ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Κώδικας Δεοντολογίας Δικηγόρρων ΔΣΑ - 1980

2011

Ελένη Οικονόμου

[Κώδικας δεοντολογιας δικηγορων δσα 1980]



Κώδικας Δεοντολογίας Δικηγόρων

Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος Λειτουργός και ένας από τους τρεις παράγοντες της απονομής της Δικαιοσύνης (Δικαστές, Δικηγόροι, Δικαστικοί Υπάλληλοι). Αποστολή και προορισμός του είναι να συμβάλλει με την συμμετοχή του στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και την άσκηση του Λειτουργήματός του στην ορθή απονομή του Δικαίου.

Άρθρο 2

Ο Δικηγόρος αγωνίζεται για την ύπαρξη και την κατοχύρωση όλων των προϋποθέσεων της Λειτουργίας του Κράτους Δικαίου και ειδικότερα :

α) Υπερασπίζεται με θάρρος και αυταπάρνηση το Σύνταγμα και τους Δημοκρατικούς θεσμούς, τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά Δικαιώματα των πολιτών.

β) Αγωνίζεται με όλες του τις δυνάμεις εναντίον οποιασδήποτε μορφής τυραννίας, παραβιάσεως των συνταγματικών ελευθεριών του λαού, παρανομίας της Διοικήσεως και αυταρχικής εξουσίας.

γ) Είναι υπέρμαχος της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης, υπερασπιστής των αδικούμενων και των καταπιεζόμενων.

δ) Υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης εναντίον οποιασδήποτε μορφής επεμβάσεως της εκτελεστικής εξουσίας και οποιουδήποτε άλλου παράγοντα.

Άρθρο 3

α) Ο Δικηγόρος δεν περιορίζεται μόνον στα στενά επαγγελματικά του συμφέροντα. Ενδιαφέρεται για τα γενικότερα προβλήματα της Χώρας, προσφέρει τις γνώσεις του και τις υπηρεσίες του για την πρόοδό της και ασκεί το Λειτούργημά του, κατά τρόπο ώστε να είναι χρήσιμος και στα άτομα και στο Κοινωνικό Σύνολο.

β) Επίσης ενδιαφέρεται για την βελτίωση των συνθηκών ασκήσεως του λειτουργήματος και της λειτουργίας και της απονομής της Δικαιοσύνης και μετέχει ενεργώς στις προσπάθειες του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίον ανήκει και ολόκληρου του Δικηγορικού Σώματος για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

Β. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

Άρθρο 4

Τα δικαιώματα του Δικηγόρου ορίζονται στα άρθρα 38 έως 61 του Κώδικα Δικηγόρων[1] και σε άλλους ειδικούς νόμους. Είναι δε τα ακόλουθα :

1) Να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται σε όλα τα Δικαστήρια και σε όλες τις Αρχές τη ζωή, την τιμή, την ελευθερία και την περιουσία του εντολέα του και να παρέχει σ' αυτόν νομικές συμβουλές για τη ρύθμιση των έννομων σχέσεών του[2] .

2) Να γνωμοδοτεί για νομικά ζητήματα επί των οποίων ζητείται η γνώμη του[3].

3) Να παρίσταται κατά την υπογραφή των Συμβολαίων που προβλέπει το άρθρο 42 του Κ.Δ.[4].

4) Να εισέρχεται στα Υπουργεία και σ' όλα τα Δημόσια καταστήματα επιδεικνύοντας το δελτίο της δικηγορικής του ταυτότητας καθ' όλες τις εργάσιμες ήμερες και σε ώρες που δεν επιτρέπεται η είσοδος στο κοινό για την έρευνα και παρακολούθηση των υποθέσεων των εντολέων του.

5) Να εκδίδει απ' όλα τα έγγραφα που έχει στα χέρια του, επικυρωθέντων απ' αυτόν αντίγραφα, τα όποια γίνονται υποχρεωτικώς δεκτά από τα Δικαστήρια και τις Αρχές[5].

6) Να μεταφράζει έγγραφα που έχουν συνταθεί σε ξένες γλώσσες. Οι μεταφράσεις αυτές λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπόψη από τα Δικαστήρια και τις Διοικητικές Αρχές, εφ' όσον συνοδεύονται και από το πρωτότυπο[6].

7) Ο Δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου όπου είναι διορισμένος και κατ' εξαίρεση στις περιφέρειες άλλων Πρωτοδικείων με τις προϋποθέσεις των άρθ. 54 και 55 του Κ.Δ.[7] Σε ποινικές όμως υποθέσεις μπορεί να παρίσταται στα ποινικά Δικαστήρια και άλλων περιφερειών, με την προϋπόθεση ότι τούτο δεν γίνεται συστηματικά και δεν παίρνει την μορφή επαγγελματικής εγκαταστάσεως στην περιφέρεια άλλου Δικαστηρίου ή της καταστρατηγήσεως των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων για τις μεταθέσεις των Δικηγόρων[8]. Σε κάθε όμως περίπτωση παραστάσεώς του ή ενέργειάς του σε περιφέρεια άλλου Δικηγορικού Συλλόγου, οφείλει να τηρεί τις αποφάσεις του τοπικού Δικηγορικού Συλλόγου, να σέβεται το Διοικητικό Συμβούλιο και γενικά να επιδεικνύει συναδελφική συμπεριφορά.

8) Ο Δικηγόρος δικαιούται για τις νομικές συμβουλές και για τις δικαστικές και Εξώδικες υπηρεσίες του να λάβει αμοιβή είτε με βάση τη συμφωνία που έχει με τον εντολέα του είτε με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και τις σχετικές αποφάσεις του Δικηγορικού Συλλόγου.

Δεν επιτρέπεται να παίρνει αμοιβή μικρότερη από τα κατώτατα όρια που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων ή ορίζονται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου.

Παραίτηση του Δικηγόρου από την αμοιβή του ή περιορισμός της κάτω από τα όρια αυτά είναι άκυρη.

Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η δωρεάν ή με μικρότερη από τα κατώτερα όρια αμοιβή παροχή υπηρεσιών προς άλλο Δικηγόρο, ή προς συγγενή μέχρι και τρίτου βαθμού ή σε αποδεδειγμένως άπορους διαδίκους.

Γ. ΓΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

Άρθρο 5

Ο Δικηγόρος υποχρεούται να ασκεί το Λειτούργημά του με οδηγό τη συνείδησή του και το νόμο, να είναι αξιοπρεπής στην άσκηση του Λειτουργήματός του, και στην ιδιωτική ζωή και να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις παραδόσεις του Δικηγορικού Σώματος.

Άρθρο 6

Ο Δικηγόρος υποχρεούται να αναλάβει κάθε υπόθεση που του αναθέτουν, εφ' όσον υπάρχει τρόπος υπερασπίσεώς της.

Έχει όμως το δικαίωμα να αρνηθεί την υπεράσπιση υποθέσεως :

α) αν κατά την γνώμη του είναι παράνομη ή προφανώς άδικη.

β) αν με τα στοιχεία που του παρέχει ο πελάτης είναι εκ των προτέρων βέβαιη ή απώλεια της δίκης.

γ) αν στρέφεται κατά συγγενικού του προσώπου (μέχρι τρίτου βαθμού) ή πολύ φιλικού του προσώπου.

δ) αν σε παρόμοια υπόθεση που χειρίστηκε πριν απ' αυτήν είχε υποστηρίξει προφορικώς ή εγγράφως αντίθετες απόψεις, οι όποιες έγιναν δεκτές με αμετάκλητες αποφάσεις Δικαστηρίων ή Διοικητικών Αρχών.

ε) αν για την υπεράσπιση της υποθέσεως πρόκειται να έλθει σε αντίθεση με δημοσιευμένες γνώμες, θεωρίες, ερμηνείες ή απόψεις του για το ίδιο νομικό ζήτημα.

στ) αν δεν έχει αρκετό χρόνο για την καλή προετοιμασία και υπεράσπιση της υποθέσεως.

Άρθρο 7

Ο Δικηγόρος οφείλει :

α) Να συμβάλλει στην επικράτηση της αλήθειας και του Δικαίου.

β) Να καταβάλλει προσπάθεια για συμβιβαστική επίλυση των διαφορών.

γ) Να υπερασπίζεται τις υποθέσεις που αναλαμβάνει με ευθύτητα, ευσυνειδησία, επιμέλεια και ευπρέπεια.

δ) Να μην παραμελεί την εκτέλεση της εντολής, την κανονική και έγκαιρη διεξαγωγή της υπόθεσης που του έχει ανατεθεί.

στ) Να μην παρελκύει τις δίκες.

Άρθρο 8

Επίσης οφείλει:

α) Να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεως τόσο στις προφορικές όσο και στις γραπτές δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, όχι μόνον απέναντι του αντιδίκου συναδέλφου, άλλα και των αντιδίκων, διαδίκων, των μαρτύρων και όλων των παραγόντων της δίκης, της διαιτησίας, του συμβιβασμού και κάθε άλλης διαδικασίας, μέσα και έξω από τα Δικαστήρια ή γραφεία κ.λπ.

β) Να μην υποβάλλει αβάσιμες και ασύστατες ενστάσεις, ούτε να επικαλείται πράγματα που αντιβαίνουν στη συνείδηση του.

γ) Να μην υποβάλλει αιφνιδιαστικά ενστάσεις και άλλους ισχυρισμούς, αλλά έγκαιρα, για να παρέχεται ο χρόνος στον αντίδικο να τους αντικρούσει.

δ) Να μην παρεμβάλλει άκαιρα ή κακόβουλα σε παραπομπή ή προσθήκη ενστάσεως ή ισχυρισμούς και μάλιστα την τελευταία στιγμή, ώστε να μην έχει ο αντίδικος την δυνατότητα να τους αντικρούσει.

ε) Να μην προβάλλει κακόβουλα ή αιφνιδιαστικά ένσταση ελλείψεως πληρεξουσιότητας κατά συναδέλφου του. Σε κάθε περίπτωση ασκήσεως ενστάσεως πληρεξουσιότητας οφείλει να ειδοποιεί έγκαιρα το συνάδελφό του.

στ) Να αποφεύγει κάθε στρεψοδικία και κακόπιστες ενέργειες και να έχει πάντοτε υπ' όψη του την περιφρούρηση του κύρους του Δικηγορικού Λειτουργήματος.

Άρθρο 9

Είναι ασυμβίβαστα με το Δικηγορικό λειτούργημα τα έργα του δημοσίου ή ιδιωτικού υπαλλήλου ή υπαλ­λήλου Ν.Π.Δ.Δ. (πλην των περιπτώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 62 και 63 του Κ.Δ.[9]). Επίσης, η άσκηση άλλης επιστήμης ή τέχνης ή εμπο­ρίου, μεσιτείας και γενικά υπηρεσίας που δεν έχει σχέση με την άσκηση του Λειτουργήματος και δεν συμβιβάζεται με την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια του.

Άρθρο 10

Απαγορεύεται η διαφήμιση του Δικηγόρου στις εφημερίδες ή σε άλλα μέσα μαζικής ενημερώσεως, ή με επιστολές, εγκυκλίους, ή επισκεπτήρια και κάθε εί­δους έντυπα. Στα επισκεπτήρια, τα επιστολόχαρτα και στους φακέλους των δικογραφιών, επιτρέπεται μόνον η αναγραφή του ονόματός του, της διευθύνσεως του και του δικαστηρίου όπου ασκεί το λειτούργημά του.

Η ανάρτηση πινακίδας με το όνομά του και τις λέξεις «Δικηγορικό Γραφείο» επιτρέπεται μόνον στην είσοδο του κτιρίου και στη θύρα του Γραφείου του.

Άρθρο 11

Απαγορεύεται στο Δικηγόρο :

α) Η άγρα πελατών είτε απ' ευθείας, είτε με μεσάζοντες.

β) Να επισκέπτεται σε αστυνομικά κρατητήρια και στις φυλακές πρόσωπα που δεν τον προσκάλεσαν.

γ) Να δημοσιεύει στις εφημερίδες ή στα περιοδικά κλπ. ότι αναλαμβάνει Δικαστικές ή Διοικητικές υποθέσεις ή ότι παρέχει νομικές συμβουλές.

δ) Να υπογράφει δικόγραφα, γνωμοδοτήσεις ή άλλα έγγραφα, που δεν έχουν συνταχθεί απ' αυτόν ούτε συνεργάστηκε για τη σύνταξη τους με άλλο Δικηγόρο.

ε) Να παρίσταται στα Δικαστήρια ή σε Διοικητικές Αρχές χωρίς εντολή του πελάτη του.

στ) Να δίνει συμβουλές ή να υπερασπίζεται διάδικο στον αντίπαλο του οποίου έδωσε συμβουλή για την ίδια υπόθεση.

ζ) Να υπερασπίζεται αμέσως ή εμμέσως και τους δύο διαδίκους.

Άρθρο 12

Ο Δικηγόρος έχει την υποχρέωση σε κάθε έγγραφο που εκδίδει ή σε κάθε παραγγελία για την επίδοση εγγράφου να θέτει δίπλα ή κάτω από την υπογραφή του και τη σφραγίδα του με ακριβή και ευανάγνωστη διεύθυνση του γραφείου του και τον αριθμό του τηλεφώνου του.

Δ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ

Άρθρο 13

Ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση στην αρχή κάθε χρόνου να υποβάλλει στο Δικηγορικό Σύλλογο τη δήλωση που προβλέπεται από το άρθρο 28 του Κώδικα Δικηγόρων[10] και κάθε άλλη δήλωση ή στοιχείο που αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και να εφοδιάζεται με νέα ταυτότητα.

Άρθρο 14

Έχει επίσης υποχρέωση να διατηρεί γραφείο στην έδρα του Συλλόγου, είτε μόνος, είτε μαζί με άλλους συναδέλφους. Σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας ή γραφείου ή αριθμού τηλεφώνου οφείλει να δηλώνει εγγράφως στο Σύλλογο αμέσως την μεταβολή αυτή.

Άρθρο 15

Ο Δικηγόρος από την ήμερα της εγγραφής του στο Μητρώο του Συλλόγου έχει την υποχρέωση να α­κολουθεί και να εκτελεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων του Συλ­λόγου, να συμπεριφέρεται με κοσμιότητα στις Γενικές Συνελεύσεις και στις συγκεντρώσεις των μελών του Συλλόγου και με ευγένεια προς τούς συναδέλφους του, προς τους οποίους οφείλει να εκδηλώνει την αλ­ληλεγγύη του.

Άρθρο 16

Ο Δικηγόρος έχει την υποχρέωση όταν καλείται από το Διοικητικό Συμβούλιο, να μετέχει στις Επιτρο­πές του Συλλόγου, που μελετούν θέματα σχετικά με τα ατομικά Δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών, τη Νομοθεσία, τη Νομολογία και τα επαγγελματικά προβλήματα και να παρέχει με κάθε τρόπο τη συνδρομή του.

Άρθρο 17

Έχει επίσης την υποχρέωση να ανταποκρίνεται σε κάθε πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου και των άλλων Οργάνων του Συλλόγου, να προσέρχεται μέσα στις οριζόμενες προθεσμίες και, όταν δεν ορίζεται προθεσμία μέσα σ' εύλογο χρόνο, και να παρέχει εγγράφως ή προφορικώς εξηγήσεις, ή να υποβάλλει τα ζητούμενα στοιχεία, ή να δίδει μαρτυρικές καταθέσεις ή απολογίες ή να προσφέρει τις ζητούμενες υπηρεσίες.

Άρθρο 18

Ο Δικηγόρος οφείλει να ενδιαφέρεται για την βελτίωση των συνθηκών ασκήσεως του Λειτουργήμα­τος και της θέσεως των συνταξιούχων συναδέλφων και των οικογενειών τους.

Να μετέχει στις Γενικές Συνελεύσεις, στις Συγκεντρώσεις και τις κινητοποιήσεις του Συλλόγου ή και ολόκληρου του Δικηγορικού Σώματος, για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

Άρθρο 19

Ο Δικηγόρος που διορίζεται από το αρμόδιο Δικαστήριο προσωρινός ή οριστικός σύνδικος πτωχεύ­σεως πραγματογνώμονας κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας ή εκκαθαριστής Εταιρείας ή Συνεταιρι­σμού, οφείλει να γνωστοποιεί στο Σύλλογο το διορι­σμό του, καθώς και την περάτωση των καθηκόντων του αυτών.

Άρθρο 20

Ο Δικηγόρος που καταρτίζει με τον εντολέα του συμφωνητικό αμοιβής για υποθέσεις που υπάγονται στον «ίδιο λογαριασμό» της παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν. 723/77 [11], οφείλει να καταθέτει αντίγραφο αυτού στο Δικηγορικό Σύλλογο.

E. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ

Άρθρο 21

Ο Δικηγόρος οφείλει να συμπεριφέρεται με ευγέ­νεια, συναδελφικότητα και αλληλεγγύη προς τους συναδέλφους του.

Άρθρο 22

Δικηγόρος στον οποίο ανατίθεται υπόθεση για την οποία ο εντολέας είχε προηγουμένως απασχολήσει άλλο Δικηγόρο οφείλει:

α) Να καταβάλει προσπάθεια να πείσει τον εντολέα να μην ανακαλέσει την εντολή από τον προηγού­μενο Δικηγόρο, αν διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει λό­γος για ανάκληση της εντολής. Αν δεν το επιτύχει, να πεισθεί πριν αναλάβει την υπόθεση, ότι ο προηγούμενος συνάδελφός του, έχει λάβει την αμοιβή και τα έξοδά του από τον εντολέα του.

γ) Σε περίπτωση που ο προηγούμενος Δικηγόρος δεν έχει πληρωθεί, να αρνηθεί την ανάληψη της υποθέ­σεως, χωρίς την συγκατάθεση του.

Άρθρο 23

Ο Δικηγόρος οφείλει να μη δικάζει ερήμην αντί­δικο συνάδελφό του, έκτος αν έχει βεβαιωθεί ότι σκό­πιμα δεν ήρθε στη Δίκη.

Άρθρο 24

υποθέσεως ή αν από λόγους ανωτέρας βίας δεν μπορεί να παραστεί στο Δικαστήριο, ο Δικηγόρος οφείλει να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως ή να συγκατατεθεί στην αναβο­λή της.

