1-7-2007 και λήγουσα την
31-6-2016, αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 1.000 ευρώ (για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης),
προκαταβαλλομένου άπαξ εντός του πρώτου πενθημέρου έκαστου μισθωτικού μήνα, πλέον του
αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου (3,6%) επί του μηνιαίου μισθώματος (όπως η υποχρέωση
καταβολής του τέλους χαρτοσήμου συνομολογείται από τους διαδίκους). Το μηνιαίο μίσθωμα
συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται ετησίως, μετά την παρέλευση διετίας από την κατάρτιση της
μίσθωσης, σε ποσοστό 4,5%, ενώ στην περίπτωση που ο ετήσιος πληθωρισμός υπερβεί το 4,5%
ετησίως, το ποσοστό αναπροσαρμογής θα ισούται με το ποσοστό του ετήσιου πληθωρισμού. Ήδη
αποδείχθηκε ότι κατά το μισθωτικό έτος από 1-7-2010 έως 31-6-2011 το μίσθωμα, κατόπιν
αναπροσαρμογής, ανήλθε στο ποσό των 1.092,02 ευρώ μηνιαίως, πλέον του τέλους χαρτοσήμου
εκ 3,6% (ήτοι 39,31€) και συνολικά στο ποσό των (1.092,02 + 39,31=) 1.131,33 ευρώ (βλ. τους
1ο, 2ο όρους του προμνησθέντος συμφωνητικού μισθώσεως). Σημειωτέον ότι το εμβαδό του
επίδικου μισθίου ακινήτου, το οποίο φέρει το διακριτικό τίτλο «....» ανέρχεται, ως προεκτέθηκε, σε
21 τ.μ. για τον ισόγειο όροφο και 21 τ.μ. για το πατάρι και όχι σε 15,26 τ.μ. και 9,50 τ.μ.,
αντιστοίχως, όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα, καθόσον οι προσκομισθείσες από την
τελευταία κατόψεις ακινήτου συνταχθείσες από τον πολιτικό μηχανικό, ... , δεν αποδείχθηκε σε
βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι αφορούν το ένδικο μίσθιο, διότι δεν αναγράφεται επ’
αυτών (κατόψεων) η ακριβής διεύθυνση του ακινήτου, παρά αναφέρεται η επωνυμία «.....».
Ωστόσο, η ενάγουσα, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας απόδειξης (η οποία εργάζεται ως πωλήτρια
στην επιχείρησή της), τυγχάνει μισθώτρια και άλλων καταστημάτων, ένα δε εξ αυτών, που
ευρίσκεται περί τα 200 μέτρα από το ένδικο μίσθιο, φέρει την ανωτέρω επωνυμία «....». Σε κάθε δε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε αν τα αναφερόμενα στις κατόψεις τετραγωνικά μέτρα αφορούν μόνο τους ωφέλιμους χώρους του καταστήματος, που απομένουν μετά από τις διαρρυθμίσεις στις οποίες προέβη η ενάγουσα και δη στην τοποθέτηση γυψοσανίδας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τις αρχές του έτους 2010 άρχισαν να εμφανίζονται στη Χώρα μας γεγονότα έκτακτα, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ούτε ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές
συνθήκες. Συγκεκριμένα, με τη δήλωση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της Ζώνης του
ευρώ, που δημοσιοποιήθηκε στις Βρυξέλλες την 25-3-2010, αποφασίστηκε για την οικονομική και
δημοσιονομική σταθερότητα της ευρωζώνης, η δημιουργία μηχανισμού στήριξης, για την
εφαρμογή του οποίου καταρτίστηκε από το Υπουργείο Οικονομικών με τη συμμετοχή της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού
Ταμείου σχέδιο προγράμματος (Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και
Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής) και ψηφίσθηκε,
εν συνεχεία, ο ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α΄ 65/6-5-2010), αποκαλούμενος ως «Μνημόνιο Ι», δυνάμει του
οποίου η Ελλάδα κατέφυγε σε δανεισμό από τον ανωτέρω μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
προκειμένου να ανταποκριθεί στις τρέχουσες δημοσιονομικές της ανάγκες. Άλλωστε, η οικονομική
κρίση που ενέσκηψε στη Χώρα μας και κατέστη ιδιαιτέρως εμφανής από τις αρχές του έτους 2010,
καθώς και ο συνεχής δανεισμός συνοδευόμενος από την εφαρμογή πρόσθετων αυστηρών μέτρων
λιτότητας (δημοσιονομικών και φορολογικών) σε βάρος των Ελλήνων πολιτών, είχαν ως
επακόλουθο να πληγεί η ελληνική οικονομία σε όλες τις εκφάνσεις της. Ενδεικτικά, αποδείχθηκε ότι
έκτοτε (2010) σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων διέκοψε τη λειτουργία του με συνεπεία την
απώλεια υψηλού αριθμού θέσεων εργασίας, επήλθαν αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις
(αύξηση του ΦΠΑ από 19% σε 23% στα είδη ευρείας κατανάλωσης και τις υπηρεσίες, μείωση του
αφορολόγητου ορίου, αυξήσεις στα τιμολόγια των ΔΕΚΟ και τα είδη πρώτης ανάγκης, όπως
τρόφιμα, πετρέλαιο θέρμανσης, κίνησης κλπ.), εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου με συνέπεια τη
μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών, εγγίζουσα, κατά περίπτωση, ακόμη και το 30%, την
περικοπή (ή και κατάργηση ορισμένων) επιδομάτων εορτών και των βαθμολογικών ωριμάνσεων,
εκτόξευση της καταγεγραμμένης ανεργίας, με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής
(ΕΛ.ΣΤΑΤ.), το Α΄ τρίμηνο του 2011 σε ποσοστό 15,9% (792.601 άνεργοι) έναντι 14,2% του
προηγούμενου τριμήνου και 11,7% του αντίστοιχου τριμήνου του 2010, το δε Γ΄ τρίμηνο του
2011 σε ποσοστό 20,7% (1.025.877 άνεργοι), έναντι 17,7% του προηγούμενου τριμήνου και
14,2% του αντίστοιχου τριμήνου του 2010, ενώ σε επίπεδο περιφερειών, το μήνα Δεκέμβριο του
2011 στην περιφέρεια Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας καταγράφεται επισήμως το μεγαλύτερο
