ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2007

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΕΚ

(σκέψεις με αφορμή το παραδικαστικό…)

Την 1η Οκτωβρίου 2007 ξεκίνησε η δίκη εννέα ατόμων, γνωστών δικαστών και δικηγόρων, οι οποίοι κατηγορούνται ότι εμπλέκονται στο παραδικαστικό κύκλωμα[1]. Η υπόθεση αυτή θέτει επί τάπητος τη διασφάλιση της ακεραιότητας και της αμεροληψίας των δικαστικών λειτουργών. Με αφορμή τον προβληματισμό αυτό χρήσιμες είναι ορισμένες σκέψεις για την πρακτική του δικαιοδοτικού οργάνου της Κοινότητας, του ΔΕΚ.
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) ιδρύθηκε το 1952 με βάση τις ιδρυτικές Συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και έκτοτε διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή και την εξέλιξη του κοινοτικού δικαίου. Ενόψει των αυξημένων αναγκών από τις συνεχείς διευρύνσεις με την εισδοχή νέων μελών στην Ένωση και τη διόγκωση των αγόμενων σε αυτό υποθέσεων, στο Δικαστήριο έχουν προσαρτηθεί το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΠΕΚ – 1989) και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2005). Μετά την τελευταία διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2007), το Δικαστήριο συγκροτείται από 27 δικαστές (1 ανά κράτος μέλος) και 8 γενικούς εισαγγελείς, το Πρωτοδικείο από 27 δικαστές (1 ανά κράτος μέλος) και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης από 8 δικαστές[2].
Τους βασικούς στόχους της ακεραιότητας και της αμεροληψίας υπηρετεί και ο πρόσφατος Κώδικας δεοντολογίας του ΔΕΚ[3], [4] ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου τρέχοντος έτους και αφορά τόσο τα μέλη όσο και τα πρώην μέλη του Δικαστηρίου, του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Έτσι, για τη διασφάλιση της ακεραιότητάς τους τα μέλη δεν δέχονται οποιασδήποτε φύσεως δωρεές που ενδέχεται να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία τους, ενώ παράλληλα αποφεύγουν οποιαδήποτε κατάσταση που ενδέχεται να οδηγήσει σε σύγκρουση συμφερόντων και, εν τέλει, στην αμφισβήτηση της αμεροληψίας τους.
Σχετικά, τα μέλη κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους προβαίνουν σε δήλωση οικονομικών συμφερόντων, από την οποία προκύπτει ότι δεν συντρέχει κανένα οικονομικό συμφέρον ικανό να θίξει την αμεροληψία και την ανεξαρτησία τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Περιορισμοί τίθενται εξάλλου και ως προς τη συμμετοχή των μελών σε εξωδικαστηριακές δραστηριότητες.
Μετά το πέρας της θητείας τους τα μέλη εξακολουθούν να δεσμεύονται από την υποχρέωση διακριτικότητας· ειδικότερα, δεσμεύονται να μη συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου στο οποίο ανήκαν κατά το πέρας της θητείας τους ή που συνδέονται με άμεσο και προφανή τρόπο με υποθέσεις, έστω περατωθείσες, τις οποίες χειρίστηκαν ως δικαστές ή γενικοί εισαγγελείς, ενώ και για τρία έτη από την ημερομηνία αυτή δεν μπορούν να συμμετέχουν ως εκπρόσωποι των διαδίκων, είτε κατά την έγγραφη είτε κατά την προφορική διαδικασία, σε υποθέσεις που εκδικάζονται από τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα.
Τίθεται εν προκειμένω το ζήτημα της νομικής δεσμευτικότητας των κωδίκων δεοντολογίας, το οποίο έχει απασχολήσει ήδη τη νομολογία του ΔΕΚ· στις περισσότερες περιπτώσεις θεωρούνται κείμενα μη δεσμευτικών κανόνων (“soft law”) τα οποία θεσπίζονται στο πλαίσιο της τυποποίησης και της αυτορρύθμισης των οργάνων που τα θεσπίζουν[5], σε ορισμένες όμως περιπτώσεις ασφαλώς η πολιτική δέσμευση που προκύπτει είναι στην πράξη ίδια με τη θέσπιση νομοθεσίας[6]. Άλλωστε, η τήρηση ορισμένων προτύπων δεοντολογίας είναι εγγενής στα διάφορα αξιώματα και στην αποτελεσματικότητα της λειτουργίας των κοινοτικών οργάνων[7].
Σημειώνεται ότι το γενικότερο ζήτημα της διαφάνειας απασχολεί έντονα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (η οποία έχει υιοθετήσει από το 2004 κώδικα δεοντολογίας[8]) στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της λογοδοσίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης έναντι των πολιτών και των προσπαθειών που καταβάλλονται για το θέμα της επαγγελματικής δεοντολογίας στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα με τη σύνταξη σχετικών κωδίκων συμπεριφοράς[9], [10]. Αναφορικά πάντως με τον Κώδικα δεοντολογίας του ΔΕΚ γεννώνται εύλογα ερωτηματικά για την ανάγκη θέσπισής του τη δεδομένη χρονική στιγμή, στο βαθμό βέβαια που μπορεί να υποτεθεί ότι υπερβαίνει το τυπικό γεγονός της σύνταξης ενός εγγράφου.
Έχοντας υπόψη την πρακτική των κοινοτικών οργάνων, τα οποία με τη σύνταξη κωδίκων δεοντολογίας και συμπεριφοράς εξειδικεύουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις αρχές της διαφάνειας και της αμεροληψίας, προτείνεται η σύνταξη ανάλογων κωδίκων από τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα (ίσως και από άλλους φορείς της δημόσιας διοίκησης) που θα διαγράφουν το πλαίσιο της ομαλής και δικαιοκρατούμενης λειτουργίας τους.