Αν ο αντίδικος συνάδελφος ζητεί αναβολή της συζητήσεως για εύλογη αίτια ή γιατί δεν μπόρεσε να προετοιμαστεί από έλλειψη χρόνου ή στοιχείων για τη συζήτηση της υποθέσεως, ο Δικηγόρος Αν ο αντίδικος συνάδελφος είναι ασθενής κατά την ήμερα της συζητήσεως της υποχρεούται να συναινέσει στην αναβολή εφ' όσον :

α) δεν πρόκειται να ζημιωθεί ο εντολέας του από την αναβολή αυτή ή ο αντίδικός του δεν είχε επι­διώξει συστηματικά άλλη προηγούμενη αναβολή και

β) θα προκαταβληθεί η δαπάνη της αναβολής στο Γραμματέα του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση αναβολής της υποθέσεως, ο Δικηγόρος που ζήτησε την αναβολή οφείλει να καταβάλει τη σχετική δαπάνη και να φροντίσει για την επανεγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, έστω και αν τούτο δεν συμφωνήθηκε ρητά.

Άρθρο 25

Δικηγόρος που έχει κληθεί ή πρόκειται οπωσδή­ποτε να παραστεί σε αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη οφείλει να ειδοποιήσει έγκαιρα και τον αντίδικο του.

Άρθρο 26

Στις πολιτικές δίκες ο Δικηγόρος οφείλει να ανα­κοινώσει έγκαιρα στον αντίδικο συνάδελφό του τις προτάσεις του, καθώς και όλα τα έγγραφα που πρό­κειται να χρησιμοποιήσει κατά τη συζήτηση της υπο­θέσεως και να αποφύγει την προσαγωγή εγγράφων χωρίς να το γνωρίζει ο αντίδικος συνάδελφός του Δικηγόρος που κατά την έκδοση της αποφάσεως πήρε τα σχετικά του από το Δικαστήριο, πριν ο αντί­δικος συνάδελφός του να λάβει αντίγραφά τους από τον αρμόδιο Γραμματέα, υποχρεούται να εκδώσει και να χορηγήσει αντίγραφα των έγγραφων αυτών προς τον συνάδελφό του ο οποίος θα καταβάλλει τη σχετι­κή δαπάνη.

Ο Δικηγόρος δεν έχει υποχρέωση ν' ανακοινώσει στον αντίδικο συνάδελφό του έγγραφα που του παρέ­δωσε ο πελάτης του, αλλά δεν πρόκειται να τα χρησι­μοποιήσει στη δίκη.

Δικηγόρος ο οποίος προσάγει στο Δικαστήριο απόσπασμα ενός εγγράφου, οφείλει να χορηγήσει στον αντίδικο συνάδελφό του αντίγραφο ολοκλήρου του έγ­γραφου.

Δικηγόρος ο όποιος κατά τη συζήτηση της υποθέ­σεως κατέθεσε μαζί με τις προτάσεις του έγγραφα, δεν έχει το δικαίωμα ν' αποσύρει έστω και ένα από αυτά ή να παραιτηθεί από την επίκλησή τους.

Άρθρο 27

Στις ποινικές υποθέσεις δεν είναι υποχρεωτική η προηγούμενη ανακοίνωση των εγγράφων από το συ­νήγορο του κατηγορουμένου στο συνήγορο της πολιτι­κής αγωγής, έκτος αν συμφώνησαν να ανταλλάξουν μεταξύ τους όλα τα έγγραφα που πρόκειται να επικα­λεσθούν.

Άρθρο 28

Δεν επιτρέπεται στο Δικηγόρο να χρησιμοποιήσει υβριστικές ή χλευαστικές ή υποτιμητικές εκφράσεις για τον αντίδικο συνάδελφό του ή να επιδεικνύει υπε­ροψία απέναντι του.

Επίσης, δεν επιτρέπεται να εκφράζεται δυσμενώς για συνάδελφο ή συναδέλφους του που χειρίστηκαν πριν από αυτόν οποιαδήποτε υπόθεση, ή για συνάδελφο με τον οποίο συνεργάζεται, είτε με σκοπό να τον εκτο­πίσει για να συνεχίσει μόνος του την υπεράσπιση της υποθέσεως είτε απλώς για να τον υποτιμήσει. Επίσης, απαγορεύεται να εκφράζεται δυσμενώς για συνάδελφο ή συναδέλφους που υπερασπίζονται ορισμένο ή ορισμένους διαδίκους, ορισμένες ή όλες τις υποθέσεις τους ανεξάρτητα αν έχει σκοπό να τους εκτοπίσει για ν' αναλάβει αυτός τις υποθέσεις ή απλώς ασκεί σκόπιμα ή έστω από αμέλεια κριτική για την όποια δεν έχει καμία αρμοδιότητα.

ΣΤ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Άρθρο 29

Οι Δικηγόροι έχουν υποχρέωση να απονέμουν τον προσήκοντα σεβασμό προς τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης. Την ίδια υποχρέωση έχουν απέναντι των Δικηγόρων και οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης. Κάθε παράβαση της αρχής αυτής από οποιοδήποτε μέρος, ελέγχεται από τον Δικηγορικό Σύλλογο, ο οποίος, αν μεν η παράβαση έγινε από δικηγόρο, επιβάλλει σ' αυτόν πειθαρχικές κυρώσεις, αν δε, έγινε από Δικαστή, Ει­σαγγελέα ή Δικαστικό υπάλληλο, ζητεί από τούς προϊσταμένους τους την επιβολή κυρώσεων. Σε περίπτω­ση που οι προϊστάμενοι αρνούνται ή παραλείπουν την επιβολή κυρώσεων, ο Δικηγορικός Σύλλογος ασκεί δημόσια κριτική και για το παράπτωμα και για την μη επιβολή κυρώσεων.

Άρθρο 30

Οι Δικηγόροι σε όλα τα είδη των δικών ασκούν το Λειτούργημά τους με απόλυτη ελευθερία γνώμης αλλά μέσα στα πλαίσια των σχετικών Δικονομικών κανόνων.

Ζητούν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και σε περίπτωση αδικαιολόγητης αρνήσεως του Προέδρου από το Δικαστήριο. Δεν έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν ερωτήσεις και αιτήσεις ή να αγορεύουν αν δεν τους δοθεί ο λόγος, ούτε να διακόπτουν τον Πρόεδρο ή τους Δικαστές και τον Εισαγγελέα ή τον αντίδικό τους.

Άρθρο 31

Τόσο κατά την προφορική διαδικασία, όσο και στις έγγραφες προτάσεις τους, υπομνήματα κ.λπ. οι Δικηγόροι οφείλουν να απευθύνονται στο Δικαστήριο με προσήκοντα σεβασμό τον οποίο δικαιούνται και εκ μέρους των μελών του Δικαστηρίου.

Οφείλουν να υπερασπίζονται με σθένος τις απόψεις τους, να αντικρούουν τις τυχόν δυσμενείς απόψεις του Εισαγγελέα ή του Εισηγητή Δικαστή και να αγωνίζονται για την απόδειξη της αθωότητας του εν­τολέα τους ή την ορθότητα των απόψεων του διαδίκου που υποστηρίζουν και γενικά να αγωνίζονται με ό­λα τα νόμιμα μέσα για την απόδειξη της Αλήθειας και την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου.

Άρθρο 32

Οι Δικηγόροι συμπεριφέρονται στους Δικαστές, Εισαγγελείς, Δικαστικούς Υπαλλήλους και εκπροσώπους Δημοσίων Αρχών με απόλυτη αξιοπρέπεια. Απαγορεύονται αυστηρά κάθε αναξιοπρεπής συμπεριφορά, κολακευτικές εκφράσεις για την απόσπαση συμπαθείας ή ευνοϊκής αποφάσεως ή ενεργείας, καθώς και οποιαδήποτε προσφορά ή υπόσχεση για τον επηρεασμό της γνώμης τους ή παράβαση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 33

Δεν επιτρέπεται στους Δικηγόρους να προβάλλουν ενώπιον των Δικαστηρίων ανακριβείς ισχυρισμούς για να πετύχουν αναβολή της δίκης ή για οποιονδήποτε άλλο σκοπό.

Άρθρο 34

α) Δεν επιτρέπεται στους Δικηγόρους να εξετάζονται μάρτυρες στα Δικαστήρια για υποθέσεις και για περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση τους από την ά­σκηση του λειτουργήματος, είτε ενώπιον Δικαστηρίων είτε σε εξώδικες εργασίες, διαπραγματεύσεις, προσπά­θειες για συμβιβαστική επίλυση διαφορών κ.λπ. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να εξεταστούν μάρ­τυρες κατά του εντολέα τους ή του πρώην εντολέα τους, ή των κληρονόμων τους, έστω και αν έχει ανακληθεί η εντολή τους.

β) Κατ' εξαίρεση, είναι δυνατόν Δικηγόρος να ε­ξεταστεί σαν μάρτυρας για υπόθεση στην οποία έχει αναμιχθεί ή γνωρίζει, με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματός του, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, εφ' όσον του χορηγηθεί άδεια σχετική από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου.

γ) Και αν πάρει την άδεια όμως του Προέδρου, απαγορεύεται να καταθέσει περιστατικά που του έχει εμπιστευτεί ο εντολέας του και να παραβιάσει με οποιοδήποτε τρόπο το επαγγελματικό απόρρητο.

δ) Δεν επιτρέπεται στο Δικηγόρο, και όταν πάρει από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου άδεια, να εξεταστεί μάρτυρας, να έχει στην ίδια δίκη δύο ιδιότητες, μάρτυρα και συνηγόρου.

ε) Αν ο Δικηγόρος κληθεί από το Δικαστήριο ή από Ανακριτική Αρχή να εξεταστεί μάρτυρας και για να καταθέσει περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος, έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη μαρτυρία αν προσκρού­ει στο επαγγελματικό του απόρρητο. Αν η κατάθεση δεν προσκρούει στο απόρρητο, έχει το δικαίωμα να κρί­νει κατά συνείδηση αν, και σε ποιο μέτρο, πρέπει να εξεταστεί για τα περιστατικό αυτά, υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι η αποκάλυψή τους δεν θα βλάψει τον πελάτη του και ότι θα πάρει τη σχετική άδεια από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου.

Τα περιστατικά που περιήλθαν στη γνώση του από άλλη αίτια και όχι κατά την άσκηση του λειτουργήματός του δεν δικαιούται να αρνηθεί τη μαρτυρία τους, ούτε χρειάζεται την άδεια του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου.

ζ) Στις περιπτώσεις που δεσμεύεται από το επαγγελματικό απόρρητο, οφείλει να δηλώσει τούτο στο Δικαστήριο ή την Ανακριτική Αρχή που τον κάλεσε, χωρίς να έχει την υποχρέωση να στηρίξει με ειδική αιτιολογία την άρνησή του να καταθέσει. Δεν επιτρέπεται όμως να δηλώσει ψευδώς.

Ζ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

Άρθρο 35

Ο Δικηγόρος πρέπει να επιδεικνύει άψογη συμπε­ριφορά απέναντι των συνεργατών του. Να μην υποτιμά την εργασία τους και να μη σχολιάζει δυσμενώς την ικανότητα ή την συνεισφορά προς τον πελάτη ή προς οποιοδήποτε τρίτο. Οφείλει να τηρεί τις συμφωνίες για την αμοιβή των συνεργατών του και να παρέχει κάθε βοήθεια προς αυτούς για την εξασφάλιση και την καταβολή της αμοιβής τους από τον πελάτη.

Άρθρο 36

Στην περίπτωση που ο Δικηγόρος απασχολεί συνάδελφό του, είτε τακτικά είτε έκτακτα είτε για την διεκπεραίωση όλων των υποθέσεων του γραφείου του, είτε για την διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων, οφείλει :

α) να συμπεριφέρεται προς αυτόν συναδελφικά, με ισοτιμία και όχι σαν προϊστάμενος προς υφιστάμενο.

β) να συνεργάζεται μαζί του με συναδελφικότητα, ευγένεια και κατανόηση, να μη θίγει τη φιλοτιμία του και την δικηγορική και ατομική του αξιοπρέπεια και να μην τον απασχολεί σε μη δικηγορικά καθήκοντα.

γ) Να καταβάλλει έγκαιρα την συμφωνημένη αμοιβή.

δ) Να προβάλλει την εργασία του συναδέλφου του και προς τον πελάτη και προς τα Δικαστήρια και προς τους τρίτους (με συνυπογραφή των δικογράφων, με συμπαραστάσεις στα δικαστήρια κ.λπ.) και να εξαίρει την επιστημονική εργασία του συνεργάτη του.

Η. ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ - ΑΣΚΟΥΜΕΝΟΥ

Άρθρο 37

Ο Δικηγόρος που δέχεται Ασκούμενο στο γραφείο του οφείλει :

α) Να δηλώσει τούτο εγγράφως προς τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.

β) Να καθοδηγεί τον Ασκούμενο στην άσκηση της Δικηγορίας.

γ) Να του αναθέτει τη μελέτη και το χειρισμό απλών στην αρχή και αργότερα σοβαρότερων υποθέ­σεων, να του παρέχει οδηγίες για το χειρισμό τους, να συζητεί μαζί του τα επιστημονικά και πρακτικά θέ­ματα και γενικά να του παρέχει κάθε βοήθεια και συμ­παράσταση.

δ) Να τον εφοδιάζει με εξουσιοδοτήσεις, όπου χρειάζονται για την αυτοτελή παράσταση του Ασκουμένου και να συμπαρίσταται με αυτόν στα Δικαστήρια, σε υποθέσεις του Ασκουμένου.

ε) Να του χορηγεί κάθε βεβαίωση που χρειά­ζεται για την άσκησή του ή για την συμμετοχή του σε εξετάσεις κ.λπ.

στ) Να συμπεριφέρεται προς τον Ασκούμενο με ευγένεια και κατανόηση και να μη θίγει καθ’ οιονδή­ποτε τρόπο την προσωπικότητά του σαν επιστήμονα.

ζ) Να τον απασχολεί σε δικηγορικά καθήκοντα και όχι σε υπηρεσίες άσχετες με την άσκηση και γενικά με την δικηγορία.

η) Να καταβάλλει την προσήκουσα αμοιβή για τις υπηρεσίες του Ασκουμένου.

Θ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΝΤΟΛΕΑ

Άρθρο 38

Ο Δικηγόρος όταν αναλάβει την υπεράσπιση μίας υποθέσεως, οφείλει:

1. Να αντιπροσωπεύει τον εντολέα του, ενώπιον όλων των Δικαστηρίων στα οποία είναι διορισμένος και όλων των Αρχών και να ενεργεί τις αναγκαίες πράξεις.

2. Να μην παραμελεί την εκτέλεση της εντολής που του δόθηκε και να μην καθυστερεί τη δίκη για οποιοδήποτε λόγο, αλλά να εκτελεί την εντολή με ευσυνειδησία, επιμέλεια και πλήρη αφοσίωση προς τον εντολέα του.

3. Να τηρεί αυστηρά την επαγγελματική εχεμύθεια :

α) Για όσα τον εμπιστεύτηκε ο εντολέας του προφορικώς ή εγγράφως, έστω και αν, με την αποκά­λυψη τους, δεν πρόκειται να επέλθει ζημία στον εντο­λέα του, ή τα στοιχεία που του εμπιστεύτηκε ο πελά­της του ήρθαν στη δημοσιότητα από άλλη πηγή, ή έ­στω και αν ο εντολέας του τον έχει απαλλάξει από την υποχρέωση της τηρήσεως του επαγγελματικού μυστικού.

β) Για όσα έμαθε από τη μελέτη των εγγράφων που του εμπιστεύτηκε ο εντολέας του. Τα έγγραφα αυτά δεν επιτρέπεται να τα δώσει στη δημοσιότητα, ούτε να δώσει αντίγραφο στους αντιδίκους ή τρίτους, ούτε να ανακοινώσει σ' αυτούς το περιεχόμενό τους.

γ) Για όσα πληροφορήθηκε από την εξέταση μαρτύρων του εντολέα του.

δ) Για όσα πληροφορήθηκε από άλλους Δικηγό­ρους σχετικά με την υπόθεση του εντολέα του.

ε) Την εχεμύθεια πρέπει να την τηρεί, όχι μόνο κατά την διάρκεια, αλλά και μετά την περαίωση της υ­ποθέσεως ή την ανάκληση της εντολής από τον πελά­τη του, όπως επίσης και μετά τον θάνατο του πελάτη του και να την επιβάλλει και στους συνεργάτες και υπαλλήλους του (δακτυλογράφους κ.λπ.).

στ) Όταν ο Δικηγόρος αναλαμβάνει υπόθεση εναντίον παλαιού πελάτη του, που τον υπερασπίζεται άλλος Δικηγόρος, υποχρεούται να μην αποκαλύψει στον εντολέα του επαγγελματικά απόρρητα που του είχε εμπιστευθεί ο παλαιός πελάτης του και να μην τα χρησιμοποιήσει εναντίον του με κανένα τρόπο στη δίκη.

4. Ο Δικηγόρος στον όποιο ανατίθεται υπόθεση εναντίον συναδέλφου του, οφείλει να τον ειδοποιεί για εξώδικη επίλυση της διαφοράς προτού κάνει οποι­αδήποτε δικαστική ενέργεια. Στην περίπτωση υποβο­λής μηνύσεως δικηγόρου κατά δικηγόρου, απαιτείται προηγουμένως άδεια του Προέδρου του οικείου Δικη­γορικού Συλλόγου.

Άρθρο 39

α) Ο Δικηγόρος οφείλει να προσπαθεί να συμβι­βάζει τις υποθέσεις και σε κάθε περίπτωση να τις απο­περατώνει το συντομότερο, μειώνοντας στο ελάχιστο τις σχετικές παραστάσεις και τις αντίστοιχες δαπάνες του εντολέα του.

β) Δικαιούται να υπερασπίζεται την υπόθεση κατά την κρίση του χωρίς όμως να υπερβαίνει τα όρια της εντολής που του έχει δοθεί.

γ) Οφείλει να ενημερώνει τακτικά τον εντολέα του για την πορεία της υποθέσεως και για τον τρόπο της υπερασπίσεως. Αν ο εντολέας του διαφωνεί, έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί από την υπεράσπιση της υποθέσεως, αλλά εγκαίρως, ώστε να ανατεθεί η συνέ­χισή της σε άλλο Δικηγόρο.

δ) Η συμφωνία για την αμοιβή και τις δαπάνες πρέπει να είναι σαφής για την αποφυγή αμφισβητήσεων.

Η αμοιβή μπορεί να συμφωνηθεί κατ' αποκοπή ή σε ποσοστό του αντικειμένου της δίκης, ή κατά παράσταση. Δεν πρέπει όμως ποτέ να είναι υπερβολική, ούτε μικρότερη από τα κατώτατα όρια που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων. Σε περίπτωση εργολαβίας δίκης, αν η δίκη χαθεί δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή. Για τα έξοδα είναι δυνατό να συμφωνηθεί ότι θα βαρύνουν τον Δικηγόρο, ή τον διάδικο ή και τους δύο.

