ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ SEX ΑΠΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ



της Eλένης Tροβά - 6/7/2013
Τι είναι αυτό που κάνει τους δικηγόρους καλύτερους εραστές?
- η σημασία στη λεπτομέρεια και το πολύ κουβεντολόι


(για ένα πιό ευχάριστο σαββατοκύριακο)

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΑΤΑ ΝΠΔΔ ΒΑΣΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ



του legalnews24 - 6/7/2013
Εκτέλεση κατά ΝΠΔΔ βάσει διαταγής πληρωμής. Αντισυνταγματική η ρύθμιση που εξαιρεί από την έννοια της δικαστικής απόφασης τις διαταγές πληρωμής
Μον.Πρωτ.Μεσολ. 45/2013: Εκτέλεση κατά του Δημοσίου – ΝΠΔΔ βάσει διαταγής πληρωμής. Αντισυνταγματική η ρύθμιση που εξαιρεί από την έννοια της δικαστικής απόφασης τις διαταγές πληρωμής. «(…)Στο άρθ. 1 του ν. 3068/2002 (ΦΕΚ Α 274/14-11-2002), όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί από το άρθ. 20 του ν. 3301/2004 που εκδόθηκε προς εκτέλεση του άρθρου 94 παρ. 4 του Συντάγματος, ορίζεται ότι: "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί
τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει". Επακολούθησε ο ν. 3301/2004 και με το άρθρο του 20 προστέθηκε στο άρθρο 1 του ν. 3068/2002 εδάφιο, με το οποίο ορίστηκε ότι δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του νόμου αυτού και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ-ζ της παρ. 2 του άρθ. 904 ΚΠολΔ, (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι διαταγές πληρωμής που εκδίδονται σύμφωνα με τα αρθ. 623 επ. ΚΠολΔ), πλην των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων που κηρύχθηκαν εκτελεστές. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλο του, με το ν. 2462/1997, άρχισε να ισχύει στην Ελλάδα από 5-8-1997 (βλ. ανακοίνωση Υπουργείου Εξωτερικών Φ.0546/62/Α 1292/Μ.2870/7-5- 1997), και έχει υπερνομοθετική ισχύ σύμφωνα με το αρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι: "Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο, θα παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητα τους, β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική αρχή θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος και να προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή". Εξάλλου, στο αρθ. 14 παρ. 1α του ίδιου Συμφώνου ορίζεται ότι: "Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί από δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίσει και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Με τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο που καθιερώνεται με το αρθ. 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, καθώς και με το αρθ. 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές εγγυώνται όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία η προσφυγή στο δικαστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητα της (ΟλΑΠ 21/2001 ΤΝΠ Νόμος). Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και τις διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και της Ε.Σ.Δ.Α. συνάγεται ότι, για να επιτευχθεί ο σκοπός της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται, να εκτελούνται εναντίον του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, δικαστικές αποφάσεις και εκτελεστοί τίτλοι με τους οποίους επιδικάζονται χρηματικές απαιτήσεις σε βάρος αυτών των νομικών προσώπων. Στους τίτλους αυτούς περιλαμβάνονται και οι διαταγές πληρωμής που εκδίδονται σύμφωνα με τα αρθ. 623 επ. ΚΠολΔ, οι οποίες, βέβαια εκδίδονται από δικαστή και όχι από συγκροτημένο δικαστήριο, χωρίς να ακουστεί προηγουμένως και να αναπτύξει τις απόψεις του ο καθ` ου, αλλά εξομοιώνονται λειτουργικά με τις δικαστικές αποφάσεις, διότι αφενός επιλύουν βιοτικές διαφορές και αφετέρου ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της δικαστικής προστασίας που προβλέπεται από το αρθ. 20 του Συντάγματος, διότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθ` ου α ασκήσει ανακοπή και να ισχυριστεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής ή ότι δεν υφίσταται η απαίτηση. Η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση του αρθ. 20 ν. 3301/2001, σύμφωνα με την οποία δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι διαταγές πληρωμής, αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και των Διεθνών Συμφώνων και ως εκ τούτου είναι δυνατό να εκδοθεί από τον αρμόδιο δικαστή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, διαταγή πληρωμής εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση, προς πληρωμή της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως συμβαίνει σε διαφορά από σύμβαση δημοσίου έργου (ΑΕΔ 18/2005, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 2347/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 255/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 2052/2012 ΤΝΠ Νόμος). (δημοσίευση: τρ.νομ.πληρ. Nomos)

Η ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ- LEGAL HABITS



της Eλένης Tροβά - 6/7/2013
Eνα πολύ πολύ ενδιαφέρον διαδικτυακό ανάγνωσμα που πρέπει όλοι να ξεφυλλίσουμε
Εδώ με έξοχες εικόνες.

looking like a lawyer



της Eλένης Tροβά - 6/7/2013
για να μοιάζεις με δικηγόρο! ένα ενδιαφέρον blog για την δικηγορική εμφάνιση που θα φαινόταν χρήσιμο σε πολλούς από εμάς.
Ισως όχι ότι ανατρεπτικότερο αλλά ενδιαφέρον και ουσιαστικό για τον κονφορμιστικό μας τρόπο ζωής που οφείλουμε ενίοτε να αμφισβητούμε χωρίς την απαραίτητη συναφή γελοιοποίηση.
οδηγός για προσωπικότητες όμως δεν υπάρχει!
και το Lawyerist ενημερώνει.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Ποιοί τολμούν και λένε ότι δυσλειτουργεί η ελληνική δικαιοσύνη?



της Eλένης Tροβά - 3/7/2013
Συνέδρια, εκδηλώσεις φανφάρες και κραυγές περί της δυσλειτουργίας της ελληνικής δικαιοσύνης! με αυτοπεποίθηση ότι μπορούν να την κάνουν να σιγήσει εντελώς!
Η ελληνική δικαιοσύνη με τα ελάχιστα που της έχουν απομείνει οικονομικά μέσα, με προσωπικό κόστος και ενώπιον μιας πολιτικής πραγματικότητας που μας κάνει να τρέμουμε από φόβο και θυμό συνεχίζει να λειτουργεί με αξιοπρέπεια και κύρος.
Δεν σημαίνει τούτο ότι όλοι οι δικαστές είναι άψεγάδιαστοι. Οπως δεν είναι τέλειος κανένας εκπρόσωπος οποιουδήποτε κλάδου. Ομως τους έλληνες δικαστές τους αντιμετώπισε με δυσπιστία το πολιτικό σύστημα κατ'επανάληψη πιθανότατα διότι δεν εξυπηρετούσαν όπως αυτό θεωρούσε. Είχα γράψει προ καιρού με αφορμή ένα νόμο που θα βελτίωνε για πολλοστή φορά τη λειτουργία της δικαιοσύνης θέτοντας ποινές στους δικαστές συμπεριλαμβανόμενης και της ποινής του περιορισμού των θερινών διακοπών - καλά που δεν τους απείλησαν και με λοβοτομή- ότι θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν και να συνεχίσουν να κάνουν τη δουλειά τους γιατί έχουν το μαχαίρι έχουν ΚΑΙ το πεπόνι.
Δυστυχώς έκτοτε όλο με καλούν σε συνέδρια να ακούω ότι οι δικαστές είναι λειψοί και προβληματικοί και ότι κακώς απεργούν για τα μισθολογικά αφού μπορούν να τρώνε αέρα κοπανιστό και να χορταίνουν.
Ομως και σήμερα και τόσες άλλες φορές είδα και βλέπω κάτι δικαστές τσακάλια, κάτι απίστευτους εισαγγελικούς λειτουργούς χορτάτους με αέρα κοπανιστό και κριτική να κάνουν τη δουλειά τους υπό συνθήκες άθλιες με αξιοπρέπεια και κύρος που σε κάνει να νοιώθεις ότι αξίζει να συνεχίζεις να ζεις και να αγωνίζεσαι.
Δεν ξέρω ποιοί τολμούν να λένε ότι η ελληνική δικαιοσύνη δυσλειτρουγεί. Θα έχουν τους λόγους τους το δίχως άλλο. Εγώ και πάλι θα επιμείνω - ιδίως αντικρύζοντας κυρίες σε ακροατήρια - ότι αν υπάρχει αξιοπρέπεια βρίσκεται εκεί στη χώρα, και ότι αν υπάρχει κάτι να σεβαστείς αγωνίζεται στα δικαστικά έδρανα.
Είναι δύσκολο να συνεχίζεις να εργάζεσαι ως νομικός με συνθήκες σαν τις σημερινές. Ομως μετά από την ελληνική δικαιοσύνη και στο πλευρό της οφείλουμε να αγωνισθούμε για μια δικαιότερη χώρα.
Οποιοι τολμούν να σπεύδουν να την κατηγορούν θα πρέπει να μας εξηγήσουν τα κίνητρά τους και τις σκοπιμότητες που εξυπηρετεί αυτός ο δήθεν διασυρμός που ευαγγελίζονται.
Οι υπόλοιποι συνεχίζουμε να σεβόμαστε τους έλληνες δικαστές και τις δικαστίνες και προβληματιζόμαστε.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου!



της Eλένης Tροβά - 1/7/2013
Από τη Δευτέρα ισχύει στην Κίνα η τροποποίηση του νόμου, κατά την οποία η πολιτεία θα κάνει μήνυση στους πολίτες που δεν επισκέπτονται ή δεν κρατούν επαφή με τους ηλικιωμένους γονείς τους. Η κινέζικη κυβέρνηση θεώρησε αυτό το μέτρο απαραίτητο για την καταπολέμηση της λιγοστής πρόνοιας για τον ηλικιωμένο πληθυσμό. Παρόλα αυτά, η καινούρια τροποποίηση στον νόμο δεν αλλάζει κάτι καθώς ηλικιωμένοι Κινέζοι γονείς ήδη μήνυαν τα ενήλικα παιδιά τους για έλλειψη συναισθηματικής υποστήριξης. Ακόμα, η αλλαγή του νόμου δεν διευκρινίζει πόσο συχνά θα πρέπει οι ενήλικες πολίτες να επισκέπτονται τους γονείς τους, ούτε ξεκαθαρίζει τις επιπτώσεις για τους παραβάτες του συγκεκριμένου νόμου.

