ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2008

Ηευρωπαϊκή ιθαγένεια: όραμα ή φαινάκη?

Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια ή η ιθαγένεια της Ένωσης αποτελεί καινοτομία της εξέλιξης των ευρωπαϊκών θεσμών.

Eίναι ένα νομικό κατασκεύασμα που προωθεί την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν είναι όμως ταυτόσημη με την ιθαγένεια των κρατών όπως είναι γνωστή στη νομική επιστήμη. Τούτο ιδίως καθώς η Ευρώπη δεν είναι κράτος συνεπώς η ευρωπαϊκή ιθαγένεια δεν είναι νοητό να είναι η ιθαγένεια του προσώπου το οποίο συνιστά μέρος του λαού ενός κράτους. Ο όρος ιθαγένεια διατηρεί μια μνήμη από την νομική πραγματικότητα που εκφράζει στην αυθεντική του σημασία, ενέχει ένα συμβολισμό και παράλληλα εκφράζει μια βούληση. Τη βούληση της Ευρώπης κάποτε να αποτελέσει πραγματικό νομικό δεσμό με τους κατοίκους της. Αναφερόμενοι συνεπώς στην ευρωπαϊκή ιθαγένεια θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι αναφερόμαστε σε μια ειδική νομοθετική ρύθμιση της Ένωσης η οποία την διέπει και πως η ονομασία της ρύθμισης αυτής δεν ακριβολογεί κατά τον τρόπο που κανείς γνωρίζει την έννοια της ιθαγένειας εν γένει. Για το λόγο αυτό και στις άλλες γλώσσες της Ένωσης δεν γίνεται λόγος για ιθαγένεια αλλά για ιδιότητα του πολίτη (citizenship, cotoyannete κλπ).

Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια έχει τη ρίζα της στην ελευθερία κυκλοφορίας που εισήγαγε δυναμικά το κοινοτικό δίκαιο. Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει, με τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ένωσης, σε όλους τους πολίτες της Ένωσης το θεμελιώδες και προσωπικό δικαίωμα της κυκλοφορίας και της διαμονής, χωρίς αναφορά στην οικονομική δραστηριότητα. Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές στο κράτος μέλος όπου κατοικεί ο πολίτης, καθώς και το δικαίωμα της διπλωματικής και προξενικής προστασίας στο έδαφος τρίτων χωρών ενίσχυσαν το συναίσθημα της ύπαρξης μιας κοινής ιθαγένειας. Οι οδηγίες που θεσπίστηκαν το 1993 και το 1994 καθόρισαν τις διατάξεις εφαρμογής αυτών των δικαιωμάτων. Εξάλλου, η ίδια αυτή συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα εξέλιξης των δικαιωμάτων αυτών έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η συμπλήρωσή τους.

Το 1992, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε την ευρωπαϊκή ιθαγένεια στο πλαίσιο της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρο 17, πρώην άρθρο 8). Μετά την υπογραφή αυτής της Συνθήκης, η δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μπέρμινχαμ διευκρίνισε τον Οκτώβριο του 1992 τα όρια αυτής της ιθαγένειας: "... η ιθαγένεια της Ένωσης προσφέρει στους πολίτες μας περισσότερα δικαιώματα και μεγαλύτερη προστασία, και δεν αντικαθιστά σε καμία περίπτωση την εθνική τους ιθαγένεια". Εξάλλου, η επισυναπτόμενη δήλωση στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπενθυμίζει ότι "το θέμα του εάν ένα άτομο έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους ρυθμίζεται αποκλειστικά και μόνο από τη νομοθεσία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους".

Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει, με τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ένωσης, σε όλους τους πολίτες της Ένωσης το θεμελιώδες και προσωπικό δικαίωμα της κυκλοφορίας και της διαμονής, χωρίς αναφορά στην οικονομική δραστηριότητα. Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές στο κράτος μέλος όπου κατοικεί ο πολίτης, καθώς και το δικαίωμα της διπλωματικής και προξενικής προστασίας στο έδαφος τρίτων χωρών ενίσχυσαν το συναίσθημα της ύπαρξης μιας κοινής ιθαγένειας. Οι οδηγίες που θεσπίστηκαν το 1993 και το 1994 καθόρισαν τις διατάξεις εφαρμογής αυτών των δικαιωμάτων. Εξάλλου, η ίδια αυτή συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα εξέλιξης των δικαιωμάτων αυτών έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η συμπλήρωσή τους. Τροποποιήσεις πραγματοποιήθηκαν στα άρθρα 17 και 21 (πρώην άρθρα 8 και 8Δ) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που καθορίζουν την ευρωπαϊκή ιθαγένεια.

Η συνθήκη του Άμστερνταμ διευκρινίζει τη σχέση μεταξύ της ευρωπαϊκής ιθαγένειας και της εθνικής. Αναφέρει δε με σαφήνεια ότι η "ιθαγένεια της Ένωσης συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια". Από την προσθήκη αυτή προκύπτουν δύο πρακτικά συμπεράσματα. Αφενός ότι είναι αναγκαίο για ένα πρόσωπο να έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους πριν αποκτήσει την ιθαγένεια της Ένωσης και αφετέρου ότι η ευρωπαϊκή ιθαγένεια επιτρέπει την απόκτηση δικαιωμάτων τα οποία συμπληρώνουν και προστίθενται στην εθνική ιθαγένεια.

Η σημασία της ιθαγένειας της Ένωσης έγκειται στο γεγονός ότι οι πολίτες της Ένωσης έχουν γνήσια δικαιώματα στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας τα οποία είναι τα εξής:

· ελεύθερη κυκλοφορία και δικαίωμα διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών

· δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στις δημοτικές εκλογές στο κράτος μέλος διαμονής

· δικαίωμα διπλωματικής και προξενικής προστασίας

· δικαίωμα αναφοράς προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και

· δικαίωμα προσφυγής στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ προβλέπει επιπλέον ένα νέο δικαίωμα για τους ευρωπαίους πολίτες αυτό της γραπτής αναφφοράς στα όργανα της Ενωσης.

Θα μπορούσε συνεπώς κανείς να διαβλέψει μέσα από το πλέγμα αυτών των ρυθμίσεων αλλά και μέσα από τον ίδιο τον όρο που χαρακτηρίζει τις συγκεκριμένες νομικές σχέσεις – ιθαγένεια- ότι αν και παραδεχθήκαμε στην αρχή ότι η χρήση του δεν γίνεται κατ’ ακριβολογία, στην ουσία εκφράζει μία βούληση για την σταδιακή προώθηση μίας συλλογικής ταυτότητας, μιας ουσιαστικής σχέσης του πολίτης της Ένωσης με το χώρο της Ευρώπης, ο οποίος αν και δεν είναι χώρος κράτους με σύνορα συγκεκριμένα και νομική υπόσταση κράτους, συνιστά μια κατάσταση που διαμορφώνεται σε νομικό και πραγματικό επίπεδο χρόνο με το χρόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: