ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

H διαιτησία από την πλευρά του Κοινοτικού Δικαίου


Πολύ σημαντική πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ για την διαιτησία που αξίζει να δούμε προσεκτικά.
Πιστεύουμε ότι πριν το τέλος αυτού του δικαστικού έτους έπονται και άλλες σοβαρές αποφάσεις που θα πρέπει να παρακολουθούμε με ενδιαφέρον.



ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 13ης Μαΐου 2015 (*)
«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (EK) 44/2001 – Πεδίο εφαρμογής – Διαιτησία – Δεν εμπίπτει – Αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων – Διαταγή εκ μέρους διαιτητικού δικαστηρίου εδρεύοντος σε κράτος μέλος – Διαταγή με σκοπό να εμποδιστεί η άσκηση ή η συνέχιση διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους – Εξουσία των δικαστηρίων κράτους μέλους να αρνηθούν την αναγνώριση της διαιτητικής αποφάσεως – Σύμβαση της Νέας Υόρκης»
Στην υπόθεση C‑536/13,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Λιθουανία) με απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Οκτωβρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης
«Gazprom» OAO
παρισταμένης της:
Lietuvos Respublika,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, K. Lenaerts, αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič, L. Bay Larsen, A. Ó Caoimh και J.‑C. Bonichot, προέδρους τμήματος, E. Levits, M. Safjan (εισηγητή), M. Berger, A. Prechal, E. Jarašiūnas και C. G. Fernlund, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet
γραμματέας: M. Aleksejev, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2014,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
–        η «Gazprom» OAO, εκπροσωπούμενη από τον R. Audzevičius, advokatas,
–        η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. A. Petravičienė και A. Svinkūnaitė καθώς και από τον D. Kriaučiūnas, επικουρούμενους από τους V. Bernatonis και A. Šekštelo, advokatai,
–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και τηn J. Kemper,
–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Rubio González,
–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους F. ‑X. Bréchot, G. de Bergues και D. Colas,
–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer,
–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον M. Holt, επικουρούμενο από τον B. Kennelly, barrister,
–        η Ελβετική Συνομοσπονδία, εκπροσωπούμενη από την M. Jametti καθώς και τους M. Schöll και D. Klingele,
–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις A.‑M. Rouchaud-Joët και A. Steiblytė,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Δεκεμβρίου 2014,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (EK) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12, σ. 1).
2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο αγωγής που άσκησε η «Gazprom» OAO (στο εξής: Gazprom), εταιρία εδρεύουσα στη Μόσχα (Ρωσία), κατά της αρνήσεως αναγνωρίσεως και εκτελέσεως στη Λιθουανία διαιτητικής αποφάσεως εκδοθείσας στις 31 Ιουλίου 2012.
 Το νομικό πλαίσιο
 Το δίκαιο της Ένωσης
3        Ο κανονισμός 44/2001 καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351, σ. 1), ο οποίος έχει εφαρμογή από τις 10 Ιανουαρίου 2015. Ωστόσο, ο κανονισμός 44/2001 εξακολουθεί να ισχύει όταν συντρέχουν περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης.
4        Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 44/2001, σκοπός του κανονισμού αυτού ήταν η θέσπιση, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, «διατάξεων σχετικά με την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και σχετικά με την απλούστευση των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών που δεσμεύονται από τον [παρόντα] κανονισμό».
5        Οι αιτιολογικές σκέψεις 7 και 11 του εν λόγω κανονισμού όριζαν τα εξής:
«(7)      Το πεδίο εφαρμογής του ανά χείρας κανονισμού πρέπει να καλύπτει όλες τις κύριες αστικές και εμπορικές υποθέσεις εκτός από κάποια σαφώς καθορισμένα ζητήματα.
[...]
(11) Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. [...]»
6        Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο δ΄, του ίδιου κανονισμού, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο I με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», είχε ως ακολούθως:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις.
2.      Εξαιρούνται από την εφαρμογή του:
[...]
δ)      η διαιτησία.»
7        Το άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 όριζε τα ακόλουθα:
«Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη και οι οποίες, σε ειδικά θέματα, ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεων.»
 Το λιθουανικό δίκαιο
8        Το κεφάλαιο X του μέρους ΙΙ του δεύτερου βιβλίου του αστικού κώδικα τιτλοφορείται «Διατάξεις που αφορούν ζητήματα έρευνας των δραστηριοτήτων νομικού προσώπου» και περιλαμβάνει τα άρθρα 2.124 έως 2.131.
9        Το άρθρο 2.124 του εν λόγω αστικού κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο «Περιεχόμενο της έρευνας των δραστηριοτήτων νομικού προσώπου», ορίζει τα εξής:
«Τα πρόσωπα που απαριθμούνται στο άρθρο 2.125 […] έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δικαστήριο να ορίσει εμπειρογνώμονες οι οποίοι θα ελέγξουν αν το νομικό πρόσωπο, τα διευθυντικά του όργανα ή τα μέλη του ενήργησαν με τον πρέποντα τρόπο και, σε περίπτωση διαπιστώσεως ανάρμοστης δραστηριότητας, να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 2.131 [...]».
10      Βάσει του άρθρου 2.125, παράγραφος 1, σημείο 1, του εν λόγω κώδικα, ένας ή πλείονες μέτοχοι οι οποίοι συγκεντρώνουν τουλάχιστον το 1/10 των μετοχών του νομικού προσώπου δύνανται να ασκήσουν τέτοια αγωγή.
11      Μεταξύ των μέτρων που προβλέπονται από το άρθρο 2.131 του εν λόγω κώδικα καταλέγονται η ακύρωση των αποφάσεων των διευθυντικών οργάνων του νομικού προσώπου, η παύση ή η προσωρινή αναστολή των εξουσιών των μελών των οργάνων του και η δυνατότητα επιβολής στο νομικό πρόσωπο της υποχρεώσεως να προβεί σε ορισμένες ενέργειες ή να απόσχει από αυτές.
 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12      Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου και από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, οι κύριοι μέτοχοι της «Lietuvos dujos» AB (εταιρίας φυσικού αερίου της Λιθουανίας, στο εξής: Lietuvos dujos) ήταν οι E.ON Ruhrgas International GmbH, εταιρία γερμανικού δικαίου, κατέχουσα το 38,91 % του εταιρικού κεφαλαίου, η Gazprom, που κατείχε το 37,1 % του κεφαλαίου αυτού, και το λιθουανικό Δημόσιο, που κατείχε το 17,7 %.