Ο πρωταρχικός στόχος του νόμου για τα δικαιώματα των ηλικιωμένων είναι να ευαισθητοποιήσει το ευρύ κοινό για το συγκεκριμένο θέμα, δηλώνει ο Ξιαο Τζινμινγκ, καθηγητής της Νομικής στο Πανεπιστήμιο Σαντονγκ. Δηλώνει πως μέσω του νόμου «θέλουμε να εστιάσουμε την προσοχή στην ανάγκη των ηλικιωμένων για συναισθηματική υποστήριξη και στο δικαίωμα που έχουν να τη ζητούν». Ο νόμος αυτός παραλλάχθηκε για πρώτη φορά το Δεκέμβριο, μετά από συχνές καταγγελίες εγκαταλελειμμένων ηλικιωμένων γονέων από τα παιδιά τους. Παρόλο που η «τρίτη ηλικία» έχει σημαντική θέση στην κινέζικη κοινωνία, τρεις δεκαετίες με ελεύθερη αγορά έχουν οδηγήσει στον διαχωρισμό της παραδοσιακής κινέζικης οικογένειας. Η πιο οικονομική εναλλακτική είναι οι οίκοι ευγηρίας. Σε αυτές τις υποθέσεις συνήθως δεν εμπλέκονται χρήματα, καθώς οι δικαστικοί φτάνουν σε κάποια συμφωνία με την οικογένεια, κατά την οποία οι ενήλικοι απόγονοι συμφωνούν να επισκέπτονται πιο πολύ τους γονείς τους.

Μέχρι το 2053, σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή για τους Ηλικιωμένους της Κίνας, η «τρίτη ηλικία» αναμένεται να αποτελεί το 35% του συνολικού πληθυσμού της Κίνας. Αυτή η αύξηση οφείλεται τόσο στο αυξημένο προσδοκώμενο όριο ζωής, όσο και στην εσωτερική πολιτική που υπαγορεύει στις αστικές οικογένειες να έχουν μόνο ένα παιδί. Η ραγδαία αύξηση των ηλικιωμένων απειλεί την κοινωνική και οικονομική σταθερότητα της χώρας, καθώς το φορτίο της υποστήριξής τους μεταφέρεται σε έναν αναλογικά μικρότερο εργαζόμενο πληθυσμό.

Πηγή: AP"


Νέα ήθη οικογενειακής αλληλεγγύης και συναισθημάτων. Προφανώς η Κίνα μετά από την θέσπιση της υποχρέωσης να γεννά κανείς ένα μόνον παιδί που οδήγησε πάμπολλα μωρά στα κινεζικά σκουπίδια (κορίτσια φυσικά) και άλλα σε υιοθεσία (τα τυχερά) τώρα υποχρεώνει τα εκλεκτά μοναχοπαίδια που δημιούργησε να επισκέπτονται τους γονείς τους επί ποινή φυλακίσεως. Μεγάλη κινεζική επιτυχία που δικαιώνει το Μάο, τη χήρα του και όλη την ιδεολογία που ζηλεύουμε καθώς πλέον η ισχυρότερη τράπεζα είναι Κινεζική.

ΣτΕ ΕΑ 236/2013



της Eλένης Tροβά - 1/7/2013
Αριθμός 236/2013

Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)


Συνεδρίασε σε συμβούλιο, στις 20 Ιουνίου 2013, με την εξής σύνθεση : Κ Μενουδάκος, Πρόεδρος
του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Ρόζος, Μ. Καραμανώφ, Μ. Βηλαράς, Κ. Κουσούλης, Σύμβουλοι.
Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να αποφασίσει σχετικά με την από 12 Ιουνίου 2013 αίτηση αναστολής:

των: 1) «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑΣ -
ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ (ΠΟΣΠΕΡΤ)», η οποία παρέστη με τους δικηγόρους Κωνσταντίνο Τοκατλίδη (ΑΜ
22502) και Δημήτριο Περπατάρη (ΑΜ 18443) που τους διόρισε ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας
..........................και 2) ............, ο οποίος παρέστη με τους ως άνω δικηγόρους που τους διόρισε
κατά τη συζήτηση της αναστολής.

κατά των: 1) Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Αναστάσιο Μπάνο, Πάρεδρο του
Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2) Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, ο οποίος παρέστη με
την Νίκη Μαριόλη, Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ' αριθ.
ΟΙΚ.02/11.6.2013 απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού
Οικονομικών «Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης 'Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη
Εταιρεία (ΕΡΤ - A.E.)» (Β΄ 1414/11.6.2013) και κάθε άλλης αμέσως ή εμμέσως συναφούς,
προγενέστερης ή μεταγενέστερης, πράξης και παράλειψης της Διοίκησης.

Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον Εισηγητή, Σύμβουλο Κ. Κουσούλη.

Κατόπιν η Επιτροπή άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αιτούντων, οι οποίοι ζήτησαν να
γίνει δεκτή η αίτηση και τους εκπροσώπους του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον
Πρωθυπουργό, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ειδικό γραμμάτιο
παραβόλου Α΄ 1301698/12.6.2010).

2. Επειδή, με την αίτηση ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της υπ' αριθ. ΟΙΚ.02/11.6.2013
απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών «Κατάργηση της
δημόσιας επιχείρησης 'Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ - A.E.)» (Β΄
1414/11.6.2013). Κατά της αποφάσεως αυτής οι αιτούντες έχουν ασκήσει αίτηση ακυρώσεως (αρ.
καταθ. 2788/2013), δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 27.9.2013.

3. Επειδή, στο ν. 1730/1987 (Α΄ 145) ορίζονται τα εξής: «1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού
δικαίου για την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση που λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης
εταιρείας και έχει έδρα την Αθήνα. 2. Η επωνυμία της εταιρείας είναι «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-
ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», και τα στοιχεία ΕΡΤ-ΑΕ αποτελούν το διακριτικό της τίτλο. 3. Η
ΕΡΤ-ΑΕ είναι δημόσια επιχείρηση που ανήκει στο δημόσιο τομέα (ν. 1256/1982), ελέγχεται και
εποπτεύεται από το Κράτος. Έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό κοινωνικό
έλεγχο ...» (άρθρο 1). «Σκοπός της ΕΡΤ-ΑΕ είναι η οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της
κρατικής ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης, καθώς και η συμβολή της, με τα μέσα αυτά: α) στην
ενημέρωση, β) στη μόρφωση και γ)στην ψυχαγωγία του ελληνικού λαού. Η ΕΡΤ-ΑΕ δεν επιδιώκει
την απόκτηση κέρδους» (άρθρο 2 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν.
1866/1989 (Α 222).

4. Επειδή, εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 «Δημόσιες
Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.)» (Α΄ 314/27-12-2005), όπως αυτό προστέθηκε με την παρ.
1 του άρθρου 66 του ν. 4002/2011 (Α΄ 180/22-8-2011) και τροποποιήθηκε διαδοχικά με την παρ.
8 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου 31/31-12-2011 (Α΄ 268/31-12-2011,
κυρωθείσα με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 - Α΄ 31/23-2-2012) και με την παρ. 2 του
άρθρου τρίτου του ως άνω ν. 4047/2012, «Κατάργηση, συγχώνευση και αναδιάρθρωση Ν.Π.Ι.Δ.
και δημοσίων επιχειρήσεων» 1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά
περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργού: α) οι ανώνυμες εταιρείες με την επωνυμία "Κτηματική
Εταιρεία του Δημοσίου Α.Ε. (Κ.Ε.Δ. Α.Ε.)", "Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού Α.Ε. (Ο.Δ.Δ.Υ.
Α.Ε.)", "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.Ε. (Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.)", "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.",
"Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Α.Ε. (Ο.Σ.Κ. Α.Ε.)", "Δημόσια Επιχείρηση Ανέγερσης Νοσηλευτικών
Μονάδων Α.Ε. (Δ.ΕΠ.Α.ΝΟ.Μ. Α.Ε.)", "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", "Ελληνικός Οργανισμός
Μικρών - Μεσαίων Επιχειρήσεων και Χειροτεχνίας Α.Ε. (Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. Α.Ε.)", β) τα νομικά πρόσωπα
ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία, "Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών
(Ι.Γ.Μ.Ε.)" και "Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας (Ε.Ι.Ν.)" και γ) άλλα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου
που ανήκουν στο Κράτος, εφόσον επιχορηγούνται τακτικά από κρατικούς πόρους και άλλες
δημόσιες επιχειρήσεις εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο είναι κύριο του συνόλου του καταβεβλημένου
μετοχικού τους κεφαλαίου, μπορεί, αν επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό άμεσα ή έμμεσα ή
αν επιδιώκουν παρεμφερή σκοπό ή για τον εξορθολογισμό του κόστους λειτουργίας τους: αα) να
καταργούνται, να συγχωνεύονται ή να διασπώνται με απορρόφηση ή με σύσταση νέων εταιρειών ή
με απορρόφηση και σύσταση νέων εταιρειών ή/και ββ) να αποσπώνται από αυτά περιουσιακά
στοιχεία ή επιχειρηματικές μονάδες ως κλάδος ή τμήμα και να εισφέρονται σε άλλη ανώνυμη
εταιρεία ή/και να μεταφέρεται και να ανατίθεται η ασκούμενη δραστηριότητα ή ο επιδιωκόμενος
σκοπός σε άλλο νομικό πρόσωπο, δ)…». Περαιτέρω, με την παρ. 2 του ιδίου ν., όπως
αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου 10/11-6-2013 (Α΄
139/11-6-2013), σχετικά με την κατάργηση, συγχώνευση και αναδιάρθρωση Ν.Π.Ι.Δ. και
δημοσίων επιχειρήσεων, ορίζονται τα εξής: «Με την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου α)
σε περίπτωση κατάργησης του φορέα, όπως και τυχόν θυγατρικών του, καθορίζεται η διακοπή
της λειτουργίας του καθώς και των τυχόν θυγατρικών του, ως και ο χρόνος αυτής, η τύχη της
περιουσίας του καταργούμενου νομικού προσώπου, όπως και των τυχόν θυγατρικών του,
ρυθμίζονται όλα τα θέματα της διαδοχής των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όπως και η
τύχη των εκκρεμών δικών, της αυτοδίκαιης λύσης των πάσης φύσεως εργασιακών σχέσεων και
των συμβάσεων έργου, της αυτοδίκαιης λήξης όλων των αποσπάσεων προσωπικού καθώς και
κάθε σχετικό με αυτά θέμα, της αυτοδίκαιης λήξης της θητείας των οργάνων διοίκησης, των
διαδικασιών και οργάνων που απαιτούνται για τη διαδοχή καθώς και κάθε άλλη αναγκαία
λεπτομέρεια, β) … Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας
του Πολίτη και του κατά περίπτωση εποπτεύοντος τον καταργούμενο ή συγχωνευόμενο φορέα,
καθορίζονται τα θέματα που αφορούν την διαφύλαξη της περιουσίας των καταργούμενων ή
συγχωνευόμενων φορέων, οι σχετικές διαδικασίες και όργανα και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Αν
μεταφέρονται αρμοδιότητες σε Υπουργείο ή ν.π.δ.δ., με την απόφαση της προηγουμένης
παραγράφου, για την έκδοση της οποίας συμπράττει εν προκειμένω και ο Υπουργός Διοικητικής
Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, καθορίζονται ή συνιστώνται οι οργανικές
μονάδες επιπέδου Διεύθυνσης ή Τμήματος, οι οποίες ασκούν τις αρμοδιότητες αυτές και μπορεί να
ορίζονται οι οργανικές θέσεις προσωπικού με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου και με σχέση
έμμισθης εντολής χρόνου οι οποίες μεταφέρονται, μαζί με το προσωπικό που υπηρετεί σε αυτές,
στην οργανική μονάδα που ασκεί εφεξής τις αρμοδιότητες που μεταφέρονται.».