ε) Ο Δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ζητεί προκαταβολή των εξόδων και της αμοιβής του ή μέρους των εξόδων και της αμοιβής του.

Αν ο πελάτης αρνηθεί την προκαταβολή που συμφω­νήθηκε, μπορεί να παραιτηθεί από την υπεράσπιση της υποθέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι θα το κάνει έγκαιρα και θα επιστρέψει στον εντολέα του όλα τα έγγρα­φα για να ανατεθεί εμπρόθεσμα η υπόθεση σε άλλο Δικηγόρο.

στ) Όταν ο Δικηγόρος παραιτηθεί δικαιολογημένα από την υπεράσπιση της υποθέσεως, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον εντολέα του να του καταβάλει την αμοιβή και τα έξοδα για τις μέχρι την ημέρα της παραιτήσεώς του ενέργειές του. Αν ο εντολέας δεν καταβάλει τα ποσά αυτά, όπως επίσης και όταν περατωθεί η υπόθεση και ο εντολέας δεν καταβάλλει την συμφωνηθείσα αμοιβή και τα έξοδα, ο Δικηγόρος έχει το δικαίωμα της επισχέσεως των εγγράφων που έχει στα χέρια του, ώσπου να καταβληθεί η αμοιβή του και οι σχετικές δαπάνες.

ζ) Απαγορεύεται στον Δικηγόρο που θα παραιτηθεί από την υπεράσπιση μίας υποθέσεως να αναλάβει την υπεράσπιση του αντιδίκου του αρχικού εντολέα του. Δικαιούται όμως να αναλάβει την υπεράσπιση άλ­λης υποθέσεως που του αναθέτει ό αντίδικος του πρώ­ην εντολέα του, εφ' όσον δεν έχει καμιά σχέση ή συνάφεια με την προηγούμενη υπόθεση.

η) Απαγορεύεται στο Δικηγόρο να έλθει σε συμφωνίες με τρίτους προς βλάβη των συμφερόντων του εντολέα του και να ενεργήσει πράξεις που ωφε­λούν τον αντίδικο και βλάπτουν τον εντολέα του, ή να δώσει επιβλαβείς συμβουλές στον εντολέα του, ή να παρέχει την συνδρομή του κατά την διάρκεια της δίκης και στους δύο διαδίκους αμέσως ή εμμέσως.

θ) Ο Δικηγόρος πού ανέλαβε την υπεράσπιση μιας υποθέσεως δεν υποχρεούται να δώσει στον εντολέα του απόδειξη παραλαβής των εγγράφων που του εμπιστεύθηκε. Υποχρεούται όμως να τα φυλάει και έχει γι' αυτά την ευθύνη του θεματοφύλακα επί πέντε χρόνια μετά την περάτωση της υποθέσεως.

ι) Οφείλει όμως να αποδίδει αμέσως τα χρήματα που εισπράττει για τον εντολέα του, καθώς και λογαριασμό για τη διαχείριση χρημάτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που του έχει ανατεθεί.

Ι. ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΙΚΟΥ

Άρθρο 40

α) Ο Δικηγόρος υποχρεούται να αποφύγει κάθε επικοινωνία με τον αντίδικο και κάθε συζήτηση σχετική με την υπόθεση, χωρίς να είναι παρών και ο Δικηγόρος του αντιδίκου. Επίσης απαγορεύεται με δική του πρωτοβουλία ή ύστερα από πρόσκληση του αντιδίκου να τον επισκέπτεται στο σπίτι του ή στο γραφείο του ή οπουδήποτε αλλού και να επιδιώκει τη τακτοποίηση της υποθέσεως χωρίς την έγκριση του πελάτη του.

β) Απαγορεύεται στο Δικηγόρο στον όποιο ανατέθηκε ή υπεράσπιση μίας υποθέσεως να απευθύνει τηλεφωνήματα ή επιστολές εκβιαστικού ή απειλητικού περιεχομένου στον αντίδικό του. Επιτρέπεται μόνον ν' ανακοινώνει στον αντίδικο απλώς ότι του ανατέθηκε η άσκηση των νομίμων ενεργειών και να τον καλέσει να τακτοποιήσει, αν θέλει, εξωδίκως την υπόθεση.

γ) Δικηγόρος που παρέχει, με πάγια αντιμισθία, τις νομικές του υπηρεσίες σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, απαγορεύεται να αναλαμβάνει αμέσως ή εμμέσως υποθέσεις τρίτων κατά των μελών του ή υποθέσεις των μελών του κατά του νομικού προσώπου.

δ) Απαγορεύεται στο Δικηγόρο να ζητήσει ή να δεχθεί οποιαδήποτε αμοιβή εκ μέρους του αντιδίκου του εντολέα του, ή να αναλάβει υπόθεση του, πριν να τελειώσει οριστικά η δίκη την οποία διεξάγει εναντίον του.

ε) Ο Δικηγόρος οφείλει να σέβεται τον αντίδικο του και να συμπεριφέρεται προς αυτόν με ευγένεια, να αποφεύγει προσβλητικές φράσεις και γενικά οξύτητα εκφράσεων καθώς και κάθε υποτιμητική για τον αντίδικο ενέργεια ή διατύπωση που δεν είναι αναγκαία για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του εντολέα του.

στ) Ο Δικηγόρος οφείλει να μην ενεργεί με δόλιο τρόπο για να προκαλέσει απώλεια δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Να αντιδικεί με τιμιότητα και ευθύτητα, χωρίς να παραλείπει να πράξει κάθε τί που επιβάλλεται για την ορθή υπεράσπιση των δικαιωμάτων του εντολέα του.

ζ) Ο Δικηγόρος δεν δικαιούται να προκαλεί υπερβολικές δαπάνες σε βάρος του αντιδίκου του είτε με αλλεπάλληλες αγωγές, όταν αντί για πολλές είναι δυνατή η έγερση μίας αγωγής, είτε με άλλες άσκοπες ενέργειες είτε με υπερβολικές επιταγές ή διόγκωση των δικαστικών δαπανών.

η) Ο Δικηγόρος οφείλει να μην υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει ο ανθρωπισμός όταν επιχειρεί διά­φορες ενέργειες κατά του αντιδίκου του εντολέα του και μάλιστα κατά την εκτέλεση αποφάσεων. Απαγορεύεται να επιδείξει σκληρότητα ή βαναυσότητα ή να επιτρέψει στους Δικαστικούς Επιμελητές ή άλλα όρ­γανα να ενεργούν με σκληρότητα ή βαναυσότητα κατά του αντιδίκου του εντολέα του. Απαγορεύεται επί­σης να παρίσταται κατά την εκτέλεση δικαστικών α­ποφάσεων. Αν είναι απαραίτητη η παράστασή του, απαιτείται προηγουμένως άδεια του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου.

Κ. ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

Άρθρο 41

α) Ο Δικηγόρος επειδή ασκεί υψηλό λειτούργημα πρέπει όχι μόνο κατά την άσκηση αυτού, αλλά και κατά τον ιδιωτικό του βίο να έχει αξιοπρεπή συμπεριφορά, ώστε να μην προκαλούνται από παράνομες ή αναξιοπρεπείς πράξεις ή παραλήψεις του σχόλια και δυσφήμιση σε βάρος του Δικηγορικού Σώματος.

β) Σε όλες τις συναλλαγές του πρέπει να είναι ευθύς, συνεπής, σοβαρός και αξιοπρεπής, να μην κάνει ψευδείς ή ανακριβείς δηλώσεις προς τους αντισυμβαλλομένους, να μη δίδει υποσχέσεις τις όποιες δεν θέλει ή δεν μπορεί να εκπληρώσει, να μην εκμεταλλεύεται την άγνοια την απειρία, τη γνωριμία, την συγγένεια, την φιλία, την εμπιστοσύνη του τρίτου ή το Λειτούργημα του, να μην λαμβάνει χρήμα­τα για ψευδή αίτια, να μην καθυστερεί την απόδοση χρημάτων που έχει εισπράξει για λογαριασμό του πελάτη του ή τρίτου.

γ) Γενικά στους τόπους της κατοικίας του και της εργασίας του, στις σχέσεις προς τους συνοίκους του, στους Συλλόγους και διάφορες οργανώσεις όπου μετέχει, σε πολυσύχναστους χώρους, στα δημόσια μέσα συγκοινωνιών, σε οποιεσδήποτε συγκεντρώσεις του κοινού και ενώπιον των συμπολιτών του και των συνεργατών η συμπεριφορά του Δικηγόρου πρέπει να είναι ευγενική, πολιτισμένη, υπόδειγμα για τους άλλους.

Λ. ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 42

Η παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Κώδικα Δικηγόρων ή άλλους νόμους και από τον παρόντα Κώδικα Δεοντολογίας αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και τιμωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 66 έως 79 του Κώδικα Δικηγόρων[12].

Άρθρο 43

Ο παραπάνω Κώδικας Δεοντολογίας εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, στη συνεδρίαση της 22 - 11 - 1980 και ισχύει από 1 - 1 - 1981.



[1] Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων.

[2]  Άρθρο 39 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων.
 
  1. Έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι` αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις. Η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στο δικηγόρο, Επίσης είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου η νομική επιμέλεια φορολογικών, δασμολογικών και διοικητικών γενικά υποθέσεων, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

[3] Άρ.51 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων.

  
      1. Ο Δικηγόρος υποχρεούται να μη υπογράφη γνωμοδοτήσεις δικόγραφα ή άλλα έγγραφα μη συντεταγμένα παρ` αυτού ή περί ων δεν διεσκέφθη μετά του συντάκτου.
 
      2. Ο  Δικηγόρος  υποχρεούται  εις  πάν  παρ`  αυτού  εκδιδόμενον έγγραφον  και  εις  πάσαν  παραγγελίαν προς επίδοσιν εγγράφου, να θέτη παρά τη υπογραφή του σφραγίδα, φέρουσιν το ονοματεπώνυμόν του και  την ακριβή διεύθυνσιν του γραφείου του ή να γράφη ταύτα ευαναγνώστως.
 
      3. Δικηγόρος  παραβαίνων  τας  ανωτέρω   διατάξεις   τιμωρείται 
 πειθαρχικώς τουλάχιστον διά προστίμου.

[4] Άρ. 42 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων 
 
ΠΡΟΣΟΧΗ: Με το άρθρο  9 Ν.3853/2010,ΦΕΚ Α 90/17.6.2010,ορίζεται ότι
"Οι διατάξεις του άρθρου 42 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων) δεν εφαρμόζονται στη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων σύστασης εταιριών περιορισμένης ευθύνης και ανωνύμων εταιριών, εφόσον το κεφάλαιο της εταιρίας είναι ίσο ή μικρότερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ."
                             
 Άρθρο 42.
 
      1.   Προς   σύνταξιν  εγγράφου   ενώπιον   συμβολαιογράφου   περί συνυποσχετικού, συμβιβασμού,  διανομής,  καταργήσεως  δίκης,  πωλήσεως επιχειρήσεως  ή  κινητών,  απογραφής  δωρεάς  εν ζωή  ή  αιτία θανάτου, ενεχυριάσεως, ως  και  επί  συμβολαιογραφικών   εγγράφων εν γένει αντικειμένων εχόντων την σύστασιν, μετάθεσιν, αλλοίωσιν ή κατάργησιν πραγματικών δικαιωμάτων επί ακινήτων και πλοίων (εξαιρέσει  εξαλείψεων υποθηκών  και  προσημειώσεων) εφ` όσον  άπασαι αι ανωτέρω συμβάσεις έχουσιν αντικείμενον αξίας τουλάχιστον 300.000 δραχμών έτι δε και  επί καταστατικών  εταιρειών συντασσομένων  διά  συμβολαίου  εφ` όσον το κεφάλαιον της εταιρείας, είναι  άνω  του  ποσού των δραχμών  300.000 απαιτείται η παράστασις Δικηγόρου δι` έκαστον των συμβαλλομένων μερών.
 Εν τοιούτω συμβολαίω δέον να γίνηται ειδική μνεία της παραστάσεως  των Δικηγόρων  και  να  συνάπτηται  εις  αυτό  σχέδιον  περί της συμβάσεως υπογεγραμμένον υπό τούτων, ων αι υπογραφαί προκειμένου περί  Δικηγόρων Αθηνών,  Πειραιώς  και  Θεσσαλονίκης  πρέπει να ώσι θεωρημέναι υπό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
 
*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Με την παρ.1 άρθρ.37 Ν.2915/2001,ΦΕΚ Α 109,ορίζεται ότι:   "1. Τα ποσά που καθορίζονται στο εδάφιο 1 της παραγράφου 1 του άρθρου42 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όπως ισχύει, ορίζονταιαπό 1.7.2001 σε δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές ή 29.347,0286ευρώ για τις περιφέρειες των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και Πειραιά και σε τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) δραχμές ή 11.738,8114 ευρώ για τις περιφέρειες των λοιπών Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας".
** Με την παρ.3 του αυτού άρθρου και νόμου (2915/2001) ορίζεται ότι:
 " 3. Τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 1 και τα ποσοστά πουορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος μπορεί να αναπροσαρμόζονται μεκοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Η επόμενη αναπροσαρμογή δεν μπορεί να γίνει πριν από την 1.1.2003".
 
 
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά την παρ.6 του άρθρου 33 του Ν.1845/1989 (Α 102)  "Δεν απαιτείται η κατά το άρθρο 42 παρ.  1  του  ν.δ. 3026/1954 υποχρεωτική   σύμπραξη   δικηγόρου, στις συμβολαιογραφικές πράξεις μεταβίβασης αγροτικών ακινήτων, κειμένων εκτός εγκεκριμένων  σχεδίων  πόλεων, λόγω γονικής παροχής, πρόωρης συνταξιοδότησης αγροτών ή συνένωσης συνεχόμενων εκτάσεων".
 
 
 ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 950/1979 (Α 165):
"  Το  υπό  της  παρ.  1  του  άρθρου  42  του  Ν.Δ.  3026/1954 
 καθοριζόμενον ποσόν των δραχμών τριακοσίων χιλιάδων, ως ελάχιστον όριον αξίας του αντικειμένου της συμβάσεως πέραν του οποίου είναι υποχρεωτική η σύμπραξις Δικηγόρου κατά την ενώπιον Συμβολαιογράφου σύνταξιν του οικείου συμβολαιογραφικού εγγράφου, ορίζεται εις δραχμάς επτακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας, επιφυλασσομένης της ισχύος των υπ` αριθ. 125403/1954 και 63347/1975 αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης".  
                           
 ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Με την υπ` αριθμ. 63347/1975 (Β 723), το ελάχιστο όριο του ποσού της συμβάσεως για την οποία είναι υποχρεωτική η παράσταση Δικηγόρου για την περιφέρεια του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς αυξήθηκε σε δρχ. 5.000.000.
 
 ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Προκειμένου για την περιφέρεια του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, το ελάχιστο όριο της συμβάσεως για την οποία απαιτείται η παράσταση Δικηγόρου αυξήθηκε με την υπ` αριθμ. 
125403/1954 απόφαση Υπ. Δικαιοσύνης (η οποία κυρώθηκε με τον Ν.3149/1955) σε δρχ. 5.000.000. Η υπ` αριθμ.97795/1963 απόφαση Υπ. Δικαιοσύνης , με την οποία το ελάχιστο αυτό όριο μειώθηκε σε δρχ. 300.000, ανεστάλη με την ΥΑ 113325/1963 μέχρις εκδόσεως νεωτέρας.
                           
*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 15 του ΝΔ 3388/1955:"Οι διατάξεις
του άρθρου 42 Ν.Δ/τος 3026/1954 περί υποχρεωτικής παραστάσεως Δικηγόρων κατά την σύνταξιν δανειστικών συμβολαιογραφικών εγγράφων δεν έχουν εφαρμογήν επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, των συνδέσμων δήμων και κοινοτήτων και των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων".
 
*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 6 του Ν.3466/1955:" Οι διατάξεις το άρθρου 42 του ΝΔ 3026/1954 δεν έχουσιν εφαρμογήν  επί πωλήσεως ανταλλαξίμων  ακινήτων κτημάτων δι` αμφοτέρους  τους συμβαλλομένους, ως και επί δανειστικών συμβολαιογραφικών εγγράφων των Λιμενικών Ταμείων".
 
 2. Εις  περιπτώσεις, καθ` ας τα συμβαλλόμενα μέρη είναι πλείονα, 
 αρκεί η παράστασις τουλάχιστον δύο δικηγόρων. Επί εταιρικών δύναται να παρίσταται και εις μόνον δικηγόρος. Επί συστάσεως προικών δύναται να παρίσταται  εις  μόνον  δικηγόρος  δια τον προικολήπτην. Επί δωρεών μεταξύ ανιόντων και κατιόντων κατ` ευθείαν γραμμήν δεν απαιτείται παράστασις δικηγόρου, το αυτό δε ισχύει και επί πάσης μεταβιβάσεως εκ χαριστικής αιτίας προς το Δημόσιον, τους Δήμους, τας Κοινότητας και τα εν Ελλάδι νομίμως υφιστάμενα ή συνιστάμενα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος νομικά πρόσωπα, εφ` όσον επιδιώκονται, υπ` αυτών αποδεδειγμένως σκοποί εθνωφελείς, θρησκευτικοί, φιλανθρωπικοί, εκπαιδευτικοί, καλλιτεχνικοί ή κοινωφελείς".
 
 *** Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 του Ν. 950/1979 (Α 165).
 
3. Προς σύνταξιν εγγράφων περί άλλων αμφιμερών δικαιοπραξιών, δύναται οι συμβολαιογράφοι, εάν κρίνωσι ταύτας πολυπλόκους ή σοβαράς να ζητώσι και περί αυτών την παράστασιν Δικηγόρου.
 
4. Εις περίπτωσιν συντάξεως συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφορώντος
την σύστασιν, μετάθεσιν, αλλοίωσιν ή κατάργησιν εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, εις περιφέρειαν διάφορον του τόπου εις τον οποίον κείταιτο ακίνητον, το υποχρεωτικόν παραστάσεως δικηγόρου κατά την σύνταξιν του συμβολαιογραφικού εγγράφου λόγω αξίας του αντικειμένου της συμβάσεως κρίνεται βάσει των περί τούτου ισχυόντων εις την περιφέρειαν εις την οποίαν κείται το ακίνητον.
  
***Η παρ.4 του άρθρου 42 προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ.1 Ν.723/1977 (ΦΕΚ Α` 300), της υπαρχούσης, υπό τον αυτόν αριθμόν παραγράφου
λαμβανούσης τον αριθμόν 5.
                          