13      Στις 24 Μαρτίου 2004 η Gazprom συνήψε συμφωνία μεταξύ των μετόχων (στο εξής: συμφωνία μετόχων) με την E.ON Ruhrgas International GmbH και το State Property Fund (κρατική υπηρεσία υπεύθυνη για τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας) που ενεργούσε για λογαριασμό της Lietuvos Respublika (Λιθουανικής Δημοκρατίας), υπηρεσία την οποία υποκατέστησε στη συνέχεια το Lietuvos Respublikos energetikos ministerija (Υπουργείο Ενέργειας Λιθουανικής Δημοκρατίας, στο εξής: Υπουργείο). Η ως άνω συμφωνία περιελάμβανε, στο άρθρο 7.14, ρήτρα διαιτησίας, κατά την οποία «όλες οι διαφορές, διαφωνίες ή ενστάσεις που συνδέονται με την παρούσα συμφωνία ή την παραβίασή της, το κύρος της, την έναρξη της ισχύος της ή την καταγγελία της επιλύονται οριστικώς με διαιτησία».
14      Στις 25 Μαρτίου 2011 η Lietuvos Respublika, εκπροσωπούμενη από το Υπουργείο, άσκησε ενώπιον του Vilniaus apygardos teismas (περιφερειακού δικαστηρίου του Vilnius) αγωγή ζητώντας τη διεξαγωγή έρευνας αφορώσας τις δραστηριότητες νομικού προσώπου.
15      Η εν λόγω αγωγή αφορούσε τη Lietuvos dujos καθώς και τον M. Valentukevičius, γενικό διευθυντή της εταιρίας αυτής, και τους V. Golubev και K. Seleznev, ρώσους υπηκόους, μέλη της διευθύνσεως της εν λόγω εταιρίας, διορισθέντες από την Gazprom. Με την αγωγή αυτή το Υπουργείο ζήτησε επίσης, σε περίπτωση που διαπιστωθεί από την έρευνα ότι οι δραστηριότητες της ίδιας εταιρίας ή των εν λόγω ατόμων δεν ήταν πρέπουσες, να ληφθούν ορισμένα διορθωτικά μέτρα προβλεπόμενα στο άρθρο 2.131 του αστικού κώδικα.
16      Εκτιμώντας ότι η εν λόγω αγωγή συνιστούσε παραβίαση της ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβανόταν στο άρθρο 7.14 της συμφωνίας μετόχων, στις 29 Αυγούστου 2011 η Gazprom κατέθεσε στο Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης αίτηση διαιτησίας κατά του Υπουργείου.
17      Ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου που συνέστησε το Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης [στο εξής: διαιτητικό δικαστήριο], η Gazprom ζήτησε μεταξύ άλλων να υποχρεωθεί το Υπουργείο να παύσει την εξέταση της εκκρεμούς ενώπιον του Vilniaus apygardos teismas υποθέσεως.
18      Με απόφαση της 31ης Ιουλίου 2012 το ως άνω διαιτητικό δικαστήριο διαπίστωσε μερική παραβίαση της ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβανόταν στη συμφωνία των μετόχων και διέταξε το Υπουργείο, ιδίως, να ανακαλέσει ή να περιορίσει ορισμένα αιτήματα που είχε υποβάλει στο ως άνω αστικό δικαστήριο (στο εξής: διαιτητική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2012).
19      Με διάταξη της 3ης Σεπτεμβρίου 2012 το Vilniaus apygardos teismas διέταξε τη διεξαγωγή έρευνας των δραστηριοτήτων της Lietuvos dujos. Διαπίστωσε επίσης ότι αίτημα διεξαγωγής έρευνας των δραστηριοτήτων νομικού προσώπου υπαγόταν στην αρμοδιότητά του και δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαιτησίας δυνάμει του λιθουανικού δικαίου.
20      Η Lietuvos dujos καθώς και οι V. Valentukevičius, V. Golubev και K. Seleznev άσκησαν έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Lietuvos apeliacinis teismas (εφετείου Λιθουανίας). Εξάλλου, στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, η Gazprom, υπέβαλε ενώπιον του ίδιου αυτού δικαστηρίου αίτηση αναγνωρίσεως και εκτελέσεως στη Λιθουανία της διαιτητικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2012.
21      Με μια πρώτη διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 2012 το Lietuvos apeliacinis teismas απέρριψε την τελευταία αυτή αίτηση. Το δικαστήριο αυτό έκρινε, αφενός, ότι το διαιτητικό δικαστήριο που εξέδωσε την διαιτητική αυτή απόφαση δεν μπορούσε να αποφανθεί επί ζητήματος ήδη προβληθέντος ενώπιον του Vilniaus apygardos teismas και εξετασθέντος από το δικαστήριο αυτό και, αφετέρου, ότι, αποφαινόμενο επί του ως άνω ζητήματος, το εν λόγω δικαστήριο δεν τήρησε το άρθρο V, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως για την αναγνώριση και την εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 10 Ιουνίου 1958 (Recueil des traités des Nations unies, τόμ. 330, σ. 3, στο εξής: Σύμβαση της Νέας Υόρκης).
22      Επιπλέον, το Lietuvos apeliacinis teismas τόνισε ότι, με τη διαιτητική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2012 της οποίας ζητείτο η αναγνώριση και η εκτέλεση, το διαιτητικό δικαστήριο όχι μόνον περιόρισε τη δυνατότητα του Υπουργείου να προσφύγει ενώπιον λιθουανικού δικαστηρίου με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας των δραστηριοτήτων νομικού προσώπου, αλλά και δεν αναγνώρισε στο ως άνω εθνικό δικαστήριο την εξουσία που αυτό έχει να αποφαίνεται επί της δικής του αρμοδιότητας. Με τον τρόπο αυτόν, το ως άνω διαιτητικό δικαστήριο προσέβαλε την εθνική κυριαρχία της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, πράγμα το οποίο αντιβαίνει προς τη λιθουανική και τη διεθνή έννομη τάξη. Κατά το Lietuvos apeliacinis teismas, η άρνηση αναγνωρίσεως της αποφάσεως δικαιολογείτο επίσης από το άρθρο V, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της εν λόγω Συμβάσεως.
23      Με δεύτερη διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 2013 το Lietuvos apeliacinis teismas απέρριψε την έφεση της Lietuvos dujos και των V. Valentukevičius, V. Golubev και K. Seleznev κατά της αποφάσεως του Vilniaus apygardos teismas της 3ης Σεπτεμβρίου 2012 περί έρευνας των δραστηριοτήτων της Lietuvos dujos. Επιβεβαίωσε επίσης την αρμοδιότητα των λιθουανικών δικαστηρίων να εξετάσουν την υπόθεση αυτή.
24      Κατά καθεμιάς των δύο διατάξεων του Lietuvos apeliacinis teismas, της 17ης Δεκεμβρίου 2012 και της 21ης Φεβρουαρίου 2013, ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (ανώτατου δικαστηρίου της Λιθουανίας). Το δικαστήριο αυτό, με διάταξη της 20ής Νοεμβρίου 2013, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία επί της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές μέχρις εκδικάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως όσον αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2012.