ποσοστό ανέργων, που έφθασε το 24,5% του εν Ελλάδι πληθυσμού, σημαντική υποχώρηση το
έτος 2011 του Δείκτη Οικονομικού Κλίματος στην Ελλάδα, ο οποίος διαμορφώθηκε στις 77,62
μονάδες (έναντι 79,31 μονάδων το έτος 2010 και 108,38 μονάδων το έτος 2007), διαμόρφωση
του δείκτη Επιχειρηματικών Προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο το έτος 2011 στις 58,9 μονάδες
(έναντι 59,2 μονάδων το έτος 2010 και 120,8 μονάδων το έτος 2007, συνεχής και παρατεταμένη
ύφεση, που υπερέβη το 6,8% για το έτος 2011, αβεβαιότητα μείωσης του δημόσιου ελλείμματος
(17 δις. ευρώ το 2011), καθώς και το μεν εκρηκτική αύξηση του δημόσιου χρέους που
διαμορφώνεται ήδη στο 165 % του Α.Ε.Π., το δε υπερβαίνουσα κάθε αναμενόμενο όριο μείωση
των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, ήτοι επήλθαν οικονομικές καταστάσεις, που κατά
εξαιρετικά αιφνίδιο και βίαιο κοινωνικά και οικονομικά τρόπο δυναμίτισαν την αναπτυξιακή
προοπτική και την εν γένει δυνατότητα αναβάθμισης της εγχώριας παραγωγής, η οποία
συρρικνώθηκε κατά τρόπο, που όχι απλώς υπερέβη δυσοίωνες προβλέψεις οικονομικών
αναλυτών, αλλά και εν τέλει ανέτρεψε τις προβλέψεις, που εγένοντο κατά τη χάραξη της
οικονομικής πολιτικής στην αντιμετώπιση της κρίσης, όπως αποδεικνύεται από την πλειάδα
νεότερων οικονομικών μέτρων, που επακολούθησαν των αρχικώς ληφθέντων για την επίτευξη,
όμως, των αυτών στόχων (άρθ. 336 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η προπεριγραφείσα οικονομική κρίση που
ενέσκηψε απρόοπτα και απρόβλεπτα στην Ελλάδα και η οικονομική εν γένει αποσταθεροποίηση,
που είχε χρονικό βάθος και πρωτόγνωρη ένταση, όπως αποτυπώνεται στις προεκτεθείσες και εν
τω μεταξύ διαμορφωθείσες οικονομικές συνθήκες, αποτέλεσαν μεγέθη, τα οποία, κατά την κρίση
του Δικαστηρίου, ήταν έκτακτα και δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές
συνθήκες και κατά τη συνήθη πορεία των συναλλαγών ούτε είναι δυνατό να θεωρηθούν ως
συνήθως συμβαίνοντα κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων ούτε ακόμα και ως τυχαία
απλώς γεγονότα. Εξάλλου, το μίσθιο, ως προελέχθη, ευρίσκεται επί της οδού ........ αρ. . , στην
πόλη των Ιωαννίνων, όπου, από το έτος 2010 και εφεξής, η εμπορική κίνηση της περιοχής όχι
μόνον δεν βαίνει αύξουσα, αλλά έχει εισέλθει σε ραγδαία πτωτική τροχιά, με τη διακοπή της
λειτουργίας σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων στην ευρύτερη περιοχή λόγω της αδυναμίας των
ιδιοκτητών τους να ανταποκριθούν στις λειτουργικές ανάγκες των επιχειρήσεών τους. Για το λόγο,
μάλιστα, αυτό, καίτοι η προσφορά προς εκμίσθωση ακινήτων για επαγγελματική στέγη στην
περιοχή είναι αυξημένη, η ζήτησή τους παρίσταται ως ιδιαιτέρως μειωμένη, με αποτέλεσμα, λόγω
της έκτακτης και δυσμενούς αυτής οικονομικής συγκυρίας, ακόμη και καταστήματα στον πυρήνα
του εμπορικού κέντρου της πόλεως να παραμένουν χωρίς μίσθωση (κενά). Ενδεικτικά, επί της
οδού ... , του εμπορικότερου δρόμου των Ιωαννίνων, όπου ευρίσκεται και το ένδικο μίσθιο,
υπάρχουν περίπου επτά (7) κενά καταστήματα, σύμφωνα με τη σαφή κατάθεση της μάρτυρα
απόδειξης, ενώ και στους γύρω παράλληλους δρόμους (οδός.... , ..........), όπως προκύπτει από τις
προσκομισθείσες από την ενάγουσα φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα,
εκκενώθηκαν κατά το τελευταίο διάστημα και παραμένουν και σήμερα κενά τουλάχιστον είκοσι
(20) καταστήματα. Προσέτι δε, μειωμένο εμφανίζεται και το επιχειρηματικό ενδιαφέρον για έναρξη
παρεμφερών με την ασκούμενη από την ενάγουσα επιχειρήσεων, ενόψει της γενικότερης
οικονομικής κρίσης, που έπληξε τον εμπορικό και επιχειρηματικό κόσμο των Ιωαννίνων και ιδίως
τα καταστήματα εμπορίας ενδυμάτων και υποδημάτων, η ίδια δε η ενάγουσα, ενόψει και του
μισθώματος που σήμερα καταβάλει, ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα
αντιμετωπίζοντας σημαντικές οικονομικές δυσκολίες. Δεν πρέπει, άλλωστε, να παροραθεί ότι ο
κύκλος εργασιών της επιχείρησής της έχει ήδη μειωθεί αισθητά, καθόσον τα ακαθάριστα έξοδα του
ένδικου καταστήματος για το έτος 2008 ανερχόταν στο ποσό των 177.394,50 ευρώ, για το έτος
2009 στο ποσό των 171.990,30 ευρώ, για το έτος 2010 στο ποσό των 128.491,64 ευρώ και για
το έτος 2011 στο ποσό των 112.799,15 ευρώ (βλ. τη σχετική βεβαίωση του λογιστή-φοροτεχνικού
........ και τις καρτέλες λογαριασμού της ενάγουσας εταιρίας). Σχετικώς με το δυνάμενο να
επιτευχθεί συμβατικώς, «ελεύθερο» μίσθωμα αναφορικά με το μίσθιο κατάστημα, κατά την
άσκηση (επίδοση) της υπό κρίση αγωγής την 27-4-2011 (βλ. τις υπ’ αρ. 10696/27-4-2011 και
10697/27-4-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων,
Ευγενίας Στάμου) και σε σχέση με την επικρατούσα οικονομική κατάσταση, η ενάγουσα
προσκόμισε μετ’ επικλήσεως τα εξής συγκριτικά στοιχεία εκμισθωμένων ακινήτων στα Ιωάννινα:
1) Το από 22-2-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο εκμισθώθηκε στην ανώνυμη εταιρία
«......» ένα κατάστημα, που ευρίσκεται επί της ....... αρ. .. , εμβαδού 110 τ.μ., με πατάρι 110 τ.μ.