5. Επειδή, κατ’ επίκληση των ως άνω εξουσιοδοτικών διατάξεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη
πράξη, αφού ελήφθη υπόψη, όπως αναφέρεται στο στοιχείο 5 του προοιμίου αυτής, «το γεγονός
ότι η «Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ Α.Ε.)» επιβαρύνει τον Κρατικό
Προϋπολογισμό και επιβάλλεται ο εξορθολογισμός της παροχής, της λειτουργίας και του κόστους
οργάνωσης της δημοσίας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας μέσω της ίδρυσης και διαμόρφωσης ενός
νέου οργανισμού-προτύπου, που να υπηρετεί τις επιταγές του Συντάγματος, τις δημοκρατικές,
κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας, καθώς και την ανάγκη να διασφαλίζεται η
πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης». Με την προσβαλλόμενη απόφαση ορίζεται ότι α) καταργείται η
ΕΡΤ ΑΕ και οι θυγατρικές της (άρθρο 1 παρ. 1), β) διακόπτονται, μετά το τέλος του προγράμματος
της 11-6-2013 και έως τη σύσταση νέου φορέα, η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η
κυκλοφορία εκδόσεων, η λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων, όπως και κάθε άλλη
δραστηριότητα της ΕΡΤ Α.Ε. (άρθρο 1 παρ. 2), γ) καθίσταται διάδοχος του συνόλου των
δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ΕΡΤ Α.Ε. το Δημόσιο, στο οποίο μεταβιβάζεται το σύνολο της
περιουσίας της (άρθρο 2), δ) παραμένουν ανενεργές οι συχνότητες της ΕΡΤ ΑΕ έως τη σύσταση
νέου φορέα, οπότε και μεταφέρονται σε αυτόν αυτοδικαίως (άρθρο 2 παρ. 2 περ. β), ε) λύονται οι
συμβάσεις εργασίας και έργου, οριζομένου ότι η απόφαση συνιστά καταγγελία της ατομικής
συμβάσεως εργασίας και ότι καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, και αίρονται οι αποσπάσεις του
προσωπικού (άρθρο 3) στ) λήγει η θητεία των οργάνων διοίκησης (άρθρο 4) και ζ) αναστέλλεται η
είσπραξη του ανταποδοτικού τέλους υπέρ της ΕΡΤ (άρθρο 5). Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι
03/12.6.2013 και 04/12.6.2013 αποφάσεις των καθ’ ών η αίτηση Υπουργών (Β΄ 1423 και 1427
αντίστοιχα), με τις οποίες, αφενός, αποφασίστηκε η ανάθεση της διαχείρισης των στοιχείων του
ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της σε ειδικό διαχειριστή και,
αφετέρου, διορίστηκε ο ειδικός αυτός διαχειριστής μέχρι τη σύσταση νέου φορέα. Ειδικότερα με
την πρώτη από τις ανωτέρω αποφάσεις προστέθηκε άρθρο 4α στην προσβαλλόμενη, σύμφωνα με
το οποίο « 1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον
Πρωθυπουργό, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζεται ειδικός
διαχειριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με σύμβαση έμμισθης εντολής, ο οποίος διαχειρίζεται το
σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της που
μεταβιβάζονται με το άρθρο 2 στο Δημόσιο μέχρι τη σύσταση του νέου φορέα σύμφωνα με την
παράγραφο 2 του άρθρου 1. 2. Κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, ο ειδικός διαχειριστής
ασκεί τα δικαιώματα, παρακολουθεί τις εκκρεμότητες, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις, προβαίνει σε
καταγραφή των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και γενικά παρακολουθεί και χειρίζεται όλες
τις εκκρεμείς υποθέσεις του Δημοσίου ως διαδόχου της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της. Οι
διατάξεις που ήταν εφαρμοστέες για την άσκηση των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και την
εκπλήρωση των πάσης φύσεως υποχρεώσεων καθώς και για τη διαχείριση κάθε στοιχείου του
ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της που μεταβιβάζονται στο Δημόσιο,
συνεχίζουν να εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης. 3. Ο ειδικός διαχειριστής
μπορεί, για τις ανάγκες της διαχείρισης, να συνάπτει για λογαριασμό του Δημοσίου συμβάσεις έργου
ή εργασίας ορισμένου χρόνου, με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της
ΠΥΣ 33/2006 (Α΄ 280), ύστερα από έγκριση της αρμοδίας για την εποπτεία της διαχείρισης
Υπηρεσίας. 4. Ο ειδικός διαχειριστής αναθέτει, μετά από σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του
Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σε δικηγόρους ή δικηγορικές εταιρείες της ημεδαπής ή της
αλλοδαπής, την δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου στις πάσης φύσεως δίκες
που αφορούν σε στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού που μεταβιβάζονται κατά το άρθρο 2 ή
αφορούν διαφορές που γεννώνται λόγω της καταργήσεως της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της. Η
λήξη της ειδικής διαχείρισης δεν συνεπάγεται την λύση της έμμισθης εντολής».

6. Επειδή, ακολούθως, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, βάσει των διατάξεων του
άρθρου 52 του Π.Δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 35
του ν. 2721/1999 (Α΄ 112), εξέδωσε την από 17.6.2013 προσωρινή διαταγή με την οποία διέταξε
1) την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης Κοινής Υπουργικής Απόφασης αποκλειστικά
ως προς το μέρος της, με το οποίο προβλέπεται α) ότι διακόπτεται η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών
εκπομπών και η λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων της ΕΡΤ Α.Ε., και β) ότι οι συχνότητες της
ΕΡΤ
Α.Ε. παραμένουν ανενεργές (άρθρο 2 παρ. 2 περ. β της παραπάνω Κ.Υ.Α.) και 2) τη λήψη από τους
συναρμόδιους Υπουργό Οικονομικών και Υφυπουργό στον Πρωθυπουργό των αναγκαίων
οργανωτικών μέτρων για τη συνέχιση της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και τη
λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων από δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα για το χρονικό
διάστημα
έως τη σύσταση και λειτουργία νέου φορέα που θα υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως
προβλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΟΙΚ.02/11.6.2013 Κοινής Υπουργικής
Απόφασης. Ακολούθως, με την ΟΙΚ.5/19.6.2013 (Β΄ 1483/19.6.2013) απόφαση των ως άνω
συναρμόδιων Υπουργών και σε συμμόρφωση με την ανωτέρω προσωρινή διαταγή του Προέδρου
του ΣτΕ ανατίθεται στον ειδικό διαχειριστή η άσκηση των δικαιωμάτων της καταργηθείσας ΕΡΤ ΑΕ
που έχουν μεταβιβαστεί στο Δημόσιο και αφορούν τόσο τη μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών
και τη λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων όσο και τη χρήση των συχνοτήτων που παραμένουν
ενεργές έως τη σύσταση και λειτουργία νέου ραδιοτηλεοπτικού φορέα .

7. Επειδή, η κατάργηση από την Διοίκηση νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ασκούν
δημόσια λειτουργία, αποτελεί άσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας (ΕΑ ΣτΕ 229/2012 σκέψη 6, ΠΕ
ΣτΕ 439/1998). Κανονιστικό χαρακτήρα έχει και η συνακόλουθη διακοπή μετάδοσης
ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, κυκλοφορίας εκδόσεων, λειτουργίας διαδικτυακών ιστότοπων, κάθε
άλλης δραστηριότητας της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της καθώς και η παύση χρήσης των
συχνοτήτων. Περαιτέρω, κατά το μέρος της προσβαλλόμενης πράξης, με το οποίο, σύμφωνα με το
άρθρο 3 παρ. 1 αυτής, «για τις περιπτώσεις τις οποίες αφορά, η … απόφαση συνιστά και καταγγελία
της ατομικής συμβάσεως εργασίας», η εν λόγω πράξη εντάσσεται κατ’ αρχάς στο ιδιωτικό δίκαιο,
εν όψει όμως του ότι με αυτήν επιχειρείται μονομερής επέμβαση σε συμβατικό δεσμό συντρέχουν
αμφιβολίες ως προς την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υποθέσεως και
κατά το σκέλος τούτο. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση πρόδηλης ελλείψεως δικαιοδοσίας και,
για το λόγο αυτό, η Επιτροπή Αναστολών δεν κωλύεται να επιληφθεί της αιτήσεως (ΕΑ ΣτΕ
1329/2008 Ολ).

8. Επειδή, η πρώτη από τους αιτούντες αποτελεί δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση των
σωματείων των εργαζομένων στην ΕΡΤ-ΑΕ και, σύμφωνα με το προσκομισθέν καταστατικό της
επιδιώκει, αφενός, τη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών,
κοινωνικών, πολιτιστικών, συνδικαλιστικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών των
σωματείων - μελών της, και, αφετέρου, τη συμβολή στη βελτίωση και ανάπτυξη της ελληνικής
ραδιοφωνίας και τηλεόρασης και την προάσπιση του κοινωνικού και εθνικού χαρακτήρα της
δημόσιας ραδιοφωνίας - τηλεόρασης (άρθρο 2 παρ. 1 και 3). Ο δεύτερος των αιτούντων ασκεί την
αίτηση με την ιδιότητα του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ΠΟΣΠΕΡΤ, του μονίμου
υπαλλήλου της ΕΡΤ-ΑΕ, του θεατή του τηλεοπτικού προγράμματος των σταθμών της ΕΡΤ-ΑΕ
καθώς και του ακροατή του ραδιοφωνικού προγράμματος αυτής. Με τις ιδιότητές τους αυτές με
έννομο συμφέρον ασκούν την αίτηση.