25      Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου στον τομέα αυτόν, καθώς και του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το επιλαμβανόμενο δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω διαιτητικής αποφάσεως, την οποία χαρακτηρίζει «anti-suit injunction» [διαταγή προς ενδιαφερόμενο να μην κινήσει δικαστική διαδικασία], με το σκεπτικό ότι, μετά από μια τέτοια αναγνώριση και εκτέλεση, περιορίζεται η άσκηση από λιθουανικό δικαστήριο της εξουσίας του να κρίνει τη δική του αρμοδιότητα να αποφανθεί επί αιτήσεως διεξαγωγής έρευνας των δραστηριοτήτων νομικού προσώπου.
26      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)      Στην περίπτωση κατά την οποία διαιτητικό δικαστήριο εκδίδει “anti-suit injunction”, απαγορεύοντας με τον τρόπο αυτό σε μετέχοντα στη διαιτητική διαδικασία διάδικο να υποβάλει ορισμένα αιτήματα ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους το οποίο, δυνάμει των περί δικαιοδοσίας κανόνων του κανονισμού 44/2001, έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει αστική υπόθεση επί της ουσίας, δύναται το δικαστήριο του κράτους μέλους να αρνηθεί να αναγνωρίσει μια τέτοια διαιτητική απόφαση για τον λόγο ότι αυτή περιορίζει το δικαίωμά του να αποφανθεί επί της ιδίας αυτού δικαιοδοσίας προς εκδίκαση υποθέσεως βάσει των περί δικαιοδοσίας κανόνων του κανονισμού 44/2001;
2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, ισχύει η απάντηση αυτή ομοίως προκειμένου για “anti-suit injunction” του διαιτητικού δικαστηρίου η οποία επιβάλλει σε μετέχοντα στη διαιτητική διαδικασία διάδικο την υποχρέωση να περιορίσει τις αξιώσεις του σε υπόθεση που εκδικάζεται σε άλλο κράτος μέλος και την οποία δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει δυνάμει των περί δικαιοδοσίας κανόνων του κανονισμού 44/2001;
3)      Μπορεί εθνικό δικαστήριο, προς διασφάλιση της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και της πλήρους αποτελεσματικότητας του κανονισμού 44/2001, να αρνηθεί να αναγνωρίσει διαιτητική απόφαση στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση αυτή περιορίζει το δικαίωμά του να αποφανθεί επί της ιδίας αυτού δικαιοδοσίας και επί των εξουσιών του στο πλαίσιο υποθέσεως εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001;»
 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
27      Με τα ερωτήματά του, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν ο κανονισμός 44/2001 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εκ μέρους δικαστηρίου κράτους μέλους αναγνώριση και εκτέλεση, ή στην άρνηση αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, διαιτητικής αποφάσεως η οποία απαγορεύει σε διάδικο να υποβάλει ορισμένα αιτήματα ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους αυτού.
28      Πρέπει να διευκρινιστεί καταρχάς ότι ο ως άνω κανονισμός εξαιρεί, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, αυτού, τη διαιτησία από το πεδίο εφαρμογής του.
29      Για τον καθορισμό τού αν διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο το αντικείμενο της διαφοράς αυτής (απόφαση Rich, C-190/89, EU:C:1991:319, σκέψη 26).
30      Όσον αφορά το αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης, πρέπει να διευκρινιστεί ότι από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas έχει επιληφθεί αγωγής που στρέφεται κατά της διατάξεως του Lietuvos apeliacinis teismas η οποία αρνείται την αναγνώριση και την εκτέλεση διαιτητικής αποφάσεως την οποία το αιτούν δικαστήριο χαρακτηρίζει ως «anti-suit injunction» και με την οποία ένα διαιτητικό δικαστήριο διέταξε το Υπουργείο να ανακαλέσει ή να περιορίσει ορισμένα αιτήματα που είχε υποβάλει ενώπιον των λιθουανικών δικαστηρίων. Παράλληλα, το αιτούν δικαστήριο έχει επίσης επιληφθεί αγωγής που στρέφεται κατά διατάξεως του Lietuvos apeliacinis teismas επιβεβαιώνουσας την απόφαση του Vilniaus apygardos teismas να διεξαγάγει έρευνα των δραστηριοτήτων της Lietuvos dujos, η οποία, κατά το δικαστήριο αυτό, αφορά αστική υπόθεση υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001.
31      Κατά το αιτούν δικαστήριο, διαιτητική απόφαση απαγορεύουσα σε διάδικο να υποβάλει ορισμένα αιτήματα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου μπορεί να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα του κανονισμού 44/2001, υπό την έννοια ότι μπορεί να περιορίσει την εκ μέρους εθνικού δικαστηρίου άσκηση της εξουσίας του να αποφαίνεται το ίδιο επί της αρμοδιότητάς του προς εξέταση υποθέσεως εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
32      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την απόφασή του Allianz και Generali Assicurazioni Generali (C-185/07, EU:C:2009:69), το Δικαστήριο έκρινε ότι έκδοση από δικαστήριο κράτους μέλους το οποίο είναι αρμόδιο δυνάμει του κανονισμού 44/2001 διαταγής απαγορεύουσας σε διάδικο να κινήσει άλλη διαδικασία πέραν της διαιτητικής ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους είναι ασύμβατη προς τον κανονισμό αυτό.
33      Πράγματι, η εκ μέρους δικαστηρίου κράτους μέλους διαταγή με την οποία συμβαλλόμενος που έχει συνάψει συμφωνία διαδικασίας υποχρεώνεται να μη συνεχίσει διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους αντιβαίνει προς τη γενική αρχή που απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα επιλαμβανόμενα δικαστήρια καθορίζουν μόνα τους, βάσει των εφαρμοστέων κανόνων, αν είναι αρμόδια να επιληφθούν της διαφοράς που υποβάλλεται στην κρίση τους. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, πλην ορισμένων περιορισμένων εξαιρέσεων, ο κανονισμός 44/2001 δεν επιτρέπει τον έλεγχο της δικαιοδοσίας δικαστηρίου κράτους μέλους από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους. Η δικαιοδοσία αυτή καθορίζεται απευθείας από τους κανόνες που θέτει ο κανονισμός αυτός, μεταξύ των οποίων και εκείνοι που αφορούν το πεδίο εφαρμογής του. Σε καμία επομένως περίπτωση δικαστήριο κράτους μέλους δεν είναι περισσότερο κατάλληλο να αποφανθεί επί της δικαιοδοσίας δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους (βλ. απόφαση Allianz και Generali Assicurazioni Generali, C-185/07, EU:C:2009:69, σκέψη 29).
34      Μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβαλλόμενη, μέσω μιας τέτοιας διαταγής προς παράλειψη ενέργειας, παρακώλυση της ασκήσεως από δικαστήριο κράτους μέλους των εξουσιών που του παρέχει ο ίδιος κανονισμός έρχεται σε αντίθεση προς την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των νομικών συστημάτων καθώς και μεταξύ των δικαιοδοτικών οργάνων των κρατών μελών και είναι ικανή να στερήσει τον διάδικο εκείνον ο οποίος φρονεί ότι μια σύμβαση περί διαιτησίας είναι άκυρη, ανενεργής ή μη επιδεκτική εφαρμογής από τη δυνατότητα να προσφύγει στο κρατικό δικαστήριο που έχει παρά ταύτα επιληφθεί της σχετικής υποθέσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Allianz και Generali Assicurazioni Generali, C-185/07, EU:C:2009:69, σκέψεις 30 και 31).
35      Στην υπό κρίση υπόθεση, ωστόσο, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου δεν αφορά το συμβατό της συμφωνίας με τον κανονισμό 44/2001 μιας τέτοιας διαταγής προς παράλειψη ενέργειας, εκδοθείσας από δικαστήριο κράτους μέλους, αλλά το συμβατό προς τον κανονισμό αυτό ενδεχόμενης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, από δικαστήριο κράτους μέλους, διαιτητικής αποφάσεως που διατάσσει διάδικο σε διαδικασία διαιτησίας να περιορίσει το περιεχόμενο αιτημάτων διατυπωνόμενων στο πλαίσιο εκκρεμούς ενώπιον δικαστηρίου του ίδιου κράτους μέλους διαδικασίας.
36      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι, όπως σημειώθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, η διαιτησία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001, καθόσον αυτός διέπει μόνον τη σύγκρουση αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών. Δεδομένου ότι τα διαιτητικά δικαστήρια δεν είναι κρατικά δικαστήρια, στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν υφίσταται τέτοια σύγκρουση υπό την έννοια του εν λόγω κανονισμού.
37      Στη συνέχεια, όσον αφορά την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των κρατών μελών στα νομικά τους συστήματα και στα δικαιοδοτικά τους όργανα, η οποία συνεπάγεται εναρμόνιση των κανόνων δικαιοδοσίας των δικαστηρίων, βάσει του συστήματος που θεσπίζεται με τον κανονισμό 44/2001, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η διαταγή προέρχεται από διαιτητικό δικαστήριο, δεν μπορεί να υφίσταται ζήτημα παραβιάσεως της εν λόγω αρχής εξαιτίας της αναμίξεως δικαστηρίου κράτους μέλους στην αρμοδιότητα δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους.
38      Ομοίως, υπό τις περιστάσεις αυτές, η εκ μέρους διαιτητικού δικαστηρίου επιβαλλόμενη σε διάδικο απαγόρευση να υποβάλει ορισμένα αιτήματα ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους δεν μπορεί να στερήσει τον διάδικο αυτόν από την δικαστική προστασία περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, καθόσον, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνωρίσεως και εκτελέσεως μιας τέτοιας διαιτητικής αποφάσεως, αφενός, ο εν λόγω διάδικος μπορεί να αντιταχθεί στην αναγνώριση και εκτέλεση αυτή και, αφετέρου, το επιληφθέν δικαστήριο θα πρέπει να προσδιορίσει, βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικονομικού δικαίου του και του εφαρμοστέου διεθνούς δικαίου, αν πρέπει ή όχι να αναγνωρίσει και να εκτελέσει την εν λόγω απόφαση.
39      Έτσι, υπό τις περιστάσεις αυτές, ούτε η διαιτητική αυτή απόφαση ούτε η απόφαση με την οποία, ενδεχομένως, δικαστήριο κράτους μέλους την αναγνωρίζει μπορούν να θίξουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των δικαστηρίων των διαφόρων κρατών μελών στην οποία στηρίζεται ο κανονισμός 44/2001.
40      Τέλος, σε αντίθεση με την κατάσταση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Allianz και Generali Assicurazioni Generali (C‑185/07, EU:C:2009:69, σκέψη 20), η μη συμμόρφωση του Υπουργείου προς τη διαιτητική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2012 στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορά τη διεξαγωγή έρευνας των δραστηριοτήτων νομικού προσώπου δεν μπορεί να συνεπάγεται για το Υπουργείο κυρώσεις επιβαλλόμενες από δικαστήριο άλλου κράτους μέλος. Επομένως, τα έννομα αποτελέσματα διαιτητικής αποφάσεως όπως αυτή της κύριας δίκης διακρίνονται από εκείνα της διαταγής στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση.
41      Επομένως, η διαδικασία αναγνωρίσεως και εκτελέσεως διαιτητικής αποφάσεως όπως αυτή της κύριας δίκης διέπεται από το εθνικό και το διεθνές δίκαιο που ισχύουν εντός του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η ως άνω αναγνώριση και η εκτέλεση, και όχι από τον κανονισμό 44/2001.
42      Έτσι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, ο ενδεχόμενος περιορισμός της εξουσίας που παρέχεται σε δικαστήριο κράτους μέλους επιλαμβανόμενο παράλληλης διαφοράς να αποφανθεί επί της δικής του αρμοδιότητας μπορεί να προκύπτει αποκλειστικά από την αναγνώριση και την εκτέλεση από δικαστήριο του ίδιου κράτους μέλους διαιτητικής αποφάσεως, όπως της επίμαχης της κύριας δίκης, στο πλαίσιο του δικονομικού δικαίου του κράτους μέλους αυτού και, ενδεχομένως, της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, που διέπουν τον σχετικό τομέα ο οποίος εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του ως άνω κανονισμού.
43      Ακόμη, δεδομένου ότι η Σύμβαση της Νέας Υόρκης διέπει έναν τομέα που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001, αυτή δεν αφορά κάποια «ειδικά θέματα», υπό την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Πράγματι, το άρθρο 71 του εν λόγω κανονισμού διέπει μόνον τις σχέσεις μεταξύ του κανονισμού αυτού και των συμβάσεων οι οποίες αφορούν τα ειδικά θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 (βλ., επ’ αυτού, απόφαση TNT Express Nederland, C-533/08, EU:C:2010:243, σκέψεις 48 και 51).
44      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 44/2001 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους δικαστηρίου κράτους μέλους αναγνώριση και εκτέλεση, ή στην άρνηση αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, διαιτητικής αποφάσεως η οποία απαγορεύει σε διάδικο να υποβάλει ορισμένα αιτήματα ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους αυτού, καθόσον ο ως άνω κανονισμός δεν διέπει την αναγνώριση και εκτέλεση, εντός κράτους μέλους, διαιτητικής αποφάσεως εκδιδόμενης από διαιτητικό δικαστήριο εντός άλλου κράτους μέλους.
 Επί των δικαστικών εξόδων
45      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
Ο κανονισμός (EK) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους δικαστηρίου κράτους μέλους αναγνώριση και εκτέλεση, ή στην άρνηση αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, διαιτητικής αποφάσεως η οποία απαγορεύει σε διάδικο να υποβάλει ορισμένα αιτήματα ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους αυτού, καθόσον ο ως άνω κανονισμός δεν διέπει την αναγνώριση και εκτέλεση, εντός κράτους μέλους, διαιτητικής αποφάσεως εκδιδόμενης από διαιτητικό δικαστήριο εντός άλλου κράτους μέλους.
 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Πανελλαδικές εξετάσεις και επιτυχία σε Νομική Σχολή

Διάβασα πρόσφατα το κείμενο αυτό το οποίο αφιερώνεται στους μαθητές που δίνουν στη δέσμη που οδηγεί στις Νομικές Σχολές! Πολλοί που θα αποτύχουν θα καταφύγουν σε χώρες άλλες για το ίδιο πτυχίο. Μήπως πρέπει να το ξανασκεφτούμε?

Η επιστολή του ασκούμενου

   
    Αγαπητοί πρώην αλλά και νυν κυβερνώντες,
Είμαι ασκούμενος δικηγόρος.
Νομίζω δεν την έχω δει Harvey Specter.
Δεν είδα λεφτά για ένα χρόνο στην άσκηση, αλλά έκανα αίτηση στα δικαστήρια και με πήραν. Νιώθω τυχερός.
Δεν με έχουν πληρώσει ακόμα, αλλά δεν στενοχωριέμαι.
Με πήραν στις τριπλές εκλογές για πρώτη φορά. Ήμουν ίσως από τους τυχερούς. Από τότε δεν έχω καταφέρει να ξαναπληρωθώ. Και μου ζητούν 25 ευρώ το μήνα για ασφάλιση στο ταμείο Υγείας των νομικών (360 το χρόνο) .  Θα τα έδινα αν είχα, ή αν πληρωνόμουν από κάπου, αλλά βλέπετε ο κώδικας δικηγόρων δεν προβλέπει συγκεκριμένη αμοιβή, και από τα δικαστήρια έχω εισπράξει ενάμιση μήνα. Δεν νομίζω για τους 6 μήνες που είμαι εδώ να με καλύψει το ΕΣΠΑ, αν και μου θα μου λιγότερα από αυτά που έλεγε η ανακοίνωση.
Ίσως όμως είμαι σχετικά καλά τώρα. Φοβάμαι αυτό που θα επακολουθήσει. Όταν βγώ εκεί έξω.
Δεν είμαι σίγουρος αν είμαι παράλογος  ή όχι.
Ίσως δεν είναι και τόσο άσχημα.
Θα αναγκαστώ να πληρώνω ως εξής :
Ανεξάρτητα από το εισόδημα μου (τι βγάζω 30.000 τι, βγάζω 3.000)
->Οι ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές μου είναι γύρω στα 3200 (Ταμεία ΤΑΝ+ΤΥΔΕ).
->Ο φόρος επιτηδεύματος είναι 650 ευρώ.
->Το νοίκι μου για την επαγγελματική μου έδρα, με μετριοπαθή πρόβλεψη και δεδομένου ότι θα το μοιράζομαι με άλλους δύο συναδέλφους θα είναι 150 το μήνα άρα 1800 το χρόνο.
Πραγματικά κλείνω τα μάτια μου στο ΦΠΑ γιατί το μετακυλύω στο πελάτη (ας πούμε) και αν τον υπολογίσω δεν έχει νόημα να βγω καν στην αγορά.
Στατικά έξοδα μου δηλαδή τι βγάζω λεφτά τι δεν βγάζω είναι 5650.
Ας ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ότι βγάζω 1.000 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή 12.000 ευρώ ετησίως, πρόβλεψη υπερβολικά αισιόδοξη για ένα νέο δικηγόρο 3-5ετίας. Τελείωσα στα 23 μου, και σε αυτό το σενάριο είμαι γύρω στα 27-29.
Φόρος εισοδήματος είναι 26% το οποίο πολύ πρόχειρα υπολογίζω σε 2.000
12.000 – 3.200 – 650-1.800-2.000= 4.350 στην τσέπη μου χωρίς να έχω άλλο κράτος να με περιορίζει.
Σε σχέση με τις προσωπικές μου ιδιαιτερότητες (ας πούμε)
Έχω έξοδα γραφείου όμως. Τα έξοδα του γραφείου εντελώς μετριοπαθώς μπορεί να είναι 50 ευρώ το μήνα, αλλά γελάω μόνο και μόνο που το λέω, αλλά ας είναι 50 το μήνα (600 το χρόνο)
Έχω αυτοκίνητο όμως. Πως μπορώ να πηγαίνω στη δουλειά μου; Εκεί που μένω η συγκοινωνία δεν με εξυπηρετεί καθόλου με 3 δρομολόγια τη μέρα.  Δίνω τουλάχιστον 120 ευρώ το μήνα σε βενζίνη, τώρα που έπεσε και η βενζίνη, έχω χαλαρώσει λίγο . 1.440 το χρόνο. Δίνω 300 ασφάλεια και 240 τέλη κυκλοφορίας. Οτιδήποτε χαλάει το προχειροφτιάχνω, δεν μπορώ να δώσω παραπάνω. 1980 συνολικά χωρίς να υπολογίζω έξτρα όπως λάστιχα υαλοκαθαριστήρες, τάσια ή τίποτα έκτακτο. 4350-1980= 2.370 για να πάω και έρθω στη δουλειά μου και να ξεμπερδέψω από το κράτος και 2.370-600= 1770 για να μπορώ να μπαίνω στο γραφείο μου.
Να βάλω αν πληρώνω ενοίκιο στο σπίτι που μένω; ( Το λιγότερο 2.400 ετησίως)
Ας γυρίσω στο σπίτι των γονιών μου θα μου πείτε. Ας το κάνω, αν και δεν θα έπρεπε.
Να βάλω ΔΕΗ, ΟΤΕ ή νερό; (Το λιγότερο 2.400 ευρώ ετησίως. Θα μου πείτε είμαι στο σπίτι των γονιών μου. Δεν πρέπει να πληρώσω το 1/3 τουλάχιστον; 800 ευρώ)
Να βάλω ΕΝΦΙΑ ή Φόρο Μεγάλης Ακίνητης περιουσίας ή ότι άλλο θέλετε να το λέτε για αυτή τη βδομάδα; (Φέτος μου ρίξατε 200 ευρώ και ήμουν και ευχαριστημένος. Χρωστάω ακόμα 600 από το παλιό ΕΤΗΔΕ αλλά δεν έχω να το πληρώσω. Ο πατέρας μου δεν είναι και στην καλύτερη κατάσταση,  έχει  δάνειο,  έχει ρύθμιση και χρωστάει ήδη. Δεν συζητάμε να του ζητήσω λεφτά. )
Να σταματήσω το φαγητό; Ζω στους γονείς μου θα μου πείτε, να μην δώσω το 1/3 όμως από αυτά που τρώω; Το πρωί που παίρνω καφέ από το σπίτι ή πακετάρω τόστ δεν κοστίζει τζάμπα είναι; Γάλα; Το φαγητό το μεσημέρι; Από τον ουρανό κατεβαίνουν αυτά; Συντηρητικά υπολογίζω 600 για μένα ετησίως.
Να παγώσουμε το χειμώνα; Ευτυχώς που έχουμε 2 παλιά κλιμαστικά και βάζουμε αυτά, αλλά δεν μπορούμε να βασιστούμε εξ ολοκλήρου εκεί και αναγκαζόμαστε να βάλουμε πετρέλαιο ( 180 από μένα) και να καίμε ξύλα στο τζάκι (50 ευρώ από εμένα) .230 ευρώ
Για να επιβιώσω με 1.000 ευρώ το μήνα (που θα θεωρούμε καλοπληρωμένος), να πηγαινοέρχομαι στο γραφείο μου και να ξεμπερδέψω από το κράτος μου μένουν -60 ευρώ.
Να κόψω από τις πολυτέλειες της ζωής μου;
Να σταματήσω να βάζω καφέ το πρωί στη δουλειά; (160 ) .Δεν συζητάω για τόστ ή τίποτα άλλο, πακετάρω από σπίτι.
Να κόψω να βάζω κάρτες στο κινητό; (120)
Να μην κάνω τη φορολογική μου δήλωση στο λογιστή μου ; (70)
Να σταματήσω τις  3 βαρελίσιες που πίνω με 3 ευρώ τη βδομάδα και λέω πως ξεφαντώνω τρελά; (9Χ52= 468 )
Ευτυχώς που δεν καπνίζω γιατί σίγουρα θα έμπαινα μέσα άλλα 500 ευρώ το χρόνο. Δεν ξέρω αν καπνίζετε εσείς. Ξεκίνησα να κουρεύομαι μόνος μου  όποτε γλίτωσα άλλα 120 το χρόνο. Κάτι είναι και αυτό.
Ευτυχώς και που μένω στους γονείς μου, οι οποίοι δεν μένουν στο νοίκι. Δεν ξέρω αν εσείς μένετε με τους γονείς σας.
Μπορείς να ανταπεξέλθεις με -878 το χρόνο ;
Δεν υπολογίζω έκτακτα, ρούχα, παπούτσια, μπουφάν, να βγω για φαγητό σε κανονική ταβέρνα ( τι λέω τώρα, εδώ κοιτάζω πιο μεζεδοπωλείο φέρνει μεζέ για να μην χρειαστεί να πάρω ξεχωριστά), ΦΠΑ, αναλώσιμα για μένα ή το γραφείο, φωτοτυπίες, κινητό ή ταμπλετ, βλάβες ή οτιδήποτε άλλο που οι κανονικοί άνθρωποι κάνουν.
Δεν μιλάμε να έχω σκύλο,  δικό μου διαμέρισμα , κοπέλα ή να βγαίνω έστω για 2 ποτά.
Και προσέξτε σε ένα υποθετικό σενάριο ότι βγάζω ως καλοπληρωμένος 1.000 ευρώ το μήνα. Με 1.000 θεωρείσαι από τους καλά αμειβόμενους δικηγόρος. Αποκλείεται να βγάλω πάνω από 800. Ένας  νέος δικηγόρος  θα δουλέψει αν είναι τυχερός 9.00-7.00 κάθε μέρα και Σάββατο πρωί για 500-700 ευρώ.
Θα μου πείτε " ε, σιγά δικηγόρος είσαι, βγάζεις λεφτά εσύ". Παλαιότερα ίσως, ορισμένοι μπορεί και τώρα, αλλά σήμερα το 80% σίγουρα όχι.
"Δικηγόρος είσαι, οι δικηγόροι έχουν λεφτά". Μου μοιάζει με τη σκιά ενός κακού στερεοτύπου του '99.
Τι ζητάει όμως και ο δικηγόρος θα μου πείτε ε;
Εντάξει δεν παραπονιέμαι, μείον 900 ευρώ το χρόνο (συντηρητικά πάντα )δεν είναι άσχημα(Αν έμενα μόνος μου θα μπορούσα να ήμουν μειον 3000. ), άλλοι είναι πολύ χειρότερα από εμένα. 
Οι άλλοι τι κάνουν όμως;
Προστατεύστε αυτούς τουλάχιστον.
                                     Με εκτίμηση
ο ασκούμενος

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Το νομικό καθεστώς των εισπρακτικών εταιριών ή όπως ο νόμος τις ονομάζει των εταιριών Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και η Δικηγορική Εντολή





Με το νόμο 3758/2009 ορίσθηκε μία ειδική κατηγορία εταιριών οι οποίες έχουν τη δυνατότητα υπό προϋποθέσεις να ενοχλούν – ενημερώνουν οφειλέτες για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις. Οι εταιρίες αυτές είναι κεφαλαιουχικές και έχουν αποκλειστικό καταστατικό σκοπό την λειτουργία υπό το καθεστώς του συγκεκριμένου νόμου και την εξώδικη ενημέρωση οφειλετών για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων και απαιτητών χρηματικών οφειλών τους έναντι δανειστών πριν από τη διενέργεια δικαστικών πράξεων και το στάδιο έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, που προέρχονται από συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης και νόμιμες εμπορικές συναλλαγές, όπως αγορές αγαθών, παροχή υπηρεσιών, χορήγηση δανείων, εγγυήσεων και πιστώσεων, χρήση πιστωτικών καρτών, καθώς και τη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής των οφειλών, κατ` εντολή και για λογαριασμό των δανειστών, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες αρχές που ο νόμος ορίζει.
 
Πρόκειται για τις "Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις" οι οποίες καταχωρούνται σε συγκεκριμένο μητρώο που παρατίθεται πιο κάτω αναλυτικά.
Οι εταιρίες αυτές σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να είναι δικηγορικές εταιρίες ή δικηγόροι ως φυσικά πρόσωπα.
Οι εταιρίες αυτές εξάλλου οφείλουν κατά την εκπλήρωση του σκοπού τους να τηρούν τους νόμους και ιδίως τη νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων αλλά και τις γενικές διατάξεις του ΑΚ ιδίως την προστασία της προσωπικότητας του άθρ. 57 ΑΚ.

Ο Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα"

Ειδικότερα σύμφωνα με το Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" - ο οποίος εκδόθηκε για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου τής Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24-10-1995 "Για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι τής επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών" - ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : Στο άρθρο 1 ότι : "Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής", στο άρθρο 2, ότι : "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως α) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα" κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) "Ευαίσθητα δεδομένα" τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, γ) "υποκείμενο των δεδομένων" το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει του αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία") κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας" οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός ..., η) "Εκτελών την επεξεργασία" οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός,  εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες των δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του ..."
Στο άρθρο 3 παρ. 1 ορίζεται ότι οι διατάξεις του νόμου αυτούεφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.
Στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β) ..., γ) ... Στο άρθρο 5 παρ. 1 ορίζεται ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει την συγκατάθεση του, ενώ στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου όταν α) η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων, β) ..., γ) κ.λ.π. ε) η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο (έννομο συμφέρον) υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των προσώπων τα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώσεις ελευθερίες αυτών. Με το άρθρο 7 παρ. 1 ορίζεται ότι απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία "ευαίσθητων δεδομένων" ενώ στην παρ. 2 του άρθρου αυτού απαριθμούνται οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται κατ` εξαίρεση η συλλογή των δεδομένων αυτών. Στο άρθρο 10 παρ. 1 ορίζεται ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ’ εντολή του.
Με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου ορίζονται οι υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας για την επιλογή προσώπων με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα, παρέχοντα επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2) και για την λήψη κατάλληλων οργανωτικών και τεχνικών μέσων για την ασφάλεια των δεδομένων κ.λ.π. (παρ. 3), ενώ με την παρ. 4 ορίζεται "Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπευθύνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως". Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνον κατ’ εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν.
Με το άρθρο 11 παρ. 1 ορίζεται ότι "ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να ενημερώνει, με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία : … β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων" και με την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι "εάν κατά τη συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί την συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώνει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματα του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως 13 του παρόντος νόμου ...",ενώ με την παρ. 3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς". Με το άρθρο 23 παρ. 1 ορίζεται ότι "φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον". Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστον στο ποσό των 2.000.000 δραχμών, εκτός εάν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη".
Έτσι ο Ν. 2472/1997 απαγορεύει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου, όταν γίνεται, πλην άλλων περιπτώσεων και χωρίς την προηγουμένη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, δικαίωμα που προστατεύεται αυτοτελώς αλλά αποτελεί και την προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων (βλ. εισηγ. Εκθεση ν. 2472/1997 στο ΝοΒ 1997 σλ. 505).
Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει -μετά τη συλλογή των σχετικών δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους σε τρίτους - να ενημερώνει για τη συλλογή και διαβίβαση τα υποκείμενα των δεδομένων, μεταξύ άλλων και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του (είτε πρόκειται για αποδέκτες στους οποίους προβλέπεται η μεταβίβαση των δεδομένων ήδη από το στάδιο της συλλογής, είτε πρόκειται για αποδέκτες που προστέθηκαν αργότερα). Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται το αργότερο πριν από την μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες-τρίτους. Εξάλλου, ο τρίτος-αποδέκτης ο οποίος κατά τον ν. 2472/1997 (άρθρο 2 παρ. δ) ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, οφείλει μόλις έλθει σε πρώτη επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεση του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για τον σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων (σύμφωνα με τις με αρ. 050/20-1-2000 και 109/31-3-1999 Αποφάσεις της Αρχής).
Τέλος, εάν στο υποκείμενο των δεδομένων έχει προκληθεί ηθική βλάβη από πράξεις του υπευθύνου επεξεργασίας και του αποδέκτη αυτών (ή των οργάνων τους) κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997 (παράνομα) και όταν αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της βλάβης, τότε παρέχεται στον πρώτο η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη, η οποία ορίζεται κατ` ελάχιστο όριο στο ποσό των 2.000.000 δρχ. (ή 5.869,61 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση που προκάλεσε την ηθική βλάβη οφείλεται σε αμέλεια (βλ. ΕφΑθ 3833/2003 Τρ. Νομ. Πλ. ΝΟΜΟΣ).
Η ευθύνη εξ άλλου του προκαλούντος ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη γ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου τής πιθανότητας να επέλθει η ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο προκαλών την ηθική βλάβη, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα (Α.Π. 1923/2006, Τρ. Νομ. Πλ. ΝΟΜΟΣ). Όλα τα παραπάνω έχουν νομολογηθεί με την 2887/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Προστασία προσωπικότητας και ΑΚ


Η ρύθμιση του Ν. 2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. 2 και 19 του Συντάγματος, άρθρο 57 του Α.Κ. κ.λ.π.), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 του Α.Κ. και διευρύνει την έννοια των παράνομων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 Α.Κ., ώστε να θεωρείται - κατ` αρχήν - απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (βλ. μελέτη Μιχ. Σταθόπουλου σε ΝοΒ τόμος 48 σελ. 1-19).




Δικηγορικές και εισπρακτικές εταιρίες


Οι δικηγόροι εφόσον ενεργούν στο πλαίσιο εντολής τους για είσπραξη απαιτήσεων δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις αυτές του νόμου.
Για το λόγο αυτό και οι δικηγόροι γίνονται ιδιαίτερα ελκυστικοί από πολλούς δανειστές για την είσπραξη απαιτήσεων καθώς είναι δυνατό να επικοινωνούν με οφειλέτες αλλά χωρίς την τήρηση των όρων του συγκεκριμένου νόμου.

Πρόσφατα και λόγω της κατάχρησης που γινόταν από τους ποικίλους δανειστές  ο δικηγορικός σύλλογος προέβη σε τροποποίηση του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων ορίζοντας ότι

«ο δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρία, απαγορεύεται να οχλεί προφορικά και δη τηλεφωνικά, τον οφειλέτη του εντολέα του πέραν της μίας φοράς, προκειμένου να τον ενημερώσει για την οφειλή του και να διερευνήσει τη δυνατότητα εξώδικης επίλυσης της  υφιστάμενης διαφοράς. Σε περίπτωση που στη συνέχεια ο οφειλέτης δεν ανταποκριθεί, δυστροπήσει ή αρνηθεί να εξοφλήσει την οφειλή, ο δικηγόρος οφείλει, τότε, να προβεί σε έγγραφη εξώδικη όχληση ή να ασκήσει τα προβλεπόμενα νόμιμα ένδικα βοηθήματα για λογαριασμό του εντολέα του.
Η μη τήρηση της διάταξης αυτής παραβιάζει τον Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων και συνιστά ελεγκτέο πειθαρχικό παράπτωμα».

Από την ρύθμιση αυτή καθίσταται πρόδηλο ότι ο δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρία δεν μπορεί να είναι εισπρακτική εταιρία ούτε να λειτουργεί ως τέτοια.
Αυτό που μπορεί να είναι ο δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρία είναι νομικός παραστάτης και εντολοδόχος δανειστή ο οποίος διεκδικεί την είσπραξη απαίτησης σύμφωνα με το νόμο.
Εφόσον συνεπώς ο δικηγόρος έχει εντολή για είσπραξη απαίτησης μπορεί πριν προχωρήσει στα μέσα που παρέχει ο νόμος να οχλήσει άπαξ- μία δηλαδή φορά και μόνον -τον οφειλέτη με αποκλειστικό σκοπό την διερεύνηση της δυνατότητας εξώδικης επίλυσης της υφιστάμενης διαφοράς.
Ούτως ή άλλως τούτο είναι αυτονόητο καθώς κάθε καλόπιστος δικηγόρος θα προέβαινε σε μία ανάλογη κίνηση προς όφελος και των δύο πλευρών.

Ο δικηγόρος εφόσον λαμβάνει ανάλογη εντολή από δανειστή διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων.

Είναι συνεπώς ιδιαιτέρως ενοχλητικό για την έννομη τάξη να ενεργεί ένας ή περισσότεροι δικηγόροι στο πλαίσιο των διατάξεων του νόμου που διέπει το δικηγορικό επάγγελμα ως καταστρατήγηση του νόμου περί εισπρακτικών εταιριών καθώς ο νόμος που τις διέπει δεν εφαρμόζεται για τους δικηγόρους.
Παραδόξως πολλοί συνάδελφοι ενεργούν ως εισπρακτική και άνευ εντολής προβαίνουν σε οχλήσεις καταγεγραμμένοι πλέον πλείστοι από αυτούς σε ειδικούς καταλόγους των ενώσεων καταναλωτών.
Κρίσιμο στοιχείο για την διαπίστωση της έκτασης των αποχρώσεων είναι η ύπαρξη εντολής.
Ο δικηγόρος λειτουργεί μέσω της συγκεκριμένης σύμβασης εντολής και μόνον.
Άλλος πλην δικηγόρου δεν είναι δυνατό να έχει εντολή. Για το λόγο αυτό άλλωστε συχνά οι δικηγόροι που ενεργούν ως εισπρακτικές ζητούν από μη δικηγόρους να καλούν εξ ονόματός τους, τους οφειλέτες. Θεωρούν ότι έτσι δημιουργείται σύγχυση στο ρόλο του καλούντος.
Όμως είναι απλό: ο δικηγόρος είτε καλεί ως δικηγόρος δυνάμει εντολής είτε καλεί ως εισπρακτική είτε ο ίδιος είτε διαμέσου άλλου γεγονός που απαγορεύεται.
Αν πάλι εισπρακτική για να επιτύχει δραστικότερα μέτρα αφήσει να εννοηθεί ότι είναι δικηγόρος τότε συντρέχει αντιποίηση του δικηγορικού επαγγέλματος εκ μέρους της καθώς η εισπρακτική είναι εταιρία όπως είπαμε αποκλειστικού σκοπού.

Η διάκριση των ρόλων και η καταστρατήγηση του νόμου


Η εφαρμογή της απαγόρευσης του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων όπως εισήχθη διευκρινιστικά καθώς ο νόμος του 2009 δεν περιέλαβε στο εύρος του δικηγόρους άπτεται του λεπτού ορίου μεταξύ της δικηγορικής εντολής και της εντολής ενέργειας υπενθύμισης- ενημέρωσης  ως εταιριών του 3758/2009.
Η εντολή για είσπραξη οφειλής διαφέρει ουσιαστικά από την υπενθύμιση της ύπαρξης απαίτησης καθώς η δεύτερη δεν στοχεύει στην είσπραξη αυτής ευθέως αλλά μόνον αν ο οφειλέτης συναινεί.
Στην περίπτωση της εντολής ο οφειλέτης θα εξαναγκασθεί μέσω του νόμου και της δικαστικής οδού να καταβάλει τα οφειλόμενα.
Και η πρώτη εφάπαξ ενημέρωση? Όπως σαφώς αναφέρει το ΔΣΑ έχει ως σκοπό την αποφυγή δικών και μόνον.

Η θέση  της Αρχής Προστασίας Προσωπικών δεδομένων



Ο ν. 3758/2009 «Εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4038/2012, θεσπίζει μηχανισμούς ελέγχου της υπηρεσίας ενημέρωσης οφειλετών είτε αυτή διενεργείται από τις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, είτε από τον ίδιο τον δανειστή. Στο πλαίσιο αυτό, η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή  έχει τη γενική αρμοδιότητα εποπτείας τόσο των εταιρειών ενημέρωσης οφειλετών όσο και των δανειστών που προβαίνουν οι ίδιοι σε σχετική ενημέρωση των οφειλετών τους.
Δείτε το Μητρώο Εταιρειών Ενημέρωσης Οφειλετών που τηρεί το Υπουργείο Ανάπτυξης (Γενική Γραμματεία Καταναλωτή), καθώς και άλλες σχετικές πληροφορίες, εδώ. 
Η Αρχή έχει ειδική κατ’ εξαίρεση αρμοδιότητα για συγκεκριμένες μόνο παραβάσεις του ν. 3758/2009. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. γ΄ του ν. 3758/2009, η Αρχή είναι αρμόδια στις ακόλουθες περιπτώσεις:
Όταν ο δανειστής δεν έχει ενημερώσει τον οφειλέτη σχετικά με την ανακοίνωση των δεδομένων του στην εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών.
Όταν ο δανειστής δεν έχει επιβεβαιώσει τις οφειλές ή/και δεν έχει προβεί σε ταυτοποίηση του οφειλέτη, δηλαδή δεν τηρεί ακριβή στοιχεία για τον οφειλέτη.
Όταν οι δανειστές ή/και οι εταιρείες ενημέρωσης δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας.
Όταν οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών δεν ικανοποιούν τα δικαιώματα ενημέρωσης, πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου στα δεδομένα του ηλεκτρονικού αρχείου με τα εξωτερικά στοιχεία κάθε πραγματοποιηθείσας επικοινωνίας.
Όταν οι δανειστές ή/και οι εταιρείες ενημέρωσης δεν ικανοποιούν τα δικαιώματα ενημέρωσης, πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου στα δεδομένα του αρχείου καταγεγραμμένων συνομιλιών.
Απόφαση 20/2001
Απόφαση 49/2011
05-08-2011 - Συμβολή της Α.Π.Δ.Π.Χ. στη δημόσια διαβούλευση για την τροποποίηση του ν. 3758/2009 για τις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις.

12-07-2013 - Συστάσεις σε τράπεζες σχετικά με τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και ταυτοποίησης οφειλετών.

12-07-2013 - Νομιμότητα επεξεργασίας δεδομένων τρίτων προσώπων-μη οφειλετών, στο πλαίσιο ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Αρχή αναφέρεται ειδικά στο ρόλο των δικηγόρων
Πρόσφατα μάλιστα με την Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4744/12-07-2013      η Αρχή αναφέρει:
«3. Ευθύνη για τον τρόπο εκτέλεσης εντολών του δανειστή από τα δικηγορικά γραφεία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, επειδή δεν υπάρχει ειδική εκ του νόμου υποχρέωση για την καταγραφή των συνομιλιών και έτσι δεν μπορεί να αποδειχθεί ευχερώς αν πραγματοποιήθηκε παράνομη όχληση στο πλαίσιο εκτέλεσης της εντολής για δικαστική επιδίωξη της απαίτησης, την ευθύνη τόσο για την ακρίβεια των στοιχείων που ανακοινώνουν στους δικηγόρους τους όσο και για λοιπές παραβάσεις του ν. 3758/2009 σε συνδυασμό με τη νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων κατά την επικοινωνία φέρουν οι ίδιοι οι δανειστές ως υπεύθυνοι επεξεργασίας. Συνεπώς, οι δανειστές θα πρέπει να αποδεικνύουν ότι α) χορήγησαν στους δικηγόρους τους ακριβή στοιχεία, ήτοι ότι τα φερόμενα στην εκάστοτε καταγγελία ως ανακριβή στοιχεία είναι όντως ακριβή, ή ότι διόρθωσαν αμέσως τα ανακριβή και ενημέρωσαν σχετικά και το δικηγόρο τους και β) ότι η εντολή που έδωσαν στο δικηγόρο τους περιορίστηκε στη δικαστική επιδίωξη της απαίτησης και ότι ουδεμία ενέργεια πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων ή/και του ν. 3758/2009. Μετά την εκ μέρους του δανειστή κοινοποίηση στο δικηγόρο της δήλωσής του ότι η εντολή περιορίζεται στη δικαστική και μόνο επιδίωξη της απαίτησης και εφεξής, ο εντολοδόχος θα υπέχει ιδία ευθύνη για οποιαδήποτε επεξεργασία επιχειρήσει πέραν της εντολής»
 
Συμπέρασμα
 
Ο νόμος επιτρέπει στο δικηγόρο να ενεργεί δυνάμει της εντολής του αποκλειστικά
η νομοθεσία για τις εισπρακτικές εταιρίες δεν αφορά τους δικηγόρους και εφόσον 
ενεργούν ως εισπρακτικές παραβαίνουν τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.