[1] http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=836128
[2] Περισσότερα στοιχεία για το ΔΕΚ εις http://curia.europa.eu/
[3] Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: 2007/C 223/01.
[4] Βλ. το πλήρες κείμενο εις: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/site/el/oj/2007/c_223/c_22320070922el00010002.pdf
[5] ΔΕΚ, υπόθεση 9/73 (Schlüter /Hauptzollamt Lörrach), Συλλογή 1973, 1135· ΔΕΚ, υπόθεση 10/73 Rewe / Hauptzollamt Kehl, Συλλογή 1973, 1175, 1194· ΔΕΚ, υπόθεση 59/75, Pubblico Ministero / Manghera, Συλλογή 1976, 91, 101.
[6] ΔΕΚ, υπόθεση 108/83, Λουξεμβούργο / Κοινοβούλιο, Συλλογή 1984, 1945, 1957· ΔΕΚ, υπόθεση 310/85, Deufil / Επιτροπή, Συλλογή 1987, 901, 927· ΔΕΚ, υπόθεση C-313/90, CIRFS και λοιποί / Επιτροπή, Συλλογή 1993, I-1125, 1186.
[7] Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 23ης Φεβρουαρίου 2006 στην υπόθεση C-432/04, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων / Edith Cresson, σημείο 77.
[8] SEC(2004) 1487/2.
[9]Ανακοίνωση της Επιτροπής “Making Brussels more transparent”, IP/05/1397 της 9ης Νοεμβρίου 2005 http://europa.eu/rapid/pressReleasesAction.do?reference=IP/05/1397&format=HTML&aged=0&language=EN&guiLanguage=en
[10] Βλ. και http://ec.europa.eu/commission_barroso/kallas/transparency_el.htm

1 σχόλιο:

Ελένη Τροβά είπε...

Εξαιρετικά ενδιαφέρον σημείωμα.
Αργά ή γρήγορα θα γίνει μεγάλη συζήτηση για το θέμα!