9. Επειδή, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η αίτησή τους πρέπει να γίνει δεκτή, διότι οι προβαλλόμενοι
με το δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμοι. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η
προσβαλλόμενη πράξη είναι μη νόμιμη α) λόγω της αντίθεσης των εξουσιοδοτικών διατάξεων του
άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος το οποίο επιβάλλει την
απρόσκοπτη λειτουργία δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, β) λόγω της αντίθεσης προς το άρθρο
11 του «Ευρωπαϊκού Χάρτη Κοινωνικών Δικαιωμάτων» για την ελευθερία έκφρασης και
πληροφόρησης, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και το
προσαρτηθέν στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ε.Ε. «Πρωτόκολλο 29 σχετικά με το σύστημα
δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη» τα οποία εγγυώνται την ύπαρξη και λειτουργία της
ΕΡΤ-Α.Ε. ως παρόχου δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα της ραδιοτηλεόρασης, γ) λόγω της
αντίθεσης προς το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ),
το οποίο επίσης προστατεύει την ύπαρξη και λειτουργία της ΕΡΤ-Α.Ε. ως παρόχου δημόσιας
υπηρεσίας στον τομέα της ραδιοτηλεόρασης, δ) λόγω μη συνυπογραφής της προσβαλλόμενης
απόφασης από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ.
2 του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005, ε) λόγω έλλειψης εξουσιοδοτικής διάταξης προς έκδοσή της,
αφού η από 10.6.2013 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα με την
προσβαλλόμενη και δεν προηγήθηκε αυτής, στ) λόγω παράλειψης ουσιώδους τύπου, διότι ελλείπει
η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης, ζ) λόγω παράλειψης του ουσιώδους τύπου της
προηγούμενης ακρόασης της ΕΡΤ Α.Ε. και η) λόγω παράβασης της αρχής της αναλογικότητας
(άρθρο 25 παρ.1 Σ.), αφού με την προσβαλλόμενη πράξη επιδιώχθηκε ο εξορθολογισμός της
λειτουργίας του παρόχου δημόσιας υπηρεσίας ραδιοτηλεόρασης με το εξαιρετικά επαχθές για την
ΕΡΤ Α.Ε., το προσωπικό της και το σύνολο των Ελλήνων πολιτών μέτρο της κατάργησης αυτού.
Οι
λόγοι όμως αυτοί ακυρώσεως δεν παρίστανται, κατά την κρίση της Επιτροπής, προδήλως βάσιμοι,
και, συνεπώς, δεν δύνανται να δικαιολογήσουν τη χορήγηση της αναστολής εκτελέσεως της
προσβαλλομένης αποφάσεως.

10. Επειδή, σε σχέση με την ύπαρξη βλάβης οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε.
συνεπάγεται, αφενός, άμεση μέγιστη επαγγελματική ηθική και οικονομική βλάβη στο σύνολο του
προσωπικού της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της και, αφετέρου, την παύση ύπαρξης και
λειτουργίας του παρόχου της καθολικής υπηρεσίας της ραδιοτηλεόρασης στην Ελλάδα.

11. Επειδή, όπως προκύπτει από το προοίμιο της προσβαλλομένης, η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. και
οι λοιπές συναφείς ρυθμίσεις έχουν ως δικαιολογητικό λόγο «το γεγονός ότι η «Ελληνική
Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ Α.Ε.)» επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό
και επιβάλλεται ο εξορθολογισμός της παροχής, της λειτουργίας και του κόστους οργάνωσης της
δημοσίας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας μέσω της ίδρυσης και διαμόρφωσης ενός νέου οργανισμού-
προτύπου, που να υπηρετεί τις επιταγές του Συντάγματος, τις δημοκρατικές, κοινωνικές και
πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας, καθώς και την ανάγκη να διασφαλίζεται η πολυφωνία στα
μέσα ενημέρωσης» (βλ. και άρθρο 1 παρ. 2 της προσβαλλόμενης απόφασης). Υπό τα δεδομένα
αυτά η προσβαλλόμενη εκδίδεται κατ’ επίκληση των προϋποθέσεων του άρθρου 14Β παρ. 1 του ν.
3429/2005 και για τους συγκεκριμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι, κατά τον
βάσιμο σχετικό λόγο του Δημοσίου, κωλύουν τη χορήγηση αναστολής, ανεξαρτήτως της ηθικής
και οικονομικής βλάβης λόγω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας και έργου του
προσωπικού της ΕΡΤ-ΑΕ και των θυγατρικών της βλάβης των αιτούντων (πρβλ. ΕΑ 229/2012).
Επομένως, οι περί του αντιθέτου λόγοι είναι απορριπτέοι. Περαιτέρω, με το μέρος της
προσβαλλόμενης, με το οποίο επιβάλλεται διακοπή της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών
και της λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων της ΕΡΤ Α.Ε., καθώς και ορίζεται ότι καθίστανται
ανενεργές οι συχνότητες που ανήκαν στην ΕΡΤ Α.Ε., προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι
παύει, έστω και προσωρινά, να παρέχεται η, υπό λειτουργική έννοια, δημόσια υπηρεσία της
μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και σχετικών διαδικτυακών υπηρεσιών. Ενόψει του
ιδιαίτερου ρόλου που επιφυλάσσει ο νομοθέτης στην δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση και των
σκοπών δημοσίου συμφέροντος που θάλπονται από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος,
επιβάλλεται, για το αντικείμενο αυτό, η τήρηση της αρχής της συνεχούς λειτουργίας που διέπει και
τη Δημόσια Διοίκηση, ώστε να διασφαλίζεται η συνεχής παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών.
Συντρέχουν, συνεπώς, λόγοι δημοσίου συμφέροντος, συναπτόμενοι με την ομαλή λειτουργία της
ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας, που επιβάλλουν την κατ’ αρχήν συνέχιση της παροχής
ραδιοτηλεοπτικών και διαδικτυακών υπηρεσιών μέχρι την ίδρυση και λειτουργία του κατά τα
ανωτέρω νέου φορέα. Κατά τη γνώμη της Συμβούλου Μ. Καραμανώφ, η κατάργηση του νομικού
προσώπου της ΕΡΤ Α.Ε. χωρίς την ταυτόχρονη ίδρυση νέου αντίστοιχου φορέα, δυναμένου, ως εκ
της νομικής του φύσεως, να τη διαδεχθεί στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ως διαχειριστή
δημόσιας υπηρεσίας, η οποία αποτελεί συγχρόνως αγαθό μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος
κατά το ενωσιακό δίκαιο, έχει ως σφόδρα πιθανολογούμενη συνέπεια να αποστερηθεί η ΕΡΤ Α.Ε.,
μόνος μέχρι σήμερα φορέας ασκήσεως της δημόσιας υπηρεσίας ραδιοτηλεόρασης υπό τη
λειτουργική της έννοια, μεταξύ άλλων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τα οποία θα ηδύνατο να
ασκήσει κατά το μεσολαβούν μέχρι την ίδρυση του νέου φορέα χρονικό διάστημα. Η βλάβη δε
αυτή είναι αμφίβολο αν δύναται να θεραπευθεί με την περιέλευση στο Δημόσιο των δικαιωμάτων
της ΕΡΤ Α.Ε., τουλάχιστον στο μέτρο που αυτά δύνανται, ως αντιστοιχούντα σε αγαθά μεγάλου
οικονομικού ενδιαφέροντος, να ασκούνται μόνο μέσω φορέα, έστω και δημοσίου, ιδρυθέντος
πάντως και λειτουργούντος υπό καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού. Πιθανολογείται επομένως
ανεπανόρθωτη βλάβη των αιτούντων ως εργαζομένων επιφορτισμένων με την εκτέλεση της
ανατεθείσης στην ΕΡΤ Α.Ε. δημόσιας υπηρεσίας, συντρέχει δε, εν όψει και της αρχής της συνεχούς
λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης
πράξης στο σύνολό της.

12. Επειδή, για τους λόγους αυτούς, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη διάταξη της παραγράφου 8 του
άρθρου 52 του Π.Δ. 18/1989, κατά την οποία η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της
Επικρατείας, εκτός από την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως, μπορεί να
διατάξει και κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων, η
Επιτροπή κρίνει ότι πρέπει: 1) να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ.
ΟΙΚ.02/11.6.2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης αποκλειστικά ως προς το μέρος της, με το οποίο
προβλέπεται α) ότι διακόπτεται η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και η λειτουργία
διαδικτυακών ιστοτόπων της ΕΡΤ Α.Ε., και β) ότι οι συχνότητες της ΕΡΤ Α.Ε. παραμένουν
ανενεργές (άρθρο 2 παρ. 2 περ. β της παραπάνω Κ.Υ.Α.). 2) μέχρι τη σύσταση και λειτουργία του
νέου ραδιοτηλεοπτικού φορέα που θα υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως προβλέπεται από την
παρ. 2 του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης Κοινής Υπουργικής Απόφασης, να ληφθούν από τους
συναρμόδιους Υπουργό Οικονομικών και Υφυπουργό στον Πρωθυπουργό και τον Ειδικό
Διαχειριστή τα αναγκαία οργανωτικά μέτρα, περιλαμβανομένης και της πρόσληψης του
αναγκαιούντος προσωπικού, για την εκ μέρους μεταβατικού δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα
μετάδοση, στο συντομότερο δυνατό χρόνο, του αναγκαίου προγράμματος ραδιοτηλεοπτικών
εκπομπών και τη λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων, καθώς και να εκτελούνται όλες οι
απαιτούμενες ενέργειες για τη διασφάλιση κάθε είδους δικαιωμάτων και συμφερόντων που
ανάγονται στον κύκλο δραστηριοτήτων της καταργηθείσης ΕΡΤ Α.Ε. Η Επιτροπή επιφυλάσσεται να
επανέλθει αυτεπαγγέλτως εντός ευλόγου χρόνου για να διαπιστώσει αν έλαβε χώρα συμμόρφωση
προς τα ανωτέρω κριθέντα.

