ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

NOMIKΑ ΝΕΑ LAW BLOG

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Η Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα



Μικρό αφιέρωμα στην σημερινή εκλογή του νέου Πάπα που θέλει να είναι Προκαθήμενος των φτωχών! Είθε!
 
Κατά την ρωμαιοκαθολική εκκλησιολογία[1] η (Ρωμαϊκή) Καθολική Εκκλησία είναι θείο καθίδρυμα, έχουσα κεφαλή τον Ιησού Χριστό, στοιχούσα στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και τηρούσα απαρασάλευτα τη δογματική διδασκαλία, το Κανονικό Δίκαιο και τις Ιερές Παραδόσεις, διοικείται δε από τον εκάστοτε Επίσκοπο Ρώμης (Πάπα) και των ευρισκόμενων σε κοινωνία με τον Πάπα επισκόπων.
Σύμφωνα με τον Καν. 100 παρ. 1 του Κώδικα Κανονικού Δικαίου (Codex Iuris Canonici) του 1917 [εφεξής “CIC/1917”], ο οποίος επαναλαμβάνεται στον Καν. 113 παρ. 1 Κώδικα Κανονικού Δικαίου (Codex Iuris Canonici) του 1983 [εφεξής “CIC/1983”], «η Καθολική Εκκλησία και η Αγία Έδρα φέρουν θείω δικαίω την ιδιότητα του νομικού προσώπου»[2]. Η άποψη αυτή ωστόσο οφείλει να είναι ενίοτε συμβατή με την κρατική νομιμότητα εφόσον οι σχέσεις διέπονται και από τα εθνικά δίκαια των κρατών. Εν απουσία διμερούς συνθήκης ή άλλης νομοθετικής ρύθμισης το ζήτημα αντιμετωπίζεται κατά τους κανόνες του ισχύοντος δικαίου της κάθε χώρας.
Κατά το ισχύον Σύνταγμα της Ελλάδας (άρθ. 13)  η Καθολική Εκκλησία τυγχάνει πλήρους 
προστασίας ως γνωστή θρησκεία όπως και οι πιστοί της. Ως ιδρυθείσα προ της 
εισαγωγής του Αστικού Κώδικα θεωρείται νομικό πρόσωπο υπαγόμενο στο άρθ. 13 του ΕισΝΑΚ. 
Τούτο όμως ενίοτε [3] αμφισβητήθηκε και οδήγησε μέχρι και στην έκδοση
 αποφάσεων του Δικαστηρίων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου  
Στο πλαίσιο αυτό θεωρείται ότι αποτελεί νομικό πρόσωπο sui generis. 
Τούτο υποστήριξε και η καθολική εκκλησία Χανίων ενώπιον του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων 
του Ανθρώπου το 1997 στο πλαίσιο του άρθ. 13 ΕισΝΑΚ και της συνθήκης των Σεβρών:
 
Το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου παρατήρησε ειδικά ως προς το θέμα τα ακόλουθα:




Το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του ανθρώπου έκρινε επίσης ότι η Ελληνική Κυβέρνηση παραβιάζει το άρθ. 14 λόγω της αμφισβήτησης της φύσης της νομικής προσωπικότητας της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος, χωρίς ωστόσο το ζήτημα αυτό να έχει επιλυθεί ορθολογικά μέχρι σήμερα. 
 

 
Οι ένδεκα Καθολικές Επισκοπές της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίνονται στις αναγνωρισμένες και τις μη αναγνωρισμένες από το ελληνικό κράτος. Οι τελευταίες δεν αναγνωρίζονται επειδή η σύστασή τους έγινε μετά το 1830, δηλαδή μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου το οποίο - όπως αναφέρθηκε - αφορούσε την ελεύθερη άσκηση της θρησκευτικής λατρείας καθώς και την ισοπολιτεία των Ελλήνων Καθολικών. Ως αποτέλεσμα, υπάρχουν σήμερα εκκλησιαστικές «επαρχίες» με ελάχιστους πιστούς οι οποίες έχουν επίσημη αναγνώριση, ενώ «επαρχίες» με χιλιάδες πιστούς δεν αναγνωρίζονται από το ελληνικό κράτος. Οι εκκλησιαστικές «επαρχίες» στις οποίες διαιρείται σήμερα η ελληνική Καθολική Εκκλησία είναι οι ακόλουθες:
1. Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Ιδρύθηκε το 1835 και περιλαμβάνει την Αθήνα, Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα έχοντας περίπου 30.000 μέλη. Διαθέτει τρία δημοτικά σχολεία και έναν οίκο ευγηρίας. Υπάρχει έντονη παρουσία ιερομοναχικών και γυναικείων ταγμάτων που συμπαρίστανται στο ενοριακό έργο. Αρχιεπίσκοπος από το 1973 είναι ο Σεβασμιότατος Νικόλαος Φώσκολος. Πρόκειται για μη αναγνωρισμένη από το επίσημο κράτος επαρχία.
2. Αρχιεπισκοπή Ρόδου.
3. Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου.
4. Επισκοπή Χίου.
5. Αρχιεπισκοπή Κέρκυρας.
6. Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης.
7. Επισκοπή Σύρου.
8. Επισκοπή Θήρας.
9. Επισκοπή Κρήτης.
10. Εξαρχία των Αρμενορύθμων Καθολικών.
11. Αποστολική Εξαρχία των Ελληνόρυθμων Καθολικών ("Ουνιτών").
Στην Εξαρχία υπάγεται και το εδώ τμήμα του γυναικείου και φιλανθρωπικού μοναχικού τάγματος των Μικρών Αδελφών του Ιησού. Έξαρχος είναι ο Σεβασμιότατος Ανάργυρος Πρίντεζης.
II. Το πρόβλημα αναγνώρισης της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Αθηνών
Όταν το 1835 η Αγία Έδρα διόρισε τον τότε Επίσκοπο Σύρου, Λουδοβίκο Βλάγκη, ως Αποστολικό Επιτετραμένο για τις περιοχές της Ελλάδας που δεν είχαν Ιεράρχη, η ελληνική κυβέρνηση αναγνώρισε αυτή την ιδιότητά του, επεκτείνοντας έτσι σιωπηρά την ισχύ του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου στις περιοχές που δεν διέθεταν Επίσκοπο το 1830. Ωστόσο, η επανίδρυση της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Αθηνών το 1875, ως απόροια της μετανάστευσης Καθολικών κυρίως από τα νησιά στην Πρωτεύουσα, δεν αναγνωρίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση, με την αιτιολογία ότι το Πρωτόκολλο του 1830 αφορούσε μόνο τις μέχρι τότε υφιστάμενες Καθολικές επαρχίες.
Μέχρι σήμερα, θέμα έχει επίσης ανακύψει και με τον τίτλο που μπορεί να χρησιμοποιεί ο Καθολικός Ιεράρχης της Αθήνας, αφού «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών», σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, καλείται μόνον ο Ορθόδοξος Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τα προβλήματα αυτά συνεχίζουν να παραμένουν άλυτα και κατά συνέπεια ενώ από τη μια η Καθολική Αρχιεπισκοπή Αθηνών και ο Επίσκοπος δεν τυγχάνουν νομικής αναγνώρισης, από την άλλη το επίσημο κράτος αναγνωρίζει τις Καθολικές ενορίες της Αθήνας και τους διοριζόμενους από τον Επίσκοπο εφημέριους.
ΙΙΙ. Η Ιερά Σύνοδος της Καθολικής Ιεραρχίας στην Ελλάδα
Η Ιερά Σύνοδος ιδρύθηκε το 1965, ενώ το τελευταίο Καταστατικό της εγκρίθηκε από την Αγία Έδρα το 1983 αφού προσαρμόστηκε στο Νέο Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Καθολικής Εκκλησίας. Αποτελεί το ανώτερο διοικητικό όργανο και συνέρχεται σε τακτικές συναντήσεις ανά εξάμηνο. Τα μέλη της είναι έξι: τρεις Αρχιεπίσκοποι, ένας Επίσκοπος και δύο Έξαρχοι (ο ένας είναι τιτουλάριος Επίσκοπος), όλοι Έλληνες πολίτες. Οι Ιεράρχες διορίζονται από την Αγία Έδρα ύστερα από πρόταση της τοπικής Συνόδου της Ιεραρχίας. Ο Πρόεδρος της Συνόδου εκλέγεται ανά τριετία. Τα μέλη δεν είναι ισόβια, παραιτούνται και αντικαθίστανται με τη συμπλήρωση του εβδομηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας τους.
Τα βασικά όργανα της Ιεράς Συνόδου, στα οποία προΐσταται Ιεράρχης και μετέχουν ιερείς, μοναχοί και λαϊκοί, είναι:
- Νομικό Συμβούλιο.

- Εκκλησιαστικά Δικαστήρια πρώτου και δεύτερου βαθμού, που ασχολούνται με τις ακυρώσεις γάμων, εφόσον η Καθολική Εκκλησία δεν δέχεται το διαζύγιο.

- Επιτροπές για: α) την Κατήχηση, β) τη Λειτουργική, γ) την Ποιμαντική του Τουρισμού δ) τη Νεολαία, ε) την Κοινωνική Συμπαράσταση (η οργάνωση ΚΑΡΙΤΑΣ), στ) τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (το Ποντιφικό Συμβούλιο "Δικαιοσύνη και Ειρήνη").
Το καθεστώς της καθολικής εκκλησίας δημιούργησε μακραίωνη αμφισβήτηση η οποία σήμερα έχει λήξει εν μέρει μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Αναλυτικά:
Η Συνθήκη των Σεβρών της 10ης Αυγούστου 1920 «περί προστασίας των εν Ελλάδι Μειονοτήτων», το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με τη προσαρτηθέν στη Συνθήκη της Λωζάννης της 24ης Ιουλίου 1923 16ο Πρωτόκολλο[4], κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 29ης Σεπτεμβρίου/30ης Οκτωβρίου 1923 «Περί κυρώσεως της εν Σέβραις υπογραφείσης υπογραφείσης Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων» (ΦΕΚ 311 Α΄). Στο προοίμιο της αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι:
«η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία, αναγνωρίζουσαι ότι δυνάμει της παρούσης Συνθήκης η Ελλάς αναλαμβάνει διά την διατήρησιν των θρησκευτικών ελευθεριών υποχρεώσεις υπό την εγγύησιν της Κοινωνίας των Εθνών, παραιτούνται, το κατ’ αυτάς, του δικαιώματος όπερ είχεν αναγνωρισθή αυταίς διά του υπ’ αριθ. 3 Πρωτοκόλλου της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου της 3 Φεβρουαρίου 1923 (ν.ημ.), προς εξασφάλισιν της προστασίας των θρησκευτικών ελευθεριών»
Περαιτέρω, στο άρθρο 8 του ως άνω κυρωθέντος Πρωτοκόλλου ορίζονται τα ακόλουθα:
«Οι υπήκοοι έλληνες, οίτινες ανήκουσιν εις εθνικάς, θρησκευτικάς ή γλωσσικάς μειονότητας, θα απολαύωσι νομικώς και πραγματικώς της αυτής προστασίας και των αυτών εγγυήσεων, ων απολαύουσιν οι άλλοι υπήκοοι έλληνες. Θα έχωσιν ιδίως ίσον δικαίωμα να συνιστώσι, διευθύνωσι και ελέγχωσιν, ιδίαις δαπάναις, φιλανθρωπικά θρησκευτικά ή κοινωφελή ιδρύματα, σχολεία και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, μετά του δικαιώματος να ποιώνται ελευθέρως χρήσιν της ιδίας αυτών γλώσσης και να τελώσιν ελευθέρως τα της θρησκείας των εν αυτοίς».
Οι διατάξεις της ανωτέρω Συνθήκης των Σεβρών κατήργησαν το Γ΄ Πρωτόκολλο του 1830 και τις διατάξεις της Συνθήκης του Λονδίνου περί ενώσεως των Ιονίων Νήσων[5]. Ομοίως, και ο ΑΠ καταφάσκει την μέχρι της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης των Σεβρών ισχύ του από 3 Φεβρουαρίου 1830 Γ΄ Πρωτοκόλλου[6].
Η Συνθήκη των Σεβρών επιζεί ως εσωτερικός νόμος της Ελλάδος, σε όση όμως έκταση το περιεχόμενό της καλύπτεται από την πολύ ευρύτερη ΕΣΔΑ, η οποία διασφαλίζει τη θρησκευτική ελευθερία σε όλα τα πρόσωπα και όχι ειδικά στις μειονότητες, καταργήθηκε από το μεταγενέστερο κείμενο που αποβλέπει στον ίδιο σκοπό.
Κατά της αποφάσεως αυτής προσέφυγε ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου ο Ρωμαιοκαθολικός Επίσκοπος Σύρου και Αποστολικός Τοποτηρητής Κρήτης κ. Φραγκίσκος Παπαμανώλης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής «ΕΔΔΑ»), όταν η υπόθεση κατέληξε σε αυτό, έκρινε ότι η νομική προσωπικότητα της Ελληνικής Καθολικής Εκκλησίας και των ενοριακών εκκλησιών δεν είχε ποτέ αμφισβητηθεί από τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους, ούτε από τις διοικητικές αρχές ούτε από τα δικαστήρια[7]. Εξάλλου, το ΕΔΔΑ συμπέρανε οι εκκλησίες αυτές είχαν αποκτήσει, χρησιμοποιήσει και μεταβιβάσει ελεύθερα κινητά και ακίνητα πράγματα, είχαν συνάψει συμβάσεις και είχαν συμμετάσχει σε συναλλαγές κυρίως συμβολαιογραφικές, των οποίων η εγκυρότητα αναγνωρίσθηκε πάντοτε, ενώ στο φορολογικό επίπεδο είχαν τύχει των προβλεπόμενων απαλλαγών από τη νομοθεσία περί φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και μη κερδοσκοπικών σωματείων[8]. Κατά το ΕΔΔΑ, «η πάγια νομολογία και διοικητική πρακτική δημιούργησαν, με το πέρασμα των χρόνων, μία νομική ασφάλεια, τόσο επί περιουσιακών ζητημάτων όσο και σε ό, τι αφορά το θέμα της εκπροσώπησης ενώπιον της δικαιοσύνης των διαφόρων καθολικών ενοριακών εκκλησιών, και στην οποία η αιτούσα εκκλησία μπορούσε βάσιμα να υπολογίζει»[9]. Στο επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι η Καθολική Εκκλησία Χανίων (συνεπώς και τα λοιπά μορφώματα της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος) θα μπορούσε να αποκτήσει νομική προσωπικότητα ή να συγκροτηθεί σε ένωση προσώπων, προκειμένου να αποκτήσει ικανότητα διαδίκου κατ’ άρθρο 62 ΚΠολΔ, το ΕΔΔΑ αντέτεινε τις δυσκολίες προσαρμογής της Εκκλησίας σε αυτή την νομική μορφή και τα ενδεχόμενα διαδικαστικά προβλήματα ενόψει μελλοντικής αντιδικίας, καθώς, όπως δέχθηκε το ΕΔΔΑ, η καθυστερημένη τήρηση της εσωτερικής νομοθεσίας θα κινδύνευε να ερμηνευθεί ως ομολογία ακυρότητας των παρελθουσών αναρίθμητων δικαιοπραξιών, ενώ και η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων σε νεοπαγές νομικό πρόσωπο που θα υποκαθιστούσε την Εκκλησία θα ήταν προβληματική[10]. 
Κατά συνέπεια η Καθολική Εκκλησία σήμερα είναι sui generis ημεδαπό νομικό πρόσωπο που ενεργεί νόμιμα στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθ. 13 του ΕισΝΑΚ και το Κανονικό δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας,  χωρίς ωστόσο να έχει επιλυθεί η ακριβής νομική του φύση και να είναι αποσαφηνισμένη η έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της[11].


[1] Σαλάχας (1978)
[2] Can. 100 — § 1. «Catholica Ecclesia et Apostolica Sedes, moralis personae rationem habent ex ipsa ordinatione divina.

[3]   ΑΠ  360/1994.

[4] Άρθρο 1 περ. 11 του Ν.Δ/τος της 25ης Αυγούστου 1923 «Περί κυρώσεως της εν Λωζάνη συνομολογηθείσης Συνθήκης περί Ειρήνης» (ΦΕΚ 238 Α΄).
[5] Α. Σβώλου – Γ. Βλάχου, Το Σύνταγμα […], όπ.π., σελ. 80-81.
[6] Έτσι και Μ. Φρέρης, Παρατηρήσεις, Ι, στην Απόφαση ΑΠ 360/1994 σε Κέντρο Δικανικών Μελετών, Η θρησκευτική ελευθερία  (επιμ. Κ.Ε.Μπέη), Εκδόσεις Eunomia, Αθήνα 1997, σελ. 436 επ. 437.
[7] Σκέψη 39.
[8] Σκέψη 39.
[9] Αυτόθι, σκέψη 39.
[10] Αυτόθι, σκέψη 40.
[11] Βλ και ΝΣΚ 192/1991 με αναλυτική αναφορά

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

ΕΥΛΟΓΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΚΗΣ: Η ΣΤΕ 4467/12



Aπό τα ΝΟΜΙΚΑ ΝΕΑ της Λαμπρινής Δελή - 7/11/2012 1:37:26 μμ
Με την απόφαση 4467/2012 το ΣτΕ αποφαίνεται επί ενός νέου ενδίκου βοηθήματος, που εισήχθη μόνο για τη διοικητική δικαιοδοσία με τον νόμο 4055/2012 ''Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής'' και είναι η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Η αίτηση στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, και αντικείμενό της είναι η επιδίκαση ευλόγου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο λόγο, βλάβης που υπέστη ο διάδικος, λόγω της προσβολής του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης.
Ο λόγος θεσμοθέτησης αυτού του ενδίκου βοηθήματος, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, είναι η συμμόρφωση της Ελλάδας προς την απόφαση- πιλότο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που εκδόθηκε την 21-12-2010 στην υπόθεση Αθανασίου. Η παραβίαση αφορούσε το εύλογο του χρόνου διαδικασίας σε διοικητική δίκη, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο διαπίστωσε το «συστημικό» πρόβλημα σημαντικών καθυστερήσεων που παρουσιάζονται στις διοικητικές δίκες και σε σημαντικό βαθμό και αριθμό στο Συμβούλιο της Επικρατείας και προς τούτο κάλεσε την Ελλάδα να υιοθετήσει μια αποτελεσματική προσφυγή, προκειμένου να αντιμετωπίσει το «συστημικό» αυτό πρόβλημα. Το πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι η διαδικασία της απόφασης-πιλότου υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ακριβώς για να απαλλαγεί από ένα σημαντικό ποσοστό του φόρτου εργασίας, που δημιουργούν παρόμοιες υποθέσεις στις οποίες αναδεικνύεται το ίδιο πρόβλημα και κατά συνέπεια δυσχεραίνουν την ομαλή του λειτουργία. Εξάλλου, ο φόρτος εργασίας των δικαστηρίων λόγω του μεγάλου αριθμού ενδίκων βοηθημάτων που ασκούνται ενώπιον τους είναι αναμφίβολα μία από τις αιτίες καθυστέρησης στην απονομή δικαιοσύνης στη χώρα μας.
Στην επίδικη περίπτωση, η καθυστέρηση αφορούσε σε ακυρωτική δίκη ενώπιον του ΣτΕ, που άνοιξε με την κατάθεση αίτησης ακύρωσης το 2003 και ολοκληρώθηκε με τη δημοσίευση της απόφασης το 2011, δηλαδή οχτώ χρόνια εκκρεμούσε η υπόθεση σε ένα βαθμό δικαιοδοσίας. Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στις οχτώ συνολικά αναβολές που δόθηκαν και οι οποίες οφείλονται κατά ένα μέρος και στην καθυστερημένη αποστολή του φακέλου της διοίκησης. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας εκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και συγκεκριμένα επί τη βάσει τεσσάρων κριτηρίων, όπως προβλέπονται στον ν. 4055, και είναι α)η συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, β)η πολυπλοκότητα των τιθεμένων νομικών ζητημάτων, γ) η στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. Εν προκειμένω, η συμπεριφορά του αιτούντος δεν ήταν παρελκυστική, ενώ το νομικό ζήτημα που ετίθετο είχε ήδη κριθεί με προηγούμενη νομολογία και επιπλέον δεν προέκυπτε ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση οφειλόταν σε φόρτο εργασίας του Τμήματος ή της Ολομέλειας. Εν όψει τούτων, το δικαστήριο αποφαίνεται αφενός ότι συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή δικαιοσύνης αφετέρου ότι η καθυστέρηση αυτή προκάλεσε στον αιτούντα ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην αγωνία, την ταλαιπωρία και την αβεβαιότητα που υπέστη κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας.
Για την αποκατάσταση δε της βλάβης αυτής κρίνεται δικαιολογημένη η επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού ως δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος. Ως προς τον καθορισμό του ύψους του εν λόγω ποσού, το δικαστήριο συνεκτιμά τόσο τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με την πτώση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα λόγω της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της συνεχιζόμενης σοβαρής ύφεσης, που πλήττουν τη χώρα, όσο και το ήσσονος εμβέλειας διακύβευμα της διαφοράς για τον βιοπορισμό του αιτούντος. Τελικά, επιδικάζει στον αιτούντα 4.800 ευρώ για ηθική βλάβη αντί των 30.000 που ζητά ο ίδιος και των 1.500 ευρώ που θεωρεί το Δημόσιο ως ανώτατο όριο.
Η συγκεκριμένη απόφαση λοιπόν θέτει έντονο το ζήτημα της καθυστέρησης της απονομής δικαιοσύνης και τις συνέπειες που έχει αυτή στον προϋπολογισμό του κράτους σε περίοδο οικονομικής κρίσης, λόγω της αποζημιωτικής φύσης της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση. Δεδομένου εξάλλου ότι τόσο στην πολιτική όσο και στην ποινική δικαιοδοσία στην Ελλάδα οι διάδικοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης για την τελική δικαστική κρίση στην υπόθεσή τους και πληθώρα τέτοιων προσφυγών εκκρεμούν στο ΕΔΔΑ, η ενδεχόμενη έκδοση πιλοτικών αποφάσεων και για τις αστικές και ποινικές δίκες θα οδηγήσουν στην γενική θεσμοθέτηση του ενδίκου βοηθήματος δίκαιης ικανοποίησης.
Αυτό που απομένει όμως να αποδειχτεί είναι η αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου ενδίκου βοηθήματος .Άλλωστε, το ΣτΕ ως προς τη χαμηλή αξία αποζημίωσης, επικαλείται νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία το τελευταίο μπορεί να δεχθεί την επιδίκαση χαμηλότερων χρηματικών ποσών σε σχέση με εκείνα που θα επιδίκαζε σε ανάλογες υποθέσεις, εφόσον τα επιδικαζόμενα σε εθνικό επίπεδο ποσά δεν είναι πολύ κατώτερα ενός ευλόγου ορίου («unreasonable») και υπό τον όρο ότι οι σχετικές αποφάσεις, οι οποίες πρέπει να είναι σύμφωνες με τη νομική παράδοση και το βιοτικό επίπεδο («standard of living») της συγκεκριμένης χώρας, εκδίδονται ταχέως, είναι αιτιολογημένες και εκτελούνται άμεσα (βλ. απόφ. ΕΔΑΔ της 10.10.2004, Dubjakova κατά Σλοβακίας και της 26.3.2006, Scordino κατά Ιταλίας). Λαμβανομένων άλλωστε υπόψη και των πράγματι χαμηλών αποζημιώσεων που επιδικάζει το ίδιο το ΕΔΔΑ, καταλήγει κάποιος στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα ούτε στην προστασία του φορέα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας συντείνει ούτε επίλυση του σύνθετου προβλήματος του ευλόγου χρόνου της διαδικασίας προκαλεί.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Το Ελεγκτικό Συνέδριο ως δικαστήριο κράτους μέλους: υπόθεση C-363/2011





 του Βασίλη Δαφνομήλη από τα Νομικά Νέα

Η σχετικά πρόσφατη απόφαση C-363/2011 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2012 σχετικά με την ιδιότητα του Ελεγκτικού Συμβουλίου ως δικαστηρίου κράτους μέλους, το οποίο μπορεί να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ μας επιτρέπει να σχολιάσουμε τα κριτήρια τα οποία δέχεται το τελευταίο, προκειμένου να κρίνει το παραδεκτόν του υποβληθέντος δικαστηρίου.
Το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ ορίζει ότι «Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί έπ’ αυτού.». Επισημαίνεται ότι το δικαστήριο αυτό θα ερωτήσει το ΔΕΕ για ζήτημα το οποίο αφορά την ερμηνεία των Συνθηκών είτε την ερμηνεία ή το κύρος του παράγωγου δικαίου(κυρίως κανονισμών και οδηγιών).
                Το ΔΕΕ έχει τονίσει ότι η έννοια του «δικαστηρίου κράτους μέλους» είναι έννοια η οποία καθορίζεται με κριτήρια τα οποία έχουν ενωσιακή προέλευση και δεν εναπόκειται στο κάθε κράτος μέλος να αποφασίσει αν το συγκεκριμένο του όργανα πληροί αυτά τα κριτήρια. Φυσικά η σχετική κρίση του ΔΕΕ θα γίνει βάσει των εθνικών διατάξεων περί λειτουργίας του οργάνου, αλλά η φύση των κριτηρίων έχουν καθοριστεί από το ΔΕΕ στην απόφαση Vaassen-Gobbels.
                 Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμήσει αν το αιτούν όργανο είναι «δικαστήριο» υπό την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ λαμβάνει υπόψη μια σειρά στοιχείων, όπως είναι η ίδρυση του οργάνου αυτού με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή των κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του. Επίσης θα πρέπει να υπάρχει εκκρεμής διαφορά στο εθνικό δικαστήριο και η διαφορά τουλάχιστον να διέπεται έστω και μερικώς από το ευρωπαϊκό δίκαιο.
                Η νομολογία του ΔΕΕ ωστόσο έχει εξειδικεύσει τα ανωτέρω κριτήρια. Ειδικότερα ο δεσμευτικός χαρακτήρα της δικαιοδοσίας αναλύεται αφενός σε υποχρεωτική επίλυση της διαφοράς από το δικαστήριο κατόπιν υποβολής της διαφοράς από τα μέρη και αφετέρου σε έκδοση δεσμευτικών αποφάσεων από το όργανο. (υπόθεση Dorsch Consult, C-54/96). Στην υπό κρίση περίπτωση της απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου το ΔΕΕ νομολόγησε ότι η αρμοδιότητα που του αποδίδεται από το Σύνταγμα(98 παρ. 1ζ) δεν  μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλήγει σε έκδοση δεσμευτικής απόφασης. (σκέψη 26 της απόφαση C-363/2011).
                Επίσης, δεύτερο κριτήριο το οποίο έχει διαπλαστεί νομολογιακά είναι η κατ’ αντιμωλία διεξαγωγή της διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο δεν πρέπει να κρίνεται με απόλυτο τρόπο, καθώς ακόμα και σε περίπτωση εκούσιας διαδικασίας, αν ο δικαστής έχει την απαιτούμενη ανεξαρτησία της γνώμης, μπορεί να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα(σκέψεις 23-26 του Γενικού Εισαγγελέα στην υπόθεση Corbiau,C-2/92).
Τέλος, ίσως το πιο σημαντικό κριτήριο ως προς την κρίση του ΔΕΕ αποτελεί η αξίωση για ανεξαρτησία του οργάνου που απασχόλησε για άλλη μία φορά το ΔΕΕ και στην υπόθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου(σκέψεις 24-25,29 της απόφασης C-363/2011). Η αξίωση για ανεξαρτησία αναλύεται σε τρεις υπο-αξιώσεις: πρώτον, τα μέλη του οργάνου θα πρέπει να είναι μόνιμα και ισόβια, δεύτερον, θα πρέπει να παρέχουν εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης και τρίτον το όργανο θα πρέπει να έχει θέση τρίτου απέναντι στην υπό κρίση διαφορά. Στην υπόθεση C-363/2011 , το Δικαστήριο προβληματίστηκε σχετικά με τη φύση του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς τη συγκεκριμένη του αρμοδιότητα: «Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει με την Επίτροπό του, η οποία είναι τοποθετημένη στο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού και συνέταξε την υπό κρίση ενώπιόν του έκθεση διαφωνίας, πρόδηλο οργανικό και λειτουργικό δεσμό, γεγονός το οποίο δεν επιτρέπει να του αναγνωρισθεί η ιδιότητα τρίτου σε σχέση με την εν λόγω Επίτροπο (βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσες αποφάσεις Corbiau, σκέψη 16, και Schmid, σκέψη 38).»
                Δύο πράγματα οφείλουμε να τονίσουμε επιλογικά: πρώτον, ότι ένα όργανο μπορεί άλλοτε να κριθεί ως δικαστήριο κράτους μέλους και άλλοτε όχι, αν έχει περισσότερες της μίας αρμοδιότητες, όπως συμβαίνει και με το Ελεγκτικό Συνέδριο. Έτσι, στην υπόθεση Βουγιούκας, C-443/93, το ΔΕΕ νομολόγησε ότι η αρμοδιότητα που ορίζεται στο άρθρο 98, παρ. 1στ σχετικά με την εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων είναι σύμφυτη με την έννοια του ως δικαστηρίου κράτους μέλους. Δεύτερο και σημαντικότερο είναι ότι παρατηρείται μία διαφορετική ανάγνωση των κριτηρίων από τους δικαστές και τους Γενικούς Εισαγγελείς, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την οικογένεια δικαίου από την οποία προέρχονται. Ήτοι, δικαστές που προέρχονται από δίκαια της ηπειρωτικής Ευρώπης τείνουν να κρίνουν strictο sensu τα κριτήρια Vaassen-Gobbels, ενώ οι δικαστές του common law(συμπεριλαμβανομένης και της Γενικής Εισαγελέως της υπόθεσης C-363/2011) τηρούν μία πιο χαλαρή στάση απέναντι σε αυτά τα κριτήρια, με το επιχείρημα ότι όσο πιο εύκολα καταφάσκεται το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος, τόσο διευκολύνεται η ομοιόμορφη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

VINCE SICARI: ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΚΩΜΙΚΟΣ?



του Βασίλη Δαφνομήλη - 7/11/2012 1:37:26 μμ
Δικαστές με αίσθηση του χιούμορ υπάρχουν πολλοί (και το έχει αποδείξει η πρόσφατη δικαστική πραγματικότητα), αλλά δικαστές-κωμικούς είναι σίγουρο ότι δεν έχουμε ξανασυναντήσει. Πάντως, στην Αμερική, ο κ. Vince Sicari το πρωί είναι δικαστής και το βράδυ κωμικός ηθοποιός. Πέραν τούτου ο 43χρονος δικαστής εμφανίζεται στην τηλεόραση σε τηλεοπτικές εκπομπές, τύπου «Candid Camera» με το ψευδώνυμο Vince August, δηλώνοντας ότι ο ρόλος του ως stand up comedian είναι κάτι το οποίο πάντοτε αγαπούσε να κάνει.
Η πειθαρχική επιτροπή, ωστόσο, δεν αντιμετώπισε με τόσο φιλελεύθερη ματιά την ενασχόληση του δικαστή, καλώντας τον να σταματήσει να εμφανίζεται ως ηθοποιός και να περιοριστεί στα δικαστικά του καθήκοντα. Το βασικό επιχείρημα της πειθαρχικής επιτροπής ήταν ότι η ενασχόληση του με αυτές τις δραστηριότητες θα δημιουργήσουν υπόνοιες περί ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της δικαιοσύνης και υποψίες περί αμεροληψίας του ιδίου, ειδικότερα μάλιστα όταν ο κωμικός δικαστής, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της επιτροπής, ενσαρκώνει ομοφοβικούς χαρακτήρες που αντανακλούν ρατσιστικά στερεότυπα. Τονίζεται, ωστόσο, ότι σύμφωνα με τους νόμους της – ιδιαίτερα βαλλόμενης για περιστατικά διαφθοράς-πολιτείας του New Jersey, οι δικαστές μπορούν να ασκούν και άλλο επάγγελμα, με τον όρο ότι δεν θα πληρώνονται. Ο δικαστής λοιπόν προσβάλει την απόφαση της πειθαρχικής επιτροπής και τώρα το ανώτατο δικαστήριο του New Jersey θα αποφασίσει περί του αν δικαιούται ο δικαστής-κωμικός να συνεχίσει να ασχολείται με το προσοδοφόρο χόμπι του.
Τα επιχειρήματα του δικαστή είναι απλά: Επιμένει ότι ουδέποτε έχει διατυπώσει ανέκδοτα σχετικά με δικηγόρους ή δικαστές και ούτε έχει αμαυρώσει το επάγγελμά του. Επιπροσθέτως, τονίζει ότι τα 13000 δολάρια τα οποία λαμβάνει το χρόνο δεν είναι επαρκές ποσό για την διαβίωσή του, και συνεπώς «ασχολήθηκε ενεργώς με την ηθοποιία, προκειμένου να ενισχύσει το μηνιαίο του εισόδημα».
Αυτή είναι η σύντομη ιστορία του κ. Sicari, αλλά σίγουρα μας βάζει σε δύο προβληματισμούς.

Ο πρώτος αφορά στην ανάγκη του Sicari να ενισχύσει το εισόδημά του, γιατί τα 1100 δολάρια δεν ήσαν αρκετά για τη διαβίωσή του. Κάνοντας μία αναγωγή στα ελληνικά δεδομένα, το Σύνταγμά μας στο άρθρο 89 αναφέρει ότι «Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.». Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι αποδοχές των δικαστών είναι το μοναδικό τους εισόδημα. Με τα χρήματα αυτά πρέπει να καλύπτουν τις προσωπικές τους ανάγκες και τα έξοδα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους(μετακινήσεις στον τόπο εργασίας, συντήρηση του γραφείου κ.α.). Επίσης, σε περίπτωση αποσπάσεων και μεταθέσεων με τα χρήματα αυτά πρέπει να χρηματοδοτούν και τις νέες ανάγκες που ενδέχεται να προκύψουν. Συνεπώς, μπορεί το Σύνταγμα να απαγορεύει, αλλά η πραγματικότητα είναι δύσκολα αντιμετωπίσιμη, πόσω μάλλον όταν εξαγγέλλονται περικοπές μισθών και στους δικαστές. Η Διοικητική Ολομέλεια του Άρειου Πάγου, γνωμοδότησε ότι οι ψηφιζόμενες νέες περικοπές, προσκρούουν στο Σύνταγμα και συγκεκριμένα στα άρθρα 26, 87 και 88. Επίσης, το Συμβουλευτικό Συμβούλιο Ευρωπαίων Δικαστών (CCJE), το οποίο ασχολείται με θέματα ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και ικανότητας των δικαστών και είναι το μοναδικό σώμα στην Ευρώπη που λειτουργεί στους κόλπους διεθνούς οργανισμού και αποτελείται αποκλειστικά από δικαστές, στον Χάρτη που εκπόνησε ορίζει στο άρθρο 3 «Το κράτος πρέπει να παρέχει τους απαραίτητους ανθρώπινους, υλικούς και οικονομικούς πόρους που απαιτούνται για την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης».( http://www.ikypros.com/easyconsole.cfm/id/6087)

Ο δεύτερος προβληματισμός αφορά στο επιχείρημα ότι η ενασχόληση των δικαστών με κάποια άλλη δραστηριότητα μπορεί να δημιουργήσει υπόνοιες αμεροληψίας και ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Σίγουρα υπάρχουν περιπτώσεις που μπορούν να δημιουργήσουν υποψίες περί ακεραιότητας του δικαστή (όπως το παράδειγμα του αμερικανού δικαστή του Supreme Court που πήγε για κυνήγι λίγες εβδομάδες με επιχειρηματία πριν την εκδίκαση της υπόθεσης του τελευταίου.) Δεν θεωρώ ότι η δικαστική μελέτη και η συναναστροφή με πολιτικά πρόσωπα είναι καλύτερη από την ενασχόληση με την κωμική ηθοποιία, εφόσον αυτή είναι ουδέτερη χωρίς λαϊκίστικους τόνους. Αδήριτα μπορεί να γίνει ένα φιλικό στο κοινό πρόσωπο, αλλά αυτό είναι διαφορετικό από τον αμερόληπτο τρόπο που πρέπει να ασκεί τα καθήκοντά του.