5. Δι` αποφάσεως του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εκδιδομένης μετά σύμφωνον γνώμην του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, επιτρέπεται ν` αυξομειούται  το  άνω ελάχιστον όριον του ποσού της συμβάσεως, δι` ην είναι υποχρεωτική η παράστασις Δικηγόρου ιδιαιτέρως διά την περιφέρειαν εκάστου Συλλόγου.
                          
6. Εις περίπτωσιν συντάξεως συμβολαιογραφικού εγγράφου αφορώντος εις τας εν παρ. 4 δικαιοπραξίας επί ιδανικού μέρους ακινήτου, ο συντάσσων τούτο συμβολαιογράφος, υποχρεούται, επί πειθαρχική ευθύνη τούτου, όπως λάβη υπ`όψιν απάσας τας τυχόν προγενεστέρας μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων επί ετέρου ιδανικού μεριδίου του αυτού ακινήτου
δικαιοπραξίας, δια την εφαρμογήν των υπο της παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζομένων".
 
***Η παρ.6 του άρθρου 42 προστέθηκε με το άρθρο 19 Ν.723/1977 (ΦΕΚ Α` 300).
                                            
 ***Παρατήρηση: Σύμφωνα με το άρθρ. 5 παρ. 2 του Ν.Δ. 4419/1964, ΦΕΚ(Α 204),όπως αυτή αντικαταστάθηκε το άρθρον 11 του ΑΝ 465/1968 (Α 148): " Κατά την κατάρτισιν των συμβάσεων και λοιπών πράξεων της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται το άρθρον 42 του Ν.Δ.3026/1954 περί κώδικος δικηγόρων, εάν όμως παραστή κατ` αυτήν
δικηγόρος το ποσόν της δικηγορικής αμοιβής συμφωνείται ελευθέρως,   
εντός ορίων  καθοριζομένων δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Συντονισμού Δικαιοσύνης  και Εμπορικής Ναυτιλίας".
      
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 5 του Ν. 1390/1983 (Α 117), οι διατάξεις του άρθρου 42 του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί συμβάσεων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων όταν αυτά  χορηγούνται από οποιοδήποτε κρατικό ή δημόσιο οργανισμό  του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982.
 
*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Με την παρ.7 άρθρ.11 Ν.2830/2000 "Κώδικας Συμβολαιογράφων" ορίζεται ότι:
 7. Η διάταξη του άρθρου 42 του Ν.Δ.3026/1954, όπως ισχύει, δεν έχει εφαρμογή σε δικαιοπραξίες για τον συμβαλλόμενο που έχει την ιδιότητα δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού παντός βαθμού, του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, συμβολαιογράφου ή υποθηκοφύλακα".

[5] Άρ. 52 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων.

 
1. Ο Δικηγόρος έχει το δικαίωμα να εκδίδη επικεκυρωμένα υπ` αυτού  αντίγραφα των παρ` αυτώ υπαρχόντων παντός είδους εγγράφων, ως υπεύθυνος περί της ακριβείας αυτών.
 
2. Τα τοιαύτα αντίγραφα έχουσι πλήρη ισχύν αντιπεφωνημένο αντίγραφου.
 
3. Δημόσιος  υπάλληλος (δικαστής, διοικητικός, στρατιωτικός, αστυνομικός, κλπ.), αρνούμενος να δεχθή και σεβασθή τοιούτον αντίγραφον τιμωρείται α) επί παραβάσει καθήκοντος αυτεπαγγέλτως ή τη εγκλήσει του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και β) πειθαρχικώς τουλάχιστον διά προσωρινής παύσεως.
 
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατ` εξαίρεση ,τα δικαιολογητικά τα προσκομιζόμενα
για την εξόφληση τίτλων πληρωμής εις βάρος του Δημοσίου πρέπει να έχουν εκδοθεί και επικυρωθεί από την εκδούσα το πρωτότυπο αρχή(άρθρο 2 ΝΔ 3342/1955).
 

[6] Άρ. 53 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

 
 Μεταφράσεις των εν τη ξένη γλώσση συντεταγμένων εγγράφων, γενόμεναι υπό Δικηγόρου, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπ` όψιν, εφ` όσον συνοδεύονται υπό του μεταφρασθέντος εγγράφου, φέροντος επ` αυτού χρονολογημένην και ενυπόγραφον του μεταφράσαντος δικηγόρου βεβαίωσιν, 
 ότι η μετάφρασις αφορά αυτό τούτο το έγγραφον. Αι μεταφράσεις ισχύουν ως τα αντίγραφα κατά το άρθρον 52.

[7] Αρθρο 54 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

 
1. Ο παρ` Ειρηνοδικείω ειδικώς τοποθετημένος Δικηγόρος δικαιούται να  παρίσταται και ενεργή τας διαδικαστικάς πράξεις μόνον ενώπιον του Ειρηνοδικείου τούτου. Υπαρχόντων τεσσάρων τουλάχιστον τοιούτων Δικηγόρων, ούτε Δικηγόρος παρά τω Πρωτοδικείω της αυτής περιφερείας, ούτε δικολάβος δύναται ν` ασκήση το λειτούργημά του παρά τω Ειρηνοδικείω τούτω.
 
2. Ο παρά Πρωτοδικείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας. Κατ` εξαίρεση, Δικηγόρος παρά Πρωτοδικείω δικαιούται να συμπαρίσταται και ενώπιον Εφετείου με Δικηγόρο παρ` Εφετείω, κατά τη συζήτηση εφέσεως κατ` αποφάσεως Πρωτοδικείου, στη συζήτηση ενώπιον του οποίου έλαβε μέρος. Επίσης, Δικηγόρος 
παρά Πρωτοδικείω, εφόσον έχει δεκαετή δικηγορική υπηρεσία, δικαιούται να παρίσταται ενώπιον Εφετείου κατά τη συζήτηση εφέσεως κατ` αποφάσεως Πρωτοδικείου, στη συζήτηση ενώπιον του οποίου έλαβε μέρος.
 
 3. Ο παρ` Εφετείω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων και Εφετείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και ενώπιον όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας.
 
 4. Ο παρ` Αρείω Πάγω Δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να διενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, καθώς και ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων και Εφετείων, πολιτικών και διοικητικών, και όλων των Ειρηνοδικείων της Χώρας.
 
*** Οι παράγραφοι 2 έως και 4  αντικαταστάθηκαν ως άνω με την παρ.2 άρθρου 8 Ν.3919/2011,ΦΕΚ Α 32/2.3.2011.`Εναρξη ισχύος, σύμφωνα με το  άρθρο 10 παρ.2 του νόμου αυτού, από 3.7.2011.
 
     
 5. Δικηγόροι διωρισμένοι εις την  περιφερείαν  του  Πρωτοδικείου Πειραιώς δικαιούνται να παρίστανται και ενεργώσι τας σχετικάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον των εν Αθήναις Δικαστηρίων εφ` όσον έχουσι τα κατά το άρθρον 36 παρ. 2 νόμιμα προσόντα, οι δε Δικηγόροι 
οι διωρισμένοι παρά τη περιφερεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαιούνται επίσης να παρίστανται και να ενεργώσι τας αυτάς διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον των Δικαστηρίων Πειραιώς.
                                                        
6. Δικηγόρος διωρισμένος παρά Πρωτοδικείω το οποίον δεν εδρεύει εις
την έδραν Εφετείου, προαχθείς εις δικηγόρον παρ` εφέταις δύναται να
παρίσταται ενώπιον του Εφετείου, παρ` ω προήχθη και διά πάσαν
ανατιθεμένην εις τούτον πολιτικήν υπόθεσιν.
 
*** Οι παράγραφοι 5,6 και 8 ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ από 3.7.2011
    με την παρ.3 άρθρου 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ.2
    Ν.3919/2011,ΦΕΚ Α 32/2.3.2011. 
 
7. Δικηγόρος παρ` Εφετείω δικαιούται, εφόσον ασκεί το λειτούργημα για δέκα (10) έτη από τα οποία έξι παρ` Εφετείω, να συμπαρίσταται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, με δικηγόρο παρ` Αρείω Πάγω, επί αναιρέσεως κατ` αποφάσεως η οποία εκδόθηκε σε υπόθεση, την οποία χειρίσθηκε πρωτοδίκως ή κατ` έφεση.
 
*** Η παρ.7 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.2 άρθρου 8
    Ν.3919/2011,ΦΕΚ Α 32/2.3.2011.`Εναρξη ισχύος, σύμφωνα με το 
    άρθρο 10 παρ.2 του νόμου αυτού, από 3.7.2011.
 
 8. Δικηγόροι μη έχοντες την ιδιότητα μέλους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών  και  Πειραιώς, προαγόμενο παρ` Αρείω Πάγω, παρίστανται ενώπιον του Αρείου Πάγου και ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας πάντοτε μετά δικηγόρου μέλους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και Πειραιώς και μόνον επί αναιρέσεων κατ`  αποφάσεων  εκδοθεισών επί υποθέσεων τας οποίας ούτοι εχειρίσθησαν πρωτοδίκως ή κατ` έφεσιν.
   
*** Η παρ.8 προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν.950/1979 (Α 165). Με τις αποφάσεις όμως 418/1992 ΕΣ (Ολομ) 196/1984 ΣτΕ (Ολομ) η ανωτέρω διάταξη κρίθηκε ως αντισυνταγματική.
           
*** Οι παράγραφοι 5,6 και 8 ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ από 3.7.2011 με την παρ.3 άρθρου 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ.2 Ν.3919/2011,ΦΕΚ Α 32/2.3.2011. 
 
*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Περί της ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ της διάταξης του άρθρου 44 και 54 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος βλέπε σχετικά στην υπ` αριθμ. 592/2009 απόφαση ΣΤΕ.
 

Άρθρο 55 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

 
1. Οσάκις κατώτερον δικαστήριον ή δικαστής ενεργεί ως Εισηγητής επί εκκρεμούς υποθέσεως ενώπιον ανωτέρου δικαστηρίου, δικαιούται εις ενέργειαν των σχετικών διαδικαστικών πράξεων και παραστάσεων, ο Δικηγόρος ο διατελών παρά τω εντεταλμένω δικαστηρίω ή δικαστή.
 
2. Δικηγόρος παρά κατωτέρω Δικαστηρίω δύναται να υπογράφη και καταθέτει δικόγραφα ενδίκων μέσων απευθυνομένων ενώπιον ανωτέρου δικαστηρίου.
 
 *** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Περί της ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ της διάταξης της παρ.2 του άρθρου 55 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος βλέπε σχετικά στην υπ` αριθμ. 592/2009 απόφαση ΣΤΕ.
 
3. Διά τον καθορισμόν των ανωτέρω εν παρ. 1 ενεργειών και δικαστικών    πράξεων α) το Πρωτοδικείον Πειραιώς θεωρείται περιλαμβανόμενον και εν την έδρα του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Αθηνών β) το Ειρηνοδικείον και Πταισματοδικείον Πειραιώς θεωρούνται περιλαμβανόμενα και εν τη έδρα του Πρωτοδικείου Αθηνών γ) το Ειρηνοδικείον και Πταισματοδικείον Άργους και εν τη έδρα του Εφετείου και Πρωτοδικείου Ναυπλίου, δ) το Ειρηνοδικείον και Πταισματοδικείον Αιγίου και εν τη έδρα του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πατρών, ε) το Ειρηνοδικείον Μεγαλοπόλεως και εν τη έδρα του Πρωτοδικείου Τριπόλεως, στ) το Ειρηνοδικείου Τυρνάβου και εν τη έδρα του Εφετείου και Πρωτοδικείου Λαρίσης ζ) το Ειρηνοδικείον `Ηλιδος και εν τη έδρα του Πρωτοδικείου  Αμαλιάδος, η) το Ειρηνοδικείον Παμίσου και Οιχαλίας και εν τη έδρα του Πρωτοδικείου Καλαμών και θ) το Ειρηνοδικείον Ληξουρίου και εν τη έδρα του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.
 
 

[8] Άρ.56 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

 
Σε ποινικές υποθέσεις και ενώπιον κάθε ποινικού δικαστηρίου, πλην του 
Αρείου Πάγου δικάζοντος ως ακυρωτικού, δύναται να παρίσταται και να 
διενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις κάθε δικηγόρος. Ο παρ` Αρείω Πάγω δικηγόρος δύναται να παρίσταται και να διενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των ποινικών δικαστηρίων.
 
*** Το άρθρο 56 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.2 άρθρου 8
Ν.3919/2011,ΦΕΚ Α 32/2.3.2011.`Εναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 του νόμου αυτού, από 3.7.2011.
 
 

[9] Αρθρον 62 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

 
1. Αποβάλλει αυτοδικαίως την ιδιότητα του Δικηγόρου ο διατελών εις πάσαν έμμισθον υπηρεσίαν Δημοσίαν (Πολιτικήν ή Στρατιωτικήν Δημοτικήν  ή  Κοινοτικήν) ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και διαγράφεται του εις ο είναι εγγεγραμμένος μητρώου εφαρμοζομένης της παραγράφου 3 του άρθρου 80.
 
  
2. Δεν αποβάλλουν την ιδιότητα του Δικηγόρου α) οι Βουλευταί, οι Υπουργοί, οι Υφυπουργοί, οι Γεν. Γραμματείς των Υπουργείων, των Γεν. Διοικήσεων και της Βουλής, των Νομαρχιών, των Δήμων, και της Ενώσεως των  Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδος, οι Νομάρχαι, Δήμαρχοι, Δημαρχιακοί Πάρεδροι, Πρόεδροι Κοινοτήτων, οι διοριζόμενοι εις μετακλητάς θέσεις εν τοις ιδιαιτέροις γραφείοις Υπουργών ή Υφυπουργών ως και οι διευθύνοντες Νομικά Πρόσωπα Δημ. Δικαίου, εφ` όσον αι θέσεις των τελευταίων τούτων είναι μετακληταί ή επι θητεία και εφόσον διορίζονται κατόπιν διορίζονται κατόπιν αδείας του Συμβουλίου του αρμοδίου Συλλόγου, β) οι τακτικοί Καθηγηταί των Πανεπιστημίων και ανωτέρων Δημοσίων Σχολών, Οικονομικών, Εμπορικών, και Γεωργικών, κατέχοντες έδραν Νομικών ή Πολιτικών Επιστημών, γ) οι έκτακτοι Καθηγηταί και Υφηγηταί των Πανεπιστημίων κατέχοντες έδραν Νομικών ή  Πολιτικών Επιστημών.
*** Η περ. δ) (που περιελάμβανε τους  δημοσιογράφους)  Καταργήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 27 του Ν. 1366/1983 (Α 81).
 
ε) ο καλούμενος προς εκπλήρωσιν στρατιωτικής υποχρεώσεως,
 
στ) ο παρέχων τας υπηρεσίας του εις Δήμον ή Κοινότητα ή Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, ως Δικαστικός ή Νομικός Σύμβουλος ή Δικηγόρος,   
 
ζ)" Οι παρέχοντες επ` αμοιβή τας υπηρεσίας αυτών προς Δικηγορικόν Σύλλογον, Ταμείον Προνοίας αυτού," Συμβολαιογραφικόν Σύλλογον" ,το Ταμείον Νομικών και ως βοηθοί εις σπουδαστήριον ή έδραν των Νομικών Σχολών των ημεδαπών Πανεπιστημίων εις έδραν ή σπουδαστήριον νομικών  ή οικονομικών μαθημάτων Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ως και οι υπηρετούντες είς επιστημονικήν θέσιν του παρά τη Ακαδημία Αθηνών αρχείου της ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου ή της παρ` αυτή Υπηρεσίας συλλογής και συστηματικής κατατάξεως των Ιερών Κανόνων" ή παρά τη Κεντρική Υπηρεσία ταύτης"
 
***Η εντός " " περ.ζ), η οποία προστέθηκε με το ΝΔ 4545/1966 (Α 190) αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 9 του Ν. 264/1976 (ΦΕΚ Α 41),
η δε φράση " ή παρά τη Κεντρική Υπηρεσία ταύτης", προστέθηκε 
στην περίπτωση ζ) με το άρθρο 9 του Ν. 950/1979 (Α 165).
 
***Οι λέξεις "Συμβολαιογραφικόν Σύλλογον" προστέθηκαν στην περ.ζ) με την παρ.2 του άρθρου 6  Ν.1390/1983 (Α 117) και  
 
η) οι στενογράφοι της Βουλής.    
 
"Θ. Οι ευρωβουλευτές, οι καθηγητές πρώτης βαθμίδας, οι αναπληρωτές, επίκουροι καθηγητές λέκτορες και ειδικοί επιστήμονες όλων των σχολών των πανεπιστημίων και των άλλων ανώτατων σχολών, εφ` όσον διδάσκουν  μαθήματα νομικών και πολιτικών επιστημών καθώς και οι νόμιμοι ή με σύμβαση καθηγητές νομικών και πολιτικών επιστημών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης".
 
***Η περ.Θ προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν.1868/1989 (Α 230).
 
3. Οι Δικηγόροι Υπουργοί, Υφυπουργοί, Γενικοί Γραμματείς των  Υπουργείων, των Γενικών Διοικήσεων και της Βουλής, των Νομαρχιών, των  Δήμων και της Ενώσεως των Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδος, οι Νομάρχαι, Δήμαρχοι, Δημαρχιακοί Πάρεδροι, Πρόεδροι Κοινοτήτων, και οι 
κατά τ` ανωτέρω κατέχοντες μετακλητάς ή επί θητεία θέσεις διευθυντού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, ή παρ` Υπουργικοίς γραφείοις , ως και οι παρέχοντες επ` αμοιβή  τας υπηρεσίας των εις το Ταμείον Συντάξεων Νομικών εφ' όσον κατέχουσι τ` ανωτέρω αξιώματα τελούσιν εν αναστολή του λειτουργήματος του Δικηγόρου και δεν δύναται  ν`  ασκώσι τούτο αμέσως ή εμμέσως διά βοηθών ή συνεργατών ουδέ να παρίσταται ενώπιον των Δικαστηρίων ή των αρχών, να λαμβάνωσι μέρος εις εξώδικους  πράξεις και να παρέχωσι γνωμοδοτήσεις ή συμβουλάς. 
 
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Με το άρθρο 3 του Ν. 4507/1966 οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 εδάφιο α` επεκτάθηκαν και σε άλλες κατηγορίες δικηγόρων. 
 
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Η ιδιότητα ή το αξίωμα του Δημάρχου, του Προέδρου
Κοινότητας, του Προέδρου του συμβουλίου δημοτικού διαμερίσματος
κ.λπ. δεν αποτελεί ασυμβίβαστο ή λόγο αναστολής του δικηγορικού
λειτουργήματος (άρθρ. 6 παρ. 2 Ν.1270/1982 Α 93).
 