Δια ταύτα

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Διατάσσει τα κατά το σκεπτικό πρόσφορα μέτρα.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, η οποία ανέρχεται στο ποσό των
επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου και εκδόθηκε την ίδια ημέρα.

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Κ. Μενουδάκος Μ. Παπασαράντη

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ: Ο ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΣΤΕ



της Eλένης Tροβά - 1/7/2013 6:22:02 μμ
ριθμός 1685/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012, με την εξής σύνθεση: Π.
Πικραμμένος, Πρόεδρος, Φ. Αρναούτογλου, Αθ. Ράντος, Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδροι του
Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Μ. – Ε. Κωνσταντινίδου,
Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ιω. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ.
Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ.
Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Β.
Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σύμβουλοι, Β. Κίντζιου, Ιω. Σύμπλης, Χρ. Μπολόφη, Πάρεδροι. Από
τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Α. Καλογεροπούλου, καθώς και ο Πάρεδρος Ι.
Σύμπλης μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008.
Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 30 Ιουλίου 2010 αίτηση:

του …… … ……, κατοίκου ... ….. Αττικής(…….), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Γ. Μέντη (Α.Μ.
16463), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Χρ. Αυγερινού, Νομικό Σύμβουλο του
Κράτους,

και κατά των παρεμβαινόντων: 1) .. …. …, κατοίκου Αθηνών ( …. ….. …- …), ο οποίος παρέστη
αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. ….) και 2) ….. …. …., κατοίκου .. .. Αττικής (…. … ..), ο οποίος
παρέστη με το δικηγόρο Κ. Σαμαρτζή (Α.Μ. 10895), που τον διόρισε στο ακροατήριο.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ.
693/2011 παραπεμπτικής αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας,
προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1123/2010 απόφαση του
Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Ο Εισηγητής, Σύμβουλος Ι. Γράβαρης, άρχισε τη συζήτηση της υποθέσεως με την ανάγνωση της
παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί και την εισήγηση του Τμήματος.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και
προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον
πρώτο παρεμβαίνοντα ως δικηγόρο και τον πληρεξούσιο του δεύτερου παρεμβαίνοντος, οι οποίοι
ανέπτυξαν και προφορικά τις απόψεις τους υπέρ της αποδοχής της αίτησης, και την αντιπρόσωπο
του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ
α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με την 693/2011
απόφαση του Β΄ Τμήματος.

2. Επειδή, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Π. Πικραμμένος, ο οποίος είχε προεδρεύσει
της συνθέσεως του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση επ’ ακροατηρίου, αλλ’ απεχώρησε στις
30.6.2011 αναπληρώθηκε κατά τη διάσκεψη της υποθέσεως από τον αρχαιότερο της συνθέσεως
Αντιπρόεδρο Φ. Αρναούτογλου, ο δε Σύμβουλος Β. Αραβαντινός, αναπληρωματικό έως τότε μέλος
της συνθέσεως, έλαβε μέρος στη διάσκεψη ως τακτικό μέλος. (Άρθρο 26 ν. 3719/2012, Α΄241, βλ.
2/2009 απόφ. Ολομ. εν συμβ. και 208Α/2012 πρακτικό διασκέψεως της Ολομέλειας του
Δικαστηρίου.).

3. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1113126 και
1113127/2010, σειράς Α΄, ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

4. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1123/2010 αποφάσεως του Διοικητικού
Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση, αφού, κατ’ αποδοχήν εφέσεως του Δημοσίου,
εξαφανίσθηκε η 18440/2009 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών,
απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά του 2961/30.6.2009 εκκαθαριστικού
σημειώματος του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας …., με το οποίο επιβλήθηκε
εις βάρος του έκτακτη εισφορά 10.000 ευρώ κατά το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Με την
πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή η προσφυγή του αναιρεσείοντος, είχε ακυρωθεί το
εκκαθαριστικό σημείωμα, και είχε διαταχθεί η επιστροφή της καταβληθείσης ως άνω εισφοράς.

5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄8), όπως ίσχυε κατά την
άσκηση της κρινόμενης αίτησης (6.8. 2010) μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 36 παρ. 2
του ν. 2721/1999 (Α΄112) και την τροποποίησή της με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄
112), και προτού αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄213, ισχύς
για καταθέσεις από 1.1.2011), «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της
διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα
χιλιάδες (40.000) ευρώ. […]. Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο
κατώτερο [από το ανωτέρω ποσό], όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους
ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι: α) […] β) με αυτήν
τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη
νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες
αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. […]».

6. Επειδή, εν προκειμένω, το αντικείμενο της κρινόμενης αίτησης, ανερχόμενο, κατά τα
προεκτεθέντα, στο ποσό των 10.000 ευρώ, υπολείπεται του κατωτάτου ορίου των 40.000 ευρώ
που τάσσεται με την ανωτέρω διάταξη για το κατ’ αρχήν παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ενόψει αυτού, ο αιτών προβάλλει με συγκεκριμένους, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη,
ισχυρισμούς που περιέχονται στο αναιρετήριο, ότι, μεταξύ άλλων, συντρέχει, κατά τη διάταξη
αυτή, περίπτωση «σπουδαίου νομικού ζητήματος», ως εκ του οποίου δικαιολογείται, κατ’
εξαίρεση, η άσκηση της αιτήσεως. Από την εκτίμηση των ισχυρισμών αυτών και των στοιχείων στα
οποία αναφέρονται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την προσφυγή του κατά του
οικείου εκκαθαριστικού σημειώματος (ανωτ. σκέψη 4), αμφισβήτησε τη συνταγματικότητα των
διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, με βάση τις οποίες επιβλήθηκε η επίδικη έκτακτη
εισφορά, από άποψη ιδίως αντικειμένου και αναδρομικότητας της φορολογίας (άρθρο 78 παρ. 1
και 2 Συντ.), φοροδοτικής ικανότητας, καθολικότητας του φόρου και φορολογικής ισότητας
(άρθρο 4 παρ. 5 Συντ.), προέβαλε δε επίσης παράβαση του δικαιώματος προηγουμένης
ακροάσεως. Ενόσω εκκρεμούσε η εν λόγω προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, η
Αντεπίτροπος των Διοικητικών Δικαστηρίων, ενεργώντας κατ’ εντολή του Γενικού Επιτρόπου,
ζήτησε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου αυτού, εν όψει
του ότι είχαν ήδη κατατεθεί πολλές ανάλογες προσφυγές, τον κατά προτίμηση προσδιορισμό
δικασίμου μιας εξ αυτών, ως «πρότυπης δίκης» κατά το εδάφιο θ του άρθρου 29 του Κώδικα
Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως το εδάφιο
αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 παρ. 2 του ν. 3659/2008 (Α΄77), «ώστε μετά την
αμετάκλητο επίλυση του ανακύπτοντος νομικού ζητήματος, να ακολουθήσει ο προσδιορισμός […]
για τις λοιπές της αυτής κατηγορίας υποθέσεις […], στις οποίες τίθεται το αυτό νομικό ζήτημα […]».
Κατόπιν αυτού, ορίσθηκε για την προσφυγή του αιτούντος σύντομη δικάσιμος και εκδόθηκε η
πρωτόδικη απόφαση. Με την απόφαση αυτή η προσφυγή έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι οι περί
επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς ως άνω διατάξεις του ν. 3758/2009, έχοντας ως
αντικείμενο το εισόδημα του έτους 2007, επιβάλλουν αναδρομικά φόρο κατά παράβαση του
άρθρου 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Η πρωτόδικη αυτή απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα,
εξαφανίσθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την
οποία κρίθηκε ότι οι πιο πάνω διατάξεις του ν. 3758 δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 ούτε το
άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Και, ακόμα, ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του
δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων επαναφέρει, ως
λόγους αναιρέσεως, τους περί αντισυνταγματικότητας ως άνω ισχυρισμούς του. Εξ άλλου, για την
επίδικη εισφορά δεν υπάρχει ακόμα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Υπό τα δεδομένα
αυτά, τίθεται πράγματι με την κρινόμενη αίτηση «σπουδαίο νομικό ζήτημα», κατά την έννοια του
άρθρου 53 παρ. 3 εδ. β του π. δ. 18/1989, όπως βασίμως, κατά τ’ ανωτέρω, προβάλλει ο αιτών,
χωρίς, άλλωστε, να το αμφισβητεί το Δημόσιο, και, επομένως, παραδεκτώς, από την άποψη αυτή,
ασκείται η εν λόγω αίτηση παρά το υπολειπόμενο του νομίμου ορίου αντικείμενό της.

7. Επειδή, η αίτηση ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς.

8. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄67) ορίζονται τα ακόλουθα: «α. Σε δίκη
ενώπιον […] της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας […], στην οποία, εν όψει των
ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται θέμα αν διάταξη τυπικού
νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά
ή νομικά πρόσωπα […] τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του
ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή
δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι […]. Ο
παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και
επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η
εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. […].». Βάσει
των διατάξεων αυτών παραδεκτώς, κατ’ αρχήν, παρεμβαίνουν εν προκειμένω ενώπιον της
Ολομελείας οι …… ….. και ….. ………, επικαλούμενοι εκκρεμείς προσφυγές τους στα Διοικητικά
Πρωτοδικεία Πειραιώς και Αθηνών, αντιστοίχως, κατά εκκαθαριστικών σημειωμάτων με τα οποία
τους επιβλήθηκε, όπως και στον αιτούντα, έκτακτη εισφορά κατά το άρθρο 18 του ν. 3758/2009.
Από τους ισχυρισμούς τους όμως – περί ανισχύρου της εν λόγω εισφοράς- είναι ακουστοί μόνον
όσοι αναφέρονται στα ζητήματα εκείνα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί, κατά τ’ ανωτέρω,
από τον αναιρεσείοντα - και εν συνεχεία από την παραπεμπτική απόφαση όχι δε και εκείνοι που
επεκτείνονται σε άλλα (πρβλ. και ΣτΕ, Ολομ., 1213/2010 κ.ά.).

9. Επειδή, στο άρθρο 78 του Συντάγματος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι «κανένας φόρος δεν
επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και
το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις
οποίες αναφέρεται ο φόρος» και στην παράγραφο 2 ότι «φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό
βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό
έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.».