και εξοπλισμένου με δύο (2) κλιματιστικές μονάδες στο ισόγειο, δύο (2) κλιματιστικές μονάδες στο
πατάρι, μία (1) κλιματιστική μονάδα στην αποθήκη του ισογείου, έναν (1) ηλεκτρονικό πίνακα,
ρολό ασφαλείας στην εμπρόσθια όψη του καταστήματος, ρολό ασφαλείας στην οπίσθια όψη του
καταστήματος, ψευδοροφή με ενσωματωμένο σύστημα παραγωγής ήχου με ηχεία και παραγωγής
φωτισμού με σποτ φωτισμού, νέα δάπεδα στο ισόγειο του καταστήματος και στον όροφο και
υδρομόνωση στην οροφή του μισθίου, για 12 έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 3.300 ευρώ, για το
χρονικό διάστημα έως την 28-2-2015, πλέον του ημίσεως τέλους χαρτοσήμου εκ 1,8%,
αναπροσαρμοζόμενου ετησίως σύμφωνα με το ποσοστό του τιμάριθμου του κόστους ζωής, όπως
καθορίζεται από την ΕΣΥΕ για τους δώδεκα αμέσως προηγούμενους της αναπροσαρμογής μήνες,
2) Το από 29-7-2010 ιδιωτικό τροποποιητικό συμφωνητικό με συμβαλλόμενους τη .....
(εκμισθώτρια) και τον .....(μισθωτή), σύμφωνα με το οποίο τροποποιήθηκε ο 2ος όρος του από
21-1-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού και μειώθηκε το μίσθωμα ακινήτου από το ποσό των 2.590
ευρώ μηνιαίως στο ποσό των 1.500 ευρώ πλέον χαρτοσήμου και εισφορών υπέρ ΟΓΑ, ήτοι εν
συνόλω 1.554 ευρώ έως την 1-8-2013, δίχως να προκύπτει η διεύθυνση, το εμβαδό και η ιδιότητα
του μισθίου. Αξιοσημείωτο είναι ότι στο συμφωνητικό αυτό αναφέρονται οι λόγοι της μείωσης του
μισθώματος ήτοι «…η ρύθμιση αυτή κρίνεται δίκαιη και εύλογη, οφειλόμενη στη γενικότερη
οικονομική κατάσταση της χώρας, η οποία επηρεάζει ως ύφεση και την εμπορική κίνηση και τα
προσδοκώμενα οφέλη από την λειτουργία της επιχείρησης του μισθωτή για τα επόμενα τρία
χρόνια…», 3) Το από 14-3-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο εκμισθώθηκε στη .... ένα
ισόγειο κατάστημα, που ευρίσκεται επί της οδού ..... αριθ. .. , εμβαδού 45,30 τ.μ., με ίσης
επιφάνειας υπόγειο και πατάρι επιφανείας 15 τ.μ., για 3 έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 800 ευρώ,
πλέον του τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως, μετά την παρέλευση της
τριετίας και υπό τον όρο παράτασης της μίσθωσης, σύμφωνα με το δείκτη τιμών καταναλωτή της
Τράπεζα της Ελλάδος, όπου στεγάσθηκε επιχείρηση με αντικείμενο την εμπορία γυναικείων
ενδυμάτων-υποδημάτων-αξεσουάρ, 4) Το από 15-2-2012 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό,
που αφορά κατάστημα επί της οδού ... αρ. .. , όπου στεγάζεται επιχείρηση με την επωνυμία «....»
και εκμισθώθηκε στην ανώνυμη εταιρία «..........», σύμφωνα με το οποίο τροποποιήθηκε το από 1-
7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό και μειώθηκε το ύψος του μισθώματος στο ποσό των 2.500 ευρώ
πλέον τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2013, 5) Το
από 4-10-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο εκμισθώθηκε στον ... ένα ισόγειο κατάστημα,
που ευρίσκεται στην οδό .... αρ. ., αποτελούμενο από ισόγειο, πατάρι και υπόγειο, εμβαδού
αντίστοιχα 56 τ.μ., 30 τ.μ. και 60 τ.μ., για 12 έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.000 ευρώ, για το
χρονικό διάστημα έως την 14-10-2014, εφεξής αναπροσαρμοζόμενου ετησίως σύμφωνα με τον
τιμάριθμο του αμέσως προηγούμενου της αναπροσαρμογής μήνα, όπου στεγάζεται επιχείρηση με
αντικείμενο την πώληση υποδημάτων και δερμάτινων ειδών, 6) Το από 7-5-1998 ιδιωτικό
συμφωνητικό, με το οποίο εκμισθώθηκε στη .... ένα κατάστημα, που ευρίσκεται στην οδό .... αρ. ..
, εμβαδού 44,28 τ.μ., για 12 έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 150.000 δραχμών (ήδη 440,20 ευρώ),
πλέον του τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%, αναπροσαρμοζόμενου ανά διετία κατά ποσοστό 8%
ετησίως, όπου στεγάζεται επιχείρηση με την επωνυμία «....» με αντικείμενο την πώληση αθλητικών
ειδών, καθώς και το από 22-3-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που επανέλαβε τους όρους της
ανωτέρω μίσθωσης, 7) Το από 1-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο εκμισθώθηκε στους
.............. ένα κατάστημα, που ευρίσκεται στην οδό .... αρ. ., εμβαδού 48 τ.μ. μετά του υπογείου
και του μεσορόφου (παταριού), για 8 έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.321 ευρώ για τα δύο πρώτα
μισθωτικά έτη, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως μετά τη διετία κατά ποσοστό 4%, όπου στεγάζεται
η επιχείρηση με την επωνυμία «..» με αντικείμενο την πώληση ανδρικών και γυναικείων
ενδυμάτων, 8) Το από 1-9-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο μισθώθηκε στον ....... ένα
ισόγειο κατάστημα, που ευρίσκεται επί της οδού ..... αριθ. .. , εμβαδού 192 τ.μ., με ημιώροφο ίσης
επιφάνειας και υπόγειο εμβαδού 100 τ.μ., αντί μηνιαίου μισθώματος 3.000 ευρώ, πλέον του τέλους
χαρτοσήμου εκ 3,6%, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως σε ποσοστό αντίστοιχο του ετήσιου
πληθωρισμού του προηγούμενου έτους, 9) Το από 29-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο
εκμισθώθηκε στην ανώνυμη εταιρία «..........» το υπό στοιχεία Κ-4 κατάστημα, που ευρίσκεται
στην οδό .... αρ. . , αποτελούμενο από ισόγειο, πατάρι και υπόγειο, εμβαδού αντίστοιχα 75,85 τ.μ.,
37 τ.μ. και 75,85 τ.μ., για 9 έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.824,33 ευρώ, για το χρονικό
διάστημα έως την 30-6-2013, πλέον τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως
από την 1-7-2013 και εφεξής σύμφωνα με τον τιμάριθμο του αμέσως προηγούμενου της
αναπροσαρμογής μήνα, 10) Το από 10-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο εκμισθώθηκε
στην ανώνυμη εταιρία «..........» ένα ισόγειο κατάστημα (υπό στοιχείο Κ-1), που ευρίσκεται στην
οδό .... αρ. .. , εμβαδού του ισογείου 26,56 τ.μ., του υπογείου 23,87 τ.μ., για 12 έτη, αντί μηνιαίου
μισθώματος 1.250 ευρώ, για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως μετά τη
διετία κατά ποσοστό 3%, όπου στεγάζεται επιχείρηση με την επωνυμία «......» με αντικείμενο την
πώληση υποδημάτων και αξεσουάρ, 11) Το από 17-9-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο
εκμισθώθηκε στην ανώνυμη εταιρία «.........» ένα ισόγειο κατάστημα, που ευρίσκεται στην οδό ....
αρ. .. , εμβαδού 258,17 τ.μ., για 5 έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.610 ευρώ, πλέον τέλους
χαρτοσήμου εκ 3,6%, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως, μετά το δεύτερο μισθωτικό έτος, σύμφωνα
με το ν. 2741/1999, 12) Το από 15-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο εκμισθώθηκε στην
ανώνυμη εταιρία «.....» το υπό στοιχεία Κ-1 ισόγειο κατάστημα, που ευρίσκεται στην ..... αρ. .. ,
εμβαδού 169 τ.μ., για 9 έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.300 ευρώ, για τα δύο πρώτα μισθωτικά
έτη, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως, μετά την παρέλευση διετίας κατά ποσοστό 5% και το από 22-
2-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο τροποποιήθηκε το ανωτέρω από 15-1-2008
συμφωνητικό μίσθωσης ως προς το ύψος του μισθώματος, το οποίο μειώθηκε από το ποσό των
2.535,75 ευρώ πλέον χαρτοσήμου εκ 91,29 ευρώ, στο ποσό των 2.000 ευρώ πλέον χαρτοσήμου
εκ 72 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 15-1-2011 έως 14-1-2012. Οι εναγόμενοι προσκομίζουν
το από 6-3-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο εκμισθώθηκε στον ..... ένα ισόγειο
κατάστημα, που ευρίσκεται επί της οδού ...... αριθ. .. , εμβαδού 80 τ.μ., με ίσης επιφάνειας πατάρι
και υπόγειο εμβαδού 100 τ.μ., για 12 έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.700 ευρώ,
αναπροσαρμοζόμενου από την 1-1-2014 ετησίως κατά ποσοστό 4%, όπου στεγάσθηκε επιχείρηση
με αντικείμενο την πώληση ειδών οικιακής χρήσης, καλλυντικών, παιχνιδιών κλπ. Οι περισσότερες
από τις προμνησθείσες μισθώσεις έχουν συναφθεί εντός της τελευταίας διετίας και συνεπώς είναι
πρόσφορες για την εκτίμηση της τρέχουσας μισθωτικής αξίας και του επίδικου ακινήτου, η οποία,
σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής μισθωτικής
αξίας ακινήτου της Συμβολαιογράφου Ζίτσας, ανέρχεται στο ποσό των 376,45 ευρώ μηνιαίως.