"Οι τακτικοί, έκτακτοι και επικουρικοί Καθηγηταί των Πανεπιστημίων και των ανωτάτων Δημοσίων Σχολών τελούσιν εν μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος, επιτρέπεται δε εις αυτούς να εκδίδωσιν γνωμοδοτήσεις και οι μεν ανήκοντες εις τους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Πειραιώς να παρίστανται ενώπιον του Αρείου Πάγου, Συμβουλίου Επικρατείας, Ανωθεωρητικού Δικαστηρίου και του Εφετείου Αθηνών, οι δε λοιποί να παρίστανται ενώπιον του Εφετείου εις την περιφέρειαν του οποίου περιλαμβάνεται ο Δικηγορικός Σύλλογος, ούτινος  τυγχάνουν μέλη, εφ` όσον έχουσιν άπαντες ούτοι τα κατά το άρθρον 35 του παρόντος, ως τούτο ισχύει νυν, προσόντα".
  
***Το εντός " " δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 42 του Ν.184/1975 (ΦΕΚ Α 210).
   
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά την παρ. 3 του άρθρου 21 του Ν. 4507/1966 (Α 71):
"  Η αληθής έννοια του άρθρου 62 παρ. 3 του Κώδικος Δικηγόρων είναι ότι: 
" Δικηγόροι υπηρετούντες εις τα γραφεία του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ως μισθωτοί κατ` ουδεμίαν περίπτωσιν δύναται να υπαχθώσι εις την ασφάλισιν του ΙΚΑ δια μόνην την άνω απασχόλησίν των. Πάσα αντίθετη πράξη του ΙΚΑ καταλογισμού εισφορών καταργείται".
 
( "Οι έμμισθοι βοηθοί και επιμεληταί εις σπουδαστήριον ή έδραν της
Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης δεν δύναται να παρίστανται και ενεργούν διαδικαστικάς πράξεις ενώπιον των δικαστηρίων της περιφερείας του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης πλην μόνον ενώπιον του Εφετείου Θράκης, και εφ`όσον έχουν τα κατά τας διατάξεις του παρόντος
απαιτούμενα προς τούτο προσόντα").
 
 ***Το τελευταίο εδάφιο της παρ.3 του άρθρου 62  το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α` 300),Καταργήθηκε από την παρ.2 του άρθρου 16 του ν.1868/1989(ΦΕΚ Α`230)
           
 *** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 8 παρ.1 ΝΔ 4272/1962 (Α 188):
" Αι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 62 του Ν.Δ. 3026/54 "περί του Κώδικος των δικηγόρων" έχουν εφαρμογήν, από του 
 χρόνου της ισχύος αυτών, προκειμένου περί πάντων των, κατά το εδαφ. δ` του άρθρου 101 του Συντάγματος, εξαιρουμένων της μονιμότητος  δημοσίων λειτουργών".
 
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρον 8 παρ.2 του ΝΔ 4272/1962 (Α 188):
     " Εις  τας  εν  παραγράφοις  2  και  3  του  άρθρου 62 του Κώδικος περιλαμβανομένας περιπτώσεις προστίθενται και οι κατά  το άρθρον  150 του  Ν. 1726/1951 "περί καταστάσεως των Δημοσίων Υπαλλήλων" ιδιαίτεροι γραμματείς των αναφερομένων Δήμων".
 
 ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 10 του Ν. 264/1976 (ΦΕΚ Α 41): "Αι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 εδ. α` του άρθρου 62 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων", ως αύται συνεπληρώθησαν μεταγενεστέρως, έχουν εφαρμογήν και δια τους δικηγόρους,οι οποίοι διευθύνουν επί θητεία Ιδρύματα και Οργανισμούς τελούντας υπό τον έλεγχον και την εποπτείαν του Κράτους."
 
"Δικηγόροι που έχουν εκλεγεί βουλευτές ευρωβουλευτές δεν επιτρέπεται να παρίστανται κατά  τη  διάρκεια  της  θητείας  τους  σε υποθέσεις  ναρκωτικών κατά την προδικασία και ενώπιον των δικαστηρίων. Η απαγόρευση παράστασης στις άνω υποθέσεις δεν  αποτελεί ούτε μερική αναστολή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος. Η απαγόρευση δεν ισχύει αν πρόκειται για υποθέσεις των ιδίων, των συζύγων τους ή συγγενών τους εξ αίματος ή αγχιστείας μέχρι το δεύτερο βαθμό.
Δικηγόροι που απασχολούνται με οποιαδήποτε  σχέση  εργασίας  στα όργανα της Ευρωπαϊκής `Ενωσης, καθώς και σε όλους τους Διεθνείς Οργανισμούς, των οποίων είναι μέλος η Ελλάδα, τελούν σε αναστολή του λειτουργήματός τους"
  
***Τα άνω εδάφια προστέθηκαν από το εδάφ. α` παρ.20 άρθρ.16 Ν.2298/1995 (Α 62),σύμφωνα δε με τα εδάφια β `και γ` της ιδίας παραγράφου:
 β) Η διάταξη του εδαφίου α` ισχύει αναδρομικώς, αφότου ίσχυσε το άρθρο 47 του ν. 2172/1993.
 γ)  Η διάταξη του άρθρου 47 του ν. 2172/1993 καταργείται, αφότου ίσχυσε.
 
4. Δικηγόρος παρ` ω επήλθε περίπτωσις αποβολής της ιδιότητος κατά τα εν  παρ. 1 μη δηλών τούτο αμελλητί προς τον παρ` ω είναι εγγεγραμμένος Σύλλογον, τιμωρείται διά της ποινής του άρθρου 175 του Ποιν. Κώδικος.
 
"6. Οι διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 του ν.1640/1986 του 
 άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 3 του ν. 1791 /1988 και του άρθρου 21 του  ν. 723/1977, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στα παραπάνω, καταργούνται".
 
 ***Η παρ. 6  προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 16 του Ν.1868/1989
 (Α 230).
 
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Το άρθρο 74 του Ν.2121/1993 (ΦΕΚ Α 25) ορίζει ότι:
 "Δεν είναι ασυμβίβαστες προς το δικηγορικό λειτούργημα, και δεν
συνεπάγονται έκπτωση ή διαγραφή από τα μητρώα του οικείου Δικηγορικού
Συλλόγου, οι ιδιότητες του διευθύνοντος συμβούλου, του γενικού διευθυντή, του διαχειριστή, του προέδρου ή του αντιπροέδρου των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα."
 

Αρθρον 63 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

 
 
1. Είναι ασυμβίβαστος προς το λειτούργημα του Δικηγόρου η άσκησις ετέρας επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και ιδία μεσιτείας ως και πάσα  εν  γένει  εργασία, υπηρεσία ή απασχόλησις απάδουσα εις την αξιοπρέπειαν ή  ανεξαρτησίαν αυτού.
 
2. Είναι ασυμβίβαστα προς το Δικηγορικόν Λειτούργημα τα έργα Διοικητού, Διαχειριστού ή εκπροσώπου παρ` οιαδήποτε ανωνύμω ή άλλη εταιρεία εμπορικής ή πιστωτικής μορφής. Δεν θεωρείται ασυμβίβαστος η θέσις του Προέδρου ή μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου Ανωνύμου Εταιρείας ή Οικονομικού Συμβουλίου Ανωνύμου Εταιρείας ή Οικονομικού Συμβούλου αυτή (εν τη τελευταία περιπτώσει όμως κατόπιν αδείας του Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου).
 
 3. Είναι ασυμβίβαστος προς το Δικηγορικόν Λειτούργημα πάσα έμμισθος υπηρεσία παρά φυσικώ ή νομικώ προσώπω.
 "Η άσκηση  από δικηγόρο  δημοσιογραφικής  εργασίας δεν  είναι
ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα ,ούτε συνεπάγεται 
έκπτωση ή διαγραφή του δικηγόρου από τα μητρώα του οικείου
δικηγορικού συλλόγου".
 
*** Το εντός " " δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.1 του άρθρου 27 του Ν. 1366/1983 (Α 81).
 
  4. Κατ`  εξαίρεσιν επιτρέπεται εις τον Δικηγόρον α) η επι παγία 
 ετησία ή μηνιαία αμοιβή παροχή  καθαρώς  νομικών  εργασιών  είτε  ως 
 Δικαστικού  ή  Νομικού  Συμβούλου είς ως Δικηγόρου και β) η διδασκαλία μαθημάτων νομικών ή πολιτικών επιστημών.
 
  5. Απαγορεύεται  η  συμφωνία  περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία  περιοδική  αμοιβή  υπό  προθεσμίαν. Τοιαύτη υπό προθεσμίαν σύμβασις και προ του Κώδικος γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου.  
Πάσα σύμβασις αορίστου χρόνου λύεται 1) διά του θανάτου ή απαγορεύσεως του εντολοδόχου, 2) διά της διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας ή της πτωχεύσεως αυτής, 3) διά του θανάτου, απαγορεύσεως ή πτωχεύσεως του εντολέως και "4)διά καταγγελίας παρά του εντολέως ή διά καταγγελίας παρά του εντολοδόχου. Εις περίπτωσιν καθ`ην διά το προσωπικόν του εντολέως ισχύει Κανονισμός προβλέπων μόνιμον υπηρεσίαν τούτου, η παρά του εντολέως καταγγελία δύναται να γίνη μόνον δια σπουδαίον λόγον. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και κοινοποιείται προς τον εντολοδόχον ή τον εντολέα".
 
 ***Η περ.4 της παρ.5 του άρθρου 63 αντικαταστάθηκε ως άνω 
    με το άρθρο 22 του Ν. 723/1977 (ΦΕΚ Α` 300).
    
  6.(7)  Συντρεχούσης περιπτώσεις ασυμβιβάστου τινός εκ των εν παρ. 1, 2 και 3 αναφερομένων ο Δικηγόρος οφείλει να παύση ασκών το λειτούργημα και  δηλώση τούτο αμελλητί εις τον δικηγορικόν Σύλλογον προς διαγραφήν αυτού εκ του μητρώου.  Ο παραλείπων την δήλωσιν τιμωρείται πειθαρχικώς δια προσωρίνής παύσεως.  Εαν μετά την τοιαύτην  πειθαρχικήν  ποινήν  ο  Δικηγόρος   εξακολουθή   ασκών   ασυμβίβαστον  έργον,  τιμωρείται  δι` οριστικής παύσεως.
 *** Η αρχική παρ.6 Καταργήθηκε και η παρ.7 έλαβε τον αριθμό 6 με την περ. α`της παρ.1 του άρθρου  του Ν. 1093/1980 (Α 270).
     
 ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Το άρθρο 74 του Ν.2121/1993 (ΦΕΚ Α 25) ορίζει ότι:
"Δεν είναι ασυμβίβαστες προς το δικηγορικό λειτούργημα, και δεν συνεπάγονται έκπτωση ή διαγραφή από τα μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, οι ιδιότητες του διευθύνοντος συμβούλου, του γενικού διευθυντή, του διαχειριστή,του προέδρου ή του αντιπροέδρου των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα."
 
 *** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Με το άρθρο 18 Ν.2730/1999,ΦΕΚ Α 130 ορίζεται ότι: "Επιτρέπεται η πρόσληψη, από την Εταιρεία "Αθήνα 2004" και την
εταιρεία του άρθρου 17 του παρόντος, νομικού συμβούλου και δικηγόρων με εξειδίκευση σε θέματα απαλλοτριώσεων κατά παρέκκλιση των περιοριστικών διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 63 Α του ν.δ. 3026/1954, όπως τροποποιηθέν ισχύει. Οι όροι παροχής των υπηρεσιών του νομικού συμβούλου και των δικηγόρων του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και το ύψος της πάγιας περιοδικής αμοιβής τους καθορίζονται ελεύθερα με τη σύμβαση πρόσληψης που εγκρίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της κατά περίπτωση προσλαμβάνουσας εταιρείας. Εξαιρετικά για την εκπροσώπηση των εταιρειών από τα ανωτέρω πρόσωπα ενώπιον δικαστηρίου, η διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 3026/1954, όπως τροποποιηθέν ισχύει δεν εφαρμόζεται".
 
 

[10] Αρθρο 28.
 
       1.  Ο  εν  τω  μητρώω  του   Συλλόγου   εγγεγαμμένος   Δικηγόρος 
 υποχρεούται καθ` έκαστον έτος μέχρι τέλους Φεβρουαρίου να υποβάλλη εις 
 τον  Σύλλογον,  ούτινος  είναι μέλος, δήλωσιν μη υποκειμένην εις τέλος 
 χαρτοσήμου περιέχουσαν τα εξής στοιχεία : α) το όνομα, επώνυμον, όνομα 
 πατρός, τόπον γεννήσεως, διεύθυνσιν κατοικίας  και  του  γραφείου  του 
 δηλούντος,  β)  βεβαίωσιν  ότι ούτος ασκεί πράγματι το λειτούργημα του 
 Δικηγόρου, διατηρών κατά τα  εν  άρθρω  57  οριζόμενα  ίδιον  γραφείον 
 αυτοτελώς   ή  μετ`  άλλου  Δικηγόρου,  ούτινος  δέον  ν`  αναφέρη  το 
 ονοματεπώνυμον ως και αν παρέχει  τας  υπηρεσίας  του  εις  φυσικόν  ή 
 νομικόν  πρόσωπον  επί παγία αντιμισθία, δηλών και το ονοματεπώνυμον ή 
 την επωνυμίαν του φυσικού ή Νομικού προσώπου  τούτου,  την  διεύθυνσιν 
 αυτών  και  το  ποσόν  της  αντιμισθίας, ως επίσης αν λαμβάνη σύνταξιν 
 τινα, παρά τίνος ταμείου και το ποσόν ταύτης και γ)  βεβαίωσιν  ότι  ο 
 δηλών  δεν  υπάγεται εις τι των εω άρθροις 62, 63 και 80 κωλυμάτων και 
 ασυμβιβάστων.
 
       2. Η δήλωσις δέον  να  υπογράφηται  υπό  δυο  ετέρων  Δικηγόρων, 
 οίτινες,  εφ`  όσον  ο  Σύλλογος  εδρεύει εν τη έδρα Εφετείου, δέον να 
 είναι διωρισμένοι  παρ`  Εφέταις.  Προκειμένου  περί  του  Δικηγορικού 
 Συλλόγου  Αθηνών,  ο  εις  τουλάχιστον  των  υπογραφόντων  δέον  να  η 
 διωρισμένος παρ` Αρείω Πάγω. Τούτων η υπογραφή έχει  την  έννοιαν  της 
 δηλώσεως βεβαιώσεως της αληθείας των εν τη δηλώσει περιεχομένων. Ο διά 
 της  υπογραφής  του βεβαιών τα εν τη δηλώσει οφείλει να έχη ιδίαν περί 
 τούτων αντίληψιν, άλλως τιμωρείται πειθαρχικώς.
 
       3. Η δήλωσις είναι απαράδεκτος, εφ`  όσον  δεν  συνοδεύεται  υπό 
 αντιγράφου  εφ`  απλού  της  αποδείξεως  περί  καταβολής  της  εις τον 
 Δικηγορικόν Σύλλογον οφειλομένης ετησίας του εισφοράς.
 
***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Η διάταξη του άρθρου 28 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος 
κρίθηκε ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ με την υπ` αριθμ. 325/2005 απόφαση ΣτΕ.
 
*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Η διάταξη του άρθρου 28 του παρόντος Κώδικα περί δικηγόρων 
κρίθηκε ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ με την υπ` αριθμ. 593/2003 απόφαση ΣτΕ.
 

[11] " Εκ της κατά της προηγουμένης παράγραφον προκαταβαλλομένης αμοιβής, δύναται ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήση ποσοστόν ταύτης, οριζόμενον δι`αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκδιδομένης μετ` απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, λαμβανομένης δια πλειοψηφίας των 2/3  των μελών αυτού και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.
  
Δια της αυτής ή ετέρας Υπουργικής Αποφάσεως κατά τον αυτόν τρόπον
εκδιδομένης, καθορίζονται τα της συστάσεως ιδίου Λογαριασμού δια την συγκέντρωσιν των παρακρατουμένων ποσοστών, τα της διανομής αυτών εις τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια".

[12] Αρθρο 66 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

 
  1.  Αρμόδιον προς εκδίκασιν των πειθαρχικών παραπτωμάτων είναι το  Πειθαρχικόν Συμβούλιον  του Δικηγορικού  Συλλόγου  εις  ον  ανήκεν  ο  εγκαλούμενος   Δικηγόρος,  καθ`  ον  χρόνον  υπέπεσεν  εις το  δι`  ο  εγκαλείται  παράπτωμα,  ή  του  Δικηγορικού  Συλλόγου  του  τόπου  της  τελέσεως, προτιμωμένου του καταρξαμένου της διώξεως.
 
 2.  Παρ`  οις  Συλλόγοις  το Δικοικητικόν Συμβούλιον σύγκειται εκ  τριών μελών, αρμόδιον είναι το Πειθαρχικόν Συμβούλιουν του Δικηγορικού  Συλλόγου της έδρας του Εφετείου, εάν δε και τούτο ομοίως,  ορίζει  το  Ανώτατον  Πειθαρχικόν  Συμβούλιον  το  Πειθαρχικόν  Συμβούλιον  άλλου Δικηγορικού Συλλόγου.
 
 3.  Προκειμένου  περί  μελών  Διοικητικού  Συμβουλίου  Δικηγορικού  Συλλόγου  όπου  δεν  εδρεύει Εφετείον,  αρμόδιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον  είναι το της έδρας του Εφετείου προκειμένου δε περί μελών  Διοικητικού  Συμβουλίου  Δικηγορικού  Συλλόγου  εν  έδρα Εφετείου αρμόδιον είναι το Πειθαρχικόν Συμβούλιον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και προκειμένου  περί μελών του Διοκητικού Συμβουλίου των Δικηγορικών  Συλλόγων  Αθηνών και Πειραιώς, αρμόδιον είναι το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον.

Αρθρο 67 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

1. Αι περί εξαιρέσεως Δικαστών διατάξεις της πολιτικής Δικονομίας ισχύουσι και διά τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

2. Η περί εξαιρέσεως αίτησις επιδίδεται εις τον Πρόεδρον του Συλλόγου, παρ` ου εισάγεται εις το Συμβούλιον προς εκδίκασιν.

3. Οταν ζητήται η εξαίρεσις ολοκλήρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή τόσων εκ των μελών αυτού, ώστε να μη καθίσταται εφικτή η συγκρότησις Πειθαρχικού Συμβουλίου, η αίτησις υποβάλλεται, αν μεν αφορά εις Σύλλογον εδρεύοντα εν τη έδρα Πρωτοδικείου, εις το Πειθαρχικόν Συμβούλιον του Δικηγορικού Συλλόγου λόγου της έδρας του Εφετείου, αν δε αφορά εις Σύλλογον εδρεύοντα εν τη έδρα Εφετείου, εις το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον. Η αίτησις επιδίδεται εις τον Πρόεδρον του κατά το προηγούμενον εδάφιον αρμοδίου Πειθαρχικού Συμβουλίου παρ` ου ανακοινούται εις το εις ο αύτη αφορά Διοικητικόν Συμβούλιον, ίνα τούτο αναστείλη την ενέργειαν αυτού μέχρις εκδόσεως της επι της αιτήσεως αποφάσεως.

4. Εν περιπτώσει παροδοχής της αιτήσεως, αν δεν υπολείπεται επαρκής αριθμός διά την συγκρότησιν του Πειθαρχικού Συμβουλίου, παραπέμπεται υπόθεσις εις το Πειθαρχικόν Συμβούλιον ετέρου Συλλόγου, παρά του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου οριζομένου.

5. Ο πειθαρχικώς διωκόμενος Δικηγόρος άπαξ μόνον κατά βαθμόν δικαιοδοσίας δύναται να ζητήση εξαίρεσιν μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Αρθρο 68 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

1. Η πειθαρχική εξουσία ασκείται υπό του οικείου Συμβουλίου αυτεπαγγέλτως ή επί εγγράφω ή προφορική αναφορά ή ανακοινώσει Δημοσίας Αρχής ή και επί τη αιτήσει του φερομένου ως πειθαρχικώς διωκτέου.

2. Εντός εξ το βραδύτερον μηνών από της αυτεπαγγέλτου ενάρξεως της πειθαρχικής διώξεως ή της αναφοράς, το πειθαρχικής διώξεως ή της αναφοράς, το πειθαρχικόν Συμβούλιον οφείλει να περατώση την ανάκρισιν και να εκδώση την οριστικήν αυτού απόφασιν, πλην εάν συντρέχωσι περιπτώσεις των άρθρων 65 παρ. 1 και 67 παρ. 3 οπότε το εξάμηνον τούτο άρχεται από της προς τον Πρόεδρον του Συλλόγου γνωστοποιήσεως της αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του Δικαστηρίου.

Αρθρο 69 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

Εάν η δικαστική αρχή επελήφθη ποινικής κατά του Δικηγόρου διώξεως, το Πειθαρχικόν Συμβούλιον δεν κωλύεται να εξετάση την αυτήν πράξιν έχον το εκ του άρθρου 65 παρ. 1 δικαίωμα να αναστείλη κατά την κρίσιν του την πειθαρχικήν δίωξιν μέχρι πέρατος της ποινικής. Η αθωωτική ή καταδικαστική απόφασις του Δικαστηρίου, ως και το απαλλακτικόν βούλευμα, δεν κωλύει το Πειθαρχικόν Συμβούλιον εις την ενέργειαν του, δικαιούμενον να λάβη υπ` όψιν του την σχετικήν ποινικήν δικογραφίαν, ην οφείλει ο αρμόδιος Εισαγγελεύς ν` αποστείλη προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον επί τη αιτήσει του αρμοδίου Εισηγητού.

Άρθρο 70 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

Τας πειθαρχικάς ποινάς του παρόντος νόμου πλήν της προσωρινής και οριστικής παύσεως δύναται να επιβάλλωσι και τα δικαστήρια οσάκις πρόκειται περί πειθαρχικών παραπτωμάτων πραττομένων εν δημοσία συνεδριάσει. Εν τη περιπτώσει ταύτη το Δικαστήριον υποχρεούται να συντάξη περί τούτου έκθεσιν και να παραπέμψη την υπόθεσιν εις το αρμόδιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον "το οποίο μπορεί μόνο να επαυξήσει την ποινή". Εν πάση περιπτώσει μόνον μετά την κοινοποίησιν της αποφάσεως του οικείου πειθαρχικού Συμβουλίου, άρχεται η προθεσμία της εφέσεως.

***Η εντός " " φράση του στο τέλος του δευτέρου εδαφίου αντικαταστάθηκε

ως άνω με το άρθρο 24 παρ. 4 του Ν. 1968/1991 (Α` 150).



Αρθρο 71 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

1. Πειθαρχικά παραπτώματα πραττόμενα ενώπιον εντεταλμένου δικαστού, ή ανακριτού, βεβαιούνται δι` εκθέσεως ήτις αποστέλλεται εις τον οικείον Δικηγορικόν Σύλλογον.

2. Κατά πάσαν περίπτωσιν αι δικαστικαί αρχαί υποχρεούνται ν` ανακοινώσιν εις τον οικείον Δικηγορικόν Σύλλογον παν πειθαρχικόν παράπτωμα Δικηγόρου, ούτινος λαμβάνουσι γνώσιν.

Αρθρο 72 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

1. Αμα τη υποβολή προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον αναφοράς κατά Δικηγόρου ή άμα τη ανακαλύψει οιουδήποτε παραπτώματος, ο Πρόεδρος ή ο νόμιμος αυτού αναπληρωτής, υποχρεούται δίδων τον προσήκοντα χαρακτηρισμόν του παραπτώματος να ορίση εν εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ως Εισηγητήν διά πράξεως καταχωριζομένης εις ειδικόν βιβλίον.

2. Το Διοικητικόν Συμβούλιον του Συλλόγου προβαίνει εις την συγκρότησιν του Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά το άρθρον 239.

3. Ο Εισηγητής ενεργεί πάσαν αναγκαίαν εξέτασιν, δικαιούται να καλή και εξετάζη μάρτυρας ενόρκως ή ανωμοτί, να ζητή έγγραφα παρά πάσης αρχής και Δικαστηρίου, έχων πάντα τα εκ του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας παρεχόμενα τω προανακριτικώ υπαλλήλω δικαιώματα. Τα παρά του Εισηγητού εκδιδόμενα εντάλματα περί βιαίας προσαγωγής απειθούντων μαρτύρων διαβιβάζονται υπ` αυτού απ` ευθείας προς τον αρμόδιον Εισαγγελέα ή προκειμένου περί στρατιωτικών εν γένειπρος τον αρμόδιον Υπουργόν, υποχρεουμένος εις εκτέλεσιν αυτών.

4. Ο Εισηγητής δικαιούται όπως τας εκτός της έδρας του Συλλόγου πράξεις και ενεργείας αναθέτη εις τον αρμόδιον ανακριτήν, Πταισματοδίκην ή Ειρηνοδίκην.

Αρθρο 73 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

1. Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται πριν ή απολογηθή ή κληθή εμπροθέσμως προς απολογίαν ο διωκόμενος Δικηγόρος.

2. Ο Εισηγητής υποχρεούται να συντάσση κατηγορητήριον και να καλή τον διωκόμενον Δικηγόρον διά κλήσεως επιδιδομένης προς αυτόν διά δικαστικού κλητήρος ίνα λάβη γνώσιν του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και απολογηθή εγγράφως. Η προς απολογίαν προθεσμία δεν δύναται να είναι βραχυτέρα των πέντε ημερών από της επιδόσεως της κλήσεως.

3. Μετά την υποβολήν της απολογίας ή την πάροδον της τεταγμένης προθεσμίας εφ` όσον επερατώθη η ανάκρισις ο Εισηγητής ανακοινοί τούτο εις τον Πρόεδρον του Πειθαρχικού Συμβουλίου όστις ορίζει ημέραν και ώραν συνεδριάσεως αυτού. Ο διωκόμενος καλείται διά πράξεως του Προέδρου κοινοποιουμένης αυτώ πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της εκδικάσεως, δικαιούται δε να παραστή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και μετά πληρεξουσίου Δικηγόρου.

4. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον κατά την προσδιορισθείσαν ημέραν δύναται να εξετάζη μάρτυρας κατά την κρίσιν του, μετά την απολογίαν του διωκόμενου ή εν περιπτώσει μη εμφανίσεώς του, μετά την διαπίστωσιν της νομίμου κλητεύσεως αυτού, εκδίδει παραχρήμα την απόφασιν του, δύναται όμως αν κρίνη αναγκαίον, να διατάσση την συμπλήρωσιν του κατηγορητηρίου και της ανακρίσεως. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ο διωκόμενος δέον να καλήται και αύθις κατά τα εν παραγρ. 3 οριζόμενα.

Αρθρο 74 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

Η απόφασις συντάσσεται εγγράφως εντός οκτώ ημερών από της εκδικάσεως και δέον να είναι ητιολογημένη. Επίσης εγγράφως συντάσσονται τα πρακτικά εντός της αυτής προθεσμίας. Η υπάρχουσα τυχόν μειοψηφία δέον να μνημονεύηται μόνον εν τοις πρακτικοίς. Η απόφασις και τα πρακτικά υπογράφονται υπό του Προέδρου και του Γραμματέως του Πειθαρχικού Συμβουλίου και καταχωρούνται εις ειδικόν βιβλίον υπ` αύξοντα αριθμόν.

Αρθρο 75 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

Διά Δικηγόρον μη έχοντα εγγράφως δηλώσει κατά το τελευταίον έτος εις τον Δικηγορικόν Σύλλογον, εις ου την περιφέρειαν διαμένει, την ακριβή διεύθυνσιν της κατοικίας του, ή επί αγνώστου διαμονής, πάσα κοινοποίησις της πειθαρχικής διαδικασίας δύναται να γίνη είτε εις τον Γραμματέα των Πρωτοδικών της περιφερείας του Συλλόγου εις ον ανήκει, είτε εις τον Γραμματέα των Πρωτοδικών της περιφερείας εν η ούτος διαμένει, ως νόμιμον αντίκλητον αυτού. Τα ανωτέρω έχουσιν εφαρμογήν και αν την δίωξιν ενεργή ο Δικηγορικός Σύλλογος της διαμονής ή ασκήσεως της δικηγορίας του διωκομένου.

Αρθρο 76 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

1. Αι υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου επιβαλλόμεναι πειθαρχικαί ποιναί είναι α) επίπληξις, β) πρόστιμον, γ) προσωρινή παύσις από του Δικηγορικού Λειτουργήματος, 8 ημερών μέχρις 6 μηνών και δ) οριστική παύσις.

2. Το ανώτατον και κατώτατον όριον του ποσού του προστίμου καθορίζεται δι` αποφάσεως του Διοκητικού Συμβουλίου εκάστου Δικηγορικού Συλλόγου κατά Ιανουάριον εκάστου έτους. "Εάν η απόφαση αυτή δεν εκδοθεί μέχρι το τέλος Ιανουαρίου εκάστου έτους, το ποσόν του προστίμου ορίζεται σε 10.000 δρχ. το κατώτατο και 200.000 δρχ. το ανώτατο. Με κοινή απόφαση τωνΥπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης αναπροσαρμόζονται τα πιο πάνω ποσά".

***Τα εντός " " εδάφιο στο τέλος της παρ.2 προστέθηκαν με το άρθρο 24 παρ. 5 του Ν. 1968/1991 (Α` 150).

3. Η ποινή της οριστικής παύσεως επιβάλλεται μόνον εάν συντρέχη περίπτωσις εκ των εν άρθρω 81 αναφερομένων.

4. Η επιβάλλουσα ποινήν απόφασις επιδίδεται εντός τριάκοντα ημερών από της εκδόσεώς της εις τον εγκαλούμενον.

Αρθρο 77 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

1. Ο τιμωρηθείς Δικηγόρος δικαιούται εντός 10 ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως να εκκαλέση ταύτην ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

2. Η έφεσις γίνεται ενώπιον του Γραμματέως του Πειθαρχικού Συμβουλίου, του εκδόντος την απόφασιν, δι` εκθέσεως υποχρεούται δε ούτος όπως εντός δεκαημέρου διαβιβάση ταύτην μεθ` όλων των σχετικών εγγράφων εις τον Γραμματέα του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η τε προθεσμία προς έφεσιν και η άσκησις της εφέσεως έχουσιν ανασταλτικήν δύναμιν.


Αρθρο 78 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

1. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον, δικάζον κατά δεύτερον βαθμόν δικαιούται να διατάξη νέαν ανάκρισιν, ενεργουμένην κατά τα εν άρθρ. 67 επόμ., να καλή τον τιμωρηθέντα Δικηγόρον, αν ζητηθή παρά τούτου, πάντοτε δε αν δεν έχη απολογηθή πρωτοβαθμίως, να μεταρρυθμίζη ή και να εξαφανίζη την εκκαλουμένην απόφασιν.

2. Την ενέργειαν των ανακριτικών πράξεων δύναται ο Εισηγητής ν` αναθέση εις Δικαστήν ή Εισαγγελέα.

3. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον αποφασίζει αμετακλήτως εκδίδον την απόφασιν του εντός τριμήνου το βραδύτερον από της εις αυτό εισαγωγής της σχετικής δικογραφίας, η δε απόφασις αυτού διαβιβάζεται προς τον Πρόεδρον του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, οφείλοντα αμελλητί

να κοινοποιήση ταύτην προς τον τιμωρηθέντα. Αίτησις ακυρώσεως κατά των αποφάσεων Πειθαρχικού Συμβουλίου δεν συγχωρείται.

***Η ως άνω διάταξη της παρ.3 του άρθρου 78 κρίθηκε ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ με την

υπ`αριθμ. 5/2007 απόφαση ΑΕΔ και την υπ` αριθμ.189/2007 απόφαση ΣΤΕ (Ολομέλεια) καθώς και την υπ` αριθμ. 1921/2009 απόφαση ΣΤΕ.

Αρθρο 79 Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954.(Α 235) Περί του Κώδικος των δικηγόρων

1. Αι τελεσίδικοι αποφάσεις εκτελούνται υπό του Πρόεδρου του Συλλόγου.

2. Η επίπληξις και το πρόστιμον ανακοινούνται δι` εγγράφου προς τον τιμωρηθέντα παρά του Προέδρου του Συλλόγου. Το πρόστιμον εισπράττεται κατά τον Νόμον περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων και εισάγεται εις το Ταμείον του Συλλόγου. Η μη καταβολή τούτου καθιστά απαράδεκτον την υποβολήν της κατά το άρθρον 28 δηλώσεως του τιμωρηθέντος.

3. Αι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγορικών Συλλόγων αι καταγιγνώσκουσαι οριστικήν παύσιν ή προσωρινήν τουλάχιστον μηνός ή οριστικήν παύσιν, δημοσιεύονται υποχρεωτικώς εν περιλήψει, άμα καταστάται τελεσίδικοι, εις νομικόν περιοδικόν δαπάνη του τιμωρηθέντος εισπραττομένη κατά τον νόμον περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, προσέτι δε διά τοιχοκολλήσεως εις τα γραφεία των Συλλόγων, τας αιθούσας των Δικαστηρίων και το Γραφείον του γραμματέως της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών.

4. Αι λοιπαί αποφάσεις, πλην των επιβαλλουσών την ποινήν της επιπλήξεως, δημοσιεύονται μόνον διά τοιχοκολλήσεως εις τα γραφεία των Συλλόγων. Αι επιβάλλουσαι την προσωρινήν ή οριστικήν παύσιν αποφάσεις, διαβιβάζονται προς τους Εισαγγελείς των Δικαστηρίων, και τους Γραμματείς των Διοικητικών Δικαστηρίων, παρ` οις τελεί ο τιμωρηθείς, ίνα ανακοινωθώσι προς τα οικεία Δικαστήρια. Εντός πέντε ημερών από της εν άρθρω 78 παράγρ. 3 κοινοποιήσεως της τελεσιδίκου αποφάσεως εις τον τιμωρηθέντα Δικηγόρον, δια προσωρινής ή οριστικής παύσεως, οφείλει ούτος να προσέλθη ενώπιον του Γενικού Γραμματέως του Δικηγορικού Συλλόγου και καταθέση το δελτίον ταυτότητός του, συντασσομένης εκθέσεως. Από της συντάξεως της εκθέσεως θεωρείται εκτιομένη η ποινή, εν περιπτώσει δε προσωρινής παύσεως, άμα τη λήξει ταύτης, συντάσσεται έκθεσις περί αποδόσεως του δελτίου εις τον τιμωρηθέντα. Η μη εμπρόθεσμος κατάθεσις του δελτίου του τιμωρηθέντος τιμωρείται διά της ποινής του άρθρου 175 του Ποινικού Κώδικος.

5. Ως προς τους δι` οριστικής παύσεως τιμωρηθέντας Δικηγόρους, τηρείται περαιτέρω η εν άρθρω 82 διαδικασία.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ!


Αριθμός  733/2011
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευθυμία Κοκμοτού, Πρόεδρο Πρωτοδικών την οποία,
όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 14.01.2011 χωρίς τη σύμπραξη
Γραμματέα για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ : (α) της αιτούσας ανώνυμης
εταιρίας με την επωνυμία ................................Εταιρία, που εδρεύει
στην Μαγούλα Αττικής στην λεωφόρο ................και εκπροσωπείται νόμιμα
(ΑΦΜ................. της ΔΟΥ ΦΑΒΕ αρμ.ΑΕ 6055/06/Β/86/133), που
εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φωκίωνα Τσίντο, και (β) των
καθ' ων : (1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία Τράπεζα της
Ελλάδος ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα στην οδό .......... αριθ. .... και
εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο της, (2)
της ανώνυμης τραπεζίκής εταιρίας με την επωνυμία............... της Ελλάδος
ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα στην οδό ...... αριθ. ... και εκπροσωπείται
νόμιμα, που δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο της, (3) της ανώνυμης
τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ....Τράπεζα ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα
στην οδό ........ αριθ. .. και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν εκπροσωπήθηκε
από πληρεξούσιο δικηγόρο της, (4) του νπδδ με την επωνυμία Ταμείο
Παρακαταθηκών και Δανείων, που εδρεύει στην Αθήνα στην οδό ..... αριθ. ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο του,
και (5) του Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των
Οικονομικών, κατοίκου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο
του Σταυρούλα Παπαϊωάννου, Δικαστικού Αντιπροσώπου του Ν.Σ.Κ.

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 22.12.2010 αίτησή της, που
κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης γενικό
226365/2010 και δικογράφου 21866/23.12.2010 και προσδιορίστηκε για τη
δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η αιτούσα παραστάθηκε όπως πιο πάνω
σημειώνεται και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτοί.

Μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Η κατάσχεση στα χέρια της Τράπεζας ως τρίτης έχει ρυθμιστεί ειδικότερα
με τα άρθρα 87-94 του νδ της 17-7/13-8-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί
ανωνύμων εταιρειών», του οποίου η ισχύς διατηρήθηκε με το άρθρο 52 αρ. 3
ΕισΝΚΠολΔ. Συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 982
επ. που ισχύουν άμεσα, όπου υπάρχουν κενά, σύμφωνα με τα άρθρα 42 § 3 και 53
§ του πιο πάνω νδ. Οταν υποβάλλεται καταφατική δήλωση, η Τράπεζα αποκτά
δυνάμει του άρθρου 87 § 1 του πιο πάνω νδ το δικαίωμα, είτε να παρακαταθέσει
τα κατασχεθέντα, απαλλασσόμενη ούτω πάσης ευθύνης και έναντι του κατασχόντος
και έναντι του δικαιούχου, είτε να ζητήσει από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών την
άρση της κατασχέσεως με ή και χωρίς εγγύηση. Αν πρόκειται για την ....... της
....... ΑΕ, η κατάθεση μπορεί να γίνει στην ίδια ή σε ειδικό λογαριασμό
όψεως.

Η ανάληψη από τον κατασχόντα του ποσού, που κατασχέθηκε, γίνεται κατά το
άρθρο 88 του νδ με άδεια του Προέδρου Πρωτοδικών.

Οι διατάξεις των άρθρων 87 και 88 του πιο πάνω νδ έχουν διατηρηθεί σε ισχύ
και δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ, που είναι νεώτερο νομοθέτημα,
γιατί οι γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ δεν μπορούν να καταργήσουν τις ειδικές
του νδ.

Οπου αυτό έχει συμβεί, ορίζεται ρητά στον ΚΠολΔ ή στον ΕισΝΚΠολΔ. Η διάταξη
του άρθρου 88 δεν προσκρούει στο Σύνταγμα, εφόσον δεν εισάγει ανεπίτρεπτη
διάκριση υπέρ της καθ' ης Τράπεζας και δεν θεσπίζει ανεπίτρεπτο εμπόδιο
εκτέλεσης τελεσίδικης απόφασης.

Περαιτέρω στο άρθρο 3 § 2 ΕισΝΚΠολΔ ορίζεται, ότι «2. Στις περιπτώσεις που
διατάξεις του ΑΚ ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ'
αναφορά διαδικασία γενικά του προέδρου πρωτοδικών ..... από την εισαγωγή του
ΚΠολΔ είναι αρμόδιο το μονομελές πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία
των άρθρων 686 επ ΚΠολΔ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά».

Η αιτούσα με την υπό κρίση αίτησή της εκθέτει, ότι με την υπ' αριθ.
12609/2006 οριστική απόφαση του 25ου ΤρΔΠΑ και ήδη τελεσίδικη μετά την έκδοση
της υπ' αριθ. 1872/2008 απόφασης του 50U ΔΕΑ, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'
αριθ. 3353/2008 απόφαση του ιδίου, το ανωτέρω 5° καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο
υποχρεώθηκε σε αποζημίωση εκ του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ της αιτούσας ποσού €
284.481,81, το οποίο αναγνωρίσθηκε ότι της οφείλεται νομιμοτόκως από
10.06.2002 μέχρι την εξόφληση.

Λόγω της μη εξόφλησης της αιτούσας από την άνω αιτία, εξεδόθη κατόπιν
σχετικής αίτησής της η υπ' αριθ. 20514/2009 δ/γή πληρωμής του Δικαστή του
ΜΠρΑΘ, δυνάμει της οποίας διατάσσεται το 5° καθ' ου να της καταβάλει το άνω
ποσό νομιμοτόκως κατά τα άνω πλέον € 4.836,00 για δικαστική δαπάνη. Η άνω
δ/γή πληρωμής περιελήφθη τον εκτελεστήριο τύπο με την έκδοση του υπ' αριθ.
20419/2009 α' απογράφου, αντίγραφο του οποίου με κάτωθι τούτου καταχωρισμένη
την από 20.05.2010 επιταγή προς πληρωμή και εκουσία συμμόρφωση επιδόθηκε από
την αιτούσα στο 5° καθ' ου, ως αποδεικνύεται από τις υπ' αριθ. 6625Γ &
6624Γ/25.5.2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο
Αθηνών Δημήτρη Καρακωστή.

Κατά της ως άνω εναρκτήριας πράξης εκτέλεσης το 5° καθ' ου άσκησε ενώπιον του
ΜΠρΑΘ την υπ' αριθ. κατ. 6411/28.05.2010 ανακοπή του (αρθρ. 933 ΚΠολΔ), η
οποία συζητείται ενώπιον του ΜΠρΑΘ κατά την τακτική διαδικασία την 19.03.2013
(αριθ. πιν. Γ4-13), και συναφώς την υπ' αριθ. 8323/28.05.2010 αίτηση
αναστολής του (αρθρ. 938 ΚΠολΔ), η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της
21.07.2010 και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7373/22.09.2010 απόφαση του
ΜΠρΑΘ (ασφ), η οποία απέρριψε όλους τους λόγους της αναστολής-ανακοπής επί
της ουσίας πιθανολογώντας ότι δεν Θα ευδοκιμήσουν.

Αντίγραφο της άνω απόφασης επιδόθηκε στο 5° καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο την
27.09.2010, ως αποδεικνύεται από τις υπ' αριθ. 7086γ/27.09.2010 &
7086γ/27.09.2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο
Αθηνών Δημήτρη Καρακωστή, προς γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες,
καλούμενο άμα στην άμεση συμμόρφωση του προς το διατακτικό της άνω δ/γής
πληρωμής και της από 20.05.2010 επιταγής προς πληρωμή, άλλως θα συνεχίζονταν
η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη των επιτασσόμενων
προς πληρωμή χρηματικών ποσών.

Στην συνέχεια η αιτούσα, επειδή το 5° καθ' ου δεν της κατέβαλε τα κατά
τα άνω οφειλόμενα ποσά, δυνάμει του από 04.10.2010 Κατασχετηρίου της επέβαλε
εις χείρας της 1ης, 2ης & 3ης των καθ' ων Τραπεζών αναγκαστική κατάσχεση εις
χείρας τους ως τρίτων επί των απαιτήσεων του 5ου καθ' ου κατ' αυτών από
οποιαδήποτε αιτία ληξιπρόθεσμη, μελλοντική κ.λπ. ποσού ανερχόμενου σε €
554.100,85 συνολικά, αναλυόμενου σε : (α) επιδικασθέν κεφάλαιο € 284.481,81,
(β) νομίμους τόκους υπερημερίας από 11.06.2002 μέχρι 30.09.2010 € 246.098,01,
(γ) επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη € 4.836,00, (δ) έξοδα απογράφου €
18.597,60, δύο αντιγράφων € 1,00, σύνταξη από 20.05.2010 επιταγής € 16,43
και επίδοση αυτής € 70,00 €, άπαντα δε τα άνω κονδύλια, πλην του κονδυλίου
των τόκων, νομιμοτόκως μέχρις εξοφλήσεως.

Το άνω κατασχετήριο επιδόθηκε νόμιμα προς τις 1η, 2η & 3η των καθ' ων
Τράπεζες και προς το 5ο καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο, ως αποδεικνύεται από τις
υπ' αριθ. 7117γ/06.10.2010, 7109γ/05.10.2010, 7114γ/05.10.2010 και
7126γ/07.10.2010 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή
αντίστοιχα.

Οι ενλόγω Τράπεζες προέβησαν κατ' άρθρο 985 ΚΠολΔ στις εμπρόθεσμες υπ'
αριθ. 29696/14.10.2010, 29587/13.10.2010 και 29377/13.10.2010 Δηλώσεις Τρίτου
αντίστοιχα ενώπιον του κ. Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες είναι θετικές και
αναφέρουν επί λέξει : (α) η 1η καθ' ης Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, ότι «.... το
υπόλοιπο του λογαριασμού του καθ' ου η κατάσχεση Ελληνικού Δημοσίου που
τηρείται στην εν λόγω Τράπεζα καλύπτει το ποσό της κατασχεθείσης απαίτησης
και το οποίο δεσμεύθηκε και μετά την προσκόμιση στην Τράπεζα υπό της άνω
κατασχούσης των απαιτουμένων από το Νόμο δικαιολογητικών, θα κατατεθεί στο
Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατ' άρθρο 87 του νδ 17-7/13-8-1923, από το
οποίο θα αποδοθεί, κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 88 του άνω διατάγματος», (β) η 2η καθ' ης
............ΑΕ, ότι «.... το καθ' ου η κατάσχεση διαθέτει απαιτήσεις σε βάρος
της Τράπεζας, .... οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις καταθέσεων που έχουν
καταρτισθεί μεταξύ του καθ' ου η κατάσχεση και της Τράπεζας.

Στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων τηρείται στο κατάστημα Κεντρικό -040-
λογαριασμός καταθέσεων με υπόλοιπο και δεσμευθέν € 1.056,21, ενώ μελλοντικά
δεσμεύτηκαν € 553.044,64», και (γ) η 3η καθ' ης .............. ΑΕ, ότι «....
στο Κατάστημα Κεντρικό με κωδικό αριθμό (101) υφίσταται απαίτηση από έναν
λογαριασμό καταθέσεων, με δικαιούχο το καθ' ου η κατάσχεση, ποσού ΕΥΡΩ
554.100,85, η οποία απαίτηση και δεσμεύθηκε.... το ως άνω κατασχεθέν ποσό θα
κατατεθεί, μετά την προσκόμιση στην Τράπεζα από την ως άνω κατασχούσα (δηλ.
την εταιρία μας) των απαιτουμένων από το Νόμο δικαιολογητικών, στο ΤΑΜΕΙΟ
ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ, κατ' άρθρο 87 του νδ 17-7/13-9-1923, από το οποίο
θα αποδοθεί, κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,
σύμφωνα με το άρθρο 88 του ανωτέρω διατάγματος».

Απασες οι άνω Τράπεζες δήλωσαν επίσης ότι κατά του Ελληνικού Δημοσίου
δεν έχουν επιβληθεί εις χείρας τους έτερες κατασχέσεις για ετέρες οφειλές
του.

Κατά της άνω πράξης εκτέλεσης το 5° καθ' ου άσκησε ενώπιον του ΜΠρΑθ
κατά της αιτούσας, του άνω από 04.10.2010 Κατασχετηρίου της και πάντων των
αναφερόμενων σ' αυτό Τραπεζών την από 12.10.2010 και υπ' αριθ. κατ. γενικού
178738/2010 και δικογράφου 11766/13.10.2010 ανακοπή του (αρθρ. 933 ΚΠολΔ), η
οποία συζητείται ενώπιον του ΜΠρΑΘ κατά την τακτική διαδικασία την 26.11.2013
(αριθ. πιν. Γ5-7), και συναφώς την υπ' αριθ. κατ. γενικού 178831/2010 και
δικογράφου 16974/14.10.2010 αίτηση αναστολής του (αρθρ. 938 ΚΠολΔ).

Με την προμνησθείσα αίτηση αναστολής και για τους λόγους που αναφέρονται σ'
αυτήν το Ελληνικό Δημόσιο εζήτησε -μεταξύ των άλλων και- την χορήγηση
Προσωρινής Διαταγής, με την οποία να απαγορεύεται στις άνω Τράπεζες να
προβούν στην δέσμευση του κατασχεθέντος ποσού, άλλως να διαταχθεί η
αποδέσμευση του και σε κάθε περίπτωση να μην καταβάλλουν στην αιτούσα μέχρι
την έκδοση απόφασης επί της ως άνω αίτησης του (αναστολής).
Η ενλόγω Προσωρινή Διαταγή συζητήθηκε ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών
την 24.11.2010 και ώρα 10:15 και απορρίφθηκε χωρίς όρους, ενώ συγχρόνως
ορίσθηκε δικάσιμος για την αίτηση της αναστολής η 10.05.2011.

Κατόπιν των ανωτέρω : (α) η 1α καθ' ης Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ
παρακατέθεσε το ποσό των € 554.100,85 στο 4° καθ' ου Ταμείο Παρακαταθηκών και
Δανείων και εξεδόθη για την αιτία αυτή το υπ' αριθ. 636901/22.12.2010
γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, το οποίο ευρίσκεται στα χέρια της, (β) η 2η
καθ' ης ............ ΑΕ δέσμευσε εις χείρας της το ποσό των € 553.044,64 σε
ειδικό προς τούτο λογαριασμό της σύμφωνα με το άρθρο 87 § 2 νδ 17-7/13-8-
1923, και (γ) η 3η καθ' ης ....... Τράπεζα ΑΕ παρακατέθεσε το ποσό των €
554.087,20 στο 4° καθ' ου Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και εξεδόθη για
την αιτία αυτή το υπ΄ αριθ. 636174/06.12.2010 γραμμάτιο σύστασης
παρακαταθήκης, το οποίο ευρίσκεται στα χέρια της.

Στις προαναφερθείσες συστάσεις παρακαταθήκης η 1η και 3η καθ' ης ενέγραψαν
τον όρο να αποδοθεί στην αιτούσα το παρακατατεθειμένο στο Ταμείο
Παρακαταθηκών και Δανείων ποσό μόνο κατόπιν απόφασης του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την παρούσα διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ
η 3η καθ' ης αρνείται να καταβάλει το στα χέρια της ποσό παρά μόνο κατόπιν
απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου.

Με βάση το άνω ιστορικό η αιτούσα ζητεί της χορηγηθεί η κατά τα άρθρα 87
επ νδ 17-7/13-8-1923 άδεια να αναλάβει : (α) από το Ταμείο Παρακαταθηκών και
Δανείων το παρακατατεθειμένο από την 1η καθ' ης Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ
δυνάμει του υπ' αριθ. 636901/22.12.2010 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης
χρηματικό ποσό των € 554.100,85, (β) από την 2Π καθ' ης ............ ΑΕ το
κατασχεθέν, δεσμευθέν και τηρούμενο σε ειδικό λογαριασμό ή λογαριασμό όψεως
αυτής χρηματικό ποσό των € 553.044,64, και (γ) από το Ταμείο Παρακαταθηκών
και Δανείων το παρακατατεθειμένο από την 3η καθ' ης .....Τράπεζα ΑΕ δυνάμει
του υπ΄ αριθ. 636174/06.12.2010 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης χρηματικό
ποσό · των € 554.100,85, επίσης δε να υποχρεωθεί η 1η καθ' ης να της
παραδώσει το πρωτότυπο (σώμα) του υπ' αριθ. 636901/22.12.2010 γραμμάτιου
σύστασης παρακαταθήκης, η 3η καθ' ης να της παραδώσει το πρωτότυπο (σώμα) του
υπ' αριθ. 636174/06.12.2010 γραμμάτιου σύστασης παρακαταθήκης και η 2η καθ'
ης να της αποδώσει το κατασχεθέν, δεσμευθέν και τηρούμενο σε ειδικό
λογαριασμό ή λογαριασμό όψεως της άνω ποσό, καθώς και το Ταμείο Παρακαταθηκών
και Δανείων να της αποδώσει τα άνω παρακατατεθειμένο σ' αυτό ποσά.

Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου
τούτου κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ).
Είναι νόμιμη, στηρίζεται στις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές διατάξεις.

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, ερήμην των 1ης, 2ης, 3ης & 4ου
καθ' ων, οι οποίοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την
άνω δικάσιμο για την συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ.
7426γ/28.12.2010, 7423γ/28.12.2010, 7425γ/28.12.2010 και 7426γ/28.12.2010
εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτ/κείο Αθηνών Δημήτρη
Καρακωστή. Το Δικαστήριο ωστόσο θα προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της
υποόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Από την εκτίμηση των εγγράφων που η αιτούσα προσκομίζει πιθανολογούνται
τα ακόλουθα. Η αιτούσα με βάση το από 04.10.2010 Κατασχετήριο της, το οποίο
επιδόθηκε νόμιμα κατά τα άνω τόσον προς τις 1η, 2η & 3η των καθ' ων Τράπεζες
όσον και προς το 5° καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο (ορ. υπ' αριθ. 7117γ/06.10.2010,
7109γ/05.10.2010, 7114γ/05.10.2010 και 7126γ/07.10.2010 εκθέσεις επίδοσης του
δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημήτρη Καρακωστή αντίστοιχα),
κατέσχεσε αναγκαστικά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 επ. του ΚΠολΔ
και το άρθρο 24 του Ν 2915/2001 στα χέρια των καθ' ων Τραπεζών, ως τρίτων,
την τραπεζική κατάθεση των χρημάτων του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο είναι
οφειλέτης της.

Οι καθ' ων Τράπεζες με δηλώσεις τους στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, και
ειδικότερα η 1η καθ' ης Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ την 14.10.2010 (αριθ. δήλωσης
29696/2010), η 2η καθ' ης .............. ΑΕ την 13.10.2010 (αριθ. δήλωσης
29587) και η 3η καθ' ης ........ ΑΕ την 13.10.2010 (αριθ. δήλωσης 29377),
βεβαίωσαν σύμφωνα με το άρθρο 985 ΚΠολΔ ότι έχουν στα χέρια τους το ποσό των
€ 554.100,85 και ότι άλλη κατάσχεση για το ποσό αυτό από άλλον δεν έχει
επιβληθεί.

Κατά της άνω πράξης εκτέλεσης το 5° καθ' ου άσκησε ενώπιον του ΜΠρΑΘ
κατά της αιτούσας, του άνω από 04.10.2010 Κατασχετηρίου της και πάντων των
αναφερόμενων σ' αυτό Τραπεζών την από 12.10.2010 και υπ' αριθ. κατ. γενικού
178738/2010 και δικογράφου 11766/13.10.2010 ανακοπή του (αρθρ. 933 ΚΠολΔ), η
οποία συζητείται ενώπιον του ΜΠρΑΘ κατά την τακτική διαδικασία την 26.11.2013
(αριθ. πιν. Γ5-7), και συναφώς την υπ' αριθ. κατ. γενικού 178831/2010 και
δικογράφου 16974/14.10.2010 αίτηση αναστολής του (αρθρ. 938 ΚΠολΔ).

Με την προμνησθείσα αίτηση αναστολής και για τους λόγους που αναφέρονται σ'
αυτήν το Ελληνικό Δημόσιο εζήτησε -μεταξύ των άλλων και- την χορήγηση
Προσωρινής Διαταγής, με την οποία να απαγορεύεται στις άνω Τράπεζες να
προβούν στην δέσμευση του κατασχεθέντος ποσού, άλλως να διαταχθεί η
αποδέσμευσή του και σε κάθε περίπτωση να μην καταβάλλουν στην αιτούσα μέχρι
την έκδοση απόφασης επί της ως άνω αίτησης του (αναστολής).
Η ενλόγω Προσωρινή Διαταγή συζητήθηκε ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών
την 24.11.2010 και ώρα 10:15 και απορρίφθηκε, ενώ συγχρόνως ορίσθηκε
δικάσιμος για την αίτηση της αναστολής η 10.05.2011.