10. Επειδή, στο ανωτέρω άρθρο 18 του ν. 3758/2009 («Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για
ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις», Α΄68/5.5.2009), υπό τον τίτλο «Έκτακτη
Οικονομική Εισφορά», ορίζονται τα εξής: 1.α. Επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο εισόδημα
των φυσικών προσώπων που φορολογούνται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του
άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), καθώς και στο εισόδημα
σχολάζουσας κληρονομιάς. Επίσης στο εισόδημα των φυσικών προσώπων τα οποία
φορολογούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 (ΦΕΚ 23
Α΄). β. Για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα,
πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προσώπου ή της
σχολάζουσας κληρονομιάς των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008
εφόσον αυτό είναι εξήντα χιλιάδες ευρώ (60.000 €) και άνω. γ. Για την εξεύρεση του συνολικού
εισοδήματος δεν προσμετρούνται τα εισοδήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της
περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. 2. Η έκτακτη εφάπαξ εισφορά
καθορίζεται στο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 €) για ετήσιο συνολικό ατομικό εισόδημα από
εξήντα χιλιάδες ένα ευρώ (60.001 €) έως ογδόντα χιλιάδες ευρώ (80.000 €), στο ποσό των δύο
χιλιάδων ευρώ (2.000 €) για εισόδημα από ογδόντα χιλιάδες ένα ευρώ (80.001 €) έως εκατό
χιλιάδες ευρώ (100.000 €), στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) για εισόδημα από εκατό
χιλιάδες ένα ευρώ (100.001 €) έως εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ (150.000 €), στο ποσό των
πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €) για εισόδημα από εκατόν πενήντα χιλιάδες ένα ευρώ (150.001 €)
έως τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (300.000 €), στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €) για
εισόδημα από τριακόσιες χιλιάδες ένα ευρώ (300.001 €) έως πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000
€), στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €) για εισόδημα από πεντακόσιες χιλιάδες ένα
ευρώ (500.001 €) έως εφτακόσιες χιλιάδες ευρώ (700.000 €), στο ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ
(20.000 €) για εισόδημα από εφτακόσιες χιλιάδες ένα (700.001 €) έως εννιακόσιες χιλιάδες ευρώ
(900.000 €) και στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ (25.000 €) για εισόδημα άνω των
εννιακοσίων χιλιάδων ένα ευρώ (900.001 €). 3.α. Η εισφορά του παρόντος βεβαιώνεται οίκοθεν
από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία
του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που
αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε. β. Για τον υπολογισμό της εισφοράς
εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο. γ. Η
προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς,
καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν
αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που βεβαιώνεται κατά τις διατάξεις της
παραγράφου 1. δ. Οι διατάξεις των άρθρων 66, 67, 68, 69, 70, 71, 74, 75, 84 και 85 του Κ.Φ.Ε.,
καθώς και του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α΄), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και για την
επιβολή αυτής της εισφοράς, επιφυλασσομένων όσων ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους.
Η εισφορά που προκύπτει μετά από έλεγχο που διενεργείται από τον προϊστάμενο της δημόσιας
οικονομικής υπηρεσίας μπορεί να επιβάλλεται και με το οικείο φύλλο ελέγχου της φορολογίας
εισοδήματος. 4.α. Η εισφορά που επιβάλλεται με αυτόν το νόμο καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες
διμηνιαίες δόσεις […] β. Υπόχρεος σε καταβολή της εισφοράς είναι το φυσικό πρόσωπο στο όνομα
του οποίου βεβαιώνεται αυτή. […]».

11. Επειδή, η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3758/2009 έκτακτη οικονομική εισφορά,
επιβλήθηκε, όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση, ως μέτρο αναγκαίο για την
αντιμετώπιση των συνεπειών τής οικονομικής κρίσης, έτσι ώστε «να συνεισφέρουν περισσότερο τα
υψηλότερα εισοδήματα», το δε ύψος της καθορίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, στον ίδιο το νόμο,
σε συγκεκριμένα ποσά που βαίνουν αυξανόμενα σε αντιστοιχία με κλιμάκια - υψηλών πράγματι
(άνω των 60.000 ευρώ)- καθαρών εισοδημάτων, όπως αυτά έχουν προκύψει για το οικονομικό
έτος 2008 από τους οικείους τίτλους και ανεξάρτητα εάν είναι ή όχι φορολογητέα κατά τη
νομοθεσία περί φορολογίας τού εισοδήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, όπως παγίως έχει κριθεί σε
ανάλογες περιπτώσεις επιβολής εκτάκτων εισφορών (ΣτΕ 1317, 1318/1979, Ολομ., 3098,
3653/1981, 3202/1982, 116, 2209, 3515/1983, 357/1984, επταμ., 3639/1984, 797, 2729/1986),
η εν λόγω εισφορά δεν έχει ως αντικείμενο τα πιο πάνω εισοδήματα του οικονομικού έτους 2008,
ώστε να τίθεται ζήτημα αναδρομικής φορολόγησής τους κατά την έννοια του άρθρου 78 του
Συντάγματος. Απλώς, τα εισοδήματα αυτά, εν όψει και του ότι, όταν ανέκυψε η έκτακτη, λόγω
της κρίσεως, δημοσιονομική ανάγκη, και επιβλήθηκε η επίμαχη εισφορά με τον δημοσιευθέντα στο
ΦΕΚ Α΄ 68/5.5.2009 ως άνω νόμο, δεν είχε καν ολοκληρωθεί η υποβολή των σχετικών δηλώσεων,
για το οικονομικό έτος 2009, θεωρήθηκαν – ευλόγως - από το νομοθέτη ως τα πλέον πρόσφατα
ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της αυξημένης φοροδοτικής ικανότητας στην οποία απέβλεψε,
απετέλεσαν, δηλαδή, το κριτήριο και, συνακόλουθα, τη βάση επιβολής της έκτακτης εισφοράς, έτσι
ώστε και το ποσό που θα συγκεντρωνόταν να μπορεί να προϋπολογισθεί, και να επιβαρυνθούν με
την εισφορά οι κατά τεκμήριο πλουσιότεροι πολίτες. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, το εν λόγω
κριτήριο δεν παρίσταται απρόσφορο ούτε αντίθετο με την αρχή της φοροδοτικής ικανότητας και
δεν αντίκειται, συνεπώς, στο Σύνταγμα. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Κ.
Ευστρατίου, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Β. Αραβαντινός, Θ Αραβάνης, Δ, Μακρής, Μ. Πικραμένος και
Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, καθώς και η Πάρεδρος Β. Κίντζιου, οι οποίοι διατύπωσαν την
ακόλουθη άποψη: Με τις παρατεθείσες ανωτέρω (σκέψη 10) διατάξεις του άρθρου 78 του
Συντάγματος, αφ’ ενός μεν ορίζονται περιοριστικά τα στοιχεία που μπορούν ν’ αποτελέσουν τη
βάση φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), αφ’ ετέρου δε
απαγορεύεται απολύτως η αναδρομική φορολόγηση πέραν του «οικονομικού έτους» του
προηγουμένου της επιβολής του φόρου. Χωρίς, σημειωτέον, από την απαγόρευση αυτή να χωρούν
παρεκκλίσεις κατ’ επίκληση εξαιρετικών περιστάσεων. (Βλ. γνώμη πλειοψηφίας στη σκέψη 7 της
ανωτέρω 693/2011 παραπεμπτικής απόφασης του Β΄ Τμήματος). Εξ άλλου, κατά την έννοια της
αυτής συνταγματικής διατάξεως, ως «οικονομικό έτος» πέραν του οποίου δεν μπορεί να ανατρέξει
η φορολογική ρύθμιση, θεωρείται το ημερολογιακό έτος που προηγείται εκείνου κατά το οποίο
δημοσιεύεται ο σχετικός νόμος. (Βλ. ΣτΕ, Ολομ., 1865/1985 και έκτοτε παγίως: Μεταξύ άλλων,
209, 2983/1986, 1022, 5387/1987, 299/1988, 3192/1989, 1758/1992, 2818/1994, 650/1995,
επταμ., 3205/1996, επταμ, 2860/2003, 1912/2009, Ολομ. Βλ. επίσης την ανωτ. 693/2011).
Κατόπιν αυτών, η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, ορίζοντας ευθέως ότι η
προβλεπόμενη με αυτήν έκτακτη εισφορά «επιβάλλεται στο εισόδημα των φυσικών προσώπων»
(και των σχολαζουσών κληρονομιών) και ότι για τον υπολογισμό της «λαμβάνεται υπόψη το
εισόδημα […] των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008», δηλαδή,
όπως σαφώς προκύπτει από την εν λόγω διατύπωση αλλά και το σκοπό του νόμου, το εισόδημα
του ημερολογιακού έτους 2007, επιβάλλει αναδρομικώς φόρο επί εισοδημάτων που έχουν
προκύψει σε χρόνο προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεώς της έτους και είναι γι
αυτό ανίσχυρη ως παραβιάζουσα το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Τούτο ουδόλως
μεταβάλλεται αν το εν λόγω εισόδημα του 2007, αντί να χαρακτηρισθεί αντικείμενο (όπως
πράγματι είναι) της επίδικης εισφοράς, θεωρηθεί, κατά τ’ ανωτέρω, ως «κριτήριο» για την
επιβάρυνση με αυτήν των οικονομικώς ευρωστοτέρων. Γιατί, το Σύνταγμα, καθορίζοντας, κατά τα
προεκτεθέντα, περιοριστικά, στην παράγραφο 1 του άρθρου 78, τα στοιχεία που μπορεί να
στηρίξουν την επιβολή φόρου, μεταξύ των οποίων και το εισόδημα, αποβλέπει στα στοιχεία αυτά
ακριβώς ως κριτήρια διαγνώσεως φοροδοτικής ικανότητας (κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 Συντ.)
απαγορεύοντας όμως, απολύτως, κατά την παράγραφο 2, την αναδρομική, πέραν του έτους,
χρησιμοποίησή τους.

12. Επειδή, στο άρθρο 79 (παρ. 1 - 4) του Συντάγματος ρυθμίζονται τα της ψηφίσεως του
ετήσιου, «για το επόμενο έτος», κρατικού προϋπολογισμού, και ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει
να αναγράφονται σ’ αυτόν όλα τα έσοδα και τα έξοδα του κράτους και ότι αν για οποιονδήποτε
λόγο είναι ανέφικτη η διοίκηση των εσόδων και εξόδων βάσει του προϋπολογισμού, αυτή
ενεργείται με βάση ειδικό κάθε φορά νόμο. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν στην
καλή δημοσιονομική διαχείριση (ΣτΕ, Ολ. 3668/2006 κ.ά.), δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης,
όταν παρίσταται ανάγκη, να επιβάλλει κατά τη διάρκεια του έτους και νέα (μη προϋπολογισθέντα)
δημόσια βάρη, στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται από την προμνημονευθείσα συνταγματική διάταξη
της παραγράφου 2 του άρθρου 78. Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις περί επιβολής της επίδικης
έκτακτης εισφοράς δεν είναι αντισυνταγματικές εκ μόνου του ότι δεν υπήρχε, κατά την ψήφιση
του νόμου, σχετική εγγραφή στον οικείο τακτικό προϋπολογισμό, τα δε περί του αντιθέτου
προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ.
Παπαγεωργίου, ο οποίος, εν όψει της γνώμης την οποία υποστήριξε στο προηγούμενο ζήτημα (ότι,
δηλαδή, αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος η επιβολή της επίμαχης έκτακτης
εισφοράς επί εισοδημάτων του ημερολογιακού έτους 2007), διετύπωσε την άποψη ότι, ακριβώς
συνεπεία της αντιθέσεως αυτής προς το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, η επιβολή της εν λόγω
μη προϋπολογισθείσης έκτακτης εισφοράς, σύμφωνα με την ως άνω δοθείσα ερμηνεία των
διατάξεων του άρθρου 79 του Συντάγματος, αντίκειται και στις διατάξεις του άρθρου αυτού.

13. Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς
διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία
θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η
διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον η μεταχείριση αυτή
δεν είναι αυθαίρετη αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ανταποκρινόμενα στις
ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών.
Παρέχεται δε ευρεία σχετική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά
την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα. (ΣτΕ 4354/1985, 1135/1991, επταμ., 3423/1991,
444/1995, επταμ., 2974/2001, επταμ. 3485/2007 κ.ά.).

14. Επειδή, η επίδικη έκτακτη εισφορά επεβλήθη, κατά τ’ ανωτέρω (σκέψη 10), με το ν.
3758/2009 (Α΄68/5.5.2009), σε υψηλά ετήσια εισοδήματα (60.000 ευρώ και άνω) φυσικών
προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών, όχι δε και σε εισοδήματα νομικών προσώπων. Και τα
τελευταία όμως αυτά, στο πλαίσιο της ίδιας οικονομικής συγκυρίας, υπήχθησαν σε αντίστοιχες
έκτακτες εισφορές, αφ’ ενός μεν με το άρθρο 2 του ν. 3808/2009 («Έκτακτη οικονομική ενίσχυση
κοινωνικής αλληλεγγύης, έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης των μεγάλων επιχειρήσεων και της
μεγάλης ακίνητης περιουσίας και άλλες διατάξεις», Α΄227/10.12.2009), αφ’ ετέρου δε με το άρθρο
πέμπτο («έκτακτη εισφορά στα κέρδη των νομικών προσώπων») του ν. 3845/2010 («Μέτρα για
την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης
του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», Α΄ 65/6.5.2010). Υπό τα δεδομένα αυτά, η μη
υπαγωγή στην επίδικη εισφορά των εισοδημάτων των νομικών προσώπων δεν υπερβαίνει,
πάντως, τα όρια της κατά την προηγούμενη σκέψη ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει με γενικά
και αντικειμενικά κριτήρια τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο και χρόνο φορολόγησης διαφόρων
κατηγοριών φορολογουμένων, και δεν παραβιάζει, ως εκ τούτου, το άρθρο 4 παρ. 5 του
Συντάγματος. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση,
ανεξάρτητα από τη λυσιτέλειά τους για τον αιτούντα, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα ως
αβάσιμα. Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Ι. Γράβαρη και Β. Αραβαντινού, και της Παρέδρου
Β. Κίντζιου, ο λόγος που υπαγόρευσε την εξαίρεση των νομικών προσώπων από την επιβολή της
επίδικης «έκτακτης εφάπαξ» εισφοράς του ν. 3758/2009 ούτε από τη φύση του πράγματος
προκύπτει ούτε αναδεικνύεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως της σχετικής
διατάξεως, η οποία, σημειωτέον, εισήχθη ως τροπολογία-προσθήκη σε σχέδιο νόμου με άλλο
αντικείμενο. Κατά τις σχετικές μάλιστα συζητήσεις στο Κοινοβούλιο προβλήθηκαν συγκεκριμένες
αντιρρήσεις για την εξαίρεση των νομικών προσώπων, οι οποίες έμειναν αναπάντητες (βλ.
Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση Ολομέλειας ΡΙΒ΄/ 30.3.2009, σε συνδυασμό με την αιτιολογική
έκθεση της κρίσιμης διάταξης, η οποία περιορίζεται να αναφέρει ότι «η επιβολή της έκτακτης
οικονομικής εισφοράς κρίνεται αναγκαία για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής
κρίσης», και ότι «με τον τρόπο αυτό, όσοι έχουν υψηλότερα εισοδήματα συνεισφέρουν
περισσότερο στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης»). Αλλ’ ούτε και από τους
μεταγενέστερους ως άνω νόμους μπορεί να δικαιολογηθεί η κρίσιμη εξαίρεση. Γιατί, όπως
προκύπτει από τις ρυθμίσεις και τις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω νόμων, οι επίσης «έκτακτες
εφάπαξ» εισφορές που επεβλήθησαν με αυτούς, σε εισοδήματα οικονομικών ετών μεταγενέστερων
του ενδίκου (2009 και 2010), άσχετα αν υπαγορεύθηκαν από συνέπειες της ίδιας, συνεχιζόμενης,
οικονομικής κρίσης, είχαν σκοπό να καλύψουν ανάγκες που ανέκυψαν ή που, εν πάση περιπτώσει,
διαγνώσθηκαν και εκτιμήθηκαν το πρώτον μετά το ν. 3758. Ως εκ τούτου δε, οι νεότεροι αυτοί
νόμοι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν σύστημα ρυθμίσεων με το ν. 3758, ώστε η
φορολόγηση με αυτούς των νομικών προσώπων να «εξηγεί» την αρχική τους εξαίρεση. (Εξ άλλου,
«έκτακτη εφάπαξ εισφορά» επεβλήθη εκ νέου και στα φυσικά πρόσωπα με το άρθρο 5 του ν.
3833/2010, Α΄40/15.3.2010). Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, η
επιβολή της επίδικης εισφοράς σε μόνα τα φυσικά πρόσωπα (και τις σχολάζουσες κληρονομιές),
κατά παράλειψη των νομικών προσώπων, αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας και της
καθολικότητας του φόρου και καθιστά και εκ του λόγου τούτου ανίσχυρη τη σχετική ρύθμιση,
κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Χωρίς, άλλωστε, η προβολή του
σχετικού λόγου να είναι αλυσιτελής για τον αιτούντα, αφού συνέπεια της ανωτέρω
αντισυνταγματικότητας θα ήταν η επανεξέταση από το νομοθέτη του ζητήματος των υποκειμένων
της επίδικης εισφοράς με ενδεχόμενη επιβολή της (και) σε νομικά πρόσωπα και συνακόλουθη
ελάφρυνση των φυσικών προσώπων.

15. Επειδή, στο πλαίσιο της ως άνω, κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ευρείας ευχέρειας του
νομοθέτη να θεσπίζει φορολογικές ρυθμίσεις σε συνάρτηση με τη φοροδοτική ικανότητα των
φορολογουμένων, είναι, κατ’ αρχήν, συνταγματικώς ανεκτό το προβλεπόμενο στην ανωτέρω
διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του ν. 3758/2009 σύστημα καθορισμού του ύψους της επίδικης
έκτακτης εισφοράς ανά κλιμάκιο εισοδήματος, με το ποσό της εισφοράς να αυξάνει κατά τη
μετάβαση από χαμηλότερο σε υψηλότερο κλιμάκιο. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η
εφαρμογή της εν λόγω διάταξης στα όρια των προβλεπόμενων κλιμακίων έχει ως αποτέλεσμα να
καταλείπεται μετά τη φορολογία μεγαλύτερου εισοδήματος, διαθέσιμο ποσόν μικρότερο του
καταλειπομένου μετά τη φορολόγηση μικρότερου εισοδήματος και ότι, ως εκ τούτου, επέρχεται
«ανισότητα της δημοσιονομικής θυσίας». Ο λόγος όμως αυτός είναι, πάντως, απορριπτέος, καθώς
δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η φορολόγηση εν προκειμένω του ένδικου
εισοδήματός του συνιστά τέτοια περίπτωση (Πρβλ. ΣτΕ 437/1995, επταμ.). Εξ άλλου, ο ειδικότερος
ισχυρισμός περί άνισης φορολόγησης του εισοδήματός του εντός του οικείου κλιμακίου, λόγω
φθίνουσας προοδευτικότητας του φόρου, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέος ως απαράδεκτος,
καθόσον, συνιστάμενος στο μερικότερο τούτο ζήτημα της επίδικης περιπτώσεως, προβάλλεται το
πρώτον με το υπόμνημα που αυτός κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του
Τμήματος.

16. Επειδή, όπως προελέχθη, (σκέψη 10), σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 περ. β και γ του ν.
3758/2009, αντικείμενο της επίδικης εισφοράς αποτελεί το «συνολικό καθαρό εισόδημα» των
δηλώσεων οικονομικού έτους 2008, «φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο», εξαιρέσει των
εισοδημάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ της παραγράφου 4 του
άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. (Πρόκειται, αντιστοίχως, για την αυτοτελή
φορολόγηση αποζημιώσεων στο πλαίσιο μισθωτών υπηρεσιών και την απαλλαγή ορισμένων
εφάπαξ ασφαλιστικών παροχών). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, στην επίδικη εισφορά,
πλην των συγκεκριμένων ως άνω εξαιρέσεων, υπόκειται κάθε έσοδο που εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στο
πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, άρα και οι «αυτοτελώς φορολογούμενες
ειδικές περιπτώσεις» των άρθρων 11 κ.επ. αυτού. Συνεπώς, ισχυρισμός που είχε προβάλει ο αιτών
με την προσφυγή του ότι δεν έπρεπε να υπαχθεί στην εισφορά «ποσό 55.720,13 ευρώ που αφορά
αυτοτελώς φορολ. ποσά», χωρίς να διευκρινίζει ειδικότερα τη φύση των εν λόγω ποσών, δεν ήταν
ουσιώδης και ορθώς κατ’ αποτέλεσμα δεν ελήφθη υπ’ όψη από το διοικητικό εφετείο, τα δε περί
του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ομοίως,
παράπονα της κρινόμενης αίτησης σχετικά με τον ενιαίο τρόπο εμφανίσεως στις οικείες δηλώσεις
φορολογίας εισοδήματος, αφ’ ενός μεν των αυτοτελώς φορολογουμένων εσόδων των υπαγομένων
στην εισφορά, αφ’ ετέρου δε των κατά τ’ ανωτέρω εξαιρουμένων από αυτήν, έτσι ώστε τα
τελευταία να μη διακρίνονται και να υπόκεινται, ως μη έδει, σε εισφορά, προβάλλονται άνευ
εννόμου συμφέροντος, καθώς ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ούτε προκύπτει ότι στα ένδικα
εισοδήματά του περιλαμβάνονται και τέτοια εξαιρούμενα της εισφοράς έσοδα. Εξ άλλου, το ότι τα
υποκείμενα στην εισφορά ως άνω αυτοτελώς φορολογούμενα έσοδα δηλώνονταν, όπως
ισχυρίζεται ο αιτών, προαιρετικώς στις αντίστοιχες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, δεν άγει,
από πλευράς επιβολής της επίδικης εισφοράς, σε άνιση ευνοϊκή μεταχείριση όσων δεν προέβησαν σε
σχετική δήλωση, αφού και στους τελευταίους, πάντως, «βεβαιώνεται οίκοθεν» η εισφορά κατόπιν
ελέγχου (παρ. 3 περ. α, β και δ ανωτ. άρθρου 18 ν. 3758). Συνεπώς, και ο περί του αντιθέτου
λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

17. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του
Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), δεν επιβάλλεται η κατά τις διατάξεις αυτές
προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου, όταν το σε βάρος του διοικητικό μέτρο δεν συνδέεται
κατά νόμον με υποκειμενική του συμπεριφορά αλλά λαμβάνεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων.
(Παγία η νομολογία, βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 1505/2010, 4254/2009, 2968/2007). Τέτοια είναι,
κατ’ αρχήν, και η περίπτωση της επίδικης εισφοράς, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, επιβάλλεται
βάσει των δεδομένων των οικείων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος. Ορθώς, επομένως,
απερρίφθη εν προκειμένω από το διοικητικό εφετείο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατά τον
οποίο πριν από την έκδοση του επίδικου εκκαθαριστικού σημειώματος έπρεπε σε κάθε περίπτωση
να κληθεί σε ακρόαση κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αντιστοίχως δε απορριπτέος ως αβάσιμος είναι
και ο προβαλλόμενος ήδη περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως. Κατά το μέρος, άλλωστε, που με
το λόγο αυτό προβάλλεται ότι η υποχρέωση προηγουμένης ακροάσεως επιβαλλόταν ειδικότερα
από την, κατά τον αιτούντα, ανάγκη να διευκρινισθεί ποιά από τα δηλωθέντα ως αυτοτελώς
φορολογούμενα εισοδήματα ήσαν από εκείνα που απαλλάσσονται από την επίδικη εισφορά (βλ.
προηγούμενη σκέψη), ο λόγος είναι, πάντως, απορριπτέος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού,
κατά τα προεκτεθέντα, ούτε προβάλλεται ούτε προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε δηλώσει εν
προκειμένω τέτοια απαλλασσόμενα της εισφοράς εισοδήματα.

18. Επειδή, κατόπιν αυτών, και δεδομένου ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, η
κρινόμενη αίτηση, όπως και οι πιο πάνω παρεμβάσεις, πρέπει ν’ απορριφθούν στο σύνολό τους.
Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Απορρίπτει τις παρεμβάσεις των … και … … .

Επιβάλλει συμμέτρως στον αιτούντα και τους παρεμβαίνοντες τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου,
η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια
συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2013.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Φ. Αρναούτογλου Μ. Παπασαράντη

Τραπεζικές απάτες! Προσοχή!



της Eλένης Tροβά - 20/6/2013

Eπίσημη ενημέρωση από την Αστυνομία υπήρξε για την εξιχνίαση από την Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της μεγάλης υπόθεση απάτης σε βάρος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Η αστυνομία σημειώνει πως συνελήφθη στο Αγρίνιο μια 41χρονη υπάλληλος η οποία εκμεταλλευόμενη τη θέση της ως ταμίας υπεξαιρούσε χρηματικά ποσά από τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών και τα τοποθετούσε στον προσωπικό της λογαριασμό αλλά και σε λογαριασμούς άλλων προσώπων ενώ διερευνάται η εμπλοκή στην υπόθεση και άλλων ατόμων.

Σε βάρος της συλληφθείσας σχηματίστηκε κακουργηματικού χαρακτήρα δικογραφία για απάτη με υπολογιστή, υπεξαίρεση, ψεύδη βεβαίωση και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές πράξεις. Από το Σεπτέμβριο του 2012 υπεξαίρεσε συνολικά από 10 τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών του τραπεζικού ιδρύματος, το ποσό των 684.193,68 ευρώ .

Το αστυνομικό δελτίο διεξοδικά αναφέρει:

Από την Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων, μετά από μεθοδική αστυνομική έρευνα, εξιχνιάστηκε μεγάλη υπόθεση απάτης, σε βάρος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος.

Για την υπόθεση αυτή συνελήφθη χθες (08-06-2013) στο Αγρίνιο, μια 41χρονη ημεδαπή, υπάλληλος υποκαταστήματος του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος σε βάρος της οποίας σχηματίστηκε δικογραφία κακουργηματικού χαρακτήρα για τα αδικήματα της απάτης με υπολογιστή, ψευδούς βεβαιώσεως της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές πράξεις.

Ειδικότερα, η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων, μετά από εσωτερικό έλεγχο της αρμόδιας Διεύθυνσης του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, από την οποία προέκυψαν ενδείξεις υπεξαίρεσης χρημάτων από τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών σε συγκεκριμένο υποκατάστημα στο Αγρίνιο, ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης και για το λόγο αυτό κλιμάκιο αστυνομικών μετέβη στη περιοχή.

Όπως προέκυψε από την αστυνομική έρευνα, 41χρονη υπάλληλος του Τραπεζικού Υποκαταστήματος, εκμεταλλευόμενη τη θέση της ως ταμίας του συγκεκριμένου υποκαταστήματος και έχοντας πρόσβαση στο μηχανογραφικό σύστημα της τράπεζας, επέλεγε λογαριασμούς πελατών της Τράπεζας και κυρίως ατόμων μεγάλης ηλικίας που δεν είχαν τη δυνατότητα για συνεχή προσέλευσή τους στη τράπεζα για συναλλαγές και ενημέρωση των λογαριασμών τους. Στη συνέχεια, από τους τραπεζικούς αυτούς λογαριασμούς προεξοφλούσε τις προθεσμιακές καταθέσεις των πελατών, πλαστογραφώντας τις υπογραφές τους αλλά και τις υπογραφές των αρμόδιων στελεχών της Τράπεζας που διεκπεραίωναν τέτοιες τραπεζικές εργασίες και κατάφερνε να υπεξαιρεί συστηματικά τα χρηματικά ποσά που είχαν κατατεθεί στους τραπεζικούς λογαριασμούς

Σημειώνεται, ότι η 41χρονη για να συγκαλύψει την εγκληματική της δράση και έχοντας ως σκοπό της μελλοντική ιδιοποίηση αυτών των ποσών, τα κατέθετε είτε στον προσωπικό λογαριασμό μισθοδοσίας της είτε σε νέους λογαριασμούς των παθόντων πελατών, τους οποίους είχε δημιουργήσει πλαστογραφώντας τις υπογραφές τους. Στο πλαίσιο της εγκληματικής της δράσης που προσδιορίζεται από το Σεπτέμβριο του 2012, η 41χρονη υπάλληλος κατάφερε να υπεξαιρέσει από 10 λογαριασμούς πελατών της τράπεζας, το χρηματικό ποσό των 684.193,68 ευρώ.

Επιπλέον, εξετάζεται η εμπλοκή στην υπόθεση και δύο άλλων ατόμων.

Σε έρευνα που διενεργήθηκε στην οικία της στο Αγρίνιο, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:

· Τριάντα δύο (32) βιβλιάρια τραπεζικών λογαριασμών, από τα οποία τα (16) φέρουν στοιχεία διαφορετικών δικαιούχων, ενώ τα υπόλοιπα (16) έχουν εκδοθεί στο όνομά της από διάφορα άλλα τραπεζικά ιδρύματα.

· Πλήθος παραστατικών τραπεζικών συναλλαγών με στοιχεία διαφόρων προσώπων.

· Πλήθος αιτήσεων πληρωμής – αντιτύπων για βεβαίωση κέρδους από πρακτορεία στοιχημάτων.

· Ένα ημερολόγιο στο οποίο αναγράφονταν τα ονοματεπώνυμα των προαναφερόμενων παθόντων πελατών της τράπεζας και στοιχεία των λογαριασμών τους.

Οι συλληφθείσα οδηγήθηκε σήμερα στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αγρινίου.

Υπενθυμίζεται ότι η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας είναι αρμόδια για τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη υποθέσεων διαφθοράς, τόσο στο χώρο της Ελληνικής Αστυνομίας, όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Για καταγγελίες ανάλογων περιστατικών, οι πολίτες μπορούν να επικοινωνούν, καθ’ όλο το 24ωρο, στο τηλέφωνο 210 – 8779700 της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων.

Πολλά τα περιστατικά πολλοί και οι παθόντες. Δεν οφείλουν οι Τράπεζες να ελέγχουν τις συναλλαγές επιτέλους? ή ο νόμος τις αφορά εν μέρει?

LAWYER DOG



του partner wolf - 23/6/2013 3:45:54 μμ
O διάσημος δικηγορόσκυλος καλωσορίζει με τη σειρά του τον πρόεδρο του ΔΣΑ και επισημαίνει ότι υπάρχει γνωστή ιστοσελίδα για σκυλόφιλους δικηγόρους.
Επισημαίνει ότι αρκετοί συνάδελφοι πλέον έχουν κοντά τους σκύλους που δικηγορούν, οχι δεν είναι μόνον ο partner Wolf στην Αθήνα. Θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα για συνθήκες διαβίωσης δικαιώματα κλπ. Κάνουμε τη ζωή σας καλύτερη φίλοι δικηγόροι!