Περαιτέρω, ενόψει της σοβούσας οικονομικής κρίσης, που άρχισε να εκδηλώνεται στη Χώρα μας
από τις αρχές του έτους 2010 και επιδεινώνεται συνεχώς, σαφώς και δεν μπορούσε εξαρχής και δη
κατά το χρόνο συνάψεως (30-5-2007) της ένδικης συμβάσεως μίσθωσης να προβλεφθεί,
επακόλουθο δε αυτής ήταν ότι έκτοτε (αρχές του 2010) οι μισθωτικές αξίες των επαγγελματικών
χώρων γνωρίζουν προοδευτική μείωση, που ανέρχεται έως και το 30% σε σύγκριση με τις
αντίστοιχες αξίες των περασμένων ετών. Συνακόλουθα, λαμβανομένων υπόψη των
προαναφερομένων συγκριτικών στοιχείων και των έκτακτων και απρόβλεπτων συνθηκών
ρευστότητας της εσωτερικής και διεθνούς οικονομίας, η πραγματική μισθωτική αξία του ένδικου
ακινήτου, κατά το χρόνο άσκησης της υπό δίκην αγωγής (την 27-4-2011), που ενδιαφέρει εν
προκειμένω, δεν υπερβαίνει το ποσό των (1.092,02€ - 30% =) 764,41 ευρώ, πλέον τέλους
χαρτοσήμου (εκ 3,6%) 27,52 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των (764,41€ + 27,52€ =) 791,03
ευρώ. Αντί του ποσού αυτού, κατά τη συμφωνία των μερών, το μίσθωμα που η ενάγουσα
κατέβαλλε, έπειτα από αναπροσαρμογή με βάση τη σύμβαση μισθώσεως, κατά των ανωτέρω
χρόνο (27-4-2011) ανερχόταν στο ποσό των 1.092,02 ευρώ μηνιαίως, πλέον του τέλους
χαρτοσήμου (εκ 3,6%) 39,31 ευρώ , ήτοι συνολικά στο ποσό των 1.131,33 ευρώ. Ωστόσο, η
διαφορά αυτή μεταξύ του συμφωνηθέντος μισθώματος και αυτού που προκύπτει από την
πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου, ανερχόμενη στο ποσό των (1.131,33€ - 791,03€=)
340,30 ευρώ, υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που ανέλαβε η ενάγουσα-μισθώτρια εταιρία και η
εμμονή των εναγόμενων-συνεκμισθωτών στην καταβολή του συμφωνηθέντος μισθώματος
αντιμάχεται την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, με συνέπεια να παρίσταται
αναγκαία η περιστολή του συμφωνημένου (και καταβαλλόμενου) μισθώματος, προκειμένου να
επέλθει εξίσωση των εκατέρωθεν παροχών. Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι μέσω του νομικού
μηχανισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ επιτυγχάνεται η
αναδιαμόρφωση του ύψους της καταβαλλόμενης από το μισθωτή αντιπαροχής, κατά το μέτρο
που τούτο συμβαδίζει με την εν γένει ποσοστιαία μεταβολή που επήλθε στις μισθωτικές αξίες των
συγκρίσιμων μισθωτικά ακινήτων, χωρίς, όμως, να είναι δυνατόν δι’ αυτού του τρόπου να
καταλυθεί πλήρως και η ελευθερία της βούλησης των συμβαλλομένων, όπως αυτή αποτυπώθηκε
κατά την κατάρτιση της αρχικής σύμβασης και εκφράστηκε στη σχέση παροχής-αντιπαροχής. Ως
εκ τούτου, ένα κατ’ αντικειμενική κρίση συμφωνηθέν, προ της επέλευσης της απρόοπτης
μεταβολής των συνθηκών, υψηλό μίσθωμα (όπως χαρακτηρίζεται το ένδικο μίσθωμα ύψους
1.000 ευρώ σε σχέση με τη μικρή επιφάνεια και τη θέση του ακινήτου), μετά την επέλευση της ως
άνω όλως αιφνίδιας μεταβολής δεν είναι δυνατόν και υπό τις νέες συνθήκες να μεταβληθεί σε ένα
κατ’ αντικειμενική κρίση χαμηλό μίσθωμα, διότι τούτο θα ανέτρεπε πλήρως το δικαιοπρακτικό
θεμέλιο της μεταξύ των αντισυμβαλλομένων αρχικής σύμβασης μίσθωσης. Η απρόοπτη μεταβολή
των συνθηκών, συνεπώς, δικαιολογεί την αντιστοιχούσα προς αυτή τη μεταβολή αναπροσαρμογή
του μισθώματος, μετά από την πραγματοποίηση της οποίας η σχέση του αναπροσαρμοσθέντος
μισθώματος προς τη νυν μισθωτική αξία των όμορων ακινήτων δεν είναι δυνατόν να διαφέρει από
τη σχέση της μισθωτικής αξίας του ενδίκου ακινήτου και των όμορων αυτού ακινήτων, όπως
αυτή είχε διαμορφωθεί προ της επέλευσης της οικονομικής κρίσης. Τούτος ο κανόνας πλήρως
ανταποκρίνεται στην ανάγκη διαπλαστικής παρέμβασης του Δικαστηρίου επί του μισθώματος λόγω
της αιφνίδιας μεταβολής των συνθηκών, ταυτόχρονα, όμως, σέβεται και τη συμβατική ελευθερία
των αντισυμβαλλομένων, όπως αυτή εκφράστηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης.