Κατόπιν των ανωτέρω, δηλ. της απόρριψης της προμνησθείσας Προσωρινής
Διαταγής, του παρόντος Δικαστηρίου δεσμευόμενου από το προσωρινό δεδικασμένο
που παράγει η ενλόγω απόρριψη, καθώς και του γεγονότος ότι από τα στοιχεία
της δικογραφίας προκύπτει ότι δεν έχει ούτε εκκρεμεί μέχρι και σήμερα έτερη
προσωρινή διαταγή, έπεται ότι η αρξαμένη δυνάμει του άνω Κατασχετηρίου της
αιτούσας αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να συνεχισθεί κανονικά, και επομένως
πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η υπό κρίση αίτηση.

Τα δικαστικά έξοδα της αιτούσας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθρο
191 § 2 ΚΠολΔ), όπως περιορίσθηκε με το υποβληθέν υπόμνημά της, βαρύνουν τον
ηττηθέν 5° καθ' ου (άρθρο 176 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ.1 του
Ν 3693/5.. και Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομίας και Δικαιοσύνης
134423/8.12/1992/20.11.99 κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Δέχεται την αίτηση.

Παρέχει την άδεια στην αιτούσα να προβεί σε ανάληψη : (α) από το Ταμείο
Παρακαταθηκών και Δανείων το παρακατατεθειμένο από την Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ
δυνάμει του υπ' αριθ. 636901/22.12.2010 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης
χρηματικό ποσό των € 554.100,85, (β) από την ..................... ΑΕ το
κατασχεθέν, δεσμευθέν και τηρούμενο σε ειδικό λογαριασμό ή λογαριασμό όψεως
αυτής χρηματικό ποσό των € 553.044,64, και (γ) από τo Ταμείο Παρακαταθηκών
και Δανείων το παρακατατεθειμένο σ' αυτό από την .......ΑΕ δυνάμει του
υπ' αριθ. 636174/06.12.2010 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης χρηματικό ποσό
των €554.100,85.

Υποχρεώνει προς τούτο την Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ να παραδώσει στην
αιτούσα το πρωτότυπο (σώμα) του υπ' αριθ. 636901/22.12.2010 γραμμάτιου
σύστασης παρακαταθήκης, την .......... ΑΕ να παραδώσει το πρωτότυπο (σώμα)
του υπ' αριθ. 636174/06.12.2010 γραμμάτιου σύστασης παρακαταθήκης και την
..................... ΑΕ να της αποδώσει το κατασχεθέν, δεσμευθέν και
τηρούμενο σε ειδικό λογαριασμό ή λογαριασμό όψεως της άνω ποσό, καθώς και το
Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων να της αποδώσει τα άνω παρακατατεθειμένα σ'
αυτό ποσά με την προσκόμιση των άνω γραμματίων σύστασης παρακαταθήκης.

Επιβάλλει σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη της
αιτούσας, την οποία καθορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο
ακροατήριο του στην Αθήνα στις 25.01.2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(την απόφαση πήραμε από τη Νόμος και δημοσιεύουμε προς γνώσιν!)


διότι υπάρχουν και δικαστές και πότε πότε μας εκπλήσσουν θετικά!


Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Τα κυριακάτικα φύλλα της κρίσης.


Η ανάγνωση κυριακάτικων εφημερίδων για τη γενιά μας είναι έθιμο που καλά κρατεί. Το παχύ πακέτο με τα κυριακάτικα φύλλα συνοδεύει για άλλους τον καφέ την Κυριακής ενώ για άλλους αποτελεί αφορμή για μακρύ σαββατιάτικο ξενύχτι με κουβέντα. Αυτό είναι γνωστό στα Κυριακάτικα φύλλα και αντιμετωπίζουν τους εαυτούς τους ως κάτι ξεχωριστό που δεν είναι ακριβώς εφημερίδα αλλά περισσότερο μέρος της ζωής μας. Τα κυριακάτικα φύλλα ξέρουν ότι διαβάζονται και αντιμετωπίζουν το γεγονός παραγωγικά. Εμείς πάλι γνωρίζοντας ότι γνωρίζουν διαβάζουμε υπό τη συγκεκριμένη οπτική όσα γράφονται ενόψει του ότι θα διαβαστούν στα κυριακάτικα φύλλα. Το Βήμα αλλά και άλλα λιγότερο έγκυρα έχει σπουδαία κουτσομπολιά. Αλλοι σπεύδουν για τον ΚΥΡ, άλλου για τα ένθετα τέλος πάντων λίγο πολύ όλοι συμμετέχουμε στη συνομωσία της Κυριακής. Και μάλλον δεν τα πολυπιστεύουμε ή ξέρουμε ποιός γράφει τι και γιατί.
Θα μου πείτε γιατί όλη αυτή η εισαγωγή με τις κοινοτυπίες. Μα γιατί ένα κυριακάτικο φύλλο, το Πρώτο Θέμα στη συγκεκριμένη περίπτωση γράφει στην έκδοση της 3/4/11 κάτι που μου κράτησε το βλέμμα ιδιαιτέρως. Κάτι ανάλογο με περσυνό δημοσίευμα της Καθημερινής. Αλλά και το Εθνος στην κρίση απέδωσε τις βρεφοκτονίες στο Πακιστάν. Δεν αναφέρομαι στα σκάνδαλα ή στα γνωστά δράματα του τύπου. Αυτά που δεν καταλήγουν πουθενά και μας θυμώνουν.
Αναφέρομαι σε σπουδαίο δημοσίευμα που αφορά τις εγκαταλείψεις παιδιών στα Χωριά ΣΟΣ λόγω οικονομικής κρίσης. Έτσι το αντιλαμβάνεται η υπογράφουσα δημοσιογράφος Κατερίνα Φάκα η οποία βεβαιώνει ότι οι αιτήσεις είναι πάνω από 1000 φέτος και οφείλονται στην κρίση και τα οικονομικά προβλήματα. Παραθέτει και παραδείγματα μητέρων που θέλουν να αφήσουν εκεί τα παιδιά τους γιατί δεν έχουν δουλειά. Αξίζει να διαβάσει κανείς πόσο φαίνεται να πιστεύει η δημοσιογράφος αυτά που γράφει. Αναφέρεται μάλιστα και στον κύριο Σφινιά των κοινωνικών υπηρεσιών των Χωριών ΣΟΣ που βεβαιώνει ότι το 2010 οι αιτήσεις είναι αυξημένες σημαντικά. Η δημοσιογράφος δεν μπήκε καν στον κόπο να δει στην ιστοσελίδα των Χωριών ΣΟΣ τις προϋποθέσεις εισαγωγής όπου φυσικά είναι σαφές ότι στα χωριά σοσ δεν πηγαίνουν τα "φτωχά παιδιά" αλλά πολύ συγκεκριμένες κατηγορίες. Η δημοσιογράφος, στο ζήλο της να αναδείξει την έκταση της κρίσης και των οικονομικών προβλημάτων δεν μπήκε στον κόπο να δει την αλήθεια των δηλώσεων των μητέρων που αφήνουν εκεί τα παιδιά τους, ότι δηλαδή τους φταίει το οικονομικό πρόβλημα. Και φυσικά δεν λέω ότι γνωρίζω κάθε μητέρα ή κάθε περίπτωση. Όταν όμως μια μητέρα επικαλείται την κρίση για να αφήσει το παιδί της σε Χωριό ΣΟΣ ή αλλού κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Και αυτόν θα πρέπει να δει ο σωστός δημοσιογράφος όχι να αναπαυθεί στην αυτονόητη συζήτηση για την κρίση και το ΔΝΤ. Όμως η συζήτηση άνοιξε για καλά καθώς έτερος δημοσιογράφος ο κ. Γιώργος Φάκος μπλογκάρει στον Υπουργό τα νέα... των χιλιάδων εγκαταλελειμμένων παιδιών στις 5/4 με αφορμή το δημοσίευμα προσθέτοντας το Χαμόγελο του Παιδιού. Ο κ. Τάκης Αντωνακόπουλος κατέθεσε Ερώτηση στη Βουλή επί του αυτού. Χωρίς καν να κάνουν λιγάκι γκουγκλ στο θέμα. Να δουν πχ γιατί εγκαταλείπονται τα παιδιά από άλλα δημοσιεύματα στον τύπο. Αλλά και πρόσφατες δηλώσεις του διευθυντή των χωριών σοσ κ. Πρωτόπαπα για τα αίτια της ετήσιας αύξησης των εγκαταλείψεων παιδιών, αλλά και για τα νεογνά του διοικητή του "Ελενα Βενιζένου" στο Βήμα. Δεν λέω να κάνουν ουσιαστική έρευνα και να αναζητήσουν τους λόγους εφόσον τους ενδιαφέρουν. Αυτό θα ήταν πολύ.
Δεν θα επεκταθώ στο θέμα. Προσωπικά ξέρω να διαβάζω Κυριακάτικα Φύλλα πιστεύω. Αλλά θεωρώ ότι όσο και αν θέλουμε να δημιουργούμε εντυπώσεις θα με ξένιζε να πιστεύει έστω και ως αστείο ο κ. Αναστασιάδης ότι οι μανάδες αφήνουν τα παιδιά τους λόγω ΔΝΤ. Ούτε η κατοχή έγινε αιτία για τέτοια εγκατάλειψη ούτε η μεγαλύτερη πείνα στην Αφρική δεν αφήνει τη μάνα να αφήσει το παιδί της για το συγκεκριμένο λόγο. Η κρίση είναι εδώ και είναι σοβαρή. Αλλά αν εγκαταλείπονται παιδιά ας ψάξουμε αλλού τα αίτια, εκτός και αν πιστεύουμε ότι η Τρόικα τεκνοποιεί ασυστόλως αντί να κάνει τη δουλειά της και μας μένουν τα μικρά τροϊκάκια στα ιδρύματα.
Τα Κυριακάτικα Φύλλα ας περιορισθούν στα γνωστά σκάνδαλα. Ας αφήσουν τα αισθήματα χωρίς εξηγήσεις και τα δύσκολα ζητήματα όπως την εγκατάλειψη παιδιού για τις ψυχές που έχουν φορτωθεί το κρίμα. Άλλωστε και ο κ. Σφινιάς πουθενά δεν αιτιολόγησε την αύξηση των αιτήσεων. Σε κανένα σημείο δεν αναφέρθηκε στην κρίση. Γιατί ξέρει καλύτερα και σέβεται.
Αν θυμάμαι πάντως καλά αντίστοιχα άρθρα διάβασα για τα σκυλιά των βορείων προαστίων που τα αφεντικά τους εγκαταλείπουν λόγω κρίσης όπως αποχωρίζονται και τις φεράρι τους που δεν μπορούν να ξεπληρώσουν. Παρά τον κυνισμό της διαπίστωσης κάποιος πρέπει να ταρακουνήσει τους δημοσιογράφους για τα γραφόμενά τους.
Θα μπορούσαν ίσως τα κυρικάτικα φύλλα να αναδείξουν το πραγματικό γεγονός του απλήρωτου προσωπικού των φορέων πρόνοιας, τη λειτουργία των φορέων χωρίς προσωπικό που αν και δεν είναι τόσο πιασάρικο, αν και δεν προκαλεί το κυριακάτικο δάκρυ του μικροαστού κάτι που θα άξιζε γιατί και γεγονός είναι και θα προκαλούσε ψυχική ανάταση η επίγνωση ότι κάποιοι δουλεύουν αγόγγιστα για τα παιδιά που δημιουργήσαμε όλοι μας και αφήσαμε στα χέρια τους με ελαφριά καρδιά.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

ΥΙΟΘΕΣΙΑ: ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΘΕΙ

Απο την ιστοσελίδα της Βουλής παρακολουθώ την σε εκκερμότητα από μήνες πρόταση νόμου για την υιοθεσία που ακολούθησε τον πολυδιαφημισμένο νόμου του τότε υπουργού Σωτήρη Χατζηγάκη. Είναι γεγονός ότι προς την κατεύθυνση του εξορθολογισμού του θεσμού με μοναδικούς βασικούς ευνοούμενους τα παιδιά των ιδρυμάτων κυρίως ο υπουργός της νέας δημοκρατίας κ. Σαλμάς είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στον καιρό του είχαν μεταφερθεί εγκαταλελειμένα βρέφη από νοσοκομεία σε "κατάλληλα ιδρύματα" όπου και κατά πάσα πιθανόητα παραμένουν. Η πρόταση νόμου ολοκληρώνει μία προσπάθεια για την οποία όταν γινόταν γράφθηκαν πολλά.
Στο μεταξύ εξαρθρώθηκαν κυκλώματα εμπορίας βρεφών αλλά και πολλά άλλα δεν εξαρθρώθηκαν. Στο μεταξύ παιδιά που τυχαίνει να έχω γνωρίσει περιμένουν αβοήθητα θεσμικά μία λύση σε έναν παράλογο εγκλεισμό σε ιδρύματα ενώ εκατοντάδες οικογένειες επιθυμούν να υιοθετήσουν παιδιά στη χώρα. Η χώρα είναι σε κρίση θα μου πεις. Τι νόημα έχει να μιλάμε για τέτοια θέματα. Μόνον σε τέτοιους καιρούς υπάρχει λόγος για στοιχειώδη αφύπνιση. Στο τέλος τέλος δεν κοστίζει τίποτε περισσότερο από μια σύγκρουση με τα κυκλώματα. Ποιός πολιτικός δεν θα ήθελε τη δόξα? Τώρα μόνον η κ. Αποστολάκη πέρασε σε διαβούλευση τις αναγκαίες από διεθνείς μας δεσμεύσεις διατάξεις για τα αδέσποτα. Μήπως ήρθε καιρός να σκεφθούμε και τα παιδιά των ανθρώπων ?

Κύριε Υπουργέ Δικαιοσύνης μήπως ήρθε η ώρα να αδράξετε την ευκαιρία?

Κύρις Λοβέρδο, μήπως ήρθε η ώρα να επιδείξετε τις επιστημονικές σας καταβολές και τις πολιτικές σας ευαισθησίες?

ΔΕΝ ΚΟΣΤΙΖΕΙ τίποτε στον προϋπολογισμό. Πολιτικά θα γίνεται συμπαθέστατοι και ίσως ίσως μάλιστα μαζέψετε και ψηφαλάκια!

Κύριε Πρωθυπουργέ μήπως η πίεση από blogs φαίνεται να μελετάτε βοηθήσει? τα παιδιά αξίζουν το ενδιαφέρον κάποιων και θα μπορούσατε να αφιερώσετε μία προσπάθεια για αυτά όπως κάνατε (ορθότατα) για τις διαφημιστικές πινακίδες.

Ο κ. Σαλμάς τον οποίο ούτε γνωρίζω ούτε ποτέ συνάντησα έκανε ένα πρώτο βήμα. Επανεξετάστε την αναδοχή. Τελειώνετε με την υιοθεσία. Αποφασίστε επιτέλους ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΜΗΝ ΜΕΝΕΙ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟ ΣΕ ΙΔΡΥΜΑΤΑ! Δείτε την οικογένεια με το σύγχρονό της πρόσωπο. Και οι γκει είναι καλοί γονείς. Και οι μονογονεϊκές οικογένειες είναι μια χαρά οικογένειες. Οσο για τα παιδιά των ιδρυμάτων μπορεί ο καθένας να βεβαιώσει ότι είναι αστέρια. Προϊόντα φυσικής επιλογής, με αντοχές και ιστορία εκφράζουν την παρούσα πραγματικότητα καλύτερα από οποιοδήποτε παιδί εργαστηρίου το οποίο απλά κατοχυρώνει την ψευδαίσθηση για φυσική συνέχεια και αθανασία. Επιπλέον αντέχουν σε κρίσεις! θα μπορούσαν πολλά να σας πουν για το πώς κανείς επιβιώνει σε καιρούς χαλεπούς.

Μήπως τελικά η Τρόικα θα πρέπει να διεκδικήσει τη θέσπιση ενός τέτοιου νόμου για το καλό όλων μας?

Εσείς?

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Ελληνικό ΑΕ: άλλη μία ανώνυμη εταιρία στο χορό!

Ο θεσμός της Ανώνυμης Εταιρίας δοκιμάζεται εδώ και χρόνια στο βωμό της ιδιωτικοποίησης των κανόνων που διέπουν έργα, ακίνητα, υπηρεσίες, διαχείρηση γης, προμήθειες. Ενας νόμος του 92 έγινε το έναυσμα για τη δημιουργία της Εγνατία Οδός ΑΕ η οποία εσχάτως ολοκληρώθηκε και έκτοτε σειρά άλλων ανάλογων εταιριών συνέβαλαν στην πρόοδο της χώρας. Η μεταφορά από τους κανόνες του δημοσίου δικαίου στο ιδιωτικό, δεν απέτρεψαν το κοινοτικό δίκαιο να έχει ενεργό ρόλο στις εταιρίες αυτές. Εξάλλου η ιδιωτικοποίηση των κανόνων δεν είναι πλήρης όταν αφορά σε κοινόχρηστα πράγματα όπως ανέφερε το ΣτΕ με αφορμή τις παραλίες της ΕΤΑ ΑΕ.

Οι ειδικότεροι κανόνες που διέπουν τη λειτουργία των εταιριών αυτών δοκιμάζονται κάθε φορά καθώς οι υποκρυπτόμενες καταστρατηγήσεις προϋφιστάμενων ή υπέρτερων κανόνων επιβιώνουν με τρόπο που δεν είναι υπολογίσιμος στην αρχή.

Το δίκαιο περιβάλλοντος παίρνει το λόγο και διεκδικεί και αυτό με τη σειρά του το ρόλο που όλοι αποφεύγουν να του δώσουν. Τα πολιτιστικά αγαθά δυσκολεύουν τις εξελίξεις.

Αλλά η παρούσα συγκυρία παραβλέπει κάθε νομικό ορθολογισμό. Η φτώχεια βλέπεις επιβάλλει ακβορασίες για την επιτάχυνση της σωτηρίας της χώρας. Προστρέχει λοιπόν η χώρα στο τραπεζικό σύστημα για να της δώσει μια ανάσα ζωής. Και με γνώμονα τις απαιτήσεις του βαδίζει.

Ιδρύθηκε λοιπόν και η Ελληνικό ΑΕ αλλά και προσλήφθηκαν σύμβουλοι (προδήλως χωρίς διαγωνισμό όπως και οι λοιποί) για την προαγωγή του παλαιού αεροδρομίου στο Χασάνι.

Η Εταιρία αυτή θα γλυκοκοιτάξει τις διατάξεις της οδηγίας 2004/18 για τα ακίνητα και τις συμβάσεις που τα αφορούν. Θα συνυπάρξει με την "επιφάνεια" για να μην πωλήσει γη, θα εξοπλισθεί με φαστ τρακ ιδέες και λύσεις.

Θα προκαλέσει γνωμοδοτήσεις και δίκες σωρό.