Ακολούθως, προς περιορισμό της ζημίας και άρση της διαταχθείσας καλής πίστης επιβάλλεται, κατ’
απόκλιση των συμφωνημένων, να περισταλεί το καταβλητέο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα
από την επομένη επίδοσης της αγωγής (28-4-2011) και εφεξής μέχρι την 1-7-2011 (χρονικό σημείο
συμφωνηθείσας αναπροσαρμογής βάσει του 2ου όρου του συμφωνητικού μισθώσεως), στο ποσό
των 791,03 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του χαρτοσήμου εκ 3,6%), αναπροσαρμοζόμενου
περαιτέρω ετησίως, σύμφωνα με τους όρους του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, κάθε 1η
Ιουλίου εκάστου μισθωτικού έτους, κατά ποσοστό 4,5%, ήτοι την 1-7-2011, την 1-7-2012, την 1-
7-2013 και ούτω καθ’ εξής [ώστε από την 1-7-2011 έως την 31-6-2012 θα ανέρχεται στο ποσό
των (791,03€ Χ 4,5%=) 826,63 ευρώ, από την 1-7-2012 έως την 31-6-2013 στο ποσό των
(826,63€ Χ 4,5%=) 863,83 ευρώ κ.ο.κ], με διατήρηση, βεβαίως, του δικαιώματος των διαδίκων να
προβούν σε διαφορετική ρύθμιση ή να προσφύγουν στο Δικαστήριο για νέα αναπροσαρμογή του
μισθώματος, κατ’ άρθρα 388 και 288 ΑΚ. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αγωγή πρέπει
να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της, παρελκούσης της
έρευνας της επικουρικής τοιαύτης, και να αναπροσαρμοσθεί (μειωθεί) το συμφωνηθέν μεταξύ των
διαδίκων μίσθωμα για το ανωτέρω μίσθιο κατάστημα στο ποσό των 791,03 ευρώ
(συμπεριλαμβανομένου του χαρτοσήμου εκ 3,6%), για το χρονικό διάστημα από την επομένη
επίδοσης της αγωγής (28-4-2011) και εφεξής μέχρι την 1-7-2011. Τέλος, μέρος των δικαστικών
εξόδων της ενάγουσας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εναγομένων, λόγω της εν μέρει νίκης της
πρώτης και κατόπιν νομίμου αιτήματός της (άρθ. 178 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο
διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε ως απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΖΕΙ – ΜΕΙΩΝΕΙ το μηνιαίο μίσθωμα, που καταβάλλεται για το υπό στοιχείο ΚΑΠΑ
ΤΡΙΑ (Κ-3) ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 21 τ.μ. (μετά του παταριού ίσης εκτάσεως), που
ευρίσκεται στα Ιωάννινα επί της οδού ... αριθ. . , από το ποσό των χιλίων εκατόν τριάντα ενός
ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (1.131,33) στο ποσό των επτακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και
τριών λεπτών (791,03), συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου (3,6%), για το χρονικό
διάστημα από την 28-4-2011 (επομένη ημέρα επίδοσης της κριθείσας αγωγής) έως την 1-7-2011,
μετά την πάροδο του οποίου, και κάθε 1η Ιουλίου εκάστου επόμενου μισθωτικού έτους,
εξακολουθεί να ισχύει η συμβατική κατ’ έτος αναπροσαρμογή του μισθώματος, κατά ποσοστό
4,5%, σύμφωνα με τον 2ο όρο του από 30-5-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ακινήτου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εναγομένων ένα μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, το ύψος
της οποίας καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στα Ιωάννινα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο
ακροατήριό του την 28/11/2012, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι
δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Υιοθεσία από ομοφυλόφιλους: YES!



της Eλένης Tροβά - 7/11/2012 1:37:26 μμ
Μεγάλη συζήτηση προκαλεί το ζήτημα της υιοθεσίας από ομοφυλόφιλους διεθνώς.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με απόφασή του, έκρινε ότι, σε περίπτωση ενός ομόφυλου ζεύγους, η άρνηση αναγνώρισης του δικαιώματος του ενός για υιοθεσία τέκνου του άλλου συνιστά διακριτική μεταχείριση σε σχέση με ένα ετερόφυλο ζεύγος.
Πιο συγκεκριμένα, κρίθηκε  ότι, εν προκειμένω, παραβιάζεται το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με το οποίο προβλέπεται απαγόρευση των διακρίσεων καθώς και το άρθρο 8, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.
Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, οι προσφεύγουσες είναι δύο γυναίκες, οι οποίες διατηρούν σταθερή σχέση και ζουν στην Αυστρία μαζί με το τέκνο, το οποίο έχει αποκτήσει η μια εξ αυτών από προηγούμενο γάμο της. Η σύντροφος της βιολογικής μητέρας κατέθεσε αίτηση υιοθεσίας του τέκνου ενώπιον της αυστριακής δικαιοσύνης. Το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι μια υιοθεσία τέτοιου είδους θα προκαλούσε διαταραχή στις σχέσεις του τέκνου με τους φυσικούς του γονείς και κυρίως, με τον πατέρα του ενώ κρίθηκε ότι δεν είναι απαραίτητη η υιοθεσία δεδομένου ότι το τέκνο διατηρεί σχέσεις και με τους δύο γονείς.
Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η διαμορφωθείσα σχέση των δύο γυναικών και του τέκνου εμπίπτει στο εφαρμοστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, με την οποία κατοχυρώνεται η προστασία της οικογενειακής ζωής. Πιο αναλυτικά, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι προσφεύγουσες βρίσκονται σε παρόμοια θέση μ’ ένα ετερόφυλο ζευγάρι, το οποίο δεν έχει προχωρήσει σε σύναψη γάμου και ο ένας επιθυμεί να υιοθετήσει τέκνο του άλλου. Επίσης στην απόφαση σημειώνεται ότι, εφόσον στην περίπτωση ενός ετερόφυλου ζεύγους, θα εξεταζόταν το συμφέρον του τέκνου για να γίνει δεκτή ή όχι η υιοθεσία, το ίδιο έπρεπε να συμβεί και στην υπό κρίση υπόθεση. Παρ’ όλα αυτά, τα αυστριακά δικαστήρια δεν εξέτασαν το συμφέρον του τέκνου αλλά παρέμειναν πιστά στο γράμμα του νόμου, το οποίο όταν κάνει λόγο για «γονείς» εννοεί άτομα διαφορετικού φύλου.
Επίσης, η αυστριακή κυβέρνηση, σύμφωνα με την απόφαση, δεν παρουσίασε επαρκή στοιχεία, από τα οποία να προκύπτουν οι αρνητικές επιπτώσεις της υιοθεσίας στην ανάπτυξη και τη διαπαιδαγώγηση του τέκνου.
Το ΕΔΑΔ κατέληξε υποστηρίζοντας ότι η αυστριακή πλευρά δε δικαιολόγησε επαρκώς την απόρριψη της αίτησης υιοθεσίας, τη στιγμή μάλιστα που ανάλογο δικαίωμα αναγνωρίζεται σε ετερόφυλα ζεύγη, τα οποία δεν έχουν τελέσει γάμο. Συνεπώς, δέχθηκε ότι παραβιάζονται διατάξεις της ΕΣΔΑ και υποχρέωσε την αυστριακή κυβέρνηση να καταβάλει στις προσφεύγουσες 10.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη και 28.420 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα. Για το ύψος της αποζημίωσης έχουμε σχολιάσει και παλαιότερα.

πολύ ενδιαφέρον  παλαιότερο ποστ του E-Lawyer με αφορμή άλλη απόφαση του ΕΔΑΔ
.
αν ρωτάτε τη γνώμη μας? μα φυσικά ναι! ούτως ή άλλως το να είσαι γονιός είναι πολύ δύσκολο έργο. Αρκετό για να δημιουργήσει επιστήμες που ασχολούνται με τα λάθη των γονιών στους αιώνες όπως η ψυχανάλυση. Αλλά αρκετό για να δημιουργήσει και κινήματα όπως μεγάλες θρησκείες: Πατήρ, υιός...

Συστάσεις σε τράπεζες και εισπρακτικές από το Συνήγορο του Καταναλωτή



της Eλένης Tροβά - 7/11/2012 1:37:26 μμ
O Συνήγορος του Καταναλωτή με το υπ' αρ. πρωτ. 5325/28-2-2013 έγγραφο του απήυθηνε σύσταση τόσο στις τράπεζες όσο και στις εισπρακτικές εταιρίες που συνεργάζονται με αυτές σχετικά με την παράνομη πρακτική της ενόχλησης οφειλετών δανειοληπτών. Στη σύσταση αυτή αναφέρεται ότι «ο Συνήγορος του Καταναλωτή λαμβάνει τακτικά και συστηματικά παράπονα από πολίτες-καταναλωτές, οι οποίοι καταγγέλλουν ότι καίτοι έχουν κανονικώς υπαχθεί στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, εντούτοις γίνονται αδιάκοπα αποδέκτες οχλήσεων από εκπρόσωπους εταιρειών, στις οποίες έχει ανατεθεί το έργο της ενημέρωσής τους για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων -ως επί το πλείστον εκ συμβάσεων χορήγησης πιστώσεων προερχόμενων- οφειλών».

Σύμφωνα με την ανεξάρτητη αρχή «καμία περαιτέρω ουσιαστική σημασία και κανέναν προφανή ρόλο δεν επιτελεί η εκδήλωση οχλήσεων από τους δανειστές, απευθείας ή δια συνεργατών, προς τους οφειλέτες -και μάλιστα κατά τρόπο συστηματικό- για την υπενθύμιση χρεών που τους είναι ήδη γνωστά. Τουναντίον, ένα τέτοιο ενδεχόμενο μόνο πρόσθετη ψυχολογική επιβάρυνση μπορεί να επιφέρει στους οφειλέτες εν μέσω της ήδη δυσχερούς τους θέσης, με κίνδυνο μάλιστα μια τέτοια πρακτική να θεωρηθεί ότι προσβάλλει, κατά πρώτον και κυριότερο, το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας των ατόμων και της μη προσβολής αυτής, όπως αυτό κατοχυρώνεται και περιφρουρείται από το άρθρο 5, παρ. 1 του Συντάγματος και όπως, επιπλέον, ορίζεται στα άρθρα 57 επ. του Αστικού Κώδικα. Πέραν αυτού, εξάλλου, είναι γεγονός ότι η ανάθεση εντολής του δανειστή για ενημέρωση οφειλετών σχετικά με ληξιπρόθεσμες οφειλές που έχουν υποβληθεί σε ρύθμιση είναι μία, κατά τον νόμο (άρθρο 4, παρ. 6 του ν. 3758/2009 - ΦΕΚ Α' 68, όπως ισχύει), μη επιτρεπτή ενέργεια».

Τέλος, ο Συνήγορος του Καταναλωτή κάνει σύσταση αφενός στις τράπεζες «να μην αναθέτουν εξ αρχής σε εταιρείες το έργο της ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις που γνωρίζουν ότι έχουν ήδη τεθεί σε καθεστώς αναγνωρισμένης διαδικασίας ρύθμισης, καθώς επίσης να ανακαλούν προσηκόντως ανάλογες εντολές που έχουν δοθεί για απαιτήσεις που αποδεδειγμένα τίθενται προς ρύθμιση μελλοντικά. Αφετέρου στις εταιρείες ενημέρωσης «να σταματούν αμέσως την όχληση όσων οφειλετών δηλώνουν ότι έχουν υποβάλει τις οφειλές τους σε αναγνωρισμένο καθεστώς ρύθμισης και γνωστοποιούν, παράλληλα, αριθμό πρωτοκόλλου της σχετικής αίτησης και στοιχεία του φορέα ή του πληρεξούσιου δικηγόρου που τους συνδράμει, μέχρις ότου διασταυρωθεί η αλήθεια μιας τέτοιας δήλωσης σε συνεργασία με τους εντολείς». (πηγή: synigoroskatanaloti.gr)

Το σχόλιο ν'αγιάσει το στόμα του περιττεύει!

Εγκριση και νομοθετική λειτουργία



του παρδαlaw - 7/11/2012 1:37:26 μμ

Το περιεχόμενο της νομοθετικής λειτουργίας και των νομοθετικών αρμοδιοτήτων της Βουλής οφείλει να γνωρίζει ένας καλός φοιτητής της νομικής εξάπαντος. Επίσης και απλή ανάγνωση του Συντάγματος βοηθά να κατανοήσουμε ότι δεν σφάλει η ιστοσελίδα της Βουλής στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τις εργασίες της. Ούτε όμως στις αναφορές για τη νομοθετική διαδικασία βλέπω να σφάλει με βάση τις γνώσεις ενός πρωτοετούς φοιτητού. Προς τι όλα αυτά τα κοινότυπα? θα αναρωτηθεί κάποιος. Διότι πολύ απλά η Βουλή ενέκρινε σχέδια συμβάσεων ξεκινώντας με το ΝΟΜΟ ΥΠ΄ΑΡΙΘΜ. 4046 (ΦΕΚ Α΄28/14.02.2012) Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής
Τι μπορεί να σημαίνει αυτό κύριοι καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου σε σχέση με το νομοθετικό έργο της Βουλής? Εγκρίνει τι σημαίνει? ότι αποδέχεται κάτι που αποφάσισε κάποιος άλλος? μα εδώ πρόκειται για σχέδια συμβάσεων! δηλαδή ποιό το νόημα του άρθρου? ότι αν κάποιος συνάψει τις συμβάσεις αυτές (όπως πιό κάτω εξουσιοδοτείται...) πρέπει να συνάψει οπωσδήποτε αυτά τα σχέδια και να μην διαφύγει του γράμματος? Ούτε και αυτό πιστεύω διότι θα το έλεγε ο νόμος! Αναζητώ τις απαντήσεις με ανησυχία για την διανοητική μου επάρκεια.
Οχι μου λέει το ένστικτό μου! αυτό δεν είναι νόμος! Πιθανό να αποτελεί πολιτική βούληση αλλά νόμος δεν είναι.
Μετά διαβάζω όμως και το ν 3985/11 όπου και πάλι η Βουλή εγκρίνει κάτι πίνακες. Χωρίς κανένα ρήμα. Εγκρίνεται το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο... το οποίο έχει ως εξής. Σίγουρα η Βουλή το πίστεψε για νόμο. Είναι όμως νόμος? Διαβάζω με επιμέλεια την έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής. Ο υπογράφων την Εκθεση Ανδρέας Κούνδρουρος, παλαιός γνώριμος από το Παρίσι προφανώς δεν τα έχει χαμένα και ελληνικά γνωρίζει. Και τρόπους. Γράφει λιτά και σοφά. "Οι προς ψήφιση διατάξεις, ιδίως οι σχετικές με παρεμβάσεις, περιέχουν κανόνες δικαίου οι οποίοι δεν είναι δεκτικοί νομοτεχνικής επεξεργασίας λόγω της μορφής τους (βλ., σχετικώς, Ι. Αραβαντινό, Εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου, 1983, σελ. 127 επ.)." Ευχαριστώ Ανδρέα γιατί νόμιζα ότι τα είχα χαμένα για λίγο. Το παρόν δεν επιλύει το πρόβλημα της παρούσας πολιτικής συγκυρίας. Ούτε επιδιώκει να ερμηνεύσει τα ανερμήνευτα.
Οι κοινοβουλευτικές εγκρίσεις όμως συνεχίζονται: Στη Βουλή κατατέθηκε το νομοσχέδιο με το οποίο κυρώνεται η πράξη νομοθετικού περιεχομένου για την έγκριση της νέας δανειακής σύμβασης ανάμεσα στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), την Ελληνική Δημοκρατία, την Τράπεζα της Ελλάδος και το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Τελευταία μου μεταφραστική απορία: πρόκειται για approval ή για ratification? Το περιεχόμενο των κειμένων δεν επιτρέπει τη δεύτερη εκδοχή. Εφόσον λοιπόν μιλάμε για approval τα πράγματα είναι κάπως σοβαρά. Ακόμη σοβαρότερα φαίνονται να είναι όταν τα εισηγούνται υπουργοί καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου. Και πραγματικά προβληματίζομαι όταν διαβάζω στον ημερήσιο τύπο ανακοινώσεις για τους νομικούς - δικηγόρους- γενικής φύσεως νομικούς παραστάτες ελληνικού και αγγλικού δικαίου με σκοπό την προβολή τους ως προς το γιατί πληρώθηκαν ή ως προς το τι τελικά παρήγαγαν με τα κείμενα αυτά που δεν ξέρω αν ήταν well approved το σίγουρο είναι ότι από νομικής απόψεως θα χαρακτηρίζονταν ιδίως ως "κατεβατά" η δεσμευτικότητα των οποίων εναπόκειται σε καταστάσεις κείμενες εκτός της σφαίρας του Συντάγματος και των νόμων.
Ο προβληματισμός ίσως μοιάζει προβοκατόρικος και χωρίς νόημα τελικά όταν η κρίση επιβάλει το δικό της τρόπο πολιτεύεσθαι.
Ομως κάθε εποχή χαρακτηρίζεται από τα καμώματά της. Ακόμη και σε επίπεδο νομοθετικών κειμένων τώρα μάλιστα που ξεκινά συζήτηση για την αναθεώρηση του συντάγματος  με